ΑΠΑΞΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ [ΑΠ. ΣΕ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Σ. ΚΑΛΥΒΑ (8/5/2011) ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΑΠΟΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ»]

Mια «αποτίμηση» που σημαίνει υποτίμηση

του Πολυμέρη Βόγλη[1]

αναδημοσίευση από: http://enthemata.wordpress.com/2011/05/22/voglis-3/

Η έκρηξη του ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος για τη δεκαετία του 1940, όπως είναι γνωστό, συνδυάστηκε με μια έντονη διαμάχη. Ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα αφορούσε τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου 1941-1944. Κοινή αφετηρία ήταν η κριτική στις αποσιωπήσεις και τους μύθους, με τους οποίους ο επίσημος λόγος είχε περιβάλει την «Εθνική Αντίσταση» στη μεταπολίτευση. Ωστόσο, κάποιοι μελετητές εστίασαν στις εμφύλιες συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου και υποβάθμισαν την εθνικοαπελευθερωτική διάσταση της Αντίστασης, για να υποστηρίξουν ότι η Αριστερά ήδη από το 1943 επεδίωκε να καταλάβει βίαια την εξουσία. Το επόμενο βήμα, μετά την υποβάθμιση της εθνικοαπελευθερωτικής διάστασης της Αντίστασης, είναι η απαξίωση συλλήβδην της Αντίστασης.

Στην ειδική έκδοση της Καθημερινής της 8 Μαΐου 2011 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Στάθη Καλύβα με τίτλο «Αποτιμώντας την Αντίσταση». Ο Σ. Καλύβας υποστηρίζει ότι τα όποια οφέλη της Αντίστασης για την Ελλάδα εντοπίζονται σε συμβολικό επίπεδο (εθνική υπερηφάνεια, αγώνας ενάντια στο φασισμό). Από την άλλη, οι ζημίες ήταν πολλαπλές. «Η Αντίσταση», διατείνεται ο αρθρογράφος, «απέτυχε στους περισσότερους στόχους της, ενώ επέβαλε ένα μεγάλο κόστος στη χώρα»: δεν έδιωξε τους κατακτητές αλλά μόνοι τους αποχώρησαν, οι περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ δεν ήταν ιδιαίτερα ελεύθερες, το κόστος που πλήρωσαν οι Γερμανοί ήταν μικρό, τα αντίποινα «που προκάλεσε η Αντίσταση» ήταν αιματηρά, η Αντίσταση μεγέθυνε τη συνεργασία με τους κατακτητές και, τέλος, η Αντίσταση «ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο σπαραγμό που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφύλιες συγκρούσεις». Μέσα από αυτή την ιδιότυπη προσέγγιση προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Αντίσταση ήταν «αντιπαραγωγική». Με άλλα λόγια, η Αντίσταση περισσότερο έβλαψε παρά ωφέλησε την Ελλάδα…

Ο αρθρογράφος δεν εξετάζει τα αίτια της εμφάνισης της Αντίστασης. Το κίνημα της Αντίστασης προέκυψε από τις συνθήκες που επέβαλαν οι κατακτητές στις κατεχόμενες χώρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η Αντίσταση δεν ήταν απλά και μόνο αποτέλεσμα του πατριωτισμού αλλά και της αυτοπροστασίας της κοινωνίας απέναντι στη βία και την εξαθλίωση που προκάλεσαν οι κατοχικές δυνάμεις. Η πείνα, η τρομοκρατία, οι απαγορεύσεις, οι στερήσεις ώθησαν τον πληθυσμό να συμμετάσχει στο κίνημα της Αντίστασης. Η Αντίσταση εμφανίζεται στις χώρες όπου το «κόστος» της Κατοχής είναι υψηλό για την κοινωνία. Με αυτή την έννοια, οι επιπτώσεις της Αντίστασης δεν μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις της Κατοχής.

Η δράση της Αντίστασης στην Ελλάδα δεν μπορεί να υποτιμηθεί, στο βαθμό που αποτελούσε έντονη πηγή ανησυχίας για τις κατοχικές δυνάμεις. Οι κινητοποιήσεις του ΕΑΜ στις πόλεις εμπόδισαν την πολιτική επιστράτευση στις αρχές του 1943. Οι επιθέσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ κατά μεταλλείων και ορυχείων και οι δολιοφθορές στο συγκοινωνιακό δίκτυο προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στη γερμανική στρατιωτική μηχανή. Οι απώλειες των γερμανικών στρατευμάτων δεν ήταν αμελητέες. Μεταξύ Μαρτίου 1943 και Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί έχασαν 4.000 άνδρες, ενώ άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν. Επειδή η ένοπλη Αντίσταση συνιστούσε πραγματική απειλή, οι Γερμανοί προχώρησαν στη διενέργεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και πολύνεκρων αντιποίνων. Τα αντίποινα, ωστόσο, δεν τα «προκάλεσε» η Αντίσταση. Τα αντίποινα τα προκάλεσε η λογική της βίας των κατοχικών στρατευμάτων, που εφάρμοσαν την αρχή της συλλογικής ευθύνης και της ασύμμετρης απάντησης και μια φυλετική θεώρηση που υποβίβαζε τη ζωή των ελλήνων πολιτών ως ανάξια ύπαρξης. Η ευθύνη των αντιποίνων βαραίνει αυτούς που τα διενεργούν, γι’ αυτό και μετά τη βαρβαρότητα των γερμανικών στρατευμάτων, τα αντίποινα περιορίστηκαν από το διεθνές δίκαιο (1949).

Το γεγονός ότι η πλειονότητα των γερμανικών απωλειών σημειώνεται μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου 1944, αποδεικνύει ότι η Αντίσταση διατήρησε τον εθνικοαπελευθερωτικό της χαρακτήρα ακόμη και όταν διεξάγονταν οι εμφύλιες συγκρούσεις. Από εκεί και πέρα δεν ισχύει ότι «η ένοπλη αντίσταση στην Ελλάδα εκφυλίστηκε σε έναν βρώμικο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα σε αντιστασιακές οργανώσεις», όπως υποστηρίζει ο Σ. Καλύβας. Παρά τη ρητορική οξύτητα, οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων ήταν δευτερεύουσας σημασίας (με εξαίρεση την εκτέλεση του Δ. Ψαρρού και των ανταρτών της ΕΚΚΑ). Οι αιματηρές εμφύλιες συγκρούσεις έγιναν μεταξύ ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας και άλλων ένοπλων συνεργατών των Γερμανών. Παρά τα ποικίλα κίνητρα ένταξης στα Τάγματα Ασφαλείας, η συγκρότηση και δράση τους αντικειμενικά εξυπηρετούσε τα κατοχικά στρατεύματα και συνέτεινε στην καθυστέρηση της απελευθέρωσης. Ανάμεσα στους αντάρτες και τα Τάγματα Ασφαλείας, στο δίλημμα «αντίσταση» ή «συνεργασία», αυτοί που δικαιώθηκαν ηθικά, πολιτικά και ιστορικά ήταν όσοι επέλεξαν το πρώτο.

Η εαμική Αντίσταση, πέρα από τον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση, δημιούργησε και μια δυναμική κοινωνικής επανάστασης. Αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου σχεδίου πρόκλησης εμφυλίου πολέμου αλλά μιας δυναμικής που διαμορφώνεται μέσα στα χρόνια της Κατοχής από πολλαπλούς παράγοντες: τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, την κατάρρευση του κράτους, την απουσία των αστικών δυνάμεων, τις μορφές λαϊκής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα και την όξυνση των εμφύλιων συγκρούσεων. Η αντίθεση του αρθρογράφου στο μοντέλο εξουσίας που προωθούσε το ΕΑΜ τον οδηγεί στην απαξίωση συνολικά της Αντίστασης. Αυτό είναι ένα βαθύτατα προβληματικό εγχείρημα, για δύο τουλάχιστον λόγους. Από τη μια πλευρά η απαξίωση της Αντίστασης συνιστά επιχείρημα για την υποταγή της κοινωνίας στην πιο αυθαίρετη και βίαιη μορφή εξουσίας, αυτήν της στρατιωτικής κατοχής. Από την άλλη πλευρά, προδίδει μια λανθασμένη αντίληψη προσέγγισης του παρελθόντος. Η κριτική αποτίμηση πρέπει να εμπεριέχει και μια διάσταση κατανόησης και ερμηνείας του παρελθόντος από τη σκοπιά της κοινωνίας που δημιούργησε αυτά τα ιστορικά γεγονότα, ειδάλλως κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε κανονιστικά σχήματα για το τι θα έπρεπε να είχε γίνει. Το γεγονός παραμένει ότι η Αντίσταση, καλλιεργώντας τον πατριωτισμό, την αλληλεγγύη, την πίστη στη συλλογική δράση και το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπερασπίστηκε την ελληνική κοινωνία απέναντι στην κατοχική εξουσία. Ταυτόχρονα, και εξίσου σημαντικό, το κίνημα της Αντίστασης σηματοδότησε την είσοδο ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων στην πολιτική, με στόχο την αλλαγή της κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο, εγγράφηκε στην ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας και γι’ αυτούς τους λόγους εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι όχι μόνο συμμετείχαν στην Αντίσταση αλλά και τις επόμενες δεκαετίες ένιωθαν υπερήφανοι για τη δράση τους κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους παρά τις διώξεις που υπέστησαν…

ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΖΗΜΙΑΙ

[ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Σ ΚΑΛΥΒΑ (8/5/2011) ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΑΠΟΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ»] (22/5/2011)

αναδημοσίευση από: http://enthemata.wordpress.com/2011/05/22/bournazos-11/

του Στρατή Μπουρνάζου

Ωφέλησε ή έβλαψε τη χώρα μας η Αντίσταση; Ας σταθμίσουμε προσεκτικά τα υπέρ και κατά, μας λέει ο Στάθης Καλύβας (Η Καθημερινή, 8.5.2011), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ζημίες ήταν πολλές και ανεπανόρθωτες. Το επόμενο βήμα, το διά ταύτα, δεν διατυπώνεται, αλλά εξάγεται αβίαστα, άλλωστε τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται: αν η βλάβη υπήρξε ανήκεστος, τότε προφανώς η Αντίσταση ήταν –και είναι–, τουλάχιστον, αποφευκτέα: μόνο κάποιος παράφρων θα υποστήριζε εγχειρήματα τόσο βλαβερά και ζημιογόνα.

Ας θέσουμε και ας απαντήσουμε λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο, κάποια ανάλογα ερωτήματα: Όταν η Ελλάδα δέχτηκε τη γερμανική επίθεση, η αντίσταση του ελληνικού στρατού ωφέλησε ή έβλαψε; Έβλαψε, μάλλον, αφού ήταν μάταιη και είχαμε και νεκρούς. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου; Απ’ ό,τι φαίνεται, έβλαψε κι αυτή, αφού, εκτός τους νεκρούς, έθεσε τέλος στη «φιλελευθεροποίηση» Μαρκεζίνη, οδηγώντας στη σκλήρυνση του καθεστώτος και την άνοδο Ιωαννίδη. Οι Πολωνοί εργάτες το 1956, οι Κινέζοι φοιτητές το 1989 και τόσοι άλλοι τι άλλο κέρδισαν εκτός από διώξεις, φυλακίσεις και νεκρούς; Προχωρώντας, αν αποδείξουμε με κάποιο σκεπτικό ότι η συνεργασία και ο δωσιλογισμός απέδωσαν οφέλη (λ.χ. άμβλυνση των συνεπειών της κατάκτησης), πρέπει άραγε να συνάγουμε ότι όφειλαν να γενικευθούν αποτελώντας πρότυπο, ότι ο Πεταίν θα όπως και η γενικευμένη αποδοχή του καθεστώτος Πεταίν στη Γαλλία;

Όταν θέτουμε τέτοια ερωτήματα, η κουβέντα δεν μπορεί να περιοριστεί στο πεδίο της επιστήμης αλλά περνάει στην επικράτεια των αξιών, των αρχών, του τρόπου που επιλέγουμε να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας. Γιατί τέτοιες σταθμίσεις «οφέλους» και «ζημίας» έχουν δύο –σφαλερές και συνάμα θλιβερές– απολήξεις: είτε εκβάλλουν σε έναν λόγο υπέρ του δυνατού και ένα κήρυγμα εθελοδουλίας, αφού τα αντιστασιακά και εξεγερσιακά εγχειρήματα έχουν κόστος και πολύ συχνά δεν κερδίζουν· είτε σε μια εκ των υστέρων σοφία, υπέρ της αντίστασης όποτε αυτή τελικά υπερίσχυσε και έγινε ο ισχυρός: λ.χ. το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου ήταν επωφελές, φαντάζομαι, αφού ξέρουμε σήμερα ότι πέτυχε (αντίθετα, αν είχαν νικήσει οι Ιταλοί, θα αποφαινόμασταν ότι υπήρξε ζημιογόνο). Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά.

Όσον αφορά τη σφαίρα της ιστορίας, δεν έχω να προσθέσω πολλά σε όσα γράφει ο Πολυμέρης Βόγλης: απλώς θέλω να τονίσω ότι το αντιστασιακό φαινόμενο, το αντιφασιστικό κίνημα που διαπέρασε τη ευρωπαϊκή ήπειρο, υπήρξε ολοπαγές γεγονός που καθόρισε τις ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές εξελίξεις, ενώ τα ίχνη του διάρκεσαν πολύ στο μέλλον, σφραγίζοντας τον 20ό αιώνα. Και όσον αφορά το επίπεδο των αξιών, γιατί αυτό είναι που με καίει περισσότερο, αρκεί, θαρρώ, να θυμηθούμε και να συνομολογήσουμε ξανά ότι η εναντίωση στην καταπίεση και την αδικία, η εξέγερση ενάντια στην τυραννία, η αντίσταση στον φασισμό είναι υπέρτατο δικαίωμα και αξία που σημαδεύει τις ζωές μας, που πρέπει να διατηρήσουμε και να κληροδοτήσουμε — κι αυτό ακυρώνει τα θλιβερά ισοζύγια του κέρδους και της ζημίας: υπάρχουν πράγματα που υπερβαίνουν τους «πραγματιστικούς» απολογισμούς, συνδέονται με την ύπαρξη μας ως σκεπτόμενων όντων και ηθικών υποκειμένων.

Στο συλλαλητήριο του Ιουλίου του 1943, όταν η Παναγιώτα Σταθοπούλου (όπως και ο άοπλος φοιτητής στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, μισό περίπου αιώνα αργότερα), στάθηκε μπροστά στο γερμανικό τανκς, για να το εμποδίσει να πατήσει έναν λαβωμένο διαδηλωτή, ας μη ζυγίσουμε εάν η ενέργεια αυτή ωφέλησε ή έβλαψε (τον εαυτό της πάντως τον έβλαψε απολύτως)· ας υποκλιθούμε μονάχα και ας εμπνευστούμε από το ηθικό μεγαλείο της πράξης. Άλλωστε, όπως το έχει πει ο ποιητής,

Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει

νουν αληθείας) επτέρωσε

τον Ίκαρον· και αν έπεσεν

ο πτερωθείς κι επνίγη θαλασσωμένος·

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,

και απέθανεν ελεύθερος.

Αν γένης σφάγιον άτιμον

ενός τυράννου, νόμιζε φρικτόν τον τάφον



[1] Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας