ΕΥΘΡΑΥΣΤΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1944-1946

από το συλλογικό τόμο: Ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946- 1949, επιμέλεια: Ηλίας Νικολακόπουλος, Ιωάννα Παπαθανασίου, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2010

αναδημοσίευση από: http://www.imma.edu.gr/macher/articles/03.html

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

Το Φθινόπωρο του 1944 οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους έχοντας ουσιαστικά ηττηθεί στα περισσότερα μέτωπα του Πολέμου αποχώρησαν από τη βαλκανική Χερσόνησο. Για τους βαλκανικούς λαούς, κυρίως όσους είχαν αντισταθεί στον Άξονα, το μέλλον προδιαγραφόταν ευνοϊκότερο από το παρόν. Οι προσδοκίες των ανθρώπων δικαιολογημένα ήταν αυξημένες. Ωστόσο, αυτά που απέμεναν να επιλυθούν ήταν ακόμη αρκετά. Ο πόλεμος είχε ανοίξει πληγές που ήταν δύσκολο να επουλωθούν, ενώ οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές διαιρέσεις του πρόσφατου παρελθόντος απειλούσαν να δυναμιτίσουν την επισφαλή ειρήνη.

Για δύο από τους νικητές, τους Έλληνες και τους Γιουγκοσλάβους, η μεταπολεμική περίοδος φάνταζε γεμάτη προκλήσεις. Εσωτερικά προβλήματα, όπως το ζήτημα των δοσίλογων κατοχικών συνεργατών των Γερμανών, η ανάδυση στα πεδία των μαχών νέων πολιτικών δυνάμεων, στην πλειοψηφία τους κομμουνιστικών, και η αναζήτηση ισορροπιών σε ένα διεθνές περιβάλλον τελείως διαφορετικό από εκείνο του Μεσοπολέμου δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για την επιβολή πολιτικών και κοινωνικών καθεστώτων αρκετά διαφορετικών από εκείνα του πρόσφατου παρελθόντος.

Στόχο της ανακοίνωσης αυτής αποτελεί η περιγραφή της περιπέτειας των διπλωματικών και πολιτικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας από την απελευθέρωσή τους, στα τέλη του 1944, έως το καλοκαίρι του 1946, όταν μετά από μια θυελλώδη και αμφιλεγόμενη διετία εντάσεων, όπου οι στιγμές βελτιώσεις εναλλάσσονταν με εκείνες της έντασης, εισήλθαν και πάλι στην «κατάψυξη» της περιόδου 1946-1949. Θα υποστηριχθεί πως την κρίσιμη αυτή διετία αναδύθηκαν νέοι παράγοντες που ο καθένας από μόνος του αλλά και όλοι μαζί επηρέασαν αλλά και επηρεάστηκαν από το διπλωματικό κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών. Τέτοιοι παράγοντες ήταν τα κομμουνιστικά κόμματα της εποχής, οι πρόσφυγες από την ελληνική Μακεδονία και οι ανταρτικές οργανώσεις που συγκρότησαν καθώς και οι τοπικές πολιτικές ελίτ που δρούσαν κυρίως στην ελληνική Μακεδονία και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αποτέλεσμα ήταν ο παραδοσιακός άξονας Αθηνών-Βελιγραδίου που είχε σφυρηλατηθεί από το 19ο αιώνα αλλά κυρίως στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα να ατονήσει αποκτώντας μια διαφορετική δυναμική και ξεχωριστά χαρακτηριστικά.

Τον Οκτώβριο του 1944 η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση με επικεφαλής το Γεώργιο Παπανδρέου επέστρεψε στην Αθήνα. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν πολλά, το σημαντικότερο όμως ήταν η εδραίωση της εξουσίας της, αφού παρά τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας το Κ.Κ.Ε. ήλεγχε σχεδόν το σύνολο της ελληνικής ενδοχώρας και μόνο η παρουσία των Βρετανών στην πρωτεύουσα εγγυούταν τη διατήρηση του καθεστώτος της Αθήνας. Ιδιαίτερα στο βορά, στη Μακεδονία, η ανασφάλεια μεταξύ του πληθυσμού ήταν γενικευμένη. Ελάχιστα πράγματα πρόδιδαν μια ειρηνική περίοδο, ενώ αντίθετα πολλά μαρτυρούσαν πως η επανέναρξη των πολεμικών συγκρούσεων ήταν απλώς θέμα χρόνου. Ένοπλές ομάδες κομμουνιστών ανταρτών, αλλά και δοσίλογοι πρώην συνεργάτες των Γερμανών, Σλαβομακεδόνες ακτιβιστές του Σ.Ν.Ο.Φ. και άνδρες του τακτικού στρατού, έπαιρναν θέσεις για το τελικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Κι αυτό δεν άργησε να γίνει, καθώς το Δεκέμβριο του 1944, οι συγκρούσεις δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. με τους Βρετανούς στρατιώτες στην Αθήνα σήμαναν ουσιαστικά την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.

Την ίδια στιγμή η κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία δεν ήταν καλύτερη. Οι παρτιζάνοι του Τίτο είχαν βέβαια εξέλθει νικητές από τα πεδία των μαχών και είχαν αναλάβει τον έλεγχο της χώρας. Μάλιστα ήδη από το Νοέμβριο του 1943 στο Γιάιτσε, κατά τη δεύτερη σύνοδο του Αντιφασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (A.V.N.O.J.) είχαν τεθεί οι βάσεις της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Τίτο εντοπίζονταν κυρίως στο νότο, στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπου στις 2 Αυγούστου 1944 κατά την πρώτη σύνοδο της Αντιφασιστικής Συνέλευσης Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας (Α.Σ.Ν.Ο.Μ.) διακηρύχθηκε η σύσταση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και η ένταξή της στην ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Παρά τις επίσημες διακηρύξεις όμως, το Βελιγράδι είχε να αντιμετωπίσει τις φιλοβουλγαρικές συμπάθειες μεγάλου τμήματος του ντόπιου πληθυσμού στην περιοχή των Σκοπίων, αλλά και τις εθνικιστικές ομάδες του Ιβάν Μιχαήλωφ, οι οποίες αγωνίζονταν να καταλάβουν την εξουσία.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα γενικευμένης εσωτερικής αβεβαιότητας, ανασφάλειας για τις βόρειες ελληνικές επαρχίες αλλά και τις νότιες γιουγκοσλαβικές περιοχές και αμοιβαίας καχυποψίας, αφού παρά τη συστράτευση στον μεγάλο πόλεμο, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις των δύο χωρών ήταν ιδεολογικά αντίθετες, πορεύτηκαν Αθήνα και Βελιγράδι από τα τέλη του 1944 και ύστερα. Οι φιλικές σχέσεις των προηγούμενων δεκαετιών αναμφίβολα βάρυναν αλλά και οι νέες συνθήκες δεν ήταν δυνατόν να παραβλεφθούν.

Όσον αφορά την Ελλάδα, οι απόψεις που διατυπώνονταν για τις σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Η ελληνική κυβέρνηση, με την ενθάρρυνση μάλιστα των Βρετανών και των Αμερικανών, επεδίωκε την ομαλοποίηση των διπλωματικών σχέσεων με το Βελιγράδι, αφού μια τέτοια κίνηση θα απάλλασσε τη χώρα από ένα εξωτερικό μέτωπο και θα εδραίωνε ένα αίσθημα ασφαλείας. Ας σημειωθεί πως την εποχή αυτή η Βουλγαρία και η Αλβανία, λόγω των πρόσφατων πολεμικών γεγονότων, είχαν εξαιρετικά κακές σχέσεις με την Ελλάδα. Τα τυχόν εμπόδια που μπορούσε να προβάλει στη βελτίωση των σχέσεων Αθηνών-Βελιγραδίου η σύσταση της Λ.Δ.Μ. δεν είχαν γίνει ακόμη αντιληπτά, αφού έως το καλοκαίρι του 1945 ελάχιστοι στην Ελλάδα είχαν αντιληφθεί το τι πραγματικά συνέβαινε στις νότιες γιουγκοσλαβικές επαρχίες. Οι περισσότεροι θεωρούσαν πως το «αυτόνομο μακεδονικό κράτος» ήταν ένα ακόμη βουλγαρικό τέχνασμα, πως είχε δημιουργηθεί ερήμην του Βελιγραδίου και πως πολύ σύντομα ο στρατηγός Τίτο θα διέλυε τις φιλοβουλγαρικές ομάδες που δρούσαν αλυτρωτικά σε βάρος της Ελλάδας. «Η βουλγαρική ύαινα», έγραφε μια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης θέλησε να εμφανίσει τα φίλια σερβικά εδάφη ως στοργική εστία των ακατονόμαστων εγκλημάτων της. Μάταια όμως, αφού τα δύο έθνη, «αδελφωμένοι εις τους αγώνας, τας συμφοράς και τα δεινά, ηνωμένοι θα βαδίσουν, συμπαραστάται εις το συνέδριο της Ειρήνης».

Η Γιουγκοσλαβία από την πλευρά της επιθυμούσε και αυτή τη βελτίωση των διπλωματικών σχέσεών της με την Ελλάδα. Μάλιστα όσο η καθεστωτική μάχη στην Αθήνα ήταν αμφίρροπη προσέβλεπε σε επικράτηση του Κ.Κ.Ε., με το οποίο άλλωστε συνέπλεε ιδεολογικά. Ο Τίτο και οι σύντροφοί του δεν είχαν ενδοιασμό να επιλέξουν στρατόπεδο στην πολιτική μάχη της Ελλάδας. Για το λόγο αυτό, σε μια εκδήλωση των προθέσεών τους, στα τέλη του 1944, τα γιουγκοσλαβικά μέσα ενημέρωσης επιτέθηκαν με δριμύτητα εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου χαρακτηρίζοντάς την σοβινιστική και κατηγορώντας την ότι ασκούσε τρομοκρατική πολιτική απέναντι στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Παρόλα αυτά οι ενέργειες του Βελιγραδίου για την ενίσχυση των Ελλήνων κομμουνιστικών ανταρτών ήταν λίγες και περισσότερο φραστικές, ιδιαίτερα μετά τη γνωστοποίηση της συμφωνίας Τσώρτσιλ-Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944 αλλά και τη διακήρυξη της Γιάλτας το Φεβρουάριο του 1945 που ενέτασσαν την Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής.

Από τις αρχές κιόλας του 1945 αρκετοί Γιουγκοσλάβοι αξιωματούχοι επισκέφτηκαν στην Ελλάδα με σκοπό την επιτάχυνση των οικονομικών ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο εμπορικός απεσταλμένος του Βελιγραδίου μάλιστα, Γιάνισιτς, τόνισε με ενθουσιασμό μετά από ένα ταξίδι του στην Αθήνα ότι τα οικονομικά συμφέροντα των δύο χωρών συνέπιπταν απολύτως και ως εκ τούτου προέβλεψε την έναρξη ευρύτατων οικονομικών συναλλαγών πολύ γρήγορα.

Η ευφορία, όμως, των πρώτων μηνών του 1945 πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι στερούνταν ουσιαστικής βάσης κι αυτό γιατί καμία από τις κυβερνήσεις δεν ασκούσε ολοκληρωτικό έλεγχο στα εδάφη της. Αντίθετα, φυγόκεντρες δυνάμεις, όπως οι δυνάμεις του Ε.Α.Μ. αλλά και ακτιβιστές του Σ.Ν.Ο.Φ. και στη συνέχεια του Ν.Ο.Φ στην Ελλάδα και φιλοβουλγαρικά στελέχη στη Γιουγκοσλαβία αλλά και ακραίοι εθνικιστές από κοινού με τοπικιστικά λόμπι απέδειξαν είχαν τη δύναμη να επηρεάσουν αποφασιστικά τις διμερείς σχέσεις παρακωλύοντας το έργο των υπευθύνων κυβερνήσεων. Την αφορμή προσέφεραν τα λάφυρα του πολέμου, οι εθνικές διεκδικήσεις που δικαιολογημένα εξέτρεφαν η Αθήνα και το Βελιγράδι όντας στο στρατόπεδο των νικητών. Στις 28 Μαρτίου 1945 η ιστορική εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης επανακυκλοφόρησε ύστερα από περίοδο παύσης κατά τη γερμανική κατοχή. Στην πρώτη σελίδα της δημοσιεύτηκε ένας χάρτης, ο οποίος απεικόνιζε παραστατικά τις προς βορράν εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας. Με βάση το χάρτη η Ελλάδα διεκδικούσε σημαντικά εδάφη από τη Βουλγαρία, τη βόρειο Ήπειρο από την Αλβανία, αλλά το ενδιαφέρον ήταν πως διεκδικούμενα εδάφη ήταν και περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και πιο συγκεκριμένα η περιοχή νοτίως της Ρέσνας και του Περλεπέ, περιοχή στην οποία εντασσόταν η περιφέρεια του Μοναστηρίου και της Στρώμνιτσας. Σχολιάζοντας το χάρτη ο αρθρογράφος της Μακεδονίας με έπαρση παρατηρούσε «οι Βούλγαροι και οι Αλβανοί είναι εχθροί μας. Συνειργάσθησαν και συνεκακούργησαν μαζί με τους εχθρούς μας… Με αυτούς δεν χωρεί καμία συζήτησις. Δεν έχομεν να είπωμεν τίποτε μαζί τους. Δεν έχομεν να ανταλλάξωμεν τίποτε. Ούτε χειραψίαν. Ούτε απλούν χαιρετισμόν. Ούτε θα ζητήσωμεν την γνώμην τους. Μαζί με τους Συμμάχους ας θα χαράξωμεν επάνω εις τον χάρτην μίαν γραμμήν και θα υπάγωμεν έπειτα επί τόπου να την μεταβάλλωμεν την γραμμήν αυτήν εις βουνόν, εις οροσειράν, εις Ιμαλάια από μπετόν-αρμέ, από χάλυβα, από κορμιά, από ψυχάς και θα κτίσωμεν ένα νέον Σινικόν τείχος». Οι διεκδικήσεις έναντι της Γιουγκοσλαβίας δικαιολογήθηκαν ως αμυντική κίνηση που θα βοηθούσε στην εδραίωση της εθνικής ασφάλειας, αφού κατά τη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τα σύνορα της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία είχαν βρεθεί εκτεθειμένα και ανοχύρωτα πολύ περισσότερο από τα αντίστοιχα με τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Οι διακηρύξεις της Μακεδονίας δεν αποτελούσαν βέβαια εξαίρεση, αντίθετα απηχούσαν σε γενικές γραμμές τις απόψεις του συνόλου του ελληνικού τύπου, πλην βεβαίως εκείνου που ελεγχόταν από την Αριστερά. Παρόμοιες απόψεις όμως ήταν γνωστές και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ακούγονταν μάλιστα και από επίσημα χείλη, όπως ο υφυπουργός των Εξωτερικών Φίλιππος Δραγούμης, από βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο αλλά και από προσωπικότητες εκτός κοινοβουλίου όπως ο Μακεδόνας Γεώργιος Μόδης καθώς και από διάφορες οργανώσεις κυρίως βορειομακεδόνων, όπως οι Επιτροπές Αλυτρώτων Βορείου Ελλάδος και Εθνικών Δικαίων. Μοναδική εξαίρεση στις προς βορράν διεκδικήσεις στάθηκε το Κ.Κ.Ε. Οι Έλληνες κομμουνιστές οριοθετούσαν τις εθνικές διεκδικήσεις κυρίως προς Ανατολάς, σε βάρος της Τουρκίας, ενώ αντίθετα ήταν αρνητικοί στα επεκτατικά σχέδια προς βορράν, τα οποία θεωρούσαν ότι δυναμίτιζαν το κλίμα συνεργασίας που οικοδομούσαν οι βαλκανικοί λαοί, στην πλειοψηφία τους κομμουνιστικοί. «Η ελληνική Δεξιά», σημείωνε ο αρθρογράφος της εφημερίδας Λαϊκή Φωνή, «ζητάει περίπου ολόκληρη τη σερβική Μακεδονία, αδιάφορο αν δεν ζει εκεί ούτε ένας Έλληνας και αδιάφορο αν αυτό θα εσήμαινε βέβαιο πόλεμο με τον τακτικόν στρατό του Τίτο… Αν ο πρωθυπουργός στρατάρχης Τίτο και οι συνεργάτες του γιουγκοσλαβικού συνασπισμού της Αριστεράς είχαν τα μυαλά που έχει η ελληνική Δεξιά θα ζητούσαν βέβαια εις αντάλλαγμα τη Θεσσαλονίκη». Η πολιτική του Κ.Κ.Ε. έναντι της Γιουγκοσλαβίας στηριζόταν στη βάση της ειλικρινούς και ολόπλευρης συνεργασίας. Άλλωστε το Κ.Κ.Ε. κατά βάση προσέβλεπε στη βοήθεια του Βελιγραδίου προκειμένου να επικρατήσει στην πολιτική μάχη που έδινε με την ελληνική Δεξιά.

Το δημοσίευμα της Μακεδονίας προκάλεσε την οργή της άλλης πλευράς. Λίγες μέρες αργότερα, στις 15 Απριλίου, ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βελιγραδίου καυτηρίασε τη δημοσίευση του χάρτη με τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις χαρακτηρίζοντας φιλοφασιστική την εφημερίδα Μακεδονία και προβλέποντας ότι τέτοιες ενέργειες ήταν ικανές να οδηγήσουν σε παρεξηγήσεις, ακόμη και σε πόλεμο.

Η ένταση της στιγμής προς στιγμή εκτονώθηκε, αφού στις 21 Απριλίου 1945 ο Γιουγκοσλάβος υφυπουργός των Εξωτερικών Γαβρήλοβιτς σε επιστολή του προς την ελληνική ομογενειακή εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ της Νέας Υόρκης δήλωσε κατηγορηματικά ότι η χώρα του δεν είχε καμία διεκδίκηση σε βάρος της Ελλάδας, ενώ χαρακτήρισε παράλογες τις φήμες που ήθελαν τη Γιουγκοσλαβία να επιθυμεί την ίδρυση μακεδονικού κράτους που θα περιελάμβανε και την ελληνική Μακεδονία. Οι δηλώσεις Γαβρίλοβιτς φιλοξενήθηκαν με ανακούφιση στον ελληνικό τύπο, η ανησυχία του οποίου για τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας εντεινόταν διαρκώς όσο οι πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στη Λ.Δ.Μ. πλήθαιναν.

Πολύ σύντομα όμως αποδείχτηκε πως οι δηλώσεις του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού ήταν αδύνατο να συγκαλύψουν την ένταση που υπέβοσκε ανάμεσα στις δύο χώρες. Από τις αρχές της άνοιξης του 1945, αμέσως μετά δηλαδή τη συμφωνία της Βάρκιζας, αλλά ιδιαίτερα από τις αρχές του καλοκαιριού του 1945 τα δημοσιεύματα στις ελληνικές αριστερές εφημερίδες για δεξιά τρομοκρατία στην ύπαιθρο και για διώξεις των Σλαβοφώνων της Μακεδονίας έλαβαν τα μορφή χιονοστιβάδας. «Η δίωξη του σλαβομακεδονικού στοιχείου φτάνει τα όρια ενός πραγματικού πογκρόμ κι εκφράζεται με πολλούς και διάφορους τρόπους», παρατηρούσε μια αριστερή ελληνική εφημερίδα και συμπλήρωσε ότι μόνο «στην περιοχή της Καστοριάς σχηματίσθηκαν 600 δικογραφίες που αφορούν περίπου 5 χιλιάδες Σλαβόφωνους» με την κατηγορία ότι ήταν μέλη της Οχράνα. Μάλιστα πολύ σύντομα παρόμοιες καταγγελίες επαναλήφθηκαν και από τις γιουγκοσλαβικές εφημερίδες Μπόρμπα και Πολίτικα. Οι καταγγελίες αυτές υποχρέωσαν στις 3 Ιουλίου τον Έλληνα υφυπουργό Τύπου Ζακυθηνό να προβεί σε δηλώσεις αρνούμενος τις κατηγορίες, μιλώντας απλώς για αποχώρηση από την Ελλάδα μερικών εκατοντάδων Σλαβοφώνων που βαρύνονταν με κατηγορίες του κοινού ποινικού δικαίου.

Ανταπαντώντας στις δηλώσεις Ζακυθηνού, το γιουγκοσλαβικό υπουργείο Πληροφοριών δήλωσε ότι λόγω της τρομοκρατίας στην Ελλάδα περίπου 20.000 πρόσφυγες, στην πλειοψηφία τους Σλαβόφωνοι, είχαν εκδιωχθεί από την Ελλάδα και βρίσκονταν ήδη στη Γιουγκοσλαβία.

Στα γεγονότα παρενέβη και ο ίδιος ο Τίτο, ο οποίος από τη Μπέλα Τσέρκβα κατήγγειλε και πάλι την ελληνική κυβέρνηση για τις διώξεις σε βάρος των «Μακεδόνων» και τόνισε ότι αντίθετα με τα διαδραματιζόμενα στην Ελλάδα, η χώρα του από την πρώτη κιόλας στιγμή περιέθαλψε τους πρόσφυγες και τους παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια. Τα βέλη του βέβαια εξακοντίστηκαν μόνο εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης την οποία κατηγόρησε ότι βρισκόταν σε χέρια αντιδραστικών, οι οποίοι είχαν θέσει υπό διωγμό τους δημοκρατικούς πολίτες και τη σλαβική μειονότητα. Αντίθετα οι Γιουγκοσλάβοι δεν είχαν καμία διαφορά με τον ελληνικό λαό, τόνισε ο Τίτο, γιατί και αυτός είχε αγωνιστεί γενναία κατά των φασιστών κατακτητών του. Η κυβέρνηση της Ελλάδας, όμως, υποστήριξε ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης, βρισκόταν σε χέρια αντιδραστικών οι οποίοι έθεσαν υπό διωγμό τους δημοκρατικούς πολίτες και τη σλαβική μειονότητα.

Οι δηλώσεις του Τίτο προκάλεσαν τις οξύτατες αντιδράσεις του ελληνικού τύπου. Πλήθος από δημοσιεύματα εναντίον του Γιουγκοσλάβου ηγέτη φιλοξενήθηκαν στις ελληνικές εφημερίδες φθάνοντας ακόμη και σε ακραίους χαρακτηρισμούς εναντίον του. Είναι η περίοδος κατά την οποία στην ελληνική κοινωνία συντελείται μια καθοριστική στροφή. Αρχίζει να γίνεται κατανοητό το νέο σκηνικό στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και η θέση το Τίτο κι έτσι βαθμιαία υποχωρεί η καταγγελία της Βουλγαρίας ως αποκλειστικής υπευθύνου για τις εξελίξεις στα Σκόπια και αναδεικνύεται η επίδραση του Βελιγραδίου. Την ίδια στιγμή η ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός Βούλγαρης προσπαθούσαν να χαμηλώσουν τους τόνους και να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους. Έτσι στις 12 Ιουλίου ο Βούλγαρης από τη Θεσσαλονίκη δήλωσε ότι ο ελληνικός λαός συνδεόταν με ακατάλυτη φιλία με το γιουγκοσλαβικό έθνος και ότι οι παρεξηγήσεις θα διαλύονταν μόλις θα άρχιζαν οι εκ του σύνεγγυς συνομιλίες Μάλιστα ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν δίστασε να καυτηριάσει την απρεπή στάση του ελληνικού τύπου απέναντι στον Τίτο χαρακτηρίζοντάς την εγκληματική.

Λίγες μέρες αργότερα όμως σε συλλαλητήριο ση Θεσσαλονίκη υπέρ των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων το συγκεντρωμένο πλήθος εκτόξευσε και πάλι ύβρεις εναντίον του Τίτο, ενώ απείλησε με πόλεμο τη Γιουγκοσλαβία. Την ίδια στιγμή τα ελληνικά και τα γιουγκοσλαβικά μέσα ενημέρωσης αλληλοκατηγορούνταν για υπονόμευση των διμερών σχέσεων. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στις 23 Ιουλίου στην επίδοση διαβήματος στην Ελλάδα από το Βελιγράδι.

Ένα μήνα αργότερα κι ενώ η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί επικίνδυνα οι Η.Π.Α., αποσκοπώντας στην εκτόνωση της έντασης, πρότειναν τη σύσταση διασυμμαχικής επιτροπής για να ελέγξει τις γιουγκοσλαβικές κατηγορίες σε βάρος της Ελλάδας. Η πρωτοβουλία αυτή τελικώς δεν καρποφόρησε αφού το Βελιγράδι ήθελε να διεξαχθεί έρευνα μόνο στην ελληνική Μακεδονία, ενώ η Αθήνα ζητούσε να διερευνηθούν και όσα διαδραματίζονταν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

Την ίδια στιγμή, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1945, σε τοπική διάσκεψη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Μακεδονίας ο αντιπρόεδρος της Λ.Δ.Μ. Λάζαρ Κολισέφσκι δήλωσε ότι έπρεπε με κάθε τρόπο να βοηθήσουν τους αδελφούς τους από τη «Μακεδονία του Αιγαίου». Παράλληλα, στο Μοναστήρι διοργανώθηκε συλλαλητήριο «εναντίον του διωγμού των σλαβοφώνων της ελληνικής Μακεδονίας», στο οποίο μίλησαν πολλοί πρόσφυγες από την Ελλάδα, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου οι πρόσφυγες από την ελληνική Μακεδονία εξέλεξαν επιτροπή η οποία έστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση της Λ.Δ.Μ. στα Σκόπια εκφράζοντας τις ευχαριστίες της για την βοήθεια που τους προσέφερε αλλά και καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την ελληνική κυβέρνηση.

Η ανθελληνική υστερία έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 11 Οκτωβρίου, όταν ο Τίτο σε ομιλία του στα Σκόπια ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου ισχυρίσθηκε ότι οι Γιουγκοσλάβοι ποτέ δεν θα παρέβλεπαν το δικαίωμα του «μακεδονικού λαού» να είναι ενωμένος. Διακήρυξε επίσης το ενδιαφέρον του για την τύχη των «αδελφών στη Μακεδονία του Αιγαίου» και την πρόθεσή του να υπερασπίσει σθεναρά την αρχή ότι «όλοι οι Μακεδόνες έπρεπε να είναι ενωμένοι στη χώρας τους».

Οι δηλώσεις του Τίτο ανέτρεψαν αμέσως το κλίμα που προς στιγμήν είχε καλλιεργηθεί από τις πρόσφατες δηλώσεις του αντιπροέδρου της Γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης Καρντέλι, ο οποίος από το Λονδίνο όπου βρισκόταν για τη διάσκεψη των υπουργών των εξωτερικών δήλωσε ότι η χώρα του δεν είχε καμία βλέψη εναντίον της Ελλάδας και ότι αντίθετα επιθυμούσε να αποκατασταθούν στενές και φιλικές σχέσεις.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας, καταγγελιών ακόμη και ύβρεων η Μόσχα αποκατέστησε διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα στα τέλη Νοεμβρίου 1945, ενώ το ίδιο έκαναν σχεδόν παράλληλα με τη Γιουγκοσλαβία η Αγγλία και οι Η.Π.Α. Ως επακόλουθο, στα τέλη Δεκεμβρίου 1945 η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία προχώρησαν στην ανταλλαγή πρεσβευτών. Πρεσβευτής του Βελιγραδίου στην Αθήνα τοποθετήθηκε ο Σλοβένος Ιζιντώρ Τσαγκάρ ενώ στο Βελιγράδι τοποθετήθηκε πρεσβευτής ο Διαλέτος. Σε μια προφητική συνέντευξή του σε αθηναϊκή εφημερίδα τις πρώτες ημέρες του διορισμού του στην Αθήνα, ο Τσαγκάρ απαντώντας σε ερώτημα για τους τρόπους με τους οποίους οι ελληνοιγουγκολσαβικές σχέσεις μπορούσαν να βελτιωθούν παραδέχθηκε τις δυσκολίες τονίζοντας ότι αυτό μπορούσε να γίνει «αν αποβάλουμε τους πολύ στενούς ορίζοντες, αν αποκρούσουμε τις προκαταλήψεις, αν παρεμποδίσουμε τη διάδοση ανακριβών πληροφοριών, αν εκριζώσουμε τα σοβινιστικά πάθη, αν διαδίδουμε ακριβείς ειδήσεις και αν διορθώνουμε τα διαπραχθέντα σφάλματα».

Η επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων όμως ελάχιστα αποφόρτισε την κατάσταση. Οι εφημερίδες στις δύο χώρες αλλά και οι τοπικές κοινωνίες σε Σκόπια και Θεσσαλονίκη δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να αλληλοκατηγορούνται. Ήταν προφανές οι διπλωμάτες σε Αθήνα και Βελιγράδι δεν είχαν τη δύναμη να αναστρέψουν μια ήδη διαμορφωμένη κατάσταση. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε την άνοιξη του 1946 όταν τα αριστερά κόμματα σαμποτάρισαν τις εκλογές στην Ελλάδα. Γρήγορα έγινε γνωστό πως στα σλαβόφωνα χωριά της Μακεδονίας η αποχή ήταν μεγάλη κι αυτό επανατροφοδότησε τις φήμες που ήθελαν αρκετούς από τους Σλαβοφώνους της Ελλάδας να συμμετέχουν σε συνομωσία Σέρβων και Ελλήνων κομμουνιστών για την απόσχιση της ελληνικής Μακεδονίας και την ένωσή της με τη Λ.Δ.Μ. Οι φήμες αυτές ενισχύονταν μάλιστα, καθώς οι ένοπλες ανταρτικές ομάδες του Ν.Ο.Φ. που συγκρούονταν επανειλημμένα με τις δυνάμεις του ελληνικού στρατού, λειτουργούσαν την περίοδο αυτή ανεξέλεγκτα, εκτός του πλαισίου που διαμόρφωνε το Κ.Κ.Ε. και δεν έκρυβαν τις ερωτοτροπίες τους με τους ομοϊδεάτες τους στα Σκόπια. Με τέτοια δεδομένα δεν αποτελεί έκπληξη η εμφάνιση, την άνοιξη του 1946 δημοσιευμάτων στον ελληνικό τύπο που ζητούσαν επιτακτικά την απομάκρυνση εκτός της ελληνικής επικράτειας ή τον εκτοπισμό των Σλαβοφώνων χαρακτηρίζοντάς τους ως Σουδήτες της Ελλάδας. Είναι «φίδια» έγραφε γι αυτούς ο Ελληνικός Βοράς κι αυτό που πρέπει η Ελλάδα είναι να τους μαζέψει «μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, να τους οδηγήσει στα σύνορα και να τους στείλει εις την Αυτόνομη Μακεδονία του Βαρδάρη ή στη μητέρα τους Βουλγαρία». Επίσης, είναι χαρακτηριστικό και το άρθρο του Χρ.Χρηστίδη στην εφημερίδα το Βήμα, στις 2 Ιουλίου 1946, στο οποίο υποστήριζε ότι η «απομάκρυνσις των σλαβικών πληθυσμών από τη Δυτική Μακεδονία αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εξασφάλιση της ειρήνης στη Βαλκανική».

Η αφορμή για την επιδείνωση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων δόθηκε το καλοκαίρι του 1946. Πιο συγκεκριμένα, στις 22 Ιουνίου, ο Γενικός Διοικητής Δυτικής Μακεδονίας Νταλίπης έριξε λάδι στη φωτιά όταν δημοσίευσε ενυπόγραφο άρθρο σε αθηναϊκή εφημερίδα καταγγέλλοντας για πρώτη φορά επίσημα τη Γιουγκοσλαβία ότι διεξήγαγε ακήρυχτο πόλεμο σε βάρος της Ελλάδας. Ο κύβος είχε ριφθεί.

Στις 21 Αυγούστου 1946 το Βελιγράδι ανακάλεσε τον πρεσβευτή του στην Αθήνα Ισίδωρο Τσαγκάρ. Ο Τσαγκάρ επισκέφτηκε τον αναπληρωτή υπουργό των Εξωτερικών Σ.Στεφανόπουλο και του ανακοίνωσε πως εξαιτίας των ύβρεων που απηύθυνε μερίδα του ελληνικού τύπου εναντίον του Τίτο και της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, εξαιτίας της στάσης του Υπουργού Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Νταλίπη και λόγω του ανακύψαντος ζητήματος για την ανέλκυση του πλοίου «Βασιλεύς Αλέξανδρος» η κυβέρνησή του είχε προχωρήσει στην ανάκλησή του. Απαντώντας ο Έλληνας υπουργός τόνισε στον πρεσβευτή της Γιουγκοσλαβίας πως όσον αφορούσε τις ύβρεις εναντίον του Τίτο η κυβέρνησή του τις είχε αποδοκιμάσει στο Κοινοβούλιο. Επιπλέον, είχε παραπέμψει στη δικαιοσύνη τις εφημερίδες που είχαν παρεκτραπεί. Αναφορικά με τις δηλώσεις Νταλίπη, ο Στεφανόπουλος απάντησε πως εκείνος είχε ήδη αποπεμφθεί από την κυβέρνηση, ενώ αρνήθηκε πως η Ελλάδα είχε διαπράξει δολιοφθορά στο βυθισμένο γιουγκοσλαβικό πλοίο «Βασιλεύς Αλέξανδρος». Σε δηλώσεις του στους εκπροσώπους του Τύπου ο Στεφανόπουλος εξέφρασε την δυσαρέσκεια της κυβέρνησής του για την απόφαση του Βελιγραδίου, παράλληλα όμως έδειξε ξεκάθαρα πως η Αθήνα είχε πλέον κατανοήσει τα νέα δεδομένα. «Η ανάκλησις του Γιουγκοσλάβου πρεσβευτού εμπίπτει εις την επιμελώς οργανωθείσαν και μετ' επιμονής συνεχιζομένην εκστρατείαν υπό των εχθρών της Ελλάδος εις την Διάσκεψιν της ειρήνης. Άλλοτε η ανάκλησις ενός Γιουγκοσλάβου πρέσβεως θα μας συνεκόνει και θα μας έθλιβε. Σήμερος … μας αφήνει ψυχρούς, υπογράμμισε ο Έλληνας υπουργός.

Με τα λόγια έκλεισε ένα σύντομο κεφάλαιο στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις που κράτησε λιγότερο από δύο χρόνια. Παρότι η Αθήνα δεν ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από το Βελιγράδι αμέσως, οι διμερείς σχέσεις διατηρήθηκαν σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Την επόμενη τριετία οι σχέσεις δοκιμάστηκαν στο καμίνι του Εμφυλίου Πολέμου και όταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισαν να βελτιώνονται τίποτε δεν ήταν πλέον το ίδιο.

Προχωρώντας σε μια συνολική αξιολόγηση των ενεργειών των δύο χωρών μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως η μεταπολεμική περίοδος ανέδειξε όλα εκείνα τα στοιχεία που ήταν ικανά να ακυρώσουν την πατροπαράδοτη ελληνοσερβική φιλία του παρελθόντος και να τη μετατρέψουν σε ανοικτή σύγκρουση. Οι δύο κυβερνήσεις ήταν ιδεολογικά αντίθετες και τα προσχήματα έσωζε μόνο η γενικότερη ισορροπία δυνάμεων. Παράλληλα, οι συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων στην Ελλάδα, η διαμάχη του Τίτο με τον Σούμπασιτς στη Γιουγκοσλαβία σε συνδυασμό με τοπικές ιδιαιτερότητες όπως η αβεβαιότητα για την τύχη των βορείων ελληνικών περιοχών και οι φιλοβουλγαρικές αποκλίσεις μερίδας του πληθυσμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, επέτειναν την ανασφάλεια των κυβερνήσεων και τις ωθούσαν σε καιροσκοπικές πολιτικές. Τις καθιστούσαν επίσης ευάλωτες στην αλυτρωτική πολιτική διαφόρων μεγαλοϊδεατικών κύκλων που πλειοδοτούσαν σε πατριωτισμό και μισαλλόδοξη υστερία.

Η σύσταση της Λ.Δ.Μ. και οι εξελίξεις στην επικράτειά της εξελίχθηκαν γρήγορα σε βαρόμετρο των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Είναι δεδομένο πως από τα τέλη το 1944 και κυρίως σε δύο κύματα, το πρώτο λίγο μετά τη Βάρκιζα το Φεβρουάριο του 1945 και το δεύτερο αμέσως μετά τις εκλογές τις 31ης Μαρτίου 1946, πολλοί Σλαβόφωνοι από την ελληνική Μακεδονία αναχώρησαν ηθελημένα ή λόγω πιέσεων και κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Στα τέλη του 1945 ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων προσφύγων από την Ελλάδα στη Λ.Δ.Μ. ανήλθε σε 8.500 χιλιάδες άτομα. Ένα χρόνο αργότερα μάλιστα οι πρόσφυγες είχαν φτάσει τις 20.000. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως πολλοί από αυτούς (γύρω στα 6.000 άτομα) είχαν φτάσει στη Λ.Δ.Μ. μέσω Βουλγαρίας, όπου είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο. Η Ελλάδα θεωρούσε πως η πλειοψηφία των προσφύγων ήταν στελέχη της βουλγαρικής Οχράνα και έφευγαν για να γλιτώσουν από την παραπομπή τους σε δίκη για όσα είχαν διαπράξει την περίοδο της Κατοχής. Οι πρόσφυγες από την πλευρά τους έφταναν στη Λ.Δ.Μ. σε κακή κατάσταση. Εκεί πολύ εύκολα προσηλυτίζονταν και εντάσσονταν στις ανταρτικές ομάδες του Ν.Ο.Φ. που είχαν ορμητήριο το Μοναστήρι. Από εκεί διοχετεύονταν εκ νέου στην ελληνική Μακεδονία, ως αντάρτες τώρα πια, επιβεβαιώνοντας έτσι τις κατηγορίες της Ελλάδας για την αλυτρωτική τους δράση.

Ο Τίτο από την πλευρά του δεν ήταν δυνατόν να αδιαφορήσει μπροστά στα όσα συνέβαιναν ση Λ.Δ.Μ. Οι πρόσφυγες δημιουργούσαν ένα ανθρωπιστικό και ένα πολιτικό πρόβλημα. Όσον αφορά το πρώτο, τόσο η τοπική κυβέρνηση όσο και η κεντρική διοίκηση στο Βελιγράδι περιέθαλψαν τους πρόσφυγες αποτελεσματικά και τους ενίσχυσαν οικονομικά. Όσον αφορά το δεύτερο, οι πρόσφυγες αποτελούσαν ένα «αγκάθι» στις σχέσεις με την Ελλάδα. Ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης, ακόμη κι αν ήθελε, δεν μπορούσε να το αγνοήσει, αφού την περίοδο 1944-1946, όπως ήδη έχει ειπωθεί, δεν ασκούσε ολοκληρωτικό έλεγχο στην τοπική κυβέρνηση της Λ.Δ.Μ. Έτσι, αναπόφευκτα, θέλοντας να ενισχύσει τη φιλογιουγκοσλαβική τάση στο εσωτερικό της τοπικής κυβέρνησης, πλειοδοτούσε συχνά σε ανθελληνική ρητορεία. Ικανοποιούσε έτσι και τους ίδιους τους πρόσφυγες που ένιωθαν προστασία αλλά και την πολιτική ηγεσία της Λ.Δ.Μ. που έβλεπε με ιδιαίτερη συμπάθεια και χωρίς καχυποψία τους πρόσφυγες από την Ελλάδα, θεωρώντας ότι μπορούσε εύκολα να τους καθοδηγήσει, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια περίοδο που τα εθνικά αισθήματα πολλών ντόπιων κατοίκων στη Λ.Δ.Μ. δεν ήταν ξεκαθαρισμένα.

Ουσιαστικά μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως η βραχύβια βελτίωση των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας την περίοδο 1944-1946 οφειλόταν αφενός στην επιβίωση του προπολεμικού ιδεολογήματος του άξονα Αθηνών-Βελιγραδίου και αφετέρου εντασσόταν στη γενικότερη περιφερειακή πολιτική των Υπερδυνάμεων μετά τη Γιάλτα. Στερούνταν όμως οιασδήποτε ιδεολογικής σύγκλισης. Γι αυτό και πολύ σύντομα κατέρρευσε συμπαρασύροντας μαζί της και την ειρήνη στη νότιο Βαλκανική.