Ο ΑΙΜΑΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΝΟΗΤΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ ‘44

Η συγκεκριμένη περίοδος παραμένει ένα από τα λιγότερο μελετημένα προβλήματα της περιόδου

αναδημοσίευση από: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artId=4607354

του Βασίλη Παναγιωτόπουλου

Πολλά και σπουδαία γράφτηκαν για τη µεγάλη ελληνική δεκαετία (1940-1949). Ιστορικές πηγές (επίσηµα έγγραφα και προσωπικές µαρτυρίες)εκδόθηκαν, σκοτεινά σηµεία φωτίστηκαν, ένα πάνθεο πρωταγωνιστών, όχι και τόσο συναινετικό, συγκροτήθηκε που ασφαλώς θα αυξοµειωθεί και θα εµπλουτιστεί στο µέλλον, και, γενικά, ένα εξειδικευµένο επιστηµονικό πεδίο διαµορφώθηκε µέσα στη µείζονα ελληνική ιστοριογραφία που το θεραπεύουν σήµερα άξιοι και παραγωγικοί ερευνητές, παλαιότεροι και νέοι.

Ωστόσο, ο ∆εκέµβρης του 1944 παραµένει ένα από τα λιγότερο µελετηµένα προβλήµατα της περιόδου. Ασφαλώς προσωπικές αναστολές και ιδεολογικές εµπλοκές µπορούν να εξηγήσουν, εν µέρει, το φαινόµενο. Ισως όµως να υπάρχουν κάποιοι βαθύτεροι λόγοι: να µην επαρκούν δηλαδή τα παραδοσιακά εργαλεία και η µεθοδολογία του ιστορικού, οπότε µια προσφυγή στις νεώτερες αδελφές, κοινωνιολογία, ψυχανάλυση, ανθρωπολογία κ.ά., θα είναι εκείνη που θα µας βοηθήσει να πλησιάσουµε καλύτερα τον δυσνόητο ∆εκέµβρη.

Γιατί πράγµατι υπάρχουν γεγονότα που υπερβαίνουν κάθε προσπάθεια κατανόησης. Η έννοια της αντίφασης µπορεί βέβαια να βοηθήσει τον σκεπτόµενο µελετητή, αλλά και αυτή έχει τα όριά της. Αλήθεια, πώς φαντάζονταν οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ (εδώ κάνουµε ειλικρινώς την παραδοχή της σχετικής αυτοτέλειάς τους) την εξέλιξη των πραγµάτων όταν έµπαιναν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και αποδέχονταν τη στρατηγία του Βρετανού Σκόµπι και επί του ΕΛΑΣ; ∆εν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς και ασφαλώς η απάντηση δεν θα είναι µονοσήµαντη. Μερικές υποθέσεις εργασίας µπορούν, ίσως, να ρίξουν λίγο φως στα σκοτεινά και τα δυσνόητα της εποχής. Ιδού.

Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι ιστορικός Πρώτα οι αντίπαλες δυνάµεις. Η βρετανική πλευρά και οπρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου είναι πανίσχυροι εκτός Ελλάδος, όχι εντελώς ανίσχυροι εντός, και πάντως από πλευράς Μεγάλων Συµµάχων οι µοναδικοί και αδιαµφισβήτητοι διαχειριστές της απελευθέρωσης και της «ελληνικής υπόθεσης».

Οταν συναλλάσσονται µε τους εκπροσώπους της Αντίστασης, συµπληρώνουν (συµβατικά και ανειλικρινώς) ένα κενό του επιχειρησιακού σχεδίου τους και οι ίδιοι ξέρουν ότι µε την πρώτη ευκαιρία θα διαρρήξουν τη σύµβαση και θα επιχειρήσουν να προσποριστούν κατά το δυνατόν τα περισσότερα ωφελήµατα.

Η Αριστερά. Στον χώρο του δεύτερου συµβαλλοµένου, του ΚΚΕ – ΕΑΜ, τα πράγµατα είναι διαφορετικά τόσο από την άποψη των αντικειµενικών συνθηκών όσο και από την άποψη των υποκειµενικών στάσεων. Στο διεθνές επίπεδο βρίσκονται µε το κοµµουνιστικό στίγµα που η σοβιετική συµµετοχή στον πόλεµο δεν αρκούσε να εξαλείψει, αποκοµµένοι από τους βαλκάνιους συναγωνιστές που γρήγορα µπήκαν µέσα στη ζεστή αγκαλιά του σοβιετικού στρατού (ο Τίτο κατέλαβε το Βελιγράδι µε τη βοήθεια του Σοβιετικού Στρατού στις 14 Οκτωβρίου 1944), ισχυροί βέβαια στο εσωτερικό της χώρας (αλλά όχι πανίσχυροι όπως φαντασιώνονται µερικοί µελετητές), έµπαιναν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας µε ειλικρίνεια και νοµιµοφροσύνη, νοµίζοντας ότι µπαίνουν σε µια κυβέρνηση λαϊκού µετώπου, εδώ εθνικού, όπου το «ελάχιστο πρόγραµµα», αυτό το φάντασµα της µετωπικής πολιτικής των κοµµουνιστικών κοµµάτων του Μεσοπολέµου, αποτελούσε έναν νόµιµο και εφικτό στόχο.

Τα κεκτηµένα. Αλλά ποιο ήταν το «ελάχιστο πρόγραµµα» για το ΚΚΕ – ΕΑΜ στην περίπτωση της απελευθέρωσης; Ηταν βέβαια τα λαϊκά δηµοκρατικά κεκτηµένα, αυτά που είχαν προέλθει από τη λαϊκή συµµετοχή στον τετράχρονο αγώνα της πείνας, της επιβίωσης και της Αντίστασης. Ετσι δεν είναι άστοχο να πούµε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ (και δευτερευόντως του ΕΑΜ που δεν είχε ταξικές δεσµεύσεις), µε τη συµµετοχή της στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και στη διάλυση της ΠΕΕΑ, δήλωνε ρητά ότι δεν αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση κοµµουνιστικού καθεστώτος στη χώρα, αλλά θα απαιτούσε τη διάσωση των δηµοκρατικών κατακτήσεων του πολέµου και της Αντίστασης. Αλλωστε, είναι συζητήσιµο αν, µε δεδοµένη την ταξική της κουλτούρα και την πολιτική της αναβάθµιση στις αντιστασιακές συνθήκες, η ηγεσία του ΚΚΕ θα µπορούσε να συµβιβαστεί µε κάτι λιγότερο.

Πώς όµως η κοµµουνιστική και ΕΑΜική ηγεσία θα υπερασπιζόταν τις λαϊκές κατακτήσεις που τα µη ΕΑΜικά µέλη της κυβέρνησης και ο Σκόµπι είχαν αρχίσει να ροκανίζουν;

Το λαϊκό κίνηµα. Επιστρατεύθηκε τότε το ίδιο το λαϊκό κίνηµα, οι ριζοσπαστικοποιηµένοι πληθυσµοί των αθηναϊκών συνοικιών, άνδρες, γυναίκες, νέοι, διαπαιδαγωγηµένοι αγωνιστικά στην αντίσταση της πόλης, ξεχύθηκαν στους δρόµους και µε επαναλαµβανόµενες διαδηλώσεις, πρόσχαρες αλλά και δυναµικές, κήρυτταν την ανυποχώρητη απαίτησή τους για συµµετοχή στους καρπούς της νίκης. Εχω την εντύπωση ότι αυτές οι διαδηλώσεις και όταν ακόµη δεν είχαν καµία αντιβρετανική αιχµή ήταν ανυπόφορες για τον Σκόµπι.

Το τέλος της ενότητας. Αλλωστε δεν πρέπει να είναι τυχαίο το ότι ο αιµατηρός ∆εκέµβρης ξεκίνησε µε την απρόκλητη και εν ψυχρώ δολοφονική επίθεση αστυνοµικών, στις 3 ∆εκεµβρίου, κατά ειρηνικής ΕΑΜικής διαδήλωσης στο Σύνταγµα. Ετσι έµπαινε τέλος στην ολιγόµηνη εθνική ενότητα, στις ειρηνικές διαδηλώσεις και στη συµµετοχή των αντιστασιακών υπουργών στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Οι λαϊκές κινητοποιήσεις δεν µπόρεσαν να αναστείλουν την ανυποχώρητη και αµφιλεγόµενη απαίτηση του Σκόµπι για άµεση διάλυση του ΕΛΑΣ. Αλλά, µετά την αποτυχία των ειρηνικών διαδηλώσεων, ακόµη πιο δυσνόητη φαίνεται η πολιτική των «ήπιων συγκρούσεων» που ακολούθησαν τα γεγονότα της 3ης ∆εκεµβρίου. Με παραιτηµένους τους ΕΑΜικούς υπουργούς, µε απροκάλυπτη δολοφονική επίθεση κατά ανυποψίαστων διαδηλωτών, η ηγεσία του ΚΚΕ – ΕΑΜ εξακολουθεί να συµπεριφέρεται ενιαιοµετωπικά και «διεκδικητικά». Σαν να µην είχε συµβεί τίποτε το αξιοπρόσεκτο, αναβαθµίζει τις λαϊκές διαδηλώσεις σ’ ένα πρωτόγνωρο είδος «συγκρατηµένου πολέµου» και µε «ήπιες συγκρούσεις», όπως τις χαρακτηρίσαµε παραπάνω, προσπαθεί να διασώσει τα αναγνωρισµένα στην Καζέρτα κεκτηµένα της Αντίστασης, µε τα γνωστά αποτελέσµατα.

Η λαϊκή δικαιοσύνη. Αλλά ποια κεκτηµένα µπορούσαν ή ήταν δυνατόν να διασωθούν; Στην ύπαιθρο είχαν εγκαθιδρυθεί θεσµοί λαϊκοδηµοκρατικής εξουσίας στα όρια ενός µετριοπαθούς κοµµουνιστικού καθεστώτος. Μπορούσαν να διασωθούν οι θεσµοί λαϊκής δικαιοσύνης στην ύπαιθρο ή η κολεκτιβιστική οργάνωση κάποιων επαγγελµάτων στις πόλεις;

Και ακόµη· ποιος θα υπερασπιζόταν στην πράξη τις λαϊκές κατακτήσεις; Οι λαϊκές διαδηλώσεις, ο «συγκρατηµένος» πόλεµος, ο λαϊκός στρατός; Τελικά, αυτό φαίνεται ότι υπήρξε το ακραίο σηµείο εµπλοκής της κοµµουνιστικής ηγεσίας: πόλεµος ή ειρήνη; Σ’ αυτό το ερώτηµα η ηγεσία αυτή δεν µπόρεσε να απαντήσει µε τη δέουσα διαύγεια και την αναγκαία ταχύτητα. Ισως µάλιστα να είχε παρανοήσει και τον χαρακτήρα και τα βαθύτερα χαρακτηριστικά του µεγάλου πολέµου. Πράγµατι, από το ένα µέρος η απελευθέρωση πολιτικών και κοινωνικών δυνάµεων στις συνθήκες της ξένης κατοχής και της απονοµιµοποίησης του αστικού κράτους, και από το άλλο η εύστοχη προσαρµογή των κοµµουνιστικών ηγεσιών στον εθνικό αντιφασιστικό αγώνα, έφεραν στο προσκήνιο ένα ισχυρό λαϊκό κίνηµα, πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδοµένα.

Το δίληµµα. Μόνο που τη στιγµή και στις δοσµένες συνθήκες της απελευθέρωσης το κίνηµα αυτό βρισκόταν αντικειµενικά µπροστά σε ένα αδυσώπητο δίληµµα: άλµα για την επόµενη φάση, δηλαδή την κατάληψη της εξουσίας, ή υποχώρηση. Οι Βρετανοί φοβήθηκαν την πρώτη και εργάστηκαν για τη δεύτερη. Οι ηγεσίες των µεγάλων αντιστασιακών σχηµατισµών, ΚΚΕ – ΕΑΜ, ακολούθησαν έναν τρίτο δρόµο. Θεώρησαν ότι τα κεκτηµένα του πολέµου τούς ανήκουν ή, έστω, ότι είχαν την ευθύνη να τα υπερασπιστούν και το έκαναν µε έναν τρόπο ενιαιοµετωπικό και µε ιδέες του Μεσοπολέµου. Μέσα όµως στις συνθήκες της παγκόσµιας σύρραξης, του αίµατος και της αλαζονείας των σκληροτράχηλων ηγεσιών του πολέµου, αυτός ο τρίτος δρόµος δεν είχε κανένα περιθώριο επιτυχίας.