ΤΑ «ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΜΑΧΤ»

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=322693

Η ιστορικός και ψυχολόγος Κerstin Μuth σπάει το ταμπού των παιδιών που γεννήθηκαν από ελληνίδες μητέρες και από άντρες του στρατού κατοχής

Σπύρος Μοσκόβου[1]

Η συγγραφέας Kerstin Μuth, η οποία ερεύνησε το θέμα των «παιδιών τής Βέρμαχτ» στην Ελλάδα

Η γερμανική ιστοριογραφία δίνει έστω και έπειτα από δεκαετίες φωνή στα «παιδιά» τα οποία στις πατρίδες τους ήρθαν αντιμέτωπα με την κοινωνική κατακραυγήκαι κυρίως την εσωτερικευμένη ντροπή για ένα ανομολόγητο κρίμα που δεν είχαν διαπράξει. Το 2005 εκδόθηκε το βιβλίο της Εbba Drolshagen με ιδιαίτερη έμφαση στα νόθα παιδιά Γερμανών με Νορβηγίδες και την ίδια χρονιά ημελέτη των Jean-Ρaul Ρicaper και Ludwig Νorz για τα «μπάσταρδα» των Γαλλίδων. Στη Νορβηγία το ζήτημα έλαβε μεγάλη έκταση καθώς νόθα κόρη γερμανού φαντάρου ήταν και η τραγουδίστρια των Αbba Αnni-Frid Lyngstad. Στη Γαλλία τα «παιδιά» αυτά που είναι πια ηλικιωμένοι οργανώθηκαν και διεκδικούν συμβολικά το γερμανικό διαβατήριο. Αυτό το ταμπού επρόκειτο να σπάσει και στην Ελλάδα μια Γερμανίδα, η ιστορικός και ψυχολόγος Κerstin Μuth, με το βιβλίο τηςΗ Βέρμαχτ στην Ελλάδα και τα παιδιά της.Από τα 12 παιδιά που εντόπισε δέχθηκαν να της μιλήσουν μόνο τα έξι. Διηγούνται την ιστορία τους κρυμμένα πίσω από ψευδώνυμα. Εξι ιστορίες ανθρώπων εσωτερικά ακρωτηριασμένων με την ίδια τυπολογία: μεγάλωσαν χωρίς πατέρα - αυτός συνήθως είχε εξαφανιστεί στο ανατολικό μέτωπο ή είχε επιστρέψει στη Γερμανία-, οι μητέρες τους συνήθως τα απέρριπταν και ο περίγυρος τα χλεύαζε. Η συγγραφέας μάς μιλάει για την έρευνά της.

- Το θέμα των «παιδιών της Βέρμαχτ» αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα διαφορετικά από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

«Νομίζω ότι η αντιμετώπιση του θέματος έχει να κάνει με τις διαφορετικές κοινωνίες. Στον τομέα αυτόν η ελληνική κοινωνία είναι κάπως καθυστερημένη θα τολμούσα να πω σε σύγκριση με τη νορβηγική ή τη γαλλική. Πριν από λίγα χρόνια ο κ. Ρicaper, ο οποίος έχει τη γαλλική εμπειρία, μου είχε πει να κάνω για το θέμα μου ένα φιλμ και να είμαι σίγουρη ότι τα “παιδιά της Βέρμαχτ” στην Ελλάδα θα χτυπάνε την πόρτα μου το ένα μετά το άλλο. Το έκανα όντως μέσω ενός ιδιωτικού καναλιού στην Ελλάδα και μάλιστα πρόβαλαν και τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Με τη διαφορά ότι το τηλέφωνό μου δεν χτύπησε ούτε μία φορά. Εξάλλου ο εντοπισμός μέσω αρχείων είναι εξαιρετικά δύσκολος επειδή οι παπάδες αρνούνταν συχνά να βαφτίσουν τα “μιαρά” αυτά παιδιά ή τα βάφτιζαν μόνο με το μικρό τους, όπως στην περίπτωση της “Αννας”. Οσον αφορά το τραυματικό υπόστρωμα των παιδιών αυτών, είναι παρόμοιο με αυτών στις άλλες χώρες που βρέθηκαν υπό γερμανική κατοχή».

Η Μαρίζα Κωχ μόλις τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει αρχίσει να μιλάει δειλά γι΄ αυτό το θέμα
- Ορισμένα «παιδιά» εντοπίστηκαν και στην ίδια τη Γερμανία όπου ζουν σήμερα,έτσι δεν είναι;

«Η έρευνά μου στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά δύσκολη και πολύπλοκη. Πάντως, όταν γράφτηκαν κάποια πράγματα γι΄ αυτήν στον ελληνικό Τύπο, δέχθηκα κάποια μέρα ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα από τη Γερμανία. Ηταν ο ετεροθαλής αδελφός του “Χέρμαν”, ενός “παιδιού της Βέρμαχτ” από την Ελλάδα που στα 14 του είχε έρθει με τη γιαγιά στη Γερμανία και μεγάλωσε υπό δύσκολες συνθήκες στη Δρέσδη και στην Ανατολική Γερμανία. Μου έδωσε μάλιστα και το τηλέφωνό του. Ο “Χέρμαν” ζούσε στο μεταξύ στο Μόναχο, όπως κι εγώ. Στα τέλη Απριλίου θα παρουσιάσουμε μαζί το βιβλίο μου σε εκδήλωση στην Κολονία».

Δεξιά,ο πατέρας του «Γιώργου». «Οταν τα άλλα παιδιά με κοροϊδεύανε ότι είχα πατέρα Γερμανό,τους έλεγα: Φτιάξτε πρώτα κι εσείς τέτοιες αυτοκινητάρες σαν των Γερμανών και μετά τα ξαναλέμε» λέει ο «Γιώργος»
- Από τα 12 «παιδιά» που εντοπίσατε τελικά σας μίλησαν έξι.Είναι δικαιολογημένη η φοβία να μιλήσουν για το παρελθόν τους; «Στην Ελλάδα παραμένει ακόμη πρόβλημα όταν γίνει γνωστό ότι κάποιος είναι “παιδί της Βέρμαχτ”. Η “Αννα”, π.χ., η περίπτωση της οποίας περιγράφεται αναλυτικά στο βιβλίο μου, εμφανίστηκε στο φιλμ που σας είπα χωρίς να δεχθεί παραμόρφωση των χαρακτηριστικών της και στη συνέχεια είχε τρομερές δυσκολίες με τη γειτονιά».
- Από τη σκοπιά σας πώς ερμηνεύετε τις ελληνικές δυσκολίες με το ιδιαίτερο αυτό κεφάλαιο της Ιστορίας;

«Πιστεύω ότι συνολικά η ιστορία των ελληνογερμανικών σχέσεων είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, όπως φαίνεται αυτόν τον καιρό, πάλι με αφορμή τη δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα. Κατ΄ αρχάς η Βέρμαχτ και τα SS αιματοκύλισαν την Ελλάδα και ακολούθησε ο εμφύλιος, που κατά τη γνώμη μου δεν έχει εσωτερικά ξεπεραστεί εντελώς. Σε αυτά προστίθεται και ο πατριαρχικός χαρακτήρας της κοινωνίας στις αγροτικές περιοχές. Η οικογένεια π.χ. ενός “παιδιού της Βέρμαχτ” στα Μάταλα της Κρήτης του απαγόρευσε να μου μιλήσει, προφανώς από φόβο για τον κοινωνικό περίγυρο». - Και ποιο ήταν το δικό σας κίνητρο να ασχοληθείτε ειδικά με την Ελλάδα; «Ασχολήθηκα με την Ελλάδα όταν συνειδητοποίησα ότι στη γερμανική βιβλιογραφία δεν υπήρχε ούτε νύξη για το σκοτεινό αυτό κεφάλαιο. Το πρώτο “παιδί της Βέρμαχτ” που εντόπισα στην Ελλάδα ήταν η “Μαρίζα” και αυτό από σύμπτωση. Σε μια κοινωνική συνάθροιση εδώ στη Γερμανία ένας ιστορικός των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων μου έδωσε την πληροφορία ότι η “Μαρίζα” είχε αποταθεί στην Ευαγγελική Κοινότητα Θεσσαλονίκης αναζητώντας την ετεροθαλή αδελφή της στο Αμβούργο».

Η «Αννα» με τον γερμανό πατέρα της.«Μου διηγήθηκε ότι συμπαθούσε πολύ τους Ελληνες, ότι τους βοηθούσε τον καιρό του πολέμου»

- Μήπως το ότι είστε Γερμανίδα έκανε τα «παιδιά» διστακτικά απέναντί σας;

«Οχι, αυτή την εντύπωση δεν την είχα σε καμία περίπτωση, εκτός και αν κάνω τόσο μεγάλο λάθος. Σε μια περίπτωση μάλιστα το γεγονός ότι είμαι Γερμανίδα βοήθησε κιόλας. Ο “Γιώργος”, π.χ., που ψάχνει τον γερμανό πατέρα του, στήριξε πάνω μου πολλές ελπίδες ότι θα τον βοηθήσω να τον βρει. Δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Πάντως η εμπειρία δείχνει ότι μέσω των συνεντεύξεων αυτών το παλιό τραύμα επανέρχεται για λίγο στην επιφάνεια, αλλά η εξομολόγηση έχει λυτρωτική επίδραση. Το πιο σημαντικό είναι να καταφέρουν να εντάξουν το τραγικό αυτό κομμάτι της ζωής τους στην υπόλοιπη βιογραφία τους. Και, κατά δεύτερον, να αποκτήσουν μια θέση στην κοινωνία σαν αυτό που είναι, σαν “παιδιά της Βέρμαχτ”. Δεν είναι τυχαίο που η Μαρίζα Κωχ μόλις τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει αρχίσει να μιλάει γι΄ αυτό δειλά».



[1] Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle.