Η ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ

αναδημοσίευση από: http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=695&Itemid=29

Περ. «ΘΕΣΕΙΣ», Τεύχος 70, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2000

του Άκη Γαβριηλίδη

τη μνήμη του Γιάννη Κοντοθανάση

Μέρος Α΄[1]

Πριν από 50 χρόνια, τελείωσε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος.

Ή μήπως όχι;

Η πρόσφατη επέτειος και, δευτερευόντως, η διοργάνωση σχετικού επιστημονικού συνεδρίου προκάλεσαν μερικές κάπως απρόσμενες αντιδράσεις, οι οποίες υπήρξαν αρκετά αποκαλυπτικές για το πώς αντιλαμβάνεται και πώς διεξάγει η ελληνική αστική τάξη τον ασίγαστο πόλεμο που διαπερνά και συγκροτεί τον ελληνικό (όπως και κάθε άλλο) κοινωνικό σχηματισμό ακόμα και όταν δεν είναι άμεσα ορατός -- ιδίως μάλιστα τότε. Οι αντιδράσεις αυτές θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα διδακτικές για την αριστερά, της οποίας ο ρόλος υποθέτω ότι συνεχίζει να είναι ρόλος αντιπάλου αυτής της τάξης. εξάλλου, ακόμη και αν δεν το θέλει, δεν μπορεί να διαλέξει να μην είναι, εφόσον η επιλογή έχει ήδη γίνει -- και γίνεται καθημερινά -- από τον αντίπαλο: παρά την μάλλον απογοητευτική εικόνα που εμφανίζει σήμερα από άποψη συγκρότησης, στρατηγικής και τακτικής, η αριστερά, ως ενεργεία ή δυνάμει εκφραστής και οργανωτής των συμφερόντων των υποτελών τάξεων, δεν παύει να αποτελεί τον διακηρυγμένο ή ανομολόγητο στόχο στις επιθέσεις των αστών ιδεολόγων.

Οι επιθέσεις αυτές είναι άκρως ενδιαφέρουσες διότι επιπλέον αποτελούν ειδικότερες εκδηλώσεις δύο πολύ ιδιόμορφων γενικών χαρακτηριστικών του ταξικού πολέμου στον καπιταλισμό:

α) ακριβώς επειδή ο πόλεμος (δηλαδή η ιστορία) δεν τελειώνει ποτέ, η νίκη μιας τάξης δεν μπορεί να είναι ποτέ οριστική, άρα και η πιο συντριπτική επικράτηση δεν μπορεί να παγιωθεί παρά μόνο με την επιδίωξη ακόμα πιο συντριπτικής επικράτησης. Όπως είχε δείξει ο πρώτος μεγάλος φιλόσοφος του κτητικού ατομικισμού, ο Τόμας Χομπς, για να διατηρήσει κανείς αυτά που κατακτά πρέπει να τα αυξήσει.

β) Εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων όξυνσης της σύγκρουσης, υπό "ομαλές" συνθήκες η κυρίαρχη τάξη προτιμά να μην δείχνει καν ότι κυριαρχεί. προτιμά δηλαδή να αποκρύπτει το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα σύγκρουση και να εμφανίζει την κοινωνική της ηγεμονία ως κάτι φυσικό. Και αυτό διότι φυσικά η μονιμότερη εξουσία είναι εκείνη που κυβερνά τους ανθρώπους "έτσι ώστε αυτοί να πιστεύουν ότι δεν κυβερνώνται, αλλά ζουν σύμφωνα με τη δική τους ελεύθερη απόφαση" (Σπινόζα). Με άλλα λόγια, η πιο πλήρης νίκη είναι εκείνη στην οποία πείθεις το στρατόπεδο του ηττημένου ότι δεν ηττήθηκε, και ο πιο πλήρης τρόπος για να το επιτύχεις αυτό είναι να πείσεις ότι δεν υπάρχουν καν στρατόπεδα (διότι έτσι προφανώς απομακρύνεται η πιθανότητα να ανασυγκροτηθεί κάποτε το στρατόπεδο αυτό και να αντεπιτεθεί).

Όταν λοιπόν διαγράφεται στον ορίζοντα κάποια αμφισβήτηση της κυριαρχίας της, η άρχουσα τάξη επιδιώκει προφανώς να έχει αυτή το πάνω χέρι και, κυρίως, να το δείχνει κατά πειστικό τρόπο σε όποιον αμφιβάλλει. Όταν όμως η αμφισβήτηση αυτή δεν είναι τόσο άμεση, μια τέτοια επίδειξη πυγμής εμφανίζεται ως περιττή ή "αντιπαραγωγική" και ως βασικότερη αποστολή τής κυρίαρχης ιδεολογίας αναδεικνύεται τότε η αποσιώπηση και η διάψευση της ίδιας της εντύπωσης ότι διεξάγεται κοινωνική σύγκρουση.

Κατά μία έννοια, η ηγεμονία ήταν πάντα ζήτημα δοσολογίας. γι' αυτό, η κυρίαρχη ιδεολογία, προκειμένου να εκπληρώνει αποτελεσματικά το ρόλο της, οφείλει πάντοτε να βρίσκει την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα σε δύο καθήκοντα. Ο πρώτος της στόχος είναι μια απώθηση: οφείλει να εμπεδώνει την εντύπωση ότι ταξικοί αγώνες δεν διεξάγονται και ότι δεν είναι δυνατό ή σκόπιμο να διεξάγονται. ταυτόχρονα όμως πρέπει πάντα να υπενθυμίζει σε όλους ότι, αν δεν είναι διατεθειμένοι να πειστούν περί αυτού, πρόκειται να συντριβούν, και η συντριβή αυτή θα είναι δίκαιη -- ή υπήρξε δίκαιη, εάν έλαβε χώρα κατά το παρελθόν.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι, στην τρέχουσα συγκυρία, η πεποίθηση αυτή έχει εμπεδωθεί. Μπορούμε όμως να δούμε και το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο: η εμπέδωσή της δεν είναι μοιραία, αλλά απαιτεί συνεχή προσπάθεια και εγρήγορση εκμέρους των κυρίαρχων τάξεων -- δείγματα της οποίας αποτελούν ακριβώς οι πρόσφατοι ψυχροπολεμικοί λόγοι των εκπροσώπων τους. Πράγμα που συνδέεται με τη θεμελιώδη αντινομία του βασικού αυτού στόχου της αστικής πολιτικής, η οποία (αντινομία) συνιστά εδώ πλεονέκτημα αλλά, υπό άλλες συνθήκες, ίσως αναδειχθεί και το αδύνατο σημείο της: προκειμένου η πολιτική αυτή να πείσει ότι δεν διεξάγεται αγώνας, οφείλει να διεξαγάγει αγώνα (και, άρα, να διαψεύσει έμπρακτα τον ισχυρισμό της με την ίδια την πράξη τής διατύπωσής του).

Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα προσπαθήσω να δείξω τι συμπεράσματα μπορούμε να συναγάγουμε από την (ιδεολογική) δράση των αντιπάλων μας -- ή, πάντως, αυτών που μας αναγορεύουν οι ίδιοι ως αντιπάλους τους στον ασίγαστο αυτό πόλεμο. Σε επόμενο τεύχος, θα προσπαθήσω θα συνδυάσω τα συμπεράσματα αυτά με ορισμένα φαινόμενα τα οποία ανάγονται στην πάλη των κυριαρχούμενων τάξεων, για την οποία εξίσου συχνά, αν όχι συχνότερα, λέγεται -- ενίοτε και με απογοήτευση -- ότι δεν διεξάγεται (πλέον).

Ο εμφύλιος «δεν άρχισε»

Αποκάλυψε στους ανθρώπους την πολεμική άνευ πολέμου, που καταργεί τον πόλεμο χωρίς να τον αναπαράγει. Είναι όμως πολεμική.

(Από παρωδία αυτοβιογραφικού σημειώματος στο εξώφυλλο του δίσκου Ο ξαναπές του Νικόλα Άσιμου)

Ειδικότερη συνέπεια των προηγούμενων παρατηρήσεων είναι ότι η αστική σκέψη, σε όλες της τις εκφάνσεις, από την πιο χυδαία ως την πιο ακαδημαϊκή, πολέμησε λυσσαλέα τη σύλληψη της ιστορίας ως πάλης των τάξεων. (Και κάνοντας αυτό σε ένα δεύτερο επίπεδο την επιβεβαίωσε, όπως μόλις προηγουμένως είδαμε). Για λόγους απλούστευσης, θα επιλέξουμε εδώ δύο ενδεικτικά παραδείγματα από την πρόσφατη εμφυλιοπολεμική φιλολογία, ένα αντιστοίχως από κάθε κατηγορία των ανωτέρω εκφάνσεων.

Ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Ράλλης, σε άρθρο του στην Καθημερινή[2] , ισχυρίστηκε ότι ο όρος "εμφύλιος πόλεμος" είναι ακατάλληλος και κακώς χρησιμοποιείται για να περιγράψει όσα συνέβησαν στο διάστημα 1945-49, διότι στην Ελλάδα δεν έλαβε χώρα εμφύλιος πόλεμος αλλά απλώς κομμουνιστική ανταρσία εκ μέρους ολιγάριθμων ομάδων, οι οποίες κινήθηκαν για να ανατρέψουν την έννομη τάξη. η τελευταία λοιπόν αμύνθηκε με κάθε μέσο, ως είχε δικαίωμα, και ορθώς τους τιμώρησε για την απόπειρά τους αυτή. Συμπληρωματικά, και στο ίδιο πνεύμα, ένας άλλος παλαίμαχος δεξιός πολιτικός, ο κ. Γεράσιμος Αποστολάτος, με επιστολή του στην ίδια εφημερίδα σύντομα μετά, εμπλούτισε τη σχετική επιχειρηματολογία ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι το όλο πρόβλημα προκάλεσε μία δραξ εγκληματιών η οποία μάλιστα ήταν ξενοκίνητη, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι τα όπλα της προέρχονταν από το εξωτερικό.

Θα πρέπει να καταβάλει κανείς αρκετή προσπάθεια για να ξεπεράσει την αποστροφή που προκαλεί αυτό το απερίγραπτο μείγμα εμπάθειαςκαι ανοησίαςπου κυριαρχεί σε λόγους όπως οι παραπάνω. Στο πρώτο αυτό παράδειγμα που συγκροτούν οι αντιδράσεις των "πρακτικών" αστών πολιτικών, αυτό που αιφνιδιάζει είναι η κραυγαλέα αδιαφορία τους για την έλλειψη στοιχειώδους λογικής συνοχής. Ιδίως το κείμενο του κ. Αποστολάτου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του σφάλματος που στην τυπική λογική αποκαλείται non sequitur: ακόμη δηλαδή και αν δεχθούμε ως αληθή όλα ανεξαιρέτως όσα ισχυρίζεται, αυτό δεν αποδεικνύει απαραίτητα την ορθότητα του (προβαλλομένου ως) συμπεράσματος. Ο χαρακτηρισμός ενός πολέμου ως εμφυλίου προφανώς δεν εξαρτάται από την προέλευση του οπλισμού των μαχητών, αλλά των ίδιων των μαχητών. Το επιχείρημα περί "κατάλυσης της έννομης τάξης" όχι μόνο δεν αποκλείει έναν τέτοιο χαρακτηρισμό αλλά, αντιθέτως, τον ενισχύει: πραγματικά, θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε διεξαγωγή εμφυλίου πολέμου σύμφωνα με τους κανόνες της νομιμότητας.

Το επιχείρημα περί "περιορισμένου αριθμού" των ανταρτών είναι παραδεκτό από τυπική-λογική άποψη, από ουσιαστική όμως έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση όχι μόνο με την ιστορική πραγματικότητα, αλλά και με άλλους ισχυρισμούς των ίδιων των αρθρογράφων[3] . Αν επρόκειτο για ολιγάριθμες συμμορίες εγκληματιών, τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι, και μετά τη στρατιωτική συντριβή των συμμοριών αυτών, -- για την οποία πάντως χρειάστηκαν πέντε χρόνια--, απαιτήθηκε επιπλέον η δημιουργία ενός κολοσσιαίου μηχανισμού καταστολής και διώξεων ("νόμιμης άμυνας της πολιτείας", κατά το ανωτέρω σκεπτικό) που λειτούργησε ακατάπαυστα για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες;

Πέρα όμως από το λογικό κενό κατά τη μετάβαση από τις προκείμενες στο συμπέρασμα, αυτό που φαίνεται προβληματικό στους κάπως νεότερους αναγνώστες είναι το ίδιο το συμπέρασμα. Πραγματικά, για όποιον είναι έστω και λίγο απομακρυσμένος χρονικά από αυτό τον κύκλο αντιπαράθεσης, αυτή η επιμονή στην πάση θυσία άρνηση του συγκεκριμένου όρου εμφανίζεται ακατανόητη. Παρά να προβαίνουμε σε παρόμοιες λογικές ακροβασίες, για τον σημερινό "κοινό νου" θα φαινόταν πολύ απλούστερο να παραδεχθούμε ότι, όταν σε μία χώρα σχηματίζονται δύο συγκροτημένοι στρατοί, αποτελούμενοι από δεκάδες χιλιάδες άνδρες (και γυναίκες) που κατάγονται όλοι ανεξαιρέτως από τη συγκεκριμένη χώρα, και οι στρατοί αυτοί διεξάγουν μακρόχρονες και πολύνεκρες πολεμικές επιχειρήσεις με επίδικο αντικείμενο την κατάκτηση της εξουσίας, τότε αυτό δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά εμφύλιο πόλεμο. Στην παγκόσμια ιστορία υπήρξαν περιπτώσεις συγκρούσεων με μικρότερη κλίμακα, συντομότερη διάρκεια ή εμφανέστερη συμμετοχή μη ιθαγενών (π.χ. Ισπανία), οι οποίες προσδιορίζονται παγίως ως εμφύλιες χωρίς αυτό να προκαλεί ανάλογες διαμαρτυρίες.

Βέβαια, η λογική ανασκευή αυτών των στρουθοκαμηλισμών είναι μάλλον άσκοπη. Προκειμένου να βγάλουμε κάτι χρήσιμο από την ενασχόληση με αυτούς, θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος υλικός λόγος ωθεί τους αξιότιμους αυτούς κυρίους (οι οποίοι οφείλουμε να υποθέσουμε ότι δεν είναι κατ' αρχήν περισσότερο ή λιγότερο ανόητοι απ' ό,τι εσείς κι εγώ) να μην εγκαταλείπουν αυτή την προφανώς αστήρικτη και αντιφατική θέση.

Ένα στοιχείο που θα έπρεπε τότε να πάρουμε υπόψη μας είναι η μεγάλη ηλικία των αρθρογράφων που προβάλλουν τέτοιες απόψεις. Όχι όμως για να τις προσπεράσουμε συγκαταβατικά ως γεροντική άνοια, αλλά ακριβώς αντίστροφα, για να τις πάρουμε απολύτως σοβαρά, παρά τις αδεξιότητές τους -- ή ακριβώς εξαιτίας αυτών--, ως εκφράσεις ενός παλαιότερου "στρώματος" της συλλογικής μνήμης. Διότι η σκέψη αυτή μάς υπενθυμίζει ότι η λίγο-πολύ καθολική σήμερα αποδοχή του όρου "εμφύλιος πόλεμος" αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο γεγονός, ένα συμβιβασμό ο οποίος χρειάστηκε αρκετές προσπάθειες για να επιτευχθεί. Πρέπει να έχουμε δε υπόψη μας ότι, μετά από κάθε συμβιβασμό, τα "μέρη" αρχίζουν να κάνουν σκέψεις για την ανάκληση ή την αναδιαπραγμάτευσή του, μόλις κρίνουν ότι η θέση τους έχει ενισχυθεί αρκετά προς τούτο. Οι παλαίμαχοι εκπρόσωποι του πολιτικού προσωπικού τού (μετ)εμφυλιακού κράτους το επιχειρούν με τα νοητικά εργαλεία που τους είναι πρόχειρα. Τα εργαλεία όμως αυτά δεν είναι τα μόνα, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως με το δεύτερο παράδειγμα.

Ο ρεβανσισμός των νικητών

Τις σκέψεις του περί εμφυλίου έκρινε σκόπιμο να μας κοινοποιήσει και ο Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, από το Βήματης 24/10/99.

Στο κείμενό του, ο κ. καθηγητής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, θέλοντας προφανώς να διατηρήσει μια στοιχειώδη σοβαρότητα, δεν τολμά να αμφισβητήσει το ίδιο το γεγονός ότι πάντως στην Ελλάδα έλαβε χώρα εμφύλιος πόλεμος. Αυτό που έρχεται να αμφισβητήσει, όμως, σε συμφωνία άλλωστε με τον τίτλο του άρθρου[4], είναι η "βαθύτατα ρομαντική" τάση "εξωραϊσμού των ηττημένων". Η τάση αυτή φέρεται ότι καταλαμβάνει, ως μη όφειλε, τη συλλογική μνήμη μετά τη λήξη των εμφυλίων πολέμων, κατ' εξαίρεση από τον κανόνα κατά τον οποίο "την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές" (η λέξη "ιστορία" με κεφαλαίο στο πρωτότυπο).

Ακόμη λοιπόν και αν απουσίαζαν από αυτό διατυπώσεις γεμάτες συμπόνια για τους δυστυχείς νικητές (οι οποίοι π.χ. "στο πεδίο του ρομαντισμού εύλογα μειονεκτούν" και βλέπουν να παραγνωρίζονται οι "δικές τους θυσίες"), θα ήταν προφανές ότι πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο διακηρυγμένα αποσκοπεί να επανορθώσει την αδικία και να συμβάλει στην επάνοδο στον "κανόνα", δηλαδή στη συγγραφή της ιστορίας σύμφωνα με την οπτική των νικητών.

Αυτό κατ' αρχάς επιβεβαιώνει αυτό που είπαμε στην αρχή, ότι η άρχουσα τάξη τα θέλει μονά-ζυγά δικά της: ακόμη και όταν έχει τη συντριπτική στρατιωτική επικράτηση, δεν της αρκεί ούτε αυτό αλλά θέλει επιπλέον τη συμπάθεια για τις θυσίες στις οποίες αναγκάστηκε να υποβληθεί για να την επιτύχει. Και, κυρίως, θέλει να καταπνίξει κάθε στοιχείο συναισθηματικής ταύτισης -- και, άρα, κάθε προοπτική έμπρακτης αλληλεγγύης -- προς τους υφιστάμενους την καταστολή της.

Παραπέρα, όμως, μας παραπέμπει και σε ένα ζήτημα αρκετά διαφωτιστικό για τη λογική του κ. καθηγητή: όταν, με διακριτικό σαρκασμό και με πληθωρική χρήση των εισαγωγικών, διαπιστώνει ότι "οι ηττημένοι προβάλλουν ως 'ήρωες' και 'μάρτυρες' για μια 'χαμένη υπόθεση'" ενώ "οι νικητές (...) κρίνονται στο πεδίο της απτής και πεζής πραγματικότητας που επέβαλαν χάρη στην επικράτησή τους", δεν αναφέρει ποτέ ποιοι είναι αυτοίστους οποίους προβάλλουν έτσι οι μεν και από τους οποίους κρίνονται έτσι οι δε. Καθώς οι προτάσεις του είναι συστηματικά διατυπωμένες στη μέση και ποτέ στην ενεργητική φωνή, δεν εμφαίνεται πουθενά το υποκείμενο όλων αυτών των ενεργειών. Προ αυτής της απουσίας, το πλέον εύλογο θα ήταν να υποθέσουμε ότι αυτοί, περί των οποίων τίθεται ζήτημα αν θα ταυτισθούν με τους νικητές ή τους ηττημένους, είναι κάποιοι που δεν ανήκουν ούτε στους μεν ούτε στους δε, είναι κάποιοι παρατηρητές έξω από τη σύγκρουση. Είναι δηλαδή ουδέτεροι -- όπως αρμόζει άλλωστε σε έναν επιστήμονα. Ή, πάντως, είναι ένα είδος "κοινής γνώμης" -- ο ίδιος μιλά για τη συλλογική μνήμηλες και δεν ήταν ακριβώς η συλλογικότητα αυτή η οποία μοιράστηκε σε νικητές και ηττημένους.

Ήδη λοιπόν με τον τρόπο θέσης του ερωτήματος επιτυγχάνεται ένα πρώτο αποτέλεσμα αποστασιοποίησης, δημιουργείται μια "υγειονομική ζώνη" γύρω από το επίδικο αντικείμενο, καθότι εξ ορισμού οι συζητούντες σήμερα περί εμφυλίου σκηνοθετούνται ως διαιτητές σε μια διαμάχη κατ' αρχήν ξένη και μακρινή προς αυτούς, ενώ πρόκειται για ακριβώς αυτούς που κατέστειλαν και κατεστάλησαν, ή τα παιδιά τους (όπως καληώρα ο κ. Γ. Ράλλης), τους φίλους και συντρόφους, τους διπλανούς τους.

Προκειμένου πάντως να πείσει για τη δική του τουλάχιστον ουδετερότητα, ο ιστορικός φροντίζει να πάρει όπως είπαμε κάποιες αποστάσεις. Φροντίζει λοιπόν να μη μιλάει ως άμεσο φερέφωνο της μιας παράταξης με τον χοντροκομμένο και αφελή τρόπο των πρακτικών αστών πολιτικών, αλλά π.χ. δεν παραλείπει να καταγγείλει το "καθεστώς διακρίσεων που εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα σε βάρος των ηττημένων" για τη "μικροψυχία, αυθαιρεσία και ιδιοτέλεια" που το χαρακτήριζαν. Ταυτόχρονα, όμως, διακηρύσσει εν κατακλείδι ότι το "κρίσιμο ερώτημα", το οποίο αποσιωπάται από τον επικρατήσαντα ρομαντισμό, είναι: "Τί συνέπειες θα είχε για τη χώρα μια ενδεχόμενη νίκη της πλευράς αυτής, δηλαδή του ΚΚΕ;". Και σπεύδει ο ίδιος να υπονοήσει ότι οι συνέπειες αυτές θα ήταν χωρίς αμφιβολία καταστροφικές.

Στη μορφή και το περιεχόμενο της απάντησης αυτής θα επανέλθουμε κατωτέρω. Ωστόσο, το "κρίσιμο ερώτημα" που τίθεται έτσι όσον αφορά τη συνοχή τής επιχειρηματολογίας τού Μαυρογορδάτου είναι το εξής: όταν εκφράζει ανεπιφύλακτα την ικανοποίησή του για τη συγκεκριμένη έκβαση των πραγμάτων, ποια αξία έχει η αποδοκιμασία των μέσων με τα οποία επιτεύχθηκε αυτή; Φραστικά η καταγγελία μοιάζει οξύτατη, αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι αναφέρεται αποκλειστικά σε κάποια ψυχολογικά χαρακτηριστικά των νικητών και, έτσι, υπονοεί ότι, εάν αυτοί είχε τύχει να είναι πιο ανιδιοτελείς και μεγαλόψυχοι, (πράγμα που ήταν προφανώς στη διακριτική τους ευχέρεια), δεν θα είχε εγκαθιδρυθεί αυτό το "καθεστώς διακρίσεων". Ωστόσο, όταν επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε ένα ιστορικό φαινόμενο με βάση την αυθαιρεσία, απλώς ομολογούμε ότι είμαστε ανίκανοι -- ή απρόθυμοι -- να αναδείξουμε τις πραγματικές αιτίες του. Η "αυθαιρεσία" είναι ένας όρος χωρίς νόημα και δεν εξηγεί απολύτως τίποτε -- πάντως σίγουρα όχι τον τρόπο διαμόρφωσης και λειτουργίας του συνόλου των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών ενός κράτους για πολλές δεκαετίες. Η λειτουργία αυτή δεν ήταν καθόλου "αυθαίρετη", αλλά ήταν απολύτως αναγκαία, ήταν η προσήκουσα για την εξασφάλιση και αναπαραγωγή της ευκταίας κατά τον ιστορικό μας νίκης της συγκεκριμένης παράταξης. Το να διακηρύσσει κανείς ότι απορρίπτει την αιτία αλλά επιθυμεί το αποτέλεσμα είναι λογικά ανακόλουθο.

Καλό πάντως είναι να μην παραβλέπουμε και τον ακριβή χαρακτήρα αυτής της "απόρριψης" του καθεστώτος διώξεων εκμέρους του κ. καθηγητή: αυτό που τον ενοχλεί σε αυτό δεν είναι η ίδια η φύση του, αλλά απλώς η ποσοτική υπερβολή του, και αυτό διότι έτσι δημιουργήθηκε ο κίνδυνος -- ο οποίος και φέρεται ότι επήλθε τελικά -- να "λυγίσει το ραβδί απ' την άλλη μεριά". Αυτό που προσάπτεται στο εν λόγω καθεστώς δεν είναι η αντιδημοκρατικότητά του, αλλά είναι το ότι, λόγω της τόσης μικροψυχίας του, διευκόλυνε τη ρομαντική ανασκευή του παρελθόντος από την αριστερά. Ένας δε επιπλέον παράγοντας που "άνοιξε διάπλατα την πόρτα" για αυτή τη ρεβάνς των ηττημένων αναφέρεται ότι υπήρξε η "γελοιοποίηση" του καθεστώτος αυτού από τη δικτατορία -- η οποία όμως, παρά τη γελοιότητά της, στα επτά έτη που διήρκεσε πρόλαβε να διενεργήσει αρκετές απολύτως "σοβαρές" συλλήψεις, εκτοπίσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες.

Ο δεξιός ριζοσπαστισμός ως επιστήμη

Βλέπουμε λοιπόν, με αυτές τις πρώτες αναφορές, ότι δεν λείπουν και εκείνοι οι οποίοι φιλοδοξούν να παράσχουν επιστημονική στήριξη σε αυτή την επιχείρηση ιστορικού αναθεωρητισμού.

Προκειμένου να εμφανιστεί ως πιο αποδεκτή και ελκυστική, η επιστημονικοφανής αυτή αναθεώρηση χρησιμοποιεί μια δοκιμασμένη τακτική τής αντιδραστικής σκέψης: επιδιώκει να φιλοτεχνήσει μια εικόνα "προοδευτικού κατεστημένου" και να παρουσιάσει τη δική της παρέμβαση ως "σπάσιμο της σιωπής", ως το ριζικά νέο που ανατρέπει πεπαλαιωμένες νοοτροπίες.

Μέχρις εδώ, η επιχείρηση αυτή δεν συνιστά κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα, εφόσον ανάλογες φωνές για την "ανάγκη επανεκτίμησης του παρελθόντος" έχουν αρχίσει να ακούγονται εδώ και μία περίπου δεκαετία σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη για σημαντικά κεφάλαια της πρόσφατης ιστορίας (αρχίζοντας από την οκτωβριανή επανάσταση, πιο πρόσφατα το ρόλο του ΚΚ Ιταλίας μετά τον πόλεμο κ.ο.κ.). Η τακτική αυτή εξάλλου χαρακτηρίζει την αντεπίθεση της δεξιάς όχι μόνο στο πεδίο των ιδεών, αλλά και στο συνολικό κοινωνικό επίπεδο: ο νεοφιλελευθερισμός μπόρεσε να συγκροτηθεί ως νικηφόρα πολιτική στρατηγική όταν εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός ο οποίος έρχεται σε σύγκρουση με τα κεκτημένα των οπισθοδρομικών συντεχνιών.

Αυτό που χαρακτηρίζει μάλλον την ελληνική εκδοχή της είναι η σχετική αδυναμία της να πείσει, για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιδιαίτερη προϊστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Πράγματι, ο Μαυρογορδάτος, προσπαθώντας φιλότιμα να μεταφέρει αυτό το σχήμα στην ελληνική περίπτωση, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, για τον εμφύλιο, "ορθοδοξία" αποτελεί σήμερα η άποψη της αριστεράς, η οποία αποσιωπά και συσκοτίζει την αλήθεια. Αποσιωπά δηλαδή την "πρωτοφανή ωμότητα και συστηματικότητα της εαμικής τρομοκρατίας, χωρίς την οποία μένει ανεξήγητη τόσο η εξάπλωση των Ταγμάτων ασφαλείας όσο και η μεταγενέστερη αγριότητα των αντεκδικήσεων". Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι καλύπτεται από. .. συνωμοσία σιωπής μια άποψη που, μέχρι σχεδόν το 80, αποτελούσε όχι απλώς τον κυρίαρχο, αλλά τον μόνο επιτρεπτό, τον επίσημο κρατικό λόγο. Πιθανόν πιο πρόσφατα μια υλιστική προσέγγιση να γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση μεταξύ των ιστορικών ή να εκδόθηκαν περισσότερα βιβλία που να διάκεινται ευνοϊκά προς τις ιδέες και την πρακτική της αριστεράς. είναι όμως προκλητικό να επιχειρεί κανείς να εξισώσει ένα κρατικό καθεστώς θεσμοποιημένης ανισότητας με τη σχετική διάδοση κάποιας ερμηνευτικής κατεύθυνσης στο χώρο της ακαδημαϊκής σκέψης. Ο κ. καθηγητής κάνει βέβαια ό,τι μπορεί, π.χ. χρησιμοποιώντας αμφίσημες διατυπώσεις που να διευκολύνουν μία προσπάθεια "συμψηφισμού": "Ξαναγράφεται απλώς η ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων (...) Η αντίστροφα επιλεκτική μνήμη που συνεπάγεται αυτή η νέα ορθοδοξία (...)". Πράγμα που, χωρίς να το λέει ρητά, αφήνει τεχνηέντως να νοηθεί: ε, δε βαριέσαι, και οι μεν μονομερείς, και οι δε αντίστροφα μονομερείς, λίγο πολύ το ίδιο ήτανε. Έτσι αποσιωπά και αυτός ότι η τάση αυτή, ακόμα και αν δεχτούμε ότι απέκτησε μια σχετική υπεροχή στο πεδίο των ιδεών, πάντως αν μη τι άλλο δεν έστησε δικαστήρια και δεν φυλάκισε ούτε εκτόπισε κανέναν που πρέσβευε τα αντίθετα.

Το πράγμα όμως αρχίζει να γίνεται πιο ενδιαφέρον, αν θέσουμε στο υπόψη κείμενο το ερώτημα: για ποιον ακριβώς λόγο καταγγέλλει αυτή τη μονομέρεια; ποιες αρνητικές συνέπειες της προσάπτει;

Η απάντηση που δίνει το ίδιο το κείμενο είναι διττή: τα αρνητικά εκ της νέας αυτής ορθοδοξίας είναι αφενός γνωσεολογικής τάξεως και, αφετέρου, πολιτικής (ή, ίσως, εθνικής-- για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο περισσότερο σύμφωνο με το γράμμα του κειμένου). Σε αυτή την απάντηση, όμως, προτεραιότητα δίνεται σαφώς στην πρακτικήκαι όχι στην αλήθεια.

Το πώς και το γιατί θα το δούμε αμέσως.

Το επιστημολογικό εμπόδιο

Ως συνοπτική έκφραση της δυσφορίας του κ. καθηγητή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τελευταία παράγραφο του άρθρου, στην οποία μάς δηλώνεται:

"Από όλες αυτές τις απόψεις δεν υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για μια αποστασιοποιημένη και (κατά τούτο τουλάχιστον) επιστημονική συζήτηση για τον ελληνικό Εμφύλιο, παρά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τυπική λήξη του".

Επισημαίνεται λοιπόν ένα "έλλειμμα επιστημονικότητας" που προκαλείται από την έξαψη των (πολιτικών) παθών και την αναπαραγωγή της αντιπαλότητας, για την οποία ευθύνεται η νέα ορθοδοξία.

Εδώ το κείμενο παίζει το χαρτί της διάκρισης Λόγου/παθών, αντικειμενικότητας/ μεροληψίας, η οποία συνιστά ένα επιχείρημα εξαιρετικά οικείο στην παράδοση της ευρωπαϊκής σκέψης και συνοδεύει από τη γέννησή τους τις νεότερες επιστήμες -- ιδίως τις κοινωνικές. (Με αυτό τον τρόπο -- μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια -- επιτυγχάνει και ένα μερικότερο αποτέλεσμα: υπονομεύει προκαταβολικά το κύρος τού συνεδρίου που επρόκειτο να διεξαχθεί λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του άρθρου, το οποίο έτσι διαβάλλεται εκ προοιμίου ως αμφίβολης επιστημονικότητας).

Ωστόσο, αξίζει να προσέξουμε το εξής: παρά την απόφανσή του ότι "δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις" για μια επιστημονική προσέγγιση της περιόδου εκείνης, ο Μαυρογορδάτος, σε όλη την (μικρή ούτως ή άλλως) έκταση του άρθρου, προβαίνει χωρίς κανένα ενδοιασμό σε απερίφραστες διατυπώσεις περί της ιστορικής αλήθειας, ιδίως προκειμένου να αναδείξει τη μονομέρεια και τις αποσιωπήσεις της αριστερής ορθοδοξίας. Σε συνδυασμό λοιπόν με το γεγονός αυτό, νομιμοποιούμαστε να συμπεράνουμε ότι ο "αγνωστικισμός" της τελευταίας αυτής παραγράφου δεν πρέπει να διαβαστεί ως: "κανείς δεν μπορείνα γνωρίσει την επιστημονική αλήθεια για τον εμφύλιο", αλλά ως: "εσείςδεν μπορείτε να γνωρίσετε την επιστημονική αλήθεια για τον εμφύλιο, εγώ όμως μπορώ". Αυτό εξάλλου συνάδει με την προσπάθειά του να εμφανιστεί ως ο φορέας ενός λόγου της ουδετερότηταςκαι όχι ως εκπρόσωπος μιας πλευράς της διαμάχης, όπως επισημάναμε παραπάνω -- έστω και αν αυτούς τους τίτλους ουδετερότητας επιχειρεί να τους αποκτήσει με το φτηνό αντίτιμο μιας χλιαρής καταδίκης των "διαχειριστών" του μετεμφυλιακού κράτους για ιδιοτέλεια.

Ακόμη και αυτό όμως δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα: στο κάτω κάτω, όποιος μιλάει,σύμφωνα με την ίδια τη σύμβαση που διέπει τον επιστημονικό λόγο, αναμένεται να πει την αλήθεια -- και δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε κάποιον απλώς επειδή προβάλλει το δικό του λόγο ως αλήθεια και το λόγο των άλλων ως ψεύδη. Εν προκειμένω, όμως, ο ισχυρισμός αυτός προσκρούει σε έναν άλλο που εξίσου συνάγεται με βεβαιότητα από το κείμενο: ο Μαυρογορδάτος λέει ρητά ότι οι προϋποθέσεις για μια απροκατάληπτη προσέγγιση δεν υπάρχουν ακόμα.Ωστόσο, όλα ανεξαιρέτως τα συμπεράσματα τα οποία εμφανίζει ως "αλήθεια" στο άρθρο του, αποτελούσαν, όπως με άλλη αφορμή σημειώσαμε, αναπόσπαστα στοιχεία της επίσημης ιδεολογίας τού "κράτους των εθνικοφρόνων" τις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70[5] . Αν είναι έτσι, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς τότε υπήρχαν οι προϋποθέσεις να γνωρίσει κανείς την αλήθεια, μολονότι είχε μεσολαβήσει πολύ μικρότερο διάστημα, και πώς αυτές εξέλιπαν στη συνέχεια. Ακόμη και αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του ότι επιβλήθηκε μια νέα ορθοδοξία, δύσκολα μπορούμε να αποδώσουμε στην ορθοδοξία αυτή τόση μισαλλοδοξία και τόση ισχύ ώστε να μπορεί να συσκοτίσει αυτό που με διαύγεια είχαν καταφέρει να δουν οι διαφωτιστές τής Μακρονήσου.

Ας δούμε όμως και σε τι ακριβώς συνίσταται το επιστημολογικό εμπόδιο που φέρεται ότι θέτει η αριστερή μυθοποίηση στην ορθή κατανόηση της ιστορίας. Ο Μαυρογορδάτος τής προσάπτει ότι "συσκοτίζει εντελώς τα γεγονότα εμποδίζοντας την κατανόηση της διαπλοκής τους". Αυτή όμως η βαρύγδουπη δήλωση πίστης στο μόνο σκοπό της ιστορικής έρευνας, δηλαδή την ανάλυση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των φαινομένων, διαπιστώνουμε αμέσως ότι στην πράξη αντιστοιχεί όχι στην αιτιολόγηση, αλλά στη δικαιολόγησή τους. Το βασικό πρόβλημα με την αποσιώπηση της εαμικής τρομοκρατίας δεν είναι ότι μας εμποδίζει να νοήσουμε την αλληλεξάρτηση των γεγονότων, αλλά ότι έτσι μένει ανεξήγητη η μεταγενέστερη αγριότητα των αντεκδικήσεων. Όπερ σημαίνει, δέχομαι να αναγνωρίσω ότι έγιναν αγριότητες, αρκεί όμως να γίνει δεκτό ότι η "αιτιολογία" των αγριοτήτων ήταν άλλες αγριότητες που προηγήθηκαν και στις οποίες αυτές απαντούσαν[6] . Και η αιτία αυτών των άλλων αγριοτήτων; Περί αυτής ουδέν αναφέρεται. Ελλείψει ανάλογης "αιτιολόγησης", η εξήγηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι οι κομμουνιστές είναι γενικώς άγριοι και έχουν την τάση να σφάζουν. Η επιστημονική κατανόηση της διαπλοκής των φαινομένων, η οποία μας υποσχέθηκαν ότι θα ξεπροβάλει μόλις παραμερίσουμε τη ρομαντική συσκότιση της αριστεράς, ως δια μαγείας σταματάει στην επισήμανση ότι "στόχος του ΕΛΑΣ ήταν η εξόντωση".

Αυτό, όμως, πρώτον δεν συνιστά καμία "διαπλοκή", εφόσον δεν αναδεικνύει καμία αμφίδρομη σχέση των γεγονότων αλλά απλώς μια μονοσήμαντη μεταβατική αιτιότητα: ένα γεγονός παρήγαγε ένα άλλο γεγονός. Και, δεύτερον και κυριότερον, πρόκειται επιπλέον για μια τελική αιτιότητα: τα γεγονότα ερμηνεύονται μέσω στόχων. Το να πούμε ότι ο ΕΛΑΣ "σκόπευε" να εξοντώσει τα κυβερνητικά στρατεύματα, ακόμα και αν αυτό ευσταθεί, δεν συνιστά επιστημονική ερμηνεία του εμφυλίου, αλλά απλή ταυτολογία: σε έναν εμφύλιο, και σε έναν πόλεμο γενικά, "στόχος" κάθε στρατού είναι να εξοντώσει τον αντίπαλο στρατό. Για να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κάναμε τη δουλειά μας ως ιστορικοί, θα πρέπει να πάμε πέρα από αυτή την τελεολογία και να θέσουμε -- ει δυνατόν δε να απαντήσουμε κιόλας -- ερωτήματα όπως: γιατί αυτοί οι στρατοί είχαν αυτό το στόχο, γιατί τότε και όχι νωρίτερα ή αργότερα, κατά πόσο τον επέτυχαν ή όχι και γιατί κ.ο.κ. Ο αρθρογράφος όμως δεν σκέφτεται ως ιστορικός που αναζητά τα αίτια, αλλά ως εισαγγελέας που αναζητά την ευθύνη.

Ακόμα κι αυτός ο ρόλος πάντως είναι μια μόλις υποκρυπτόμενη μεταμφίεση. η "σκέψη" που παράγει δεν είναι παρά η σκέψη του παιδιού που το ρωτάει η δασκάλα: "γιατί τσακώνεστε;" και αυτό απαντά: "δε φταίω εγώ, εκείνος άρχισε πρώτος!".

Επειδή όμως φαίνεται ότι και ο ίδιος διαισθάνεται πως όσα λέει δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά, στο τέλος καταφεύγει όπως είπαμε στο ακαταμάχητο επιχείρημα: στο κάτω κάτω, τι θα θέλατε; για σκεφτείτε τι θα είχε γίνει αν είχε νικήσει η άλλη πλευρά!

Με αυτό τον τρόπο, κατ' αρχάς πρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο κ. καθηγητής εξέρχεται αμετάκλητα του χώρου της επιστημοσύνης -- τον οποίο ωστόσο με τόση θέρμη υπερασπιζόταν μέχρι τώρα έναντι των ρομαντικών παραμορφώσεων. Διότι η ορθολογική γνώση τού παρελθόντος δεν συμβιβάζεται με την αναδρομική διόρθωσή του και την υποβολή υποθετικών ερωτημάτων. Για παρόμοια ερωτήματα δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ την απάντηση, όποιος δε ισχυρίζεται ότι τη γνωρίζει και, μάλιστα, ότι αυτή θα έπρεπε να είναιαυτονόητη σε όλους, δεν μπορεί ταυτόχρονα να αξιώνει να αναγνωρίζουμε το λόγο του ως επιστημονικό. Αυτό που κατ' αρχήν μπορεί να διεκδικήσει καθολικότητα και αναγκαιότητα είναι η γνώση συμβάντων που πράγματι έλαβαν χώρα -- ακόμη και τότε η καθολική αποδοχή είναι στην πράξη σπάνια. Η αναντίρρητη γνώση μιας υποθετικής εξέλιξης προσιδιάζει μόνο σε έναν λόγο ιδεολογικό, καθότι υποταγμένο στις ανάγκες ενός πρακτικού στόχου.

Εν προκειμένω, ο στόχος αυτός είναι επιπλέον απολογητικός: παράγει ένα λόγο που, όπως είδαμε, επιχειρεί να δικαιολογήσει και όχι να ερμηνεύσει τις πράξεις των ανθρώπων. Πέραν τούτου όμως είναι και κακός ως δικαιολογία. Στην ουσία λέει: η καταστολή των χρόνων 46-49 και των δεκαετιών που ακολούθησαν ήταν δικαιολογημένη, διότι σε αντίθετη περίπτωση η χώρα μας σήμερα θα είχε γίνει Αλβανία. Ωστόσο μία πράξη δεν μπορεί ούτε να ερμηνευθεί, ούτε να δικαιολογηθεί με βάση περιστατικά και εξελίξεις που οι πράττοντες δεν γνώριζαν. Επιπρόσθετα, ακόμη και αν τα γνώριζαν, θα αποτελούσε λογική και ηθική ανακολουθία να λέγαμε: προκειμένου να αποφύγουμε τη δημιουργία γκούλαγκ, ήταν θεμιτό να δημιουργήσουμε γκούλαγκ.

Η επαγγελία της αδύνατης συμφιλίωσης

Αυτό μάς οδηγεί στο δεύτερο, και κυριότερο, στοιχείο της "ορθοδοξίας" αυτής για το οποίο ενίσταται ο Μαυρογορδάτος. Η "στρατευμένη επιστήμη" του κατά βάθος έρχεται να υπηρετήσει εθνικούς σκοπούς: η προσπάθειά της να εμφανιστεί ως ρηξικέλευθη καταγγελία μιας παγιωμένης παραπλανητικής εντύπωσης η οποία επιβλήθηκε εντέχνως και δολίως έχει ως κύριο στόχο να αρνηθεί στην άποψη των ηττημένων το δικαίωμα να αναγνωριστεί ως έκφραση της εθνικής συμφιλίωσης. "Παρά τη σχετική συνθηματολογία, δεν πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα οπτική 'εθνικής συμφιλίωσης'" [7] , διαπιστώνει το κείμενό μας.

Από αυτή την άποψη, το κείμενο του Γ.Θ.Μ. ανήκει στην κατηγορία των επιτελεστικών αποφάνσεων, όπως λέγονται στη γλωσσολογία, ή απλούστερα των "αυτοεκπληρούμενων προφητειών". Η διατύπωση "δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για αποστασιοποιημένη επιστημονική συζήτηση" είδαμε ότι σήμαινε: είσαστε μονομερείς και γι' αυτό εγώδεν έχω την ψυχραιμία να συζητήσω μαζί σας. Στο πολιτικό (/εθνικό) επίπεδο, αυτό αντιστοιχεί σε: δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για εθνική συμφιλίωση, γιατί απλούστατα τις αναιρώ εγώ-- αρνούμενος να συμφιλιωθώ μαζί σας.

Για να μην αφήσει αμφιβολίες για τη μνησικακία του, ο θιασώτης της αποστασιοποίησης μας προσφέρει στην προτελευταία παράγραφο ακόμη ένα απλόχερο δείγμα πατροπαράδοτης αντιδραστικής σκέψης. Προσφεύγοντας στις υπηρεσίες και της ψυχολογίας, ο κ. καθηγητής αποφαίνεται ότι η ρομαντική ρεβάνς των ηττημένων "υπηρετεί κάποιες ψυχικές και πολιτικές ανάγκες". Ποιες είναι αυτές; Ότι προσφέρει διάφορα "άλλοθι" (όπως θα έπρεπε να αναμένουμε ότι θα αποκαλύψει μια εισαγγελικού τύπου έρευνα).

Το πρώτο άλλοθι αποτελεί παραλλαγή ενός παραδοσιακού θέματος από το οπλοστάσιο της δεξιάς επιχειρηματολογίας: το ότι όσοι τοποθετούνται δημόσια και παλεύουν υπέρ της προώθησης των λαϊκών συμφερόντων είναι υποκριτές, διότι στην πραγματικότητα είναι οι ίδιοι προνομιούχοι ή, ενδεχομένως, "τα πιάνουν". Η επωδός αυτή χρησιμοποιείται σε διάφορες παραλλαγές και από ποικίλα χείλη, κάθε φορά που υπάρχει κάποια άξια λόγου κοινωνική κινητοποίηση (πρβλ. "ρετιρέ", "συντεχνίες" κ.ο.κ.) με στόχο να μειώσει τον ενθουσιασμό της και να ενσπείρει δυσπιστία, υποβάλλοντας την ιδέα ότι οι εμφανιζόμενοι ως αγωνιστές είναι ψεύτες και άρα οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να τους έχουν εμπιστοσύνη (ούτε όμως και να τους αντικαταστήσουν με άλλους οι οποίοι να εμφορούνται από γνήσια αγωνιστικούς προσανατολισμούς, εννοείται).

Ωστόσο, η απόπειρα μεταφοράς τού θέματος αυτού στο πεδίο της ιστορικής γνώσης καταλήγει σε λογική τερατογένεση. Αντιγράφω επί λέξει:

"Η ρομαντική 'ρεβάνς' των ηττημένων στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης λειτουργεί ως σαγηνευτικό άλλοθι για όσους απολαμβάνουν την πεζή, πεζότατη ευμάρεια που τους εξασφάλισε η επικράτηση των νικητών".

Πρόκειται για μια σκέψη πραγματικά αξιοπερίεργη, η οποία, αν αποδεχθούμε τις λογικές (;) της προϋποθέσεις και επιδιώξουμε να τις προεκτείνουμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, μας οδηγεί αργά ή γρήγορα σε αδιέξοδο. Κατ' αρχάς, πώς είναι δυνατό η ρεβάνς των ηττημένωννα καλύπτει ψυχικές ανάγκες που προκύπτουν από την επικράτηση των νικητών; Ποίων είναι οι ψυχικές αυτές ανάγκες, των μεν ή των δε; Τα δύο αυτά συλλογικά υποκείμενα υπάρχουν στις δύο άκρες της φράσης, στη δε μέση υπάρχει ένας τρίτος όρος: "όσοι απολαμβάνουν". Δεν είναι σαφές αν αυτοί αποτελούν υποκατηγορία κάποιας εκ των δύο άλλων ή μια τρίτη, ανεξάρτητη. Θα επρόκειτο άραγε τότε για την "κοινή γνώμη", τα "μεσαία στρώματα", τους διανοούμενους; Άγνωστο. Εάν όμως αυτοί οι απολαμβάνοντες ανήκουν στους "ουδέτερους" ή, κατά μείζονα λόγο, στους νικητές, τότε γιατί χρειάζονται άλλοθι προκειμένου να απολαμβάνουν; Και, κυρίως, γιατί ως τέτοιο άλλοθι να επιλέξουν ειδικά τη μυθολογία των ηττημένων(δηλαδή τη συμπάθεια προς αυτούς και την αναδρομική δικαίωσή τους); Το να δίνεις δίκαιο σε κάποιους που ηττήθηκαν δεν σε βοηθάει ιδιαίτερα να απολαύσεις τους καρπούς της ήττας τους -- μάλλον το αντίθετο. Προς ένα τέτοιο σκοπό, πολύ πιο ευεργετικά αποτελέσματα θα είχε η ακριβώς αντίθετη κρίση: ότι οι ηττημένοι ήταν σφαγείς και τρομοκράτες και, άρα, δικαίως τους σφάξαμε και τους τρομοκρατήσαμε κι εμείς. Αν όλοι σήμερα ξεπεράσουμε τις τυχόν αμφιβολίες μας για το "ποιος έπρεπε να νικήσει", όπως μας καλεί ο κ. Γ.Θ.Μ., τότε με αυτότο άλλοθι θα είμαστε πολύ περισσότερο σε θέση να απολαύσουμε ανενόχλητοι τους καρπούς της νίκης μας (τους). Ίσως μάλιστα βρούμε και το θάρρος να ζητήσουμε την αποκατάσταση της μνήμης και των θυσιών των νικητών στην αχάριστη συλλογική μνήμη.

Η μόνη υπόθεση που θα μπορούσε να διασώσει αυτό το ψυχολογι(στι)κό σενάριο θα ήταν ότι η νέα ορθοδοξία προκύπτει από τις ψυχικές ανάγκες όχι των πεπεισμένων νικητών ή των ταλαντευόμενων, αλλά εκείνων που ανήκαν στο στρατόπεδο των ηττημένων. Όχι όμως όλων, αλλά όσων εξ αυτώνάλλαξαν στρατόπεδο. (Όσοι ήταν και παρέμειναν ηττημένοι δεν έχουν κανένα λόγο να ψάχνουν άλλοθι για την απόλαυσή τους, διότι απλούστατα δεν απόλαυσαν τίποτα).

Ωστόσο, και αυτή η υπόθεση είναι τελείως απίθανη και δεν έχει καμία αξία ως ερμηνεία του φαινομένου. Αν κάποιοι αισθάνονταν ότι "πρόδωσαν τους συντρόφους τους" (ή "τα ιδανικά τους"), ίσως να είχαν όντως την τάση να προβαίνουν σε παραχωρήσεις στο πεδίο της σκέψης και να αναφέρονται ευνοϊκά σε αυτούς για να απαλλαγούν από τις ενοχές τους. Φαίνεται όμως ελάχιστα αληθοφανές να υποθέσουμε ότι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουν αυτή την ψυχική γαλήνη ήταν να "ξαναγράψουν ολόκληρη την Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων", δηλαδή να πειστούν ότι π.χ. τα Δεκεμβριανά ήταν αντίσταση κατά των Άγγλων, να συσκοτίσουν την εαμική τρομοκρατία κ.ο.κ. Ακόμη λιγότερο πιστευτό φαίνεται ότι αυτή η καθ' υπόθεσιν ολιγομελής ομάδα, αφού πρώτα οικοδόμησε μια ολόκληρη θεωρία, μπόρεσε μετά να την επιβάλει σε όλους τους υπολοίπους σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτή να αναδειχθεί σε νέα ορθοδοξία που να καταπνίγει τις αντίθετες απόψεις. Αν τα μέλη της χρειάζονταν -- και μπορούσαν -- να πειστούν και να πείσουν και τους υπολοίπους για κάτι που, πάλι κατά την υπόθεση, είναι ψευδές, τότε αυτό αν μη τι άλλο θα τους είχε ήδη κοστίσει την ψυχική τους ηρεμία.

Πιθανόν να αποδώσαμε εδώ σε έναν ισχυρισμό περισσότερη σημασία απ' όση ίσως απέδιδε ο ίδιος ο αρθρογράφος, αλλά η ανάλυση μιας παραδειγματικής περίπτωσης μπορεί να ισχύσει και για όλες τις ανάλογες και, επομένως, να μας δείξει ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί, που επαναλαμβάνονται, μεταξύ άλλων από τις στήλες "έγκυρων εφημερίδων της νικήτριας παράταξης", και σιγά-σιγά συγκροτούν το πεδίο του αυτονόητου, της αυθόρμητης πρακτικής ή/και θεωρητικής ιδεολογίας μας, είναι πραγματικά σαθροί και δεν αντέχουν σε στοιχειώδη λογική βάσανο.

Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους, παραλείπω την ενασχόληση με τη δεύτερη από τις "ψυχικές ανάγκες" στις οποίες αποδίδει το άρθρο την επικράτηση της ρομαντικής ορθοδοξίας: το ότι "προσφέρει άλλοθι για την απουσία ηρωισμών και θυσιών σε πιο πρόσφατες εποχές"(!), και έρχομαι στην τρίτη.Η ανάγκη αυτή προφανώς εμπίπτει στις πολιτικές και όχι στις ψυχικές, κατά την κατάταξη του Γ.Θ.Μ., και έτσι τα λόγια του εδώ αρχίζουν να αποκτούν περισσότερη ουσία και να εγκαταλείπουν το έδαφος του ψυχολογισμού. Ο ρόλος λοιπόν της αριστερής μυθοποίησης είναι επίσης να "προσφέρει άλλοθι σε μια κομματική ηγεσία που εννοεί να παραμένει αμετανόητη" (η υπογράμμιση δική μου).

Απέναντι σε αυτή την προτελευταία παράγραφο, μπορούμε κι εμείς να ακολουθήσουμε το δρόμο που μας υπέδειξε το άρθρο και να σκεφτούμε με τη σειρά μας ότι αυτή που όντως εκπληρώνει μία καθόλου αμελητέα ψυχική και πολιτική λειτουργία δεν είναι η υποτιθέμενη "ρεβάνς των ηττημένων", αλλά η θεωρία περί της ύπαρξής της. Πράγματι, η θεωρία αυτή επιτρέπει στους νικητές να συνεχίσουν τον αγώνα ώστε να παγιώσουν και να διευρύνουν τη νίκη τους, καθότι τους δίνει ένα θαυμάσιο άλλοθι να συνεχίσουν να ζητάνε δηλώσεις μετανοίας από τους αμετανόητους ηττημένους.

Από αυτή τη συγκεκριμένη άποψη, νομίζω ότι μπορούμε τουλάχιστον σε ένα πράγμα να συμφωνήσουμε απόλυτα με τον αποστασιοποιημένο αναλυτή. Όπως ήδη ανέφερα, το άρθρο τελειώνει με τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια συζήτηση για τον εμφύλιο "παρά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τυπική λήξη του". Προτείνω λοιπόν να πάρουμε κατά γράμμα αυτή τη λεξούλα που ξεφεύγει από το έρκος των οδόντων τού κ. καθηγητή: τυπική, και την ομολογία που αυτή περιέχει, και να αντλήσουμε από αυτήν το αναπόδραστο συμπέρασμα: ο εμφύλιος δεν έχει λήξει πραγματικά, αλλά συνεχίζεται με άλλα μέσα.

Ένα από αυτά τα μέσα είναι και η τοποθέτηση του Γ.Θ.Μ., η οποία έχει ανάγκη (όχι βεβαίως "ψυχική") να εμφανίζεται ως επιστημονική και αμερόληπτη ακριβώς για να μπορεί να διεξάγει από καλύτερες θέσεις τον ιδεολογικό της αγώνα. δηλαδή να προσπαθεί να συμπήξει και να οργανώσει κατά τον καλύτερο τρόπο το ένα εκ των δύο στρατοπέδων. Ότι αυτός είναι ο στόχος του γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό σε μερικά "περιφερειακά" σημεία του λόγου του, όπως π.χ. εκεί που τραβάει το αυτί στις "έγκυρες εφημερίδες της νικήτριας παράταξης που υπήρξαν άλλοτε πιστοί θεματοφύλακες της ιστορικής της μνήμης"[8] , οι οποίες "συμπαρασύρονται" από τη ρομαντική εξιδανίκευση της ηττημένης παράταξης και κατά τούτο εγκαταλείπουν τη θέση τους στη μάχη.

Η «γραφή» των νικητών - και τα κενά της

Αυτή η επιχείρηση αντεπίθεσης της αστικής ιδεολογίας και της ανάκτησης ενός χώρου από τον οποίο είχε σχετικά υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τελικά αποτυγχάνει: θέτει στον εαυτό της το καθήκον να συμβιβάσει τόσες αντιφατικές απαιτήσεις, που τελικά δεν τα καταφέρνει απόλυτα -- τουλάχιστον από την άποψη της λογικής συνοχής. Πρέπει όμως να έχουμε πάντα υπόψη μας ότι η κοινωνική διάδοση κάποιων ιδεών δεν είναι πάντοτε συνάρτηση της θεωρητικής τους συνοχής. (Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: το ποιες ιδέες μάς φαίνονται εύλογες και πειστικές είναι κοινωνικά καθορισμένο).

Από αυτή την άποψη, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να ασχοληθούμε με αυτή την προσπάθεια και να δούμε γιατί ακριβώς αποτυγχάνει. Διότι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη, τα συστατικά της, έστω και αν δεν "δένουν" απολύτως σε αυτή την υπερβολικά φιλόδοξη συνταγή, είναι πάντως τα ίδια υλικά που διαθέτει το "μενού" της αστικής ιδεολογίας και που μας σερβίρονται καθημερινά σε διαφορετικούς, και ενδεχομένως πιο εύπεπτους, συνδυασμούς. Ως εκ τούτου, κείμενα σαν κι αυτό αποτελούν "εργαστήρια" για νέες συνθέσεις, οι οποίες δοκιμάζονται και, ανάλογα με την αντίσταση που θα συναντήσουν, ίσως επανέλθουν στο μέλλον από πιο κεντρική θέση στο εσωτερικό της. Σε τελευταία ανάλυση, η δυσκολία ενός τέτοιου λόγου να γίνει πειστικός δεν οφείλεται σε εσφαλμένη τακτική, αλλά σε μία εγγενή, αντικειμενική δυσκολία που θέτει η ιστορική συγκυρία.

Η ιδιαίτερη διαμόρφωση των τελευταίων δεκαετιών της ελληνικής ιστορίας αποτελεί μια πρώτη ύλη που θέτει ως ένα βαθμό αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις στην επεξεργασία της με όρους της κυρίαρχης ιδεολογίας. έτσι, η τελευταία, ακόμα και σήμερα, δεν έχει καταφέρει να διευθετήσει το υλικό αυτό στο εσωτερικό μιας εκδοχής των γεγονότων που να είναι έστω σχετικά συνεκτική και πλήρης και, ταυτόχρονα, να μην θέτει σε κίνδυνο το βασικό πλαίσιο παραδοχών της αστικής κοσμοαντίληψης.

Όπως ανέφερα στην αρχή, το ενδεχόμενο ένοπλης ταξικής σύγκρουσης (=αμφισβήτησης της κυριαρχίας της) αποτελεί ένα στοιχείο απολύτως ανυπόφορογια την κοσμοαντίληψη αυτή, ένα στοιχείο για το οποίο δεν διαθέτει μακροπρόθεσμα κάποια υποδοχή που να το χωράει και να μπορεί να το εισπράξει νοητικά. Το σενάριο στο οποίο κάθε αστική ιδεολογία οφείλει να προσαρμόζει τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο δρα, και το οποίο οφείλει αυτή να προσφέρει στα υποκείμενά του ως μοντέλο ανάγνωσης της πραγματικότητας, βασίζεται στο τρίπτυχο ατομικισμός/εθνικισμός/νομικισμός[9] : όλοι εμείς είμαστε άτομα και επιδιώκουμε ο καθένας το ιδιωτικό συμφέρον του, αλλά έχουμε και κοινά συμφέροντα, εφόσον ανήκουμε σε ένα ενιαίο έθνος. Πιθανόν να έχουμε διαφορές μεταξύ μας, ακόμα και συγκρούσεις, αλλά αυτές, πρώτον τις έχουμε μόνο ως άτομα προς άλλα άτομα και, δεύτερον (ακριβώς γι' αυτό), τις ρυθμίζει το δίκαιο, δηλαδή η καταναγκαστική παρέμβαση του κράτους, το οποίο νομιμοποιείται προς τούτο επειδή ακριβώς εκφράζει το έθνος και οφείλει να επιβάλλει τα ενιαία συμφέροντά του.

Το γεγονός ότι δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων, επί έτη, έδρασαν συλλογικά, στην αρχή εκτός της νομιμότητας και του κράτους και, στη συνέχεια, εναντίον τους, και συγκρούστηκαν με άλλους ανθρώπους του ιδίου έθνους, όπως είναι προφανές διαψεύδει έμπρακτα μία προς μία όλες τις ανωτέρω βασικές παραδοχές και, άρα, θέτει ένα πρόβλημα ανεπίλυτο για τον ορίζοντα της συγκεκριμένης προβληματικής -- μία "χαίνουσα πληγή", όπως θα έλεγε ο κ. Ράλλης. Γι' αυτό η πρώτη της αντίδραση ήταν η απώθηση, η προσπάθεια να αρνηθεί το γεγονός ότι συνέβη.

Η άρνηση αυτή επιχειρήθηκε βέβαια και πάλι με τα ίδια αυτά νοητικά εργαλεία. Για να μην αναγνωρίσει το σκανδαλώδες γεγονός ότι Έλληνες στράφηκαν κατά άλλων Ελλήνων, η άρχουσα τάξη σε πρώτη φάση επιστράτευσε αφενός την περίφημη θεωρία περί ξενοκίνητων Εαμοβουλγάρων, αφετέρου δε την υλική καταστολή -- δηλαδή τον κολασμό εξατομικευμένων παραβατών του ποινικού δικαίου.

Τα μέσα αυτά όμως είναι μακροπρόθεσμα απρόσφορα. Και αυτό διότι η αστική ηγεμονία δεν έχει απλώς ως καθήκον να εξασφαλίζει τη νομικοπολιτική κυριαρχία, την υλική επιβολή της, αλλά συνίσταται πρωτίστως στην παραγωγική διάπλαση των υποκειμένων κατά έναν τρόπο που να μπορούν να αποδίδουν. Με άλλη διατύπωση, η εξουσία, ακόμα και η πιο "μαχητική"[10], έχει και αυτή ανάγκη αυτούς επί των οποίων ασκείται και δεν κατατείνει απλώς να τους συντρίψει και να τους εκμηδενίσει (τουλάχιστον όχι όλους, τουλάχιστον όχι πάντα).

Γι' αυτούς τους λόγους, και όχι επειδή ξεπέρασε τη μικροψυχία της ή λόγω της γελοιοποίησης της δικτατορίας, η ελληνική άρχουσα τάξη επιδίωξε πράγματι, μόλις της δόθηκε η ευκαιρία, να μετακινηθεί προς μια νέα, λιγότερο ασφυκτική ισορροπία των ίδιων ανωτέρω στοιχείων. Πρόκειται για αυτό που, στο λεξιλόγιό της (μας), είδαμε να καταγράφεται ως "εθνική συμφιλίωση". Το 74 συνιστά όντως μια τομή, μία μεταβολή στην ισορροπία αυτή - στην ισορροπία "μνήμης και λήθης", όπως το διατύπωσε εύστοχα ο Διονύσης Καψάλης σε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενό του [11] .

Η νέα αυτή ισορροπία προβλέπει την άρση της απόλυτης λογοκρισίας για την ύπαρξη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, μόνο όμως καθόσον αφορά τη δράση του κατά τη διάρκεια της κατοχής -- η οποία μάλιστα λίγα χρόνια αργότερα επρόκειτο να "αναγνωριστεί" ως "εθνική αντίσταση". Αντίθετα, η δυσανεξία εξακολουθεί να καλύπτει οποιαδήποτε αναφορά στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων - με τη σημαντική όμως αλλαγή ότι τώρα έχει πλέον βρεθεί ένα ανεκτό όνομα με το οποίο να προσδιορίζεται στην εθνική αφήγηση. Ο όρος λοιπόν "εμφύλιος", που καθιερώνεται ακριβώς τότε, επιτρέπει την αναγνώριση του γεγονότος ότι έλαβε χώρα σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα υποβάλλει την ιδέα ότι η σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα εντός μιας "φυλής", δηλαδή μιας ομάδας ανθρώπων που κατά τα λοιπά, υπό "κανονικές" συνθήκες, ζουν -- και οφείλουν να ζουν -- μαζί.

Κατά το πρώτο σκέλος του, ο όρος αυτός όπως είδαμε προκαλεί ακόμα τις διαμαρτυρίες ορισμένων τάσεων της κυρίαρχης ιδεολογίας. Οι τάσεις αυτές βέβαια υπό τις παρούσες συνθήκες δεν είναι πιθανό να αναδειχθούν σε πλειοψηφικές εκδοχές, διότι το κέρδος που προκύπτει από το δεύτερο σκέλος για την αναπαραγωγή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων κρίνεται σημαντικότερο. Δεν "βλάπτει" όμως η ύπαρξή τους, διότι υπενθυμίζει, σε όποιον θα είχε τη διάθεση να το ξεχάσει, ότι πρόκειται για παραχώρηση, και για να αποθαρρύνει -- ή να ισοσταθμίζει -- τυχόν πιέσεις για αναθεώρηση του συμβιβασμού προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το ίδιο διάστημα εξάλλου αρχίζουν να γνωρίζουν διάδοση και απόψεις του τύπου ότι από τον εμφύλιο "δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι" (προφανώς οι τόσοι νεκροί, τραυματίες, φυλακισμένοι και εξόριστοι και, από την άλλη, η ιλιγγιώδης άνοδος της κερδοφορίας τού ελληνικού κεφαλαίου ήταν πλάσματα της φαντασίας, χωρίς πραγματική ύπαρξη). Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε το μεγαλοφυές πραγματικά εύρημα που συνιστά, συμπληρωματικά προς τα παραπάνω, η διατύπωση πως "η διχόνοια αποτελεί δυστυχώς εθνικό ελάττωμα των Ελλήνων". Ένα ελάττωμα του οποίου η ύπαρξη, χάρη στις άοκνες προσπάθειες του συνεργασθέντος πρόσφατα με το ΚΚΕ κ. Ζουράρι (Ζουράρεως;), πρέπει να θεωρείται ως αποδεδειγμένη από αρχαιοτάτων χρόνων - τουλάχιστον από την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου, αν όχι εκείνου της Τροίας. Με αυτό το αριστούργημα της σοφιστικής τέχνης, περιστατικά τα οποία διαψεύδουν το αξίωμα περί εθνικής ενότητας και ομοιογένειας καθίσταται δυνατό να μετατραπούν σε αποδείξεις του ακριβώς αντιθέτου.

Με όλες αυτές τις λύσεις, παρατηρούμε ότι διασώζεται το αδιαπραγμάτευτο στοιχείο της αστικής ιδεολογίας που εντοπίσαμε προηγουμένως: για τις εξελίξεις φταίνε οι (κακές) επιλογές κάποιων προσώπων (ατομικισμός) και η παρακίνηση κάποιων συλλογικών υποκειμένων που κείνται εκτός της "χωρικής μας μήτρας" (εθνικισμός). Και, βεβαίως, το όλο σχήμα καλείται να απαντήσει σε μια κυρίαρχη νομική/ηθικολογική διερώτηση: ποιος φταίει;.Αυτή η τελευταία ακριβώς μαρτυρεί -- και εξασφαλίζει -- ότι η ενδοεθνική σύγκρουση περνά πλέον στη συλλογική συνείδηση ως κάτι εξαιρετικό, ως μια εκτροπή από την ομαλή πορεία των πραγμάτων για την οποία οφείλουμε να βρούμε έναν φταίχτη (σε αντίθεση π.χ. με τα εργατικά ή ακόμα και με τα αυτοκινητιστικά "ατυχήματα", τα οποία απλώς καταγράφονται με ένα πνεύμα ρουτίνας, ομαλότητας, παρόλο που και σε αυτά κάποιοι Έλληνες χάνουν με βίαιο τρόπο τη ζωή τους λόγω πράξεων ή παραλείψεων άλλων Ελλήνων).

Με αυτή τη νέα αφηγηματική κατασκευή, το αποτέλεσμα ήταν ότι τα γεγονότα της δεκαετίας του 40 επιτράπηκε πλέον να καταστούν αντικείμενο του λόγου, υπό τον όρο όμως να αποσπαστούν από τις πραγματικές αιτίες τους. ουσιαστικά να αποσπαστούν από οποιαδήποτε αιτία. "Για τις τρέχουσες ανάγκες του συλλογικού υποκειμένου θα αρκούσαν στο εξής, ως εξηγητικό σχήμα, τα διαβόητα 'λάθη της ηγεσίας' κι εκείνες οι ευλογημένες 'ξένες δυνάμεις'" (Καψάλης, ό.π.).

Η επίκληση βέβαια των λαθών, της ηγεσίας ή όποιου άλλου, είναι προφανώς ανίκανη να ερμηνεύσει οτιδήποτε. Η έννοια (ή, μάλλον, η μη-έννοια) του "λάθους", πέρα από τον ατομικισμό της, είναι καθαρά τελεολογική και, κατά τούτο, απολύτως ετερόνομη: δηλώνει απλώς ότι μια πρακτική αφίσταται από μια άλλη η οποία προϋποτίθεται ως ορθή, χωρίς όμως κατά τα λοιπά να μας μαθαίνει οτιδήποτε για τη φύση είτε της μιας, είτε της άλλης. Η επιλογή όμως της συγκεκριμένης "εξήγησης" έγινε προφανώς με κριτήριο την πρακτική και όχι την αλήθεια: αν, για κάποιο λόγο, προέκυπτε ότι η εντός ή εκτός εισαγωγικών εθνική συμφιλίωση εξυπηρετείται καλύτερα από τη θεωρία πως για τον εμφύλιο "φταίγανε" οι γιαπωνέζοι ή οι εξωγήινοι, τότε χωρίς αμφιβολία θα είχε διαμορφωθεί μια σχετική θεωρία η οποία δεν αποκλείεται να μας φαινόταν σήμερα ως αυτονόητη. Ειδικά ο όρος "λάθη" πάντως είναι πραγματικά ανεκτίμητης σημασίας για να επιτύχει το απαιτούμενο μείγμα μνήμης/λήθης. Προκειμένου να εξηγήσω το γιατί, ας μου επιτραπεί εδώ να παραθέσω αυτούσια μια αριστουργηματική στην απλότητά της διατύπωση, η οποία μοιάζει να βγήκε απ' τις σελίδες της "Γενεαλογίας της Ηθικής" του Νίτσε:

"Η χρησιμοποιηση της λεξης 'λαθος' δεν ειναι καθολου τυχαια. Η χρησιμοτητα-της βρισκεται στο οτι ειναι λεξη ασαφης και διφορουμενη.

Για να φερουμε ενα παραδειγμα, αν ενας ληστης δεν προσεξει το αυτοκινητο της αστυνομιας που ειναι παρκαρισμενο κοντα στο σπιτι που παει να ληστεψει και τον πιασουν, τοτε οι αλλοι ληστες θα πουν οτι εκανε λαθος, εννοωντας φυσικα οτι επρεπε να προσεξει το αυτοκινητο της αστυνομιας και να δρασει αναλογα για να μη συλληφθει, ενω ο δικαστης που θα τον δικασει θα πει οτι εκανε λαθος (παραστρατημα) με την "ηθικη" εννοια της λεξης, εννοωντας οτι η ληστεια ειναι αδικη πραξη και δεν πρεπει να γινεται, ασχετα με την επιτυχια ή την αποτυχια της.

Ετσι η λεξη μπορει να χρησιμοποιειται ταυτοχρονα με την εννοια του πολιτικου λαθους τακτικης και με την εννοια του ηθικου λαθους, του αδικου, χωρις να προσδιοριζεται ποια απ' τις δυο εννοιες (ή ισως καποιος συνδιασμος τους) ισχυει, δημιουργωντας μια πολυ βολικη συγχιση" [12] .

Όποιες κι αν ήταν πάντως οι μέθοδοι με τις οποίες κατασκευάστηκε η νέα αυτή κυρίαρχη αφήγηση, η ουσία είναι ότι με την επιβολή της δόθηκε ως ένα βαθμό στις λαϊκές τάξεις το δικαίωμα να σκέφτονται τους αγώνες τους και να μιλούν γι' αυτούς. μόνο όμως υπό τον απαράβατο όρο να τους σκέφτονται και να τους περιγράφουν όχι ως ταξικούς αλλά ως εθνικούς αγώνες.

Η πολιτική ως επικοινωνία και ως πόλεμος

"Κάθε μαχόμενος σχηματισμός μοιάζει με το νερό, αφού, όπως αυτό αποφεύγει τα υψώματα και κατευθύνεται στα χαμηλά σημεία του εδάφους, έτσι και ο στρατός αποφεύγει τη δύναμη και χτυπάει την αδυναμία"

Sun Tzu, Η τέχνη του πολέμου

Η καθιέρωση λοιπόν του ενοχλητικού για τον κ. Ράλλη όρου "εμφύλιος", αποτελεί ένδειξη -- και εργαλείο -- μιας συνολικότερης μεταβολής, αντάλλαγμα σε ένα νέο "κοινωνικό συμβόλαιο".

Η παγίωση της μεταβολής αυτής είχε ένα πολύ σημαντικό αποτέλεσμα για τη μετέπειτα εξέλιξη των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα: με την επιβεβλημένη αποσιώπηση των ετών 49-75 και με τη νέα "ισορροπία μνήμης/λήθης" της μεταπολίτευσης, το συνδυασμένο μήνυμα που έλαβαν οι εργαζόμενες τάξεις ήταν ότι οι ταξικοί αγώνες δεν γίνονται ανεκτοί, αλλά αντιμετωπίζουν άγρια καταστολή, ενώ οι εθνικοί είναι άξιοι τιμών και επαίνων.

Αυτό που εγκαθιδρύθηκε για τους παρελθόντες αγώνες, δεν μπορεί παρά να επεκταθεί και να καταλάβει αυτόματα και τους μελλοντικούς. Κατά τον Σουν Τζου, κάθε μαχόμενος σχηματισμός ενστικτωδώς αποφεύγει το ισχυρό σημείο του αντιπάλου, αυτό για το οποίο ο τελευταίος έχει δείξει ότι προτίθεται να αγωνιστεί ανυποχώρητα με κάθε μέσο, και στρέφεται προς τα χαμηλότερα σημεία του εδάφους που του προσφέρονται ως διέξοδος. Έτσι, με μία αυθόρμητη αίσθηση της στρατηγικής, ο μαχόμενος σχηματισμός που συγκροτούν, έστω και εν αγνοία τους, οι υποτελείς τάξεις, αφομοίωσε το δίδαγμα ότι όταν θέτει ένα αίτημα ως ταξικό πρέπει να αναμένει ισχυρή αντίδραση, ενώ όταν το διατυπώνει ως "εθνικό συμφέρον" -- ή έστω ως σύμφωνο με το εθνικό συμφέρον --, η διεκδίκησή του έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει ανεκτή.

Η εξέλιξη αυτή θεωρώ ότι αποτέλεσε και αποτελεί ένα γεγονός απολύτως καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των εξελίξεων στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Είναι ο "ελλείπων κρίκος", χωρίς τον οποίο οι κινήσεις των μαζών τα τελευταία δέκα τουλάχιστον χρόνια στην Ελλάδα, θα φαίνονταν -- όπως πράγματι φαίνονται σε πολλούς -- ανορθολογικές και ακατανόητες.

Αφού λοιπόν εκθέσαμε εν συντομία, στο παρόν κείμενο, την "πολεμική άνευ πολέμου" των κυρίαρχων τάξεων, μένει να εξετάσουμε πώς αυτή η ιδεολογική "άνιση ανταλλαγή" επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και διεξάγουν με τη σειρά τους τον ασίγαστο πόλεμο οι υποτελείς τάξεις. Αυτό θα επιχειρηθεί στο επόμενο τεύχος.



[2] Με τίτλο Πενήντα χρόνια από τη λήξη του "εμφυλίου"(29/9/99).

[3] Για να το πούμε αλλιώς, εξαρτάται τι ακριβώς εννοεί κανείς με τον όρο "περιορισμένος". Κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Ράλλη, ο οποίος παραθέτει εδώ τον Π. Κανελλόπουλο, το 1946-49 "δεν ήταν πλέον στα βουνά παρά μόνο όσοι ανήκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα" (η υπογράμμιση δική μου) και αυτοί "δεν μπορεί να ήταν παραπάνω (sic) από το 15-20% του ελληνικού λαού"! Δηλαδή ο ίδιος παραδέχεται ότι, επί τέσσερα χρόνια, το 20% του συνολικού πληθυσμού μιας χώρας μάχονταν ένοπλα κατά του τακτικού στρατού της χώρας αυτής (για τον οποίο δεν αναφέρει αντιστοίχως ποιο ποσοστό επί τοις εκατό αποτελούσε σε σχέση με τον "ελληνικό λαό"), ενώ παλαιότερα ο αριθμός αυτός ήταν σαφώς μεγαλύτερος - όπως μαρτυρά η χρήση του όρου "πλέον". Κατόπιν τούτου, δεν ξέρω ποιο ποσοστό πρέπει να πάρει τα όπλα για να στέρξει ο κ. πρώην πρωθυπουργός να παραδεχθεί ότι πρόκειται περί εμφυλίου.

[4] Ο οποίος είναι Η "ρεβάνς" των ηττημένων.Τα εισαγωγικά στη λέξη "ρεβάνς" δεν ξέρω αν οφείλονται απλώς στην ξενική προέλευσή της ή υπονοούν ότι πρόκειται εδώ για κάτι που απλώς εμφανίζεται ως ρεβάνς αλλά, κατά το συγγραφέα, δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι.

[5] Ενδεικτικά: "Παρουσιάζονται π.χ. τα Δεκεμβριανά ως αντίσταση κατά των Άγγλων, ενώ στόχος του ΕΛΑΣ ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων (...) Παραβλέπεται ποια πλευρά πήρε την πρωτοβουλία για τους 'τρεις γύρους' της εμφύλιας σύγκρουσης, χωρίς μάλιστα να διαθέτει την υποστήριξη της πλειοψηφίας (...)" κ.ο.κ.

[6] Η ίδια παραχώρηση και η ίδια "αντισταθμιστική λογική" απαντά και στο κείμενο του Ράλλη: "Για να είμαστε δίκαιοι, δεν πρέπει να παρασιωπούμε ορισμένες ασφαλώς καταδικαστέες ενέργειες, στις οποίες προέβαιναν φανατισμένα στοιχεία της άκρας δεξιάς. (...) Προσέφεραν κάκιστες υπηρεσίες στον τόπο και στην παράταξη, εξάπτοντας το φανατισμό και αναρριπίζοντας το μίσος, μεταβαλλόμενοι ταυτόχρονα σε ακούσιους στρατολόγους του κομμουνισμού. Από την άλλη μεριά, όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε την τραγωδία των Δεκεμβριανών, αθώα θύματα της οποίας - στενοί συγγενείς (γονείς, αδέλφια) ορισμένων δεξιών - είχαν δημιουργήσει χαίνουσες ακόμη τότε πληγές. Απότοκες αυτών των νωπών πληγών ήταν οι δεξιές ακρότητες".

[7] Η φράση "εθνική συμφιλίωση" και τις δύο φορές που εμφανίζεται στο άρθρο είναι επίσης σε εισαγωγικά, πράγμα που γεννά μια αβεβαιότητα ως προς το τι ακριβώς δημιουργεί πρόβλημα στον αρθρογράφο: απορρίπτει την ίδια τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα της εθνικής συμφιλίωσης ως τέτοια, ή είναι απλώς κατά αυτής της εμφανιζόμενης ως "νέας" οπτικής της - άρα ενδεχομένως υπέρ κάποιας παλαιάς;

[8] Επειδή τα περιθωριακά σημεία ενός λόγου συχνά αποκαλύπτουν περισσότερα γι' αυτόν απ' ό,τι τα κεντρικά, επισημαίνω επίσης ότι η φράση αυτή αποκαλύπτει ένα ακόμα στοιχείο το οποίο ίσως δεν θα αναγνώριζε ως δική του θέση ο Γ.Θ.Μ. με αυτή τη διατύπωση: ότι η "ιστορική (ή συλλογική) μνήμη", στην οποία με τόση έγνια αναφέρεται, δεν είναι ενιαία. καθεμιά από τις δύο παρατάξεις που συγκρούστηκαν έχει τη δική της μνήμη και τους θεματοφύλακές της. Δεν υπάρχει δηλαδή μια αυθύπαρκτη εθνική μνήμη, αλλά δύο ταξικές μνήμες οι οποίες ανταγωνίζονται για το ποια θα επιβληθεί (και ως εκ τούτου θα αναδειχθεί ως εθνική εκ των υστέρων). Περί αυτού ίσως πούμε περισσότερα στο δεύτερο μέρος του παρόντος κειμένου.

[9] Πρόκειται δηλαδή για το τρίπτυχο μέσα απ' το οποίο υλοποιείται κάθε φορά η διπλή διαδικασία εξατομίκευσης και ομογενοποίησης που προσιδιάζει στον σύγχρονο καπιταλισμό, όπως την ανέλυσε ο Ν. Πουλαντζάς (βλ. Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σ. 89 κ. επ.).

[10] Σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε και ο Δημήτρης Μπελαντής (βλ. Θέσεις τ. 53 και 54).

[11] Η άνιση ανταλλαγή, Αυγή 31.10.99.

[12] Χωρίς όνομα συγγραφέα, ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ και τα διεθνιστικά καθήκοντα των ελληνοκύπριων επαναστατών, 2η έκδοση, εκδόσεις "Εργατική Δημοκρατία", Αθήνα-Λευκωσία, Μάης 1989, σ. 35-36. Διατηρείται η ορθογραφία και το ατονικό σύστημα του πρωτοτύπου.