ΑΝΤΑΡΤΙΣΣΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

αναδημοσίευση από: http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3566782&publDate=21/3/2010

επιμέλεια: Αλίκη ΞΕΝΟΥ - ΒΕΝΑΡΔΟΥ

Στη μάχη έτρεχαν τραγουδώντας, στην ανάπαυλα πλένονταν, χτενίζονταν, έδεναν τα μαλλιά τους με κόκκινη κορδέλα κι άρχιζαν το χορό. «Άντε γιούρια-γιούρια, άντε κι ο πόλεμος θέλει τραγούδια...».

Οι νεαρές αντάρτισσες στο Δημοκρατικό Στρατό, στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, ήταν από τις πιο μαχητικές. Παρουσιάζουμε σήμερα ενδεικτικά κάποιες ηρωικές μορφές που ίσως στο μέλλον θα εμπνεύσουν τη νέα γενιά να τις απαθανατίσει μέσα από την τέχνη.

Κατίνα Βουνοτρυπίδου

Ο «Ελληνικός Βορράς», γνωστή ακροδεξιά εφημερίδα της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, έβριζε σχεδόν σε κάθε φύλλο του, ακόμα και με το κύριο άρθρο του, με χυδαίες βρισιές την Κατίνα Βουνοτρυπίδου, για τη δράση και τη μαχητικότητά της στην Εθνική Αντίσταση και στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας μέχρι το θάνατό της.

Σκοτώθηκε το 1948 στην περιοχή Γρεβενών σε μάχη με τον κυβερνητικό στρατό, μας γράφει ο Ευστάθιος Γιαννακιτσίδης.

Σταχυολογούμε κάποια αποσπάσματα από το χειρόγραφο βιβλίο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλου που δημοσιεύτηκαν στον «Εορδαϊκό Παλμό» (21-7-2004).

... Η Κατίνα γεννήθηκε το 1927 στην Πτολεμαΐδα από Ελληνες γονείς του Πόντου, οι οποίοι μετοίκησαν το 1922 στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στα Καϊλάρια δηλαδή στη σημερινή Πτολεμαΐδα. Ο πατέρας της, ο Μήτος, ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του ΚΚΕ στην Πτολεμαΐδα. Ο Μήτος είχε τέσσερα παιδιά, δυο κορίτσια και δυο αγόρια.

Αγωνιστές όλα τα αδέλφια, αλλά, όπως σημειώνει ο βιογράφος της:

...«Η Κατίνα δε διέφερε στον χαρακτήρα και στην έκφραση μόνον από τ' αδέλφια της αλλά απ' όλους τους νέους και τις νέες εκείνης της εποχής. Η Κατίνα είχε δική της προσωπικότητα, δική της φινέτσα, η Κατίνα είχε δυνατή ψυχή, σιδερένια καρδιά, ακατάβλητη αποφασιστικότητα και ατσαλένια θέληση.

Κάποια νύχτα του 1948 που εισέβαλαν οι αντάρτες του ΔΣΕ στην Πτολεμαΐδα, η Κατίνα δεν επεδίωξε να επισκεφθεί τη μάνα της, τον μικρό αδερφό της, τις φίλες της, κάποιους συγγενείς, είπε μέσα της "νυν υπέρ πάντων ο αγών". Σκαρφάλωσε σ' αυτό το κάστρο και ανέβηκε στο δώμα του, αφού έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς της κάλεσε τους φαντάρους να ενωθούν με τους αντάρτες, "είμαστε, είπε, όλοι παιδιά του λαού, δεν είμαστε ούτε Αγγλοι, ούτε Αμερικάνοι, είμαστε όλοι παιδιά της Ελλάδας, στις μεταξύ μας συγκρούσεις χάνεται ο ανθός της αυριανής Ελλάδας, τελικά θα βγούνε κερδισμένοι οι Αγγλοαμερικάνοι που με τις υποτακτικές κυβερνήσεις και με τα άλλοτε τσιράκια των Γερμανών θα υποδουλώσουν για πάντα τον λαό μας".

Η φωνή της ήταν γνώριμη στους ομοϊδεάτες της, αλλά και στην τοπική αντίδραση. Σαν απάντηση της πρόσκλησης ακούστηκε ένα χυδαίο και ακατονόμαστο υβρεολόγιο από τους φανατισμένους δοσίλογους που ανάγκασαν τη μικρή καπετάνισσα να ανταπαντήσει με μια ριπή πολυβόλου που κρατούσε όρθια πάνω στο δώμα. Με τα κοφτά της βόλια σταμάτησε την αλήτικη συμπεριφορά. Τη νεότερη Σουλιώτισσα τη ζήλεψε ο χάρος και βγήκε παγανιά, της έστησε καρτέρι κάπου στις σκοτεινές ρεματιές των Γρεβενών, ο χάρος της έκοψε το νήμα της ζωής, της άρπαξε τη ζωή, δεν μπόρεσε να κυριεύσει την καρδιά της, αυτήν την είχε τάμα στον λαό και στην Ελλάδα και τη χάρισε...».

Η μελλοθάνατη νύφη

Ένα κείμενο της Λουκίας Πιστικίδου - Δρόσου, που αναφέρεται στη δασκάλα Κούλα Μητρούλη, μας μιλά για μια ακόμα άγνωστη στους πολλούς ηρωίδα, τίτλος: «Το τακούνι της μελλοθάνατης».

«Απρίλης 1941. Εισβολή των Γερμανών στη Δυτική Μακεδονία. Ο στρατός μας αντιστέκεται. Γίνεται σκληρή μάχη στην Κλεισούρα. Υπάρχουν νεκροί και τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς μας και ο υποδιοικητής του 27ου Συντάγματος Πεζικού, Κοντός. Τέσσερις νεκροί στρατιώτες μας είναι θαμμένοι στο Δημοτικό Πάρκο της Πτολεμαΐδας. Αντίκρυ τους, έξι τάφοι Γερμανών από τους νεκρούς της ίδιας μάχης. Η δασκάλα Κούλα Μητρούλη από το Μπλάτσι, υπηρετεί στην Πτολεμαΐδα.

Μάρτης 1942. Πρώιμη άνοιξη στη Μακεδονία. Τα λουλούδια θρασομανούν ολάνθιστα. Η Κούλα προβληματίζεται για το γιορτασμό της Εθνικής μας γιορτής. Αποφασίζει να πλέξει με ανοιξιάτικα λουλούδια ένα ωραίο στεφάνι και να το καταθέσει στους τάφους των τεσσάρων στρατιωτών μας. Με την έγκριση και του επιθεωρητή της οδηγεί τους μαθητές της στο πάρκο. Τους παρατάσσει δεξιά και αριστερά από τους τάφους και με συγκινητική προσφώνηση καταθέτει το στεφάνι. Έκπληκτοι και με κρυφή περηφάνια παρακολουθούν την τελετή οι λίγοι κάτοικοι που βρέθηκαν εκεί κοντά.

Αλλά δεν είδαν μόνον αυτοί την κατάθεση του στεφανιού. Απέναντι στο Δημαρχείο έχει την έδρα του το Γερμανικό Φρουραρχείο. Από τον εξώστη του ο "Έλληνας" καλοπληρωμένος καταδότης βλέπει τα πάντα. Χωρίς να χάσει λεπτό, ενημερώνει με κάθε λεπτομέρεια τον Γερμανό φρούραρχο Φριτς.

Αμέσως ξεκινά η διαδικασία δίωξης. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στον Γερμανό φρούραρχο στον οποίο ομολογεί με θάρρος και περηφάνια την πράξη της. Ο Έλληνας διερμηνέας θέλει να ελαφρύνει τη θέση της. Μεταφράζοντας την ομολογία της προσθέτει ότι πρόκειται για τρελή. Ο λοχίας φρούραρχος όμως από την αγέρωχη στάση και το ύφος της κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για τρελή. Τη μαστιγώνει ανελέητα και της ξεσχίζει τα φορέματά της. Διατάζει να γίνουν ανακρίσεις από τον επιθεωρητή της και να παραπεμφθεί σε δίκη στα ελληνικά δικαστήρια.

Μόνο αν δήλωνε ότι κατέθεσε στεφάνι και στους τάφους των Γερμανών στρατιωτών, μπορούσε να ελαφρύνει τη θέση της, της προτείνει ο επιθεωρητής της. Το αρνείται. Παραπέμπεται στο κατοχικό δικαστήριο της Κοζάνης (πρόεδρος Δουμπόγιας). Προς τιμήν του το δικαστήριο την απαλλάσσει με το αιτιολογικό της "πλήρους συγχύσεως".

Όμως, αν γλίτωσε από τα πολιτικά κατοχικά δικαστήρια, δεν έγινε αργότερα το ίδιο και με το ελληνικό στρατοδικείο, όπου παραπέμφθηκε ως στέλεχος του ΚΚΕ. Καταδικάστηκε σε θάνατο γιατί δεν αρνήθηκε την ιδεολογία της».

«Τα στοιχεία που παραθέτω, γράφει η Λουκία Πιστικίδου-Δρόσου, είναι από ανέκδοτη εργασία με τίτλο "Η Πίνδος ομιλεί" του αξέχαστου δημοσιογράφου και αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Σταύρου Θεοδοσιάδη, εκδότη της εφημερίδας της Κοζάνης "Βόρειος Ελλάς".

O Παπαδημήτρης Βασιλειάδης, που συνόδεψε την αγωνίστρια ως ιερέας στον τόπο της εκτέλεσης, περιγράφει στον Θεοδοσιάδη:

» Το αυτοκίνητο σταματάει μόλις φτάσαμε στον τόπο της εκτελέσεως. Κατεβήκαμε και περιμέναμε τη Βλατσιώτισσα αλλά ακούμε εν τω μεταξύ ένα σαματά, έναν καυγά. Διακρίναμε τη φωνή της και τις διαμαρτυρίες της κατά των στρατιωτών. Τι είχε συμβεί; Όπως έκανε να κατεβεί από το αυτοκίνητο πιάστηκε το τακούνι της από την πόρτα και βγήκε. Έτσι βρέθηκε κάτω χωρίς το ένα τακούνι στο σκαρπίνι. Ζητούσε από τους στρατιώτες επιμόνως ν' ανεβούν στο αυτοκίνητο να της βρουν το τακούνι.

- "Μα σε γάμο πάμε βρε κοπέλα μου", λέει ένας στρατιώτης.

- "Μάλιστα, σε γάμο πάω εγώ, παντρεύομαι το χάρο... θέλω το τακούνι μου. Τι με κοιτάτε έτσι; Μπρος, να βρείτε το τακούνι μου. Δε θέλω να με δει ο χάρος να κουτσαίνω, δεν είμαι κουτσή".

» Πλησίασα σιγά-σιγά, συνέχισε ο εφημέριος. Ήταν πράγματι μια ωραία κοπέλα, έξυπνη, υπερήφανη. Τώρα ξημέρωνε και την έβλεπα καλά. Τη νύχτα που πήγα να τη μεταλάβω δεν την είχα προσέξει.

Χαμογέλασε όταν οι στρατιώτες της είπαν ότι βρήκαν το τακούνι και τους έδωσε το καινούριο σκαρπίνι της να της το καρφώσουν. Όταν ξαναφόρεσε το σκαρπινάκι της με το τακούνι τώρα, πήρε μια στάση υπερήφανη ατενίζοντας όλους μα με τη σειρά και τελευταία έριξε το βλέμμα της προς τον Όλυμπο όπου είχε αρχίσει το λυκαυγές να ρίχνει ένα αμυδρό φως. Προχωρεί τώρα προς τον τόπο του μαρτυρίου, ομιλεί και εξηγεί την επιμονή της για το τακούνι.

"Θα σταθώ απέναντί σας ορθή, περήφανη, γελαστή", λέγει.

Και πράγματι, στάθηκε ως το τέλος περήφανη, ορθή με το χαμόγελο στα χείλη, ντυμένη με τα καλύτερα φορέματά της. Έμοιαζε πράγματι μια νύφη μελλοθάνατη. Της ζητούμε αν θέλει τίποτε να πει. "Τίποτε" λέει, αλλά σε λίγο προσθέτει: "Αν περιμέναμε λιγάκι ακόμη να με ιδεί ο ήλιος".

Αυτή ήταν η τελευταία θέλησή της. Της κάνουν τη χάρη. Βγαίνει ο ήλιος. Τον ατενίζει εν σιγή. Τον αποχαιρετά. Κάτι μουρμουρίζει, αλλά δεν ακούγεται. Μετά δυσφορίας δέχεται να της δέσουν τα μάτια.

» Και ιδού ακούγεται η ομοβροντία και σωριάζεται κάτω η νύφη... Έχασε τη ζωή, αλλά το χαμόγελο μένει ζωγραφισμένο στο πρόσωπο».

Δυο αδελφές, την ίδια ώρα...

Η Αθανασία και η Λυδία Καλαϊτζίδου από μικρές έμαθαν ν' αγαπούν το λαό και τους λαϊκούς αγώνες. Η μητέρα τους που καταγόταν από τη Γεωργία, τις νανούριζε με τα ρούσικα επαναστατικά τραγούδια, τις διαπαιδαγωγούσε με τις ηρωικές παραδόσεις του λαού μας κι όταν πια μεγάλωσαν κι είδαν πως τα παραμύθια της μάνας για την αδικία και τις ηρωικές εποποιίες ξετυλίγονταν ζωντανά στη ζωή, όταν είδαν ότι μαύρη σκλαβιά βαραίνει τη χώρα μας, ρίχτηκαν και οι δυο ολόψυχα στον αγώνα της λευτεριάς.

Η Αθανασία Καλαϊτζίδου γεννήθηκε στις 26 του Ιούλη 1926 στο χωριό Κάτω Κλεινές Φλώρινας. Από μικρή ακόμα ξεχωρίζει για την εξυπνάδα της και τη δίψα να μαθαίνει. Ακόμα και από τη Β΄ τάξη του δημοτικού σχολείου, φάνηκε ότι είχε κλίση στη λογοτεχνία, γιατί αρχίζει να γράφει ποιηματάκια και μικρά διηγήματα.

Τόσο στο δημοτικό σχολείο όσο και στο Γυμνάσιο που αργότερα πήγε η Αθανασία, ήταν πάντοτε η καλύτερη μαθήτρια. Η δίψα που είχε για μάθηση, η λαϊκή της προέλευση και η επαναστατική διαπαιδαγώγηση που έπαιρνε από το σπίτι, την οδηγούν στις γραμμές της ΟΚΝΕ από τη Β΄ τάξη του Γυμνασίου. Με την καθοδήγηση της ΟΚΝΕ που της άνοιξε πλατιούς ορίζοντες, η Αθανασία αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα μέσα στο Γυμνάσιο. Γι' αυτή της τη δράση και για τις προοδευτικές της αντιλήψεις, αποβάλλεται για οκτώ μέρες από το Γυμνάσιο και πέφτει στη δυσμένεια των καθηγητών.

Με την ίδρυση της ΕΠΟΝ γίνεται μέλος της και αργότερα με την ακούραστη δράση της εξελίσσεται σε στέλεχος του Περιφερειακού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ Φλώρινας. Ακούραστη ΕΠΟΝίτισσα, δραστήρια και πρωτόβουλη, δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία της και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Μέσα στο 1943 τρεις φορές κυκλώθηκε από τους χιτλερικούς καταχτητές μα πάντα κατόρθωνε να τους ξεγελά με διάφορα τεχνάσματα. Σ' αυτά τα χρόνια της σκληρής χιτλεροφασιστικής δοκιμασίας, που καμία χαρά δεν απόμεινε γύρω, η Αθανασία αισθάνεται να την πλημμυρίζουν χίλια όμορφα αισθήματα για τη ζωή. Τα αισθήματά της αυτά αρχίζει να τα κάνει επαναστατικά τραγούδια.

Μέσα στη μεταβαρκιζιανή αιματηρή περίοδο, η Αθανασία δε λυγίζει, δε σταματάει ούτε για μια στιγμή τον αγώνα.

Τον Μάη του 1945 με προδοσία πιάνεται και βασανίζεται άγρια. Αναίσθητη από το ξύλο οι βασανιστές της την εγκατέλειψαν στο δρόμο του Αμυνταίου νομίζοντας πως δε θα ζήσει πια. Μα η Αθανασία αντλώντας δύναμη από τη φλόγα της ψυχής της, καταφέρνει να φτάσει ως το Ξινό Νερό και να γιατρέψει τις πληγές της. Και να 'την πάλι ανάμεσα στη νεολαία της Φλώρινας. Ξαναπιάνεται όμως από την ασφάλεια σε μια παράνομη συγκέντρωση, με προδοσία. Περνά από δικαστήριο και δικάζεται έξι μήνες φυλακή. Οργανώνει μαθήματα και την ψυχαγωγία των φυλακισμένων.

Αποφυλακίστηκε στις αρχές του Οκτώβρη 1945 και συνέχισε το γυμνάσιο καθοδηγώντας τη μαθητική νεολαία. Το 1946, λίγες μέρες αφού τελείωσε το σχολείο, βγήκε αντάρτισσα στο βουνό με κλονισμένη υγεία από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες.

Στις σκληρές μάχες του 1948 στο Γράμμο, η λεβέντισσα ΕΠΟΝίτισσα σκοτώθηκε. Κυκλωμένη με την ομάδα της στο ταμπούρι, πολέμησε μ' όλες της τις δυνάμεις τον εχθρό μέχρι και την τελευταία της πνοή.

Την ίδια στιγμή σκοτωνόταν στο Γράμμο και η αδελφή της Λυδία. Οι δυο αδελφές που δε γνώρισαν στη ζωή τους παρά μοναχά την πάλη για μια λεύτερη και ευτυχισμένη Ελλάδα, σφράγισαν με το αίμα τους αυτό που πίστευαν - εκείνους τους ευγενικούς όμορφους κόσμους που τις νανούριζε η μανούλα στα μικρά τους χρόνια.

Η Λυδία ήταν δυο χρόνια μικρότερη από την Αθανασία. Και η Λυδία ήταν το ίδιο καλή μαθήτρια όπως και η Αθανασία και της άρεσε πολύ η ποίηση. Με ιδιαίτερη αγάπη διάβαζε τα ποιήματα του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά. Το 1943 όντας στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου, παίρνει μέρος στον αγώνα μέσα από το Γυμνάσιο σαν αετόπουλο.

Το 1944 η Λυδία οργανώνεται στην ΕΠΟΝ, γίνεται το δεξί χέρι της αδελφής της. Μαζί με άλλους ΕΠΟΝίτες και ΕΠΟΝίτισσες του χωριού της ενισχύει τον ΕΛΑΣ με τρόφιμα, ρούχα, πολεμοφόδια και φαρμακευτικό υλικό, το οποίο έβγαζε μόνη της από τη Φλώρινα. Μετά τη Βάρκιζα συνεχίζει τη δράση της σαν γραμματέας της ΕΠΟΝ του χωριού της.

Στις 15 του Ιούλη 1947 πιάνεται μαζί με τη μάνα της και τη μικρότερη αδελφή της, βασανίζεται και κλείνεται για μια βδομάδα στη φυλακή.

Με την απελευθέρωσή της βγαίνει στο βουνό και συνεχίζει τη δράση της σαν μαχήτρια του ΔΣΕ. Για την εξαιρετική της μαχητικότητα στέλνεται στη Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου. Κι εδώ όπως προηγούμενα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, η Λυδία είναι από τους πρώτους μαθητές.

Ανάμεσα σε τόσους μπαρουτοκαπνισμένους μαχητές, η Λυδία καταφέρνει και έρχεται τρίτη σε σειρά επιτυχίας και στέλνεται πολιτικός επίτροπος διμοιρίας. Σεμνή, θαρραλέα, πρόσχαρη και πρόθυμη, η λεπτόσωμη Λυδία επιβάλλεται αμέσως στους μαχητές της που την αγαπούσαν και τη σέβονταν.

Πολεμάει παλικαρίσια στις μάχες του Μετσόβου, της Μπουργκάνας και του Γράμμου, εκτελεί με επιτυχία κάθε της αποστολή.

Στις 13 του Ιούλη στο Ταμπούρι τραυματίζεται στο πόδι. Οι μαχητές της επιμένουν να τη στείλουν πίσω. Μα η Λυδία δε δέχεται. Τραυματίας καθώς είναι, πηγαίνει να επιδέσει μια μαχήτρια της διμοιρίας της. Εκεί επάνω σκοτώθηκε η Λυδία από βλήμα όλμου, πιστή μέχρι την τελευταία της στιγμή στην εκτέλεση του καθήκοντος.