ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΙΔΙΟΤΥΠΙΑ, ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΓΚΡΑΜΣΙ

του Μιχάλη Π. Λυμπεράτου

αναδημοσίευση από περ. «ΘΕΣΕΙΣ», Τεύχος 105, περίοδος Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1052&Itemid=29

Η ενασχόληση με το έργο του Γκράμσι καθίσταται αναγκαία για πολλούς λόγους: ανάμεσα σε αυτούς και για προβλήματα που αφορούν στην άρθρωση του ιστορικού λόγου[1]. Αυτό σε μια εποχή που βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεθοδολογική αναδίπλωση που «αναθεωρεί» την υπάρχουσα ιστορική γνώση[2] προς όφελος του μετανεωτερικού υποκειμενισμού,[3] των «κατασκευαστικών» θεωριών[4] και των «γλωσσο-κειμενικών στροφών»[5].

Είναι γεγονός ότι η εμφάνιση των «νέων» αυτών προσεγγίσεων[6] δεν αντανακλά μόνο την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού[7], τις δύο τελευταίες δεκαετίες[8]. Έγινε και στη βάση των αδυναμιών της ιστορικής εκείνης τάσης, που πίσω από τα γεγονότα αναζητούσε κοινωνικές δομές και ταξικές σχέσεις, οικονομικούς κύκλους και πολιτικές συγκυρίες. Ήταν μια σειρά επιστημολογικά εμπόδια που αναπαρήγαγαν μια μονοδιάστατη αιτιοκρατία και έναν γραμμικό εξελικτικισμό[9].

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το έργο του Γκράμσι καθίσταται σήμερα επίκαιρο: διότι μπορεί να διαυγάσει[10] τα υπάρχοντα ρήγματα στις προσεγγίσεις της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος που επιτρέπουν την ανάδυση των «αναθεωρήσεων». Ιδίως εκεί που βρίσκεται η αφετηρία των αδυναμιών αυτών: στην απώλεια της αίσθησης της ιστορικής ιδιοτυπίας, στην οποία ο Γκράμσι αταλάντευτα εστιάζει[11].

Γιατί ο Γκράμσι θέτει όχι μόνο το πρόβλημα των επιλογών του πολιτικού φορέα, κάτι στο οποίο αρέσκεται η μονο-αιτιακή ιστορική ανάλυση, αλλά την πολιτική με την ευρύτερή της διάσταση[12], ως οργάνωση κοινωνικών μετώπων, ως πόλεμο θέσεων, ως διαμόρφωση ηγεμονικών στρατηγικών[13]. Με άλλα λόγια, αναδεικνύει την εκάστοτε ιστορική αναφορικότητα, το ζήτημα, δηλαδή, του ρόλου των αντικειμενικών συνθηκών, των δομών, των σχετικά σταθερών σχέσεων, και της σχέσης τους με τα ιστορικά στοιχεία της συγκυρίας[14].

Τόσο ο Γκράμσι, όπως και ο Αλτουσέρ αργότερα, επέμειναν στην ένθεση των αντικειμενικών αντιφάσεων στον ορίζοντα των ιστορικών συνθηκών[15]. Ο επικαθορισμός των αντιφάσεων αυτών αποδείχθηκε αποφασιστικός, όπως ο ίδιος ο Γκράμσι το τοποθέτησε, πρώτα από όλα αναφορικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση[16]. Γιατί ήταν η συγκυρία, η συσσώρευση συνθηκών, η συμπύκνωση των αντιθέσεων που κατέστησε δυνατή την επανάσταση αυτή[17] και όχι οι θεωρητικές επιταγές ενός μαρξιστικού οικονομισμού[18].

Αυτή η θεωρητική προσέγγιση έχει μια ιδιαίτερη πολιτική συνέπεια αλλά και παράγει μια ουσιώδη μεθοδολογική κατεύθυνση: αποδυναμώνει την ιδιότυπη τελεολογία μεγάλου τμήματος της ελληνικής ιστοριογραφίας είτε με τη μορφή της «θεωρίας των σταδίων» και των παραλλαγών της είτε ως μια απλή περιοδολόγηση των σχέσεων «εξάρτησης» του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμο[19].

Αντιθέτως, όταν δυνάμει των πολλαπλών απαιτήσεων της συγκυρίας, αναλύει κανείς τις ιστορικά συγκεκριμένες πολιτικές λειτουργίες, όπως ζητούσε ο Γκράμσι[20], τότε αναγνωρίζει τις ιστορικές διαδικασίες ως «τομές» που συντελούνται στο κοινωνικό πεδίο[21], ως μια ζώσα πραγματικότητα που επιταχύνεται και αναδιπλώνεται, εκτινάσσεται και καθυστερεί, και πάντως δεν εξελίσσεται γραμμικά[22].

Εξαιτίας αυτής της απουσίας των κατάλληλων θεωρητικών προϋποθέσεων, το ΕΑΜ, για παράδειγμα, ως κοινωνικό φαινόμενο έμεινε, ως επί το πλείστον, στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας και αναλύθηκε μόνο ως προς το αντιστασιακό του έργο[23]. Εντούτοις, πρωτίστως, ήταν μια καθοριστική «τομή» στην νεώτερη πολιτική ιστορία, μια εξαιρετικά σύνθετη κοινωνική σχέση, μια διαδοχή επιταχυνόμενων συγκλίσεων και αναδιπλώσεων, σε ένα ευρύ πλαίσιο κοινωνικών πρακτικών[24].

Παρότι εμφιλοχώρησε στην έρευνα η αντίληψη ότι το ΕΑΜ παρήχθη σχεδόν αυτόματα, «αντικειμενικά», δεδομένης της Κατοχής, το ΕΑΜ ήταν προϊόν μιας κεφαλαιώδους πολιτικής παρέμβασης στις συνθήκες της εποχής. Εκεί ακριβώς έγκειται τόσο η ιδιοτυπία όσο και η διάρκειά του στην κοινή αντίληψη. Στο εσωτερικό του συνυπήρχαν και δοκιμάστηκαν πολλαπλές στρατηγικές: στο ένα άκρο το «μετώπου ειρήνης» έναντι στο γερμανικό και βρετανικό ιμπεριαλισμό της «Παλαιάς Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ» που βρισκόταν εγγύτερα στην παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία[25], στο άλλο η λογική μιας συμμαχίας, το εύρος της οποίας έφτανε ακόμα και μέχρι το βασιλιά[26].

Το ΕΑΜ στην ουσία, ήταν όλα αυτά στη διαπλοκή τους. Το ίδιο συνέβη και με την μετεμφυλιακή ΕΔΑ: πέρα από μια ανάγνωση του τύπου του υποκατάστατου του παράνομου ΚΚΕ, στην πραγματικότητα ήταν ένα φαινόμενο με ξεχωριστή ιδιοτυπία που ενσωμάτωνε μια καταστροφική ήττα, την απαίτηση απόδοσης ευθυνών γι’ αυτήν, την απουσία στελεχών με κινηματική εμπειρία, τη συνεχή απειλή ποινικοποίησης, την ανυπαρξία μαζικών εργατικών εκπροσωπήσεων αλλά και μια πλούσια εαμική πολιτική παράδοση[27].

Να σημειωθεί ότι τόσο το ΕΑΜ όσο και η ΕΔΑ[28] αντλούσαν την ενότητα τους από την εξασφάλιση σημαντικών εργατικών θέσεων στο πλαίσιο του διαρκούς ανταγωνισμού για την επίλυση του ζητήματος της ηγεμονίας στο εσωτερικό τους, παρά την συνύπαρξη αντιφατικών, ως προς τον κοινωνικό τους προσδιορισμό, συμφερόντων στις συμμαχίες αυτές, έστω και εάν οι ειδικές συνθήκες της Κατοχής ή του μετεμφυλιακού κράτους διευκόλυναν μια τάση πόλωσης ορισμένων, κάθε φορά, μικροαστικών στρωμάτων προς τις εργατικές στρατηγικές επιδιώξεις. Με δεσπόζον στοιχείο τα συμφέροντα του «λαού»[29], εξασφαλίστηκε μια εργατική ηγεμονία, χωρίς καν να συρρικνωθεί το εύρος των άλλων πολιτικών συντελεστών και χωρίς να εξοριστούν τα συμφέροντά τους από τους πολιτικούς ορίζοντές της[30].

Μάλιστα, όσο εδραιωνόταν αυτή η ηγεμονία, τόσο το ΕΑΜ διευρύνονταν ως κοινωνικό μέτωπο[31]. Η κυριαρχία των θεσμών και των μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης, οι μαζικές απεργίες, οι λαϊκές εξουσίες με τη μορφή των «σοβιέτ», τα ανταρτικά σώματα με τη δομή εργατικών συνελεύσεων, προέκυπταν αβίαστα δυνάμει ενός συνεχούς πολέμου «θέσεων» και μιας ευφυούς στρατηγικής συμβιβασμών[32]. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια στιγμή που οργανωνόταν με τη συνδρομή των μαζών αυτή η ηγεμονία, το ΕΑΜ τολμούσε να προσφέρει ηγετικό ρόλο σε αστούς πολιτικούς, του τύπου των Παπανδρέου και Κανελλόπουλου[33].

Είναι προφανώς αυτονόητο ότι η εργατική αυτή ηγεμονία ακόμη και στην περίπτωση του ΕΑΜ δεν αποτέλεσε ποτέ ένα τελεσίδικο φαινόμενο ή ότι δεν εξέλιπαν οι εσωτερικές συγκρούσεις καθώς και οι όποιες αντιφάσεις που δημιουργούσαν οι επιταχύνσεις ή οι οπισθοχωρήσεις της κάθε πλευράς στο πλαίσιο του κοινωνικο-πολιτικού ανταγωνισμού που εκδηλώνονταν και μέσα στο ΕΑΜ σε διαφορετικές φάσεις της συγκυρίας. Ιδίως όσο πλησίαζε η προοπτική της απελευθέρωσης και ενισχυόταν αναγκαστικά η πολιτικο-κοινωνική διάσταση του εαμικού προτάγματος, τόσο εντείνονταν και οι ανισορροπίες στο εσωτερικό του ΕΑΜ και πολλαπλασιάζονταν τα φαινόμενα εκείνα που δικαιολόγησαν και τις κατηγορίες περί «προδοσίας του πνεύματος της αντίστασης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της συμφωνίας του Λιβάνου: όταν κοινοποιήθηκε στο βουνό τι υπέγραψε η αντιπροσωπεία υπό την επιρροή του σοσιαλιστή Α. Σβώλου ξέσπασε πραγματική εξέγερση και παρά λίγο να λυντσαριστεί όταν επέστρεψε[34]. Ήταν τόσο σφοδρές οι αντιδράσεις ώστε το ΚΚΕ υποχρεώθηκε να την καταγγείλει, μέχρι τελικά να επιβληθεί, όταν κόπασαν οι αντιδράσεις και αποκαταστάθηκε η γραμμή της ηγεσίας του κόμματος που δεν μπορούσε, υποτίθεται, να αναιρέσει την υπογραφή της[35].

Αυτή την αστάθεια στο εσωτερικό του ΕΑΜ προσπάθησαν να αξιοποιήσουν οι Βρετανοί και μετά την απελευθέρωση και ιδίως την περίοδο των Δεκεμβριανών. Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποσπάσουν τη σοσιαλιστική συνιστώσα του ΕΑΜ από το εσωτερικό του και να το εμφανίσουν κοινωνικά συρρικνωμένο. Υποδαύλισαν την αγανάκτηση των Σβώλου-Τσιριμώκου για τη στάση του ΚΚΕ[36], συγκρότησαν ακόμα και οργάνωση της ΕΛΔ στην Θεσσαλονίκη για να ανακοινώσει τη βαρύγδουπη αποχώρηση των σοσιαλιστών από το ΕΑΜ, επιδίωξαν με κάθε τρόπο να μη συμμετάσχει ο Τσιριμώκος στη Βάρκιζα και όταν τον επέβαλε το ΕΑΜ τον χρησιμοποίησαν για να υποσκάψουν την εαμική αντιπροσωπεία[37]. Στην ουσία ήταν ενέργειες που ανταποκρίνονταν στη φυσιολογική φθορά που επέβαλε στο ΕΑΜ η συρρίκνωση του εθνικο-απελευθερωτικού του στόχου προς όφελος της κοινωνικο-απελευθερωτικής στρατηγικής. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά απομαζικοποιήθηκαν οι οργανώσεις του ΕΑΜ αλλά και του ΚΚΕ (κυρίως λόγω απωλειών στις μικροαστικές τους δυνάμεις). Ωστόσο, ήταν μια εξέλιξη που αντιστράφηκε λόγω της αδηφάγου νοοτροπίας της ελληνικής αστικής τάξης και των νέων στρωμάτων της που προέκυψαν από τον πόλεμο, αλλά και της επιμονής του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στη λογική του κόμματος της «ησυχίας και της ανασυγκρότησης» που διευκόλυνε την επανάκαμψη των μικροαστικών δυνάμεων στο ΕΑΜ[38].

Εκτός των άλλων, η αξιοποίηση της έννοιας της ηγεμονίας του Γκράμσι απαντά και στο ερώτημα ως προς την ιστορική ιδιοσυστασία του ΕΑΜ: ήταν ιστορικό απότοκο μιας επαναστατικής κρίσης ως αποτέλεσμα της έμπρακτης συνθήκης να αμφισβητηθεί η ικανότητα διεύθυνσης και διατήρησης της ιδεολογικής συνοχής του κοινωνικού συνασπισμού από την αστική τάξη[39] και να αναδυθούν μέσα από τη διαδικασία αυτή οι υποταγμένες κοινωνικές τάξεις, να αυτονομηθούν και να εκδηλώσουν τη δίκη τους ηγετική ικανότητα[40].

Προκειμένου, όμως, να κατανοηθεί η πραγματικότητα αυτή έπρεπε να συντελεστεί από τον ιστορικό η διαύγαση του τρόπου που συγκροτήθηκε και επιτεύχθηκε η πολιτική ενότητα στο εσωτερικό του ΕΑΜ και οι κοινωνικοί συμβιβασμοί που την προϋπέθεταν. Κυρίως να διευκρινιστεί η διαδικασία αποκαθήλωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας, ιδίως ως προς τη σχέση της πολιτικής ηγεμονίας με την ιδεολογία αυτή. Το ΕΑΜ την κλόνισε ακόμα και στο πλέον προνομιακό της πεδίο: την εθνική ιδεολογία[41]. Κατόρθωσε δηλαδή να μετασχηματίσει τον πατριωτισμό σε συμπλήρωμα του αντιφασιστικού διεθνισμού, και την επίπλαστη αταξική ενότητα που παρήγαγε σε μηχανισμό πρόταξης της ανάγκης για κοινωνική μεταβολή[42].

Πρέπει να σημειωθεί ότι το «εθνικό» αυτό πρόγραμμα, ιδιαίτερα δύσκολο στη διατύπωσή του από ένα κομμουνιστικό κόμμα, περιείχε και σημεία που επέτρεψαν και φαινόμενα υποστήριξης των «εθνικών» στόχων της χώρας ή μιας παρατεταμένης απολογίας έναντι των κατηγοριών του αντιπάλου περί «σλαβικής κομμουνιστικής μειοδοσίας», και μάλιστα ακόμα και όταν τα φαινόμενα αυτά αναιρούσαν πλήρως την ηγεμονία του διεθνιστικού προσανατολισμού που επιχειρήθηκε να επιβληθεί αρχικά στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό, το 1945, το ΚΚΕ έφτασε μέχρι του ακραίου σημείου να διακηρύξει ότι δεν θα εξέφραζε αντιρρήσεις αν ο ελληνικός στρατός εισέβαλε στη Βόρειο Ήπειρο[43].

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία μετασχηματισμού, όπως το είχε επισημάνει ο Γκράμσι, προσδιοριστικός αποδείχθηκε ο ρόλος της κουλτούρας. Ο λαϊκός πολιτισμός της αντίστασης και η συγκρότηση μιας νέας αντιστασιακής ηθικής δεν επέκτειναν καθοριστικά μόνο τα όρια της συμμαχίας αλλά βοήθησαν στην εδραίωση της ενότητάς της[44]. Αυτή η κουλτούρα ήταν μια καινούργια κουλτούρα που πραγμάτωνε την ηγεμονία και προσέδιδε, όπως το ήθελε ο Γκράμσι, κριτική συνείδηση στις μάζες[45]. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Βουνό για να προβληθεί η δομή του «νέου ανθρώπου» που παρήγαγε η αντίσταση αλλά και να πειστούν οι μάζες χρειάστηκε να κυκλοφορήσει ακόμα και οδηγός κοινωνικής συμπεριφοράς για κάθε μαχητή του ΕΛΑΣ[46].

Όμως, ακόμα πιο σημαντική αποδεικνύεται η συμβολή του Γκράμσι στην κατανόηση του κομβικού παράγοντα της όλης διαδικασίας: του εργατικού κόμματος της Κατοχής, του ΚΚΕ. Γιατί ήταν αυτό που πραγματοποίησε την άρθρωση των στοιχείων της ιστορικής πραγματικότητας σε μια συνεκτική στρατηγική[47], ήταν αυτό που συνέτεινε στη συγκρότηση των «οργανικών διανοουμένων» της εργατικής τάξης[48]. Ήταν αυτό που έφερε συστηματικά σε επαφή το αντιστασιακό κίνημα με επεξεργασμένες στοχοθεσίες αλλά και έναν μαρξισμό, προσδεδεμένο στις ανάγκες της συγκυρίας και την ευθύνη άσκησης εργατικής εξουσίας. Αυτό ήταν και το αποκορύφωμα των αλλαγών μετά τα 1934, όταν ο πολιτικός λόγος της Αριστεράς αποδύθηκε σε μια συνεχή εκδίπλωση επιχειρημάτων με τις κοινωνικές απαιτήσεις, δεδομένο που δεν προσέχθηκε πάντα από την ιστορική προσέγγιση, τμήμα της οποίας αναλώθηκε στο να αναζητά επιβεβαιώσεις σταλινικού ολοκληρωτισμού στην πολιτική αυτή. Παρότι η εν γένει πολιτική του ΚΚΕ μέχρι τα 1933 προσδιοριζόταν από μια μηχανιστική σύλληψη της πολιτικής και έναν άκρατο οικονομισμό, από τα μέσα αυτής της χρονιάς και μετά συγκροτείται μια νέα περίοδος στην ιστορία του κόμματος, που τρόπον τινά συνιστά και την προϊστορία των εγχειρημάτων του τύπου ΕΑΜ. Γιατί ενώ μέχρι τη στιγμή εκείνη το ΚΚΕ φαλκίδευε κάθε δυνατότητα συγκρότησης ευρέων μετώπων, δυνάμει μιας ανάλυσης που ανέμενε την καταστροφική κρίση του καπιταλισμού, η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ του Ιανουαρίου του 1934 έθετε, διστακτικά μεν, το πρόβλημα της αντιφασιστικής κινηματικής ενότητας[49], αλλά κατά τρόπο που σταδιακά να ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τις νέες οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς[50] και να καταλήξει στο «Δημοκρατικό Αντιφασιστικό Συνασπισμό» του 1935[51]. Ακριβώς σε αυτές τις μεταβολές δεν αποδόθηκε η σημασία που οφείλονταν από την ιστορική προσέγγιση, τμήμα της οποίας αναλώθηκε στο να αναζητά επιβεβαιώσεις σταλινικού ολοκληρωτισμού στην πολιτική αυτή εν είδει μιας «συνέχειας» που έπρεπε πάσει θυσία να επιβεβαιωθεί[52].

Ο Γκράμσι το είχε, όμως, θέσει ρητά: για να καταστεί εφικτό ένα ιστορικό αποτέλεσμα, ανάλογο με το «Παλλαϊκό Μετώπο», το ΕΑΜ αλλά και την ΕΔΑ (δεν είναι τυχαίο ότι το όλο πολιτικό πλαίσιο της συγκρότησης της ΕΔΑ αφορούσε σε μια απόπειρα προσαρμογής του μοντέλου του ΕΑΜ στη νέα μετεμφυλιακή συγκυρία[53]), προϋπόθεση ήταν η κατανόηση των αναγκαιοτήτων που υπερβαίνουν τις στενές απαιτήσεις μιας πολιτικής πρωτοπορίας. Πρόκειται για μια συνθήκη που αναπροσαρμόζει πρωτίστως το ίδιο το μαρξιστικό κόμμα, γιατί επεκτείνει το προνόμιο άρθρωσης πολιτικής σε όλους όσοι εμπλέκονται με τις απαιτήσεις τις ταξικής πάλης[54]. Είναι το κόμμα που είναι σε θέση να «ανοίξει» στο κίνημα[55] και να συγχωνεύει ομαλά τις προκύπτουσες αντιθέσεις του[56]. Αυτό ακριβώς συνέβη με το κομμουνιστικό κόμμα της τελευταίας φάσης του Μεσοπολέμου και κυρίως της Κατοχής: αναδείχθηκε σε ένα κόμμα μαζών[57], και μάλιστα το ίδιο μετασχηματίστηκε τόσο, ώστε στα 1944 να καταστεί το μεγαλύτερο μέχρι τότε της χώρας, με πάνω από 200.000 μέλη[58].

Όπως το προέβλεψε ο Γκράμσι, μπορεί σε κάθε κόμμα να υπάρχει το στρώμα που είναι προικισμένο με την εξαιρετική δύναμη της συνοχής και της πειθαρχίας αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει τίποτα, αν το κόμμα δεν διαθέτει τη δυνατότητα να διευρύνει συνεχώς το στρώμα αυτό. Πράγματι, το φαινόμενο ΕΑΜ πρέπει να αποδοθεί στη συγκρότηση ενός πλατιού στρώματος κομμουνιστών-διανοουμένων, φορέα μιας αυτόνομης πρωτοβουλίας στην επεξεργασία των σχεδίων δράσης. Αυτοί οι διανοούμενοι κατά χιλιάδες διαχύθηκαν στην κοινωνία και την αναμόρφωσαν[59]. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό αρκετό. Πραγματοποίησε και αυτό που κάνει κάθε αυθεντική έκφραση πολιτικής ηγεμονίας: βρήκε κατηγορίες διανοουμένων που προϋπήρχαν και μάλιστα «εμφανίζονταν σαν αντιπροσωπευτικές μιας αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας» και τους αφομοίωσε ιδεολογικά[60]. Ήταν οι παπάδες της υπαίθρου, στους οποίους το ΕΑΜ επιφύλαξε μια ευνοϊκή μεταχείριση για να τους ενσωματώσει κατά εκατοντάδες στη συμμαχία[61]. Το ίδιο συνέβη με τους άλλους παραδοσιακούς διανοουμένους: επιφύλαξε στην αστική τάξη να μεταστρέφει εκείνους που μέχρι τότε την στήριζαν έναντι των αγροτικών πληθυσμών[62], δηλαδή δικηγόρους, γιατρούς, συμβολαιογράφους δασκάλους κλπ[63]. Η συμμαχία με τη μικροαστική διανόηση ολοκλήρωσε το έργο. Η «Λαϊκή Δικαιοσύνη» των Βουνών, για παράδειγμα, χρειάστηκε την προσφορά πανεπιστημιακών καθηγητών ώστε ο αμόρφωτος αγρότης, λαϊκός δικαστής, να εξοπλιστεί με το κύρος μιας επιστημονικής νομολογίας και να συγκροτεί στην πράξη έναν σοσιαλιστικής μορφής θεσμό[64], έστω και αν απέδιδε δικαιοσύνη επί τη βάσει των υπαρχόντων κοινωνικών σχέσεων[65].

Όσο και έναντι του κινδύνου της εσωκομματικής απειθαρχίας, που τρόμαζε πάντα τους οπαδούς του «κλειστού» κόμματος, η πρωτοφανής πειθαρχία που διαφυλάχθηκε στο ΚΚΕ και τον ΕΛΑΣ, κατά τη διάρκεια του αντάρτικου[66], επιβεβαίωσε πλήρως τη θέση του Γκράμσι ότι το ζήτημα επιλύεται πραγματικά μόνο δυνάμει «της πηγής που διατάζει την πειθαρχία»[67]. Ο Γκράμσι με έμφαση αντιδιαστέλλει το γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό που δημιουργεί νοσηρά φαινόμενα που οφείλονται και στην έλλειψη πρωτοβουλίας αλλά και ευθύνης της βάσης, από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό που αποτελεί μια αδιάκοπη προσαρμογή της οργάνωσης στην πραγματική κίνηση, έναν συγκερασμό των παρακινήσεων από τα κάτω με την εντολή από τα πάνω[68]. Να σημειωθεί ότι ο ΕΛΑΣ, ακόμα και την εποχή της Απελευθέρωσης, όταν η απαίτηση τιμωρίας των προδοτών ήταν εκρηκτική, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παρέδωσε ομαλά την εξουσία στην εθνική κυβέρνηση όπως ήταν η εντολή που έλαβε[69] ακόμα και σε σύγκριση με χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, όπου τα αντίποινα της αντίστασης λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών, προκάλεσαν, με συνοπτικές διαδικασίες, πάνω από 15.000 νεκρούς συνεργάτες των φασιστών σε κάθε χώρα[70].

Το ίδιο επιβοηθητική της ιστορικής ανάλυσης είναι και η συμβολή του Γκράμσι στη διαμόρφωση της αντίληψης του τι είναι μάζα και κίνημα και πώς αυτή η μάζα επαναστατικοποιείται[71]. Γιατί η ιστοριογραφία του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα ήταν συνήθως δέσμια μιας αντίληψης που είτε υπερτιμούσε, είτε υποβάθμιζε το ρόλο της μάζας αυτής[72].

Εντούτοις, το ΕΑΜ ως αντικείμενο έρευνας, χρειάζεται μεθόδους ανάλυσης που γειώνουν τον εργάτη και τη μάζα στο κοινωνικό τους έδαφος. Όπως έγραψε ο Γκράμσι, ο εργάτης είναι μια σύνθεση στοιχείων, προλετάριος στην κοινωνική του πρακτική και μικροαστός στις ιδεολογικές του αναφορές[73]. Ως ετερογενής οντότητα δεν γίνεται αυτόματα επαναστάτης[74]. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιδείξει έναν μαχητικό ρεφορμισμό[75]. Όμως, κατά τον Ιταλό διανοητή, οι ιστορικές τομές απαιτούν μια συστηματική παραγωγή μιας αυτόνομης πολιτικής κουλτούρας για τον εργάτη αυτό και τη σύνδεση με τον επεξεργασμένο μαρξισμό[76]. Ακριβώς σε αυτή τη λογική ο Γκράμσι εξηγεί κάτι που στο ΕΑΜ έπαιξε καθοριστικό ρόλο: τη συμβολή των νέων, της ΕΠΟΝ και τους λόγους για τους οποίους η Οργάνωση απόκτησε τέτοια απήχηση στους κόλπους της νεολαίας[77]. Γιατί συνδέει τους λόγους για τους οποίους οι νέοι εξεγείρονται και «περνούν στην προοδευτική τάξη που έγινε ικανή να πάρει την εξουσία» με τα χαρακτηριστικά τους ως ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στο φόντο του χάσματος των γενεών[78].

Προς επίρρωση αυτού, χαρακτηριστική είναι η σχέση των αγροτών με το ΕΑΜ. Ο παραδοσιακός τους ατομισμός, η κουλτούρα του «χωραφιού που πρέπει να αυγατίζει», η κοινωνική τους παθητικότητα –την οποία χρησιμοποίησε ο Γκράμσι ως προϋπόθεση για να εξηγήσει την επίδραση του στρατιωτικού στοιχείου στην ελληνική πολιτική ζωή–[79] χωρίς να απορριφθούν άρδην ως πραγματικότητες, μετασχηματίστηκαν. Το ΕΑΜ αξιοποίησε τις ίδιες τις κοινωνικές τους αναπαραστάσεις: περιορίζοντας τη ληστεία και την αρπαγή του «γεννήματος» από τους κατακτητές. Αργότερα, τους έμαθε με τη «μάχη της σοδειάς» ότι υπάρχει και η κοινωνική αλληλεγγύη[80].

Όμως, απαραίτητος όρος όλων ήταν αυτό που ο Γκράμσι θεωρούσε μοχλό επαναστατικοποίησης: την απρόσκοπτη εμπλοκή του ανθρώπου με την πολιτική πράξη. Αυτό στο πλαίσιο της ύπαρξης διανοουμένων «που δεν βασίζονταν πια στην ευγλωττία», αλλά στη δραστήρια ανάμιξή τους στην «πρακτική ζωή»: ως δημιουργούς, οργανωτές και «μόνιμα πειστικούς προπαγανδιστές»[81]. Αυτό ακριβώς προσέφεραν οι Λαϊκές Εξουσίες στο βουνό: τη συλλογική αυτο-διεύθυνση. Ο πολιτικός επίτροπος δεν έπαιξε ποτέ καταλυτικό ρόλο στις αποφάσεις: συνέβαλε, όμως, σε αυτό που ο Γκράμσι ονόμαζε «ευθυκρισία» (Buono senso)[82].

Στην ουσία το ΕΑΜ ήταν ένας πόλεμος θέσεων με την ατομική κουλτούρα του κάθε μέλους, χωρίς να μπορεί πάντα να αποσοβεί τα «ξεσπάσματα οργής». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της δολοφονίας Ψαρρού. Η δράση ακροδεξιών ομάδων, όπως της ομάδας Δεδούση-Καπετσώνη στην Φωκίδα, επέτρεψε λόγω της οργής να καταστρατηγηθεί η επιλογή της πολιτικής αποδυνάμωσης είτε της μερικής απορρόφησης της ΕΚΚΑ στο ΕΑΜ[83], και μάλιστα τη στιγμή που εκδιπλωνόταν η προπαγάνδα των Βρετανών και της Δεξιάς εναντίον των «σφαγέων του ελληνικού λαού», που αποτέλεσε το κύριο επιχείρημα πίεσης της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου στο Λίβανο[84]. Είναι προφανές ότι αυτά τα «ξεσπάσματα» είχαν ως υπόστρωμά τους τη σοβούσα αντίθεση στο εσωτερικό του ΚΚΕ αναφορικά με τη στρατηγική του ΕΑΜ για το ζήτημα της εξουσίας. Ωστόσο, με τη μορφή που εκδηλώθηκαν δεν μπορούσαν ποτέ να διαμορφώσουν προϋποθέσεις μιας πολιτικής στροφής και αλλαγής των συσχετισμών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση των Δεκεμβριανών: ενώ ο ΕΛΑΣ παρέδωσε υποδειγματικά την εξουσία στην κυβέρνηση Παπανδρέου και το μόνο πρόσκομμα ήταν μια σύσκεψη καπεταναίων στη Λαμία, τον Οκτώβριο του 1944, που επισημοποίησε την ήττα της επιθετικής στρατηγικής[85], το λαϊκό θυμικό ξέσπασε έναντι της πρόκλησης της πλατείας Συντάγματος στις 3 του Δεκέμβρη. Οι αντίπαλοι του ΕΑΜ επιδίωκαν από καιρό την εκδήλωση μιας τέτοιας οργής, για αυτό και οι αστυνομικές επιθέσεις συνεχίστηκαν ακόμα και στις κηδείες των θυμάτων τις επόμενες μέρες. Μεταξύ άλλων οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν την εντύπωση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη σχέδιο μαζικής σφαγής εναντίον της Αριστεράς, πράγμα που κατέστησε ακόμα πιο σπασμωδικές τις αντιδράσεις. Έτσι, ο ΕΛΑΣ έπεσε στην παγίδα και ενεπλάκη στη σύγκρουση με ελλιπή πολιτική προετοιμασία, χωρίς σαφή στόχο, αδυνατώντας να προσδιορίσει καν τον αντίπαλο, στρεφόμενος μόνο κατά της «Χ» και αστυνομικών τμημάτων, προβαίνοντας αρχικά σε κωμικές παραστάσεις διαμαρτυρίας στις κατά τόπους βρετανικές στρατιωτικές αρχές[86]. Χωρίς να διαθέτει έναν αποκρυσταλλωμένο πολιτικό συσχετισμό στα ίδια τα ηγετικά κλιμάκια του ΚΚΕ, αφέθηκε να διεξάγει τη σύγκρουση μέσω πρωτοβουλιών, όπως αυτής της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας, και να υφίσταται τις ανακλήσεις των πρωτοβουλιών αυτών από το ίδιο το Π.Γ. του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα, διεξήγαγε τη μάχη ενόσω εξελισσόταν ένας υπόγειος αγώνας στις τάξεις του σε σχέση με την επιδιωκόμενη έκταση της εμπλοκής στη σύγκρουση[87].

Η ηγεσία του ΚΚΕ, ανακαλύπτοντας σταδιακά το αδιέξοδο της απουσίας σαφούς προσανατολισμού, επέλεξε να επιδίδεται σε προσπάθεια συνεννόησης με τους Βρετανούς[88], να προσπαθεί να ελέγξει την έκταση της σύγκρουσης, καταργώντας το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, και να παραδίδει τον σχεδιασμό της μάχης σε μετριοπαθείς βενιζελικούς αξιωματικούς, όπως τους Μάντακα και Χατζημιχάλη[89]. Κυρίως όμως να στέλνει μακριά από τη σύγκρουση τον Βελουχιώτη, να του απαγορεύει να επιστρέψει στην Αθήνα και μάλιστα την ίδια στιγμή που παρακολουθούσε με αδράνεια τις αθρόες βρετανικές ενισχύσεις που κατέφθαναν στον Πειραιά. Το ίδιο καθεστώς επαναλήφθηκε και όταν το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, λίγο πριν την ανακωχή της 6ης Ιανουαρίου 1945, εισηγήθηκε συνέχιση των μαχών εκτός Αθήνας και αγνοήθηκε επιδεικτικά[90], ενώ ο Σιάντος επέλεξε να τιμωρήσει τελικά τους «θερμόαιμους», παραδίδοντάς τους στην αστική δικαιοσύνη με την συμφωνία της Βάρκιζας. Με άλλα λόγια, τα Δεκεμβριανά και η τροπή που πήραν αντανακλούσαν ένα βασικό πρόβλημα για το ΕΑΜ: το γεγονός ότι η σύγκρουση αυτή δεν διεξήχθη σε ένα επιλεγμένο πεδίο, δεν ετέθη με σαφείς πολιτικούς όρους, ενώ ακόμα και αυτοί που υπεραμύνονταν της σύγκρουσης πελαγοδρομούσαν, επιχειρώντας να αποδείξουν ότι ήταν θύματα της εγκληματικής στάσης των αντιπάλων τους[91], που τους υποχρέωσε μόνο να αμυνθούν[92].

Αντίθετα, η πραγματική ριζοσπαστικοποίηση απαιτούσε ιδέες, που να είναι κατά τον Γκράμσι, «μεγάλες, στο βαθμό που είναι εφαρμόσιμες, δηλαδή στο βαθμό που φωτίζουν μια πραγματική σχέση»[93]. Αυτό ακριβώς παρεμποδίζει ο πολιτικός σεχταρισμός: αποδίδει, κατά τον Γκράμσι, σημασία αποκλειστικά στο μήνυμα και όχι και στους τρόπους με τους οποίους το μήνυμα αυτό έπρεπε να συνταχθεί και να διαχυθεί στις μάζες[94].

Όλα αυτά τα φαινόμενα διολίσθησης είτε σε εξάρσεις είτε σε πολιτικούς σεκταρισμούς, στηρίζονται στη λανθασμένη εκτίμηση να θεωρείται το κόμμα μια τεχνική οργάνωσης και όχι όλο το ενεργητικό κοινωνικό μπλοκ του οποίου το κόμμα είναι ο οδηγός[95]. Αυτό, ωθούσε κατευθείαν στον πολιτικό απομονωτισμό και τις «εξάρσεις», γεγονός που στην περίπτωση του ΕΑΜ επιβεβαιώθηκε πολλές φορές.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις που η Αριστερά απευθύνθηκε στο κίνημα κατέστη συντελεστής της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Όταν δεν επιδίωξε την κομματική αυτό-ανέλιξη και δεν εγκλωβίστηκε μέσα στο εν γένει κλίμα του αστικού μικροπολιτικού καιροσκοπισμού, μπόρεσε να ενεργοποιήσει το κίνημα και να καταστήσει εφικτούς τους στόχους της. Πράγματι, ήδη από το Μεσοπόλεμο, η Αριστερά απέφυγε την παγίδα του εκλογικισμού[96] και τη λογική μιας στενής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης[97]. Αντίθετα, χρησιμοποίησε τις εκλογές ως υποκινητή της διεύρυνσης των εργατικών μετώπων και της δημιουργίας ενός δικτύου αντιφασιστικών επιτροπών[98]. Δεν αρνήθηκε ακόμα και τα αμφιλεγόμενα διαβήματα του τύπου του «Συμφώνου Σοφούλη-Σκλάβαινα», προς όφελος της αντιφασιστικής στρατηγικής[99].

Στην πραγματικότητα, όλες οι ιστορικές καμπές του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα (το Παλλαϊκό Μέτωπο, το ΕΑΜ, η ΕΔΑ) απηχούσαν τη λογική του Γκράμσι ότι «κόμμα» και «κίνημα» όφειλαν να διατηρήσουν τις διακριτές τους θέσεις[100], στη διαλεκτική τους διαπλοκή[101]. Δεν έπρεπε το κόμμα να επιβληθεί, να περιχαρακωθεί και να καταργήσει το κίνημα. Η Ordine Nuovo αυτό ακριβώς υπερασπίστηκε: τα εργατικά συμβούλια, το κίνημα, δηλαδή[102], μέσα στο οποίο δρούσε το κόμμα[103].

Τον Αύγουστο του 1920 ο Γκράμσι υπογράμμιζε ότι όλα τα κεφαλαιώδη ιστορικά αποτελέσματα[104] προϋποθέτουν «να μελετήσουμε αυτό που συμβαίνει στις εργατικές μάζες»[105]. Μάλιστα, η τελική ανάπτυξη των όποιων θεωρητικών αρχών βρίσκεται αφεύκτως στη σύνδεσή τους με το κίνημα[106]. Το επιβεβαίωσε και η ΕΔΑ: δεν θα έφτανε ποτέ στο επίπεδο να καθίσταται αξιωματική αντιπολίτευση στα 1958, αν δεν είχε συνδεθεί με τους μαζικούς αγώνες για το Κυπριακό και το φοιτητικό κίνημα[107].

Το ίδιο το ΕΑΜ για να διαφυλάξει τον χαρακτήρα του ως κινήματος επέλεξε ακόμα και την πλαστή αναπαραγωγή συσχετισμών για να μην υποκατασταθούν οι άλλες δυνάμεις[108]. Αντιθέτως, εκεί όπου επιχειρήθηκε μια τέτοια υποκατάσταση, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Το μέλλον του εγχειρήματος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας προδιαγράφηκε όταν συρρικνώθηκε υπέρ του τμήματος της κομμουνιστικής του συνιστώσας[109], γεγονός που συνεπαγόταν επίσης τη συρρίκνωση του πεδίου της δράσης του μόνο στο στρατιωτικό αγώνα και όχι και σε μαζικές πολιτικές μορφές πάλης, όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμός και εξαιτίας του οποίου κρατήθηκαν ικανά πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ στην Αθήνα στην πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου προκειμένου να οργανώσουν αυτή την πάλη[110].

Από την άλλη, η εγκατάλειψη στον κινηματικό αυθορμητισμό παρήγαγε ανάλογες αποτυχίες[111]. Η περίπτωση της διαφοροποίησης Βελουχιώτη στα 1945 ήταν χαρακτηριστική: χωρίς πολιτικά επεξεργασμένη κατεύθυνση, επιδίωξε την «αντίσταση» στο καθεστώς που διαμορφώθηκε μετά τη Βάρκιζα, παραγράφοντας τον κίνδυνο αποδιάρθρωσης του ΕΑΜ, που αποτελούσε το μόνο πολιτικό καταφύγιο για τους αριστερούς της εποχής. Η λογική ότι οι μάζες θα ακολουθούσαν αυτόματα την πορεία του «νέου-ΕΛΑΣ» με μόνο εφόδιο το γεγονός ότι ο Βελουχιώτης συμβόλιζε την «ψυχή» και την «ηθική» της αντίστασης αποδείχθηκε αφελής. Ιδίως στο μέτρο που δεν υπήρχε καμία ιδεολογική προετοιμασία του μετώπου της «αντίστασης» και ο ίδιος ο Βελουχιώτης, έμπλεος δισταγμών, δύο μήνες πριν την «αίρεσή» του υπέγραφε τη διαταγή αποστράτευσης του ΕΛΑΣ. Η αδυναμία, δηλαδή, προβολής μιας συγκροτημένης εναλλακτικής στρατηγικής ήταν αυτό προδιέγραψε και το μέλλον του εγχειρήματος του Βελουχιώτη[112]. Γιατί όπως το έθεσε ο Γκράμσι, χωρίς μια συνειδητή πολιτική διεύθυνση, ο αυθορμητισμός δεν αποτελεί άλλο παρά μια σπασμωδική αντίδραση χωρίς μέλλον[113].

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος της μεγάλης κινηματικής Αριστεράς, τα πρώτα σπέρματα της οποίας εμφανίστηκαν με το Παλλαϊκό Μέτωπο, κορυφώθηκαν με το ΕΑΜ και τον ΔΣΕ και τρόπον τινά επανεμφανίστηκαν με την ανασυγκρότηση του ηττημένου λαϊκού κινήματος στη μορφή της ΕΔΑ, ιδίως της δεκαετίας του 1950, προκαλεί μια σειρά σύνθετα ερωτήματα για τη συγκρότηση, την οργάνωση, το εύρος της κοινωνικής αναφοράς αλλά και τα διακυβεύματα και τις αντιφάσεις τέτοιων κινημάτων. Στην κατεύθυνση της προσέγγισης της περιόδου αυτής, ο Γκράμσι και η σκέψη του μπορούν να σταθούν σημαντικός αρωγός. Η πραγμάτευση ζητημάτων όπως η πολιτική ηγεμονία και η άρθρωσή της, η δυναμική σχέση των πολιτικών οργανώσεων με τις κινηματικές διαδικασίες, η συμπύκνωση των κοινωνικών αντιφάσεων στο εσωτερικό των κινημάτων αυτών και οι συνέχειες ή οι ασυνέχειες που εκδηλώθηκαν, αλλά κυρίως η απεμπλοκή από τις οικονομιστικές προσεγγίσεις όσο και η ταυτόχρονη ανάδειξη της εκάστοτε ιστορικής ιδιοτυπίας με τη μορφή μιας συγκυρίας που επικαθορίζει τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιφάσεις, είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη μελέτη της ιστορικής αυτής περιόδου.



[1] Το κείμενο αυτό βασίζεται στην ανακοίνωση που έγινε στα πλαίσια του Συνεδρίου «Ο Αντόνιο Γκράμσι στις σημερινές Κοινωνικές Επιστήμες και τη Θεωρία» στις 30 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2007 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

[2] Βλ. Μ. Π. Λυμπεράτος, «Προβλήματα αναγνώσεων στη μελέτη της ιστορίας του Εμφυλίου Πολέμου», Ουτοπία, τευχ. 73, Αθήνα 2007: 44-47.

[3] M. Jay, “Should Intellectual History Take a Linguistic Turn” στο D. Caplan, Modern Intellectual History, Ithaka 1982: 86-122 και M. Petty, Marxism and History, New York 2002: 129-154.

[4] Βλ. και H. White, The Content of the Form, Narrative Discours and Historical Representation, Baltimore 1990 και W. Thompson, Postmodernism and History, New York 2004: 49-62.

[5] Για μια κριτική προσέγγιση των τάσεων αυτών βλ Κ Σκορδούλης και Ευγ. Κολέζα, «Μεταμοντέρνος Σχετικισμός και Επιστημονική Ορθολογικότητα», Θέσεις,τ. 60, 1997: 96-97.

[6] Οι «αναθεωρήσεις» αυτές συναντούν την παλιά βιβλιογραφία των «τριών γύρων» και την ανάδειξη της «κόκκινης βίας», στην οποία επιδόθηκαν δεκάδες αξιωματικοί του ΓΕΣ τη δεκαετία του 1950-60. Για τα «νέα» επιχειρήματα βλ. Στ. Καλύβας, «Κόκκινη Τρομοκρατία, η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», σε Μ. Mazower, Μετά τον Πόλεμο, Αθήνα 2003: 161-204 και Ν. Μαρατζίδης Στ. Καλύβας, «Νέες τάσεις στη μελέτη της ιστορίας», Τα Νέα 20 Μαρτίου 2004

[7] Όπως γράφει ο Π. Κονδύλης, ένας κοινωνικός σχηματισμός επιβάλλει ως ιδεολογικό στοιχείο μιας κοινωνικής θεωρίας την προνομιακή πραγμάτευση της δικής του ιδιαίτερης κατάστασης. Π. Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, Αθήνα 2007: 21-26.

[8] Στην ιστορική της εκδοχή παίρνει τη μορφή της ιδέας ότι οι δυτικές κοινωνίες, παρά τις αδυναμίες τους, συνιστούν το ιδανικό της ιδέας της ιστορικής «προόδου», βλ. K. Popper, Conjectures and Refutations, The Growth of Scientific Knowledge, London 1972: 306-307.

[9] Για το θέμα αυτό σε σχέση με τη μελέτη της ιστορίας του ελληνικού εμφυλίου πολέμου βλ. Μ. Π Λυμπεράτος, «Η έννοια του ιστορικού χρόνου στις προσεγγίσεις του εμφυλίου πολέμου», Μνήμων, τομ. 27, 2005: 181-213.

[10] Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγνωση του Γκράμσι προϋποθέτει αναγκαστικά μια προσέγγιση στο «πνεύμα» του έργου του, μια δύσβατη υπόθεση, έναντι ενός έργου αποσπασματικού, «ανοικτού» και λόγω των ιδιομορφιών της φυλακής (όταν πρόκειται για τα Τετράδια της Φυλακής) υπαινικτικού. Το μόνο ασφαλές όριο είναι η πολιτική πράξη του ίδιου του Γκράμσι. Πέραν αυτού προφανώς απαιτείται και η αξιοποίηση της ίδιας της ιστορίας των ερμηνειών του έργου του. Πάντως έτσι ή αλλιώς, και αυτό μικρή σχέση με τις αποδομιστικές προσεγγίσεις, υποχρεώνει όπως γράφει ο Δ. Δημούλης, όταν κάποιος διαβάζει τον Γκράμσι, όπως ο Αλτουσέρ για παράδειγμα, να «συλλέγει τις ενδείξεις θεμελιωδών προβλημάτων, τις τάσεις και τις θεωρητικές απορίες, τις οποίες υποβάλει στη δική του επεξεργασία. Διαμορφώνει έτσι μια χρήση του Γκράμσι αναγκαστικά επιλεκτική και μεροληπτική», Δ. Δημούλη, «Ο Γκράμσι του Αλτουσέρ, Προσεγγίσεις και Αποστάσεις», Θέσεις τ. 64, 1998, www.theseis.com. Για το πρόβλημα των αναγνώσεων του Γκράμσι και τα όρια τους βλ. και Λ. Αξελός, Συνέντευξη, Αριστερά, 25 Μαϊου 2007.

[11] Για τον φερόμενο ως ιστορικισμό στοn Γκράμσι: Λ. Γκρούπι, Η Έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι, Αθήνα χ.χ.έ.: 146-151.

[12] Για την καταδίκη του μονοδιάστατου ντετερμινισμού, Α. Γκράμσι, Ιστορικός Υλισμός, Τετράδια Φυλακής, μετ. Τ. Μυλωνόπουλου, Αθήνα 1973: 74-75.

[13] Όπως παρατηρεί στην εισαγωγή του βιβλίου του Γκράμσι «οι Διανοούμενοι», του πρώτου που εκδόθηκε στα ελληνικά, ο μεταφραστής του Θ. Χ. Παπαδόπουλος, η επιλογή του βιβλίου αυτού έγινε επειδή η ιστορική έρευνα στην Ελλάδα δεν διέθετε μια θεωρία για το ρόλο των διανοουμένων στην κοινωνία και ήταν εγκλωβισμένη σε σχηματικά ζεύγη εννοιών του τύπου: δημοκρατικός-ολιγαρχικός, προοδευτικός-αντιδραστικός κλπ. Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, τομ. Α΄, Αθήνα 1972: 13.

[14] V. Kiernan, “Antonio Gramsci, and the Other Continents” στο V. Kiernan and H. Kaye, Imperialism and Contradiction, 1995: 53-70.

[15] Όπως το θέτει ο Ν. Πουλαντζάς, αποτιμώντας τη θεωρητική συμβολή της έννοιας της ηγεμονίας, αυτή συνεπάγεται την εγκατάλειψη της υποκειμενιστικής προβληματικής και το ζήτημα της ιστορικότητας ανάγεται στη σύνθετη διαδοχή και τη μετάβαση συστημάτων σχέσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, Ν. Πουλαντζάς, Για το Γκράμσι, Αθήνα 1984: 35-44.

[16] Βλ. και Λ. Γκρούπι, ό.π.: 63-65.

[17] P. Petty, Marxism and History, ό.π.: 73.

[18] Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του άρθρου του Γκράμσι της 24ης Νοεμβρίου 1917 στην Ordine Nuovo «Η Επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο» με τη δίσημη σημασία που αφορούσε και στο Κεφάλαιο του Μαρξ, βλ. και Λ. Γκρούπι, «Εισαγωγή» στο Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π.: 28.

[19] Μ. Π. Λυμπεράτος, Στα Πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946, Αθήνα 2006: 14-25.

[20] L. Althusser, For Marx, London 2005: 103-104

[21] Για παράδειγμα, όπως σημειώνει ο o R. Paxton, ελάχιστοι μαρξιστές μπόρεσαν να δουν, όπως ο Γκράμσι, το φασισμό ως ένα αυτόνομο ιστορικό φαινόμενο με τη δική του ιδιοτυπία, R. Paxton, The Anatomy of Fascism, London 2005: 217 και 300 (υποσημείωση 6).

[22] Μ. Π. Λυμπεράτος, «Η έννοια του Ιστορικού Χρόνου», ό.π.: 201-212.

[23] Για την αναγκαιότητα επέκτασης του ιστορικού αντικειμένου της περιόδου αυτής βλ. και τις επισημάνσεις του Ν. Σβορώνου, «Τα κύρια προβλήματα της περιόδου 1940-1950» στο Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-1950, Αθήνα 1990: 21-38.

[24] Όπως σημειώνει ο Γκράμσι οι άμεσες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις δεν παράγουν από μόνες τους αυθεντικά γεγονότα. Αυτά προϋποθέτουν σύνθετες επεμβάσεις στην ιστορική διαδικασία, Α. Γκράμσι, Για το Μακιαβέλι για την Πολιτική και το Σύγχρονο Κράτος, μετ. Φ.Κ., Αθήνα χ.χ.έ.: 90-93.

[25] ΚΚΕ, Μανιφέστο της Κ.Ε του ΚΚΕ, 7 Δεκεμβρίου 1940, Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, 18 Μαρτίου 1941 και Μανιφέστο της ΚΕ του ΚΚΕ 3 Μαίου 1941, Επίσημα κείμενα του ΚΚΕ, τομ. 5, Αθήνα 1981: 9-34.

[26] Απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, ό.π.: 37.

[27] Βλ. και Μ. Π. Λυμπεράτος, «ΕΑΜ και ΕΔΑ. Σχέσεις Συνέχειας και Τομής, η πρώτη περίοδος της ΕΔΑ, 1951-1955», Σύγχρονα Θέματα, τ. 83, 2003: 85-93.

[28] Παρά τις όποιες προσπάθειες ώστε να διευρυνθούν οι κοινωνικές αναφορές της ΕΔΑ, στην πραγματικότητα δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερβεί το χαρακτήρα κόμματος της εργατικής τάξης. Με βάση τα στοιχεία από τις εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και την κοινωνική γεωγραφία στην κατανομή των ψηφοφόρων της, η ΕΔΑ θα συγκεντρώνει κυρίως τα ποσοστά της σε εργατικές περιοχές. Αλλά και σε επίπεδο οργανωμένων μελών τόσο στο Α΄ Συνέδριό της το 1959 όσο και στο επόμενο του 1962, πάνω από το 50% αυτών ήταν εργατικής προέλευσης. Σπ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, τ. Γ΄, Αθήνα 1978: 502 και Αρχείο ΕΔΑ, κουτί 5, Το 2ο Συνέδριο (1962), Καταστάσεις Αντιπροσώπων, ΑΣΚΙ.

[29] Ο Γκράμσι σημειώνει έναντι εκείνων (Bordiga) που αναζητούσαν ρεφορμιστικές παρεκκλίσεις στην τακτική, ότι δεν ήταν η τακτική εκείνη που θα καθόριζε την αποφυγή των παρεκκλίσεων αλλά η ιδεολογική ετοιμότητα, η αυτοκριτική και η επιμονή στους επαναστατικούς στόχους στο εσωτερικό του κόμματος. A. Gramsci, «Sterile and Negative Criticism», L’Unita 30 Σεπτεμβρίου 1925, (μετ. M. Abidor), www. marxists.org/arcives/gramsci.

[30] Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελετητών όπου το ΕΑΜ αντιμετωπίζεται με όρους ηγεμονίας, Χρ. Βερναδάκης-Γ. Μαυρής, Κόμματα και Κοινωνικές Συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα 1991: 24-34.

[31] Κατά κανένα τρόπο δε επρόκειτο για μια στρατηγική ταξικών συμβιβασμών, βλ. και C. Harman, Ο Γκράμσι ενάντια στον Ρεφορμισμό, Αθήνα 2007: 81.

[32] Να σημειωθεί ότι οι συμβιβασμοί αυτοί πήραν τη μορφή συμμαχιών με στρώματα και μερίδες της μικροαστικής τάξης αλλά ποτέ δεν ξεπέρασαν σε κοινωνική ευρύτητα δυνάμεις που κατά τον Γκράμσι μπορούσαν να πολωθούν προς την εργατική τάξη. Αντίθετα, στην Ιταλία ο P. Togliatti μεταπολεμικά διεύρυνε σε τέτοιο βαθμό το εύρος των κοινωνικο-πολιτικών αυτών συμμαχιών ώστε μετέτρεψε τον «πόλεμο θέσεων» του Γκράμσι σε «πόλεμο τακτικισμών», όπως αρκετοί τον κατηγόρησαν. P.Ginsborg A History of Contemporary Italy, 1943-1980, London 1990: 46.

[33] ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, Επιστολή Γ. Παπανδρέου προς τη Γραμματεία της ΚΕ του ΕΑΜ, 22 Δεκεμβρίου 1943, ΓΑ/Στ-2 (64) και Αρχείο Λαγάκου, Συνδιάσκεψη 29ης Δεκεμβρίου 1944, Πρακτικά, ΕΛΙΑ

[34] Αρχείο ΚΚΕ, Αναφορές αντιπροσώπων στη Μακεδονία, κουτί 409, φ. 62/31, ΑΣΚΙ. Απόφαση της Α΄ Συνδιάσκεψης της ΚΟ Περιοχής Μακεδονίας του ΚΚΕ, Ιούλιος 1944, κουτί 409, φ. 62/29 ΑΣΚΙ. Μάλιστα στο βουνό κυκλοφόρησε και Μπροσούρα με τίτλο Η Σκευωρία του Λιβάνου, Ο Γλύξμπουργκ συνωμοτεί κατά του Έθνους, εκδ. Λαοκρατία, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1944.

[35] Αρχείο ΚΚΕ, ραδιοτηλεγράφημα της ΚΕ του ΚΚΕ προς Γ. Ιωαννίδη, κουτί 145 φ. 32/53, 31 Μαΐου 1944, ΑΣΚΙ. Επίσης ραδιοτηλεγράφημα ΚΕ του ΚΚΕ, Πλουμπίδης προς Ιωαννίδη, αρ. 20, κουτί 145, φ/7/32/38, 31 Μαΐου 1944.

[36] Όπως ο ίδιος ο Σβώλος μεταγενέστερα το τοποθέτησε, η Απελευθέρωση κατέστησε αδύνατη τη συνύπαρξη του ΚΚΕ και του ΣΚΕ-ΕΛΔ λόγω διαφορετικών κοινωνικών προτεραιοτήτων. Αρχείο ΕΔΑ, κουτί 670.2, υπο-αρχείο Ιπ. Φραγκόπουλου, Διάγραμμα Εισήγησης προς το Α΄ Συνέδριο του ΣΚΕ-ΕΛΔ, 9 Ιουνίου 1951.

[37] F.O. 371/48252, R 2458, Leeper to F.O., 2 Φεβρουαρίου 1945.

[38] Βλ. Μ. Π Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, ό.π.: 55-68 και 100-163.

[39] Προφανώς αυτό δεν είχε σχέση με μια εξ εφόδου κατάληψη της εξουσίας ή τη λογική της αναμονής της «μεγάλης νύχτας της επανάστασης» αλλά με αυτό που τόνιζε ο Γκράμσι ως αξιοποίηση τακτικών ελιγμών, απόκτηση καινούργιων συμμάχων για το προλεταριάτο, σταδιακή καταστροφή του επιθετικού και του αμυντικού μηχανισμού του αστικού κράτους και των θεσμών του, αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων εφεδρειών. A. Gramsci, “Maximalisation and Extremism”, L` Unita, 2 July 1925, (μετάφραση M. Abidor), www. marxists.org/arcives/gramsci.

[40] Βλ και Μ. Π.Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20 αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή- Αντίσταση 1940-1945, τομ. Γ.2, Αθήνα 2007: 22-28.

[41] Βλ. και τις παρατηρήσεις στο «Οι στάχτες του Γκράμσι» συνέντευξη του Λ. Αξελού στην Εργατική Αλληλεγγύη, τ. 762, 2007.

[42] Όπως το διατυμπάνιζε το ίδιο το ΚΚΕ, η «λαϊκή δημοκρατία κάνοντας βαθιές μεταρρυθμίσεις (αναδασμό της γης, εθνικοποιήσεις των μεγάλων βιομηχανιών, τραπεζών, μεταφορών, εξωτερικού εμπορίου) και λαμβάνοντας ριζικά μέτρα υπέρ των εργατών και των αγροτών, θα ανέπτυσσε τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου και έτσι με αμυντική βάση ικανή θα εξασφάλιζε και τα σύνορα. Με ώριμες τις δημοκρατικές δυνάμεις στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια θα ξερίζωνε τις αιτίες του σπαραγμού των Βαλκανίων και θα έκανε δυνατή την ειρηνική συμβίωση των λαών τους». ΚΚΕ, Το Εθνικό μας πρόβλημα και το ΚΚΕ, εκδ. ΚΟΜΕΠ, αρ. 4, Αθήνα 1943: 27-28, 45-35.

[43] Βλ και Μ. Π. Λυμπεράτος, «Εθνικές διεκδικήσεις και πολιτικοί αποκλεισμοί: η διαμόρφωση του ιδεολογικού υποστρώματος του εμφυλίου πολέμου», Ιστορικά, τ. 34, 2001: 202-205. Ωστόσο, παρά τις όποιες παρεκκλίσεις, οποιαδήποτε συζήτηση για «εθνικισμούς» της Αριστεράς πρέπει να διεξάγεται στη βάση του γεγονότος ότι το ΕΑΜ συγκροτήθηκε στο πλαίσιο ενός λυσσαλέου ιδεολογικού ανταγωνισμού με τις αστικές δυνάμεις που στήριξαν τα πάντα στην υποτιθέμενη εθνική μειοδοσία της Αριστεράς.

[44] Για το ρόλο και τους τρόπους, για παράδειγμα, που το λαϊκό θέατρο δημιούργησε ένα αντιστασιακό κοινό βλ. Β. Ρώτα, «Το θεατρικό Σπουδαστήριο», αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Τέχνης (τ. 87-88, Απρίλιος 1962) στο Θέματα Παιδείας, τευχ. 28, 2007: 105-111. Επίσης, Δ. Καγγελάρη, «Η θεατρική Σκηνή 1941-1953» Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τ. Γ2, ό.π.: 355-359.

[45] Οι ιδέες του Γκράμσι για τον λαϊκό πολιτισμό και τις συλλογικές αναπαραστάσεις έστρεψαν μια γενιά ιστορικών σε καινούργια αντικείμενα ιστορικής έρευνας. H. Kaye, “Political Theory and History: Gramsci and the British Marxists Historians”, Italian Quarterly, 25, 1984: 97-84.

[46] Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/58, Ο Αντάρτης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, εκδ Απελευθερωτής, όργανο της ΚΕ του ΕΛΑΣ.

[47] Λ. Γκρούπι, ό.π.: 88-91.

[48] Όπως σημειώνει ο Γκράμσι κάθε «ουσιαστική» κοινωνική ομάδα δημιουργεί μαζί της οργανικά ένα ή περισσότερα στρώματα διανοουμένων που της προσδίδουν ομοιογένεια και συνείδηση της αποστολής της. Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π.: 53.

[49] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 4, 1934-1940, Αθήνα 1975: 18, 24 και 32.

[50] Γ. Δημητρώφ, Το Ενιαίο Μέτωπο της Εργατικής Τάξης, Εισήγηση στο VΙΙ Συνέδριο της Κ.Δ, Αθήνα ανατ. 1975: 47-49.

[51] ΚΚΕ, 5 Χρόνια Αγώνες, 1931-1936, εκδ. 1945: 303. Ο Ζαχαριάδης αργότερα θα επαίρεται ότι τότε το ΚΚΕ εκπόνησε μια «πλατφόρμα μάχης» που περιελάμβανε όλες τις αντιφασιστικές δυνάμεις «χωρίς καμιά εξαίρεση». Ν. Ζαχαριάδης, Θέσεις για την Ιστορία του ΚΚΕ, Αθήνα 1945: 44.

[52] Πέρα από την ανεκτίμητη συμβολή του στην ιστοριογραφία της Αριστεράς του Μεσοπολέμου, το βιβλίο του Α. Ελεφάντη, Η Επαγγελία μιας Αδύνατης Επανάστασης, ΚΚΕ και Αστισμός στον Μεσοπόλεμο Αθήνα 1976, αναλώθηκε, κατά τη γνώμη μου σε υπερβολικό βαθμό να καταδείξει το σταλινισμό του ΚΚΕ της εποχής χωρίς να αποδίδει την ίδια σημασία στις πλευρές της ιδεολογικής του μεταστροφής που καθόρισε τις εξελίξεις από το 1933 μέχρι και το ΕΑΜ.

[53] Μάλιστα το ΚΚΕ χαιρέτησε στα 1951 την ΕΔΑ ως νέο ΕΑΜ. Λαϊκό Εκλογικό Πρόγραμμα, «Πρόταση του ΑΚΕ και του ΚΚΕ για τις εκλογές», 7 Ιουλίου 1951, Νέος Κόσμος, τ. 8, Αύγουστος 1951: 6-7 και «Απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ, Οι εκλογές του 1951», Νέος Κόσμος, τ. 10, Οκτώβριος 1951: 6-8.

[54] Είναι αναγκαίο να επισημανθεί και η κριτική στις έννοιες του Γκράμσι κυρίως από τον Αλτουσέρ που του αποδίδει πολλές φορές μια ρευστοποίηση των εννοιών και μια θεωρητική ασάφεια λόγω της υπερβάλλουσας επιμονής του ενάντια στις μηχανιστικές θεωρήσεις του μαρξισμού. Λ. Αλτουσέρ, «Ο Μαρξισμός δεν είναι ιστορικισμός», Πολίτης, τ. 79, 1987: 42.

[55] J. Femia, Political Theory of Antonio Gramsci, Oxford 1981: 123-182.

[56] A, Gramsci, “Letter to Palmiro Togliatti”, October 26, 1926, Gramsci a Roma, Togliatti a Mosca, edited by Chiara Daniele. Giulio Einaudi Editore, Turin, 1999, (μετάφραση M. Abidor), www. marxists.org/arcives/gramsci.

[57] Γ. Μ. Π. Λυμπεράτος, «Το Ελληνικό Λαϊκό Μέτωπο: η απόπειρα μιας μαζικής αντίδρασης στη δικτατορία Μεταξά» στο 1936, Ελλάδα και Ισπανία, Αθήνα 2007: 79-96.

[58] Γ. Ζεύγος, «Εισήγηση στη 10η Ολομέλεια του ΚΚΕ», Γενάρης 1944, ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. Ε, Αθήνα 1981: 199.

[59] Μόνο οι εφημερίδες της αντίστασης που εκδίδονταν στην κατεχόμενη Ελλάδα προσέγγιζαν τις 100. Στ’ Αρματα! Στ’ Άρματα! Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα χ.χ.έ.: 241.

[60] Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π.: 55, 60.

[61] Ειδικά οι χαμηλόβαθμοι κληρικοί εντάχθηκαν μαζικά στις οργανώσεις αλληλοβοήθειας του ΕΑΜ. Γύρω στο 60% του συνόλου τούς υπολογίζει η Εθνική Αλληλεγγύη που είχε ως επίτιμο πρόεδρό της άλλωστε, τον μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ. Εθνική Αλληλεγγύη, Μια Προσπάθεια, ένας Άθλος Αθήνα 1945: 9.

[62] Είναι αυτοί που ο Γκράμσι ονομάζει «διανοούμενους αγροτικού τύπου», Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π.: 65.

[63] Στις εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ, τον Απρίλιο του 1944, εκλέχτηκαν κατά 70% μικροαστοί, από τους οποίους η συντριπτική πλειοψηφία ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, γιατροί, δικηγόροι και εκπαιδευτικοί, προερχόμενοι από την ύπαιθρο, Εισήγηση Γ. Σιάντου στο Εθνικό Συμβούλιο, Η λαϊκή Δικαιοσύνη και η Αυτοδιοίκηση, 5 Λαϊκοί Κώδικες, ανατ. Αθήνα 1975: 21 και L. Bearentzen, «Η λαϊκή υποστήριξη στο ΕΑΜ στο τέλος της Κατοχής», Μνήμων, τ. 9, 1984: 163.

[64] Βλ. και τον Πρόλογο του Π. Κανελλόπουλου στο Δ. Ζέπος, «Λαϊκή Δικαιοσύνη», Αθήνα 1986

[65] Αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα ο τρόπος που έγινε εφικτή και η μορφή που πήρε η σύνθεση των στοιχείων αστικού Δικαίου με τα στοιχεία Λαϊκής Δικαιοσύνης, όπως ο ρόλος του Λαϊκού Επιτρόπου, η σύνθεση του δικαστηρίου, η νομολογία του για υποθέσεις αστικού και ποινικού δικαίου, τα δικονομικά μέσα κλπ. Βλ. και Θ. Παπαθανασόπουλος, Λαϊκό Δημόσιο Δίκαιο 1941-1945, Αθήνα 1982, ιδίως το «“Σχέδιο Διατάξεων περί Λαϊκής Δικαιοσύνης” του 1943»: 19-24.

[66] Ήταν μια πειθαρχία και μια προσήλωση στους στόχους της οργάνωσης που έκανε ακόμα και τους βρετανούς να απορούν. Ειδικότερα βλ. P. Papastratis, British Foreign Policy towards Greece during the Second World War, Cambridge 1984: 138-143.

[67] Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, μετ. Θ. Αθανασίου, Αθήνα 1974: 33-34.

[68] Α. Γκράμσι, Για το Μακιαβέλι…, ό.π.: 142-143.

[69] Το Π.Γ. του ΚΚΕ είχε απευθύνει ρητές εντολές, τον Σεπτέμβριο του 1944, στις κατά τόπους οργανώσεις του και στα Συντάγματα του ΕΛΑΣ να μην εκδηλωθεί καμιά μορφή αυτοδικίας και ακόμη και ειδεχθείς συνεργάτες των Γερμανών να παραδοθούν ανέγγιχτοι στους Βρετανούς, ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, Φ 7/32/135, αρ. 45, Σιάντος προς όλες τις κομματικές επιτροπές περιοχής, 7 Σεπτεμβρίου 1944. Μάλιστα, η Εθνική Πολιτοφυλακή είχε αναλάβει την περιφρούρηση όλων των σημείων που είχαν φυλακιστεί ταγματασφαλίτες με διαταγές να αποτραπεί κάθε βίαιη ενέργεια του μαινόμενου πλήθους, Ελεύθερη Μεσσηνία, 17 Σεπτεμβρίου 1944.

[70] Στη Γαλλία τα αντίποινα ξεκίνησαν ήδη από την απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944, και ιδίως κατά τους επόμενους μήνες. T. Junt, Postwar. A History of Europe since 1945, London 2005: 41-43 και J. P. Rioux, The Fourth Republic, 1944-1958, Cambridge, 1987: 27-29, P. Ginsburg, A History of Contemporary Italy 1943-1980, ό.π.: 68, W. Hitchcock, The Struggle for Europe, London 2003: 71-72.

[71] Για τα προβλήματα των προσεγγίσεων γύρω από το ρόλο της μάζας τη δεκαετία 1940-1950 βλ. και Μ. Λυμπεράτος, «Προβλήματα αναγνώσεων στη μελέτη της Ιστορίας του εμφυλίου Πολέμου», ό.π.: 50-51.

[72] Πράγμα το οποίο έκανε και η 3η Ολομέλεια του ΚΚΕ το Σεπτέμβριο του 1947 όταν αποφάσισε το σχέδιο «Λίμνες», βλ. και Β. Κρεμμυδάς, «Τα Αρχεία και οι Πραγματικότητες», Οκτώ Ομιλίες για το βιβλίο του Φ. Ηλιού, Αθήνα 2005: 28-29.

[73] Σε ένα άρθρο του ο Γκράμσι στην L’Ordine Nuovo, το Μάιο του 1921 αναφερόμενος στη μεγάλη απεργία εργατών της FIAT στο Τορίνο που σταμάτησε, τόνισε ότι ήταν αδιανόητο να αντιμετωπίζει κανείς το θέμα με όρους προδοσίας, δεδομένου ότι ήταν άνθρωποι από σάρκα και αίμα που δεν είχαν πλέον χρήματα, μετά από ένα μήνα απεργίας, να θρέψουν τις οικογένειές τους αλλά και την πλαισίωση εργαζομένων άλλων παραγωγικών ομάδων. A. Gramsci, “Men of Flesh and Blood”, L’Ordine Nuovo, May 8, 1921, (μετάφραση Μ. Abidor), www. marxists.org/arcives/gramsci.

[74] βλ. και C. Harman, Marxism and History, London 1998: 45-46.

[75] A.Gramsci, Selections from Prison Notebooks, London 1971: 323, 333.

[76] C. Bambery, Αντόνιο Γκράμσι, στο C.Harman-C.Bambery, Α. Γκράμσι, Η ζωή και οι Ιδέες ενός Επαναστάτη, Αθήνα 2006: 46-51.

[77] Για την ΕΠΟΝ και την απήχησή της βλ. Π. Ανταίος, Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ, τ. Α΄ και Β΄, Αθήνα 1977 και 1979.

[78] Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π., 102.

[79] Α. Γκράμσι, Για το Μακιαβέλι…, ό.π., 102-105.

[80] Μάλιστα η «Μάχη της Σοδειάς» το καλοκαίρι του 1944 γινόταν όπως σημειώνει ο Γ. Μαργαρίτης στα προάστια της Λάρισας, εκεί όπου τα άρματα της 4ης Μεραρχίας της Αστυνομίας των SS ήταν «σαφώς πιο επικίνδυνα απ΄ ό,τι στα ορεινά των Χασίων, του Ολύμπου, ή του Κόζιακα». Γ Μαργαρίτης, «Η Εθνική Αντίσταση», στο Ιστορία των Ελλήνων, τ. 16, Αθήνα χ.χ.έ.: 518.

[81] Α. Γκράμσι, Οι Διανοούμενοι, ό.π.: 59.

[82] Βλ. για τη λειτουργία και την οργάνωση των Λαϊκών Εξουσιών, Θ. Τσουπαρόπουλος, Οι Λαοκρατικοί Θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα 1989 και Θ. Παπαθανασόπουλος, Λαϊκό Δημόσιο Δίκαιο, 1941-1945, Αθήνα 1982.

[83] Το Γ.Σ του ΕΛΑΣ και προσωπικά ο Σαράφης είχε διατάξει την 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ να διευθετηθεί ειρηνικά η αντίθεση με την ΕΚΚΑ. Η εξέλιξη με τη δολοφονία του Ψαρρού προκάλεσε αγανάκτηση ακόμα και στις τάξεις του ΕΛΑΣ, ο οποίος υποχρεώθηκε σε συνεχείς ανακρίσεις, εκθέσεις και φυλλάδια να δικαιολογήσει την τροπή αυτή. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 496, φ 30/4/147. ΕΛΑΣ, Έκθεση πεπραγμένων, 1 Ιουνίου 1944.

[84] Για το θέμα Π. Παπαστράτης, «Η κυβέρνηση Παπανδρέου και το Συνέδριο του Λιβάνου», στο Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-50. Ένα Έθνος σε κρίση, Αθήνα 1984: 205-223.

[85] Δεν είναι απολύτως σαφές αν στη σύσκεψη αυτή έγινε πραγματική απόπειρα αλλαγής του συσχετισμού ή απλώς διατυπώθηκαν «αγωνίες» χωρίς πολιτική βάση. Ο Μ. Βαφειάδης, αν και όλοι σε αυτόν αποδίδουν την επιβολή της κομματικής γραμμής στους καπεταναίους, αργότερα ισχυρίστηκε ότι υπήρξε σαφής θέση από τον ίδιο για επιθετική δράση του ΕΛΑΣ στην Αθήνα. Μ. Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, τ. 3, Αθήνα 1985: 41-44. Βλ. Θ. Μοσχάτος, Η Σύσκεψις των Καπεταναίων στη Λαμία, Αθήνα 1983: 13-22.

[86] Να σημειωθεί ότι η πολιτική των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας συνεχίστηκε μέχρι και στις 20 Δεκεμβρίου 1944 παρά τις ανηλεείς επιθέσεις των Βρετανών κατά του ΕΛΑΣ. ΕΑΜ, Δελτίο Πληροφοριών, Ανακοινώσεις ΚΕ του ΕΑΜ, 14-20 Δεκεμβρίου 1944.

[87] Μ. Π. Λυμπεράτος, Μύθοι και Πραγματικότητες για τα Αίτια του Εμφυλίου Πολέμου, Λιβαδειά 2006, 13.

[88] Στην ουσία η βρετανική επιδίωξη να καταστραφεί ο ΕΛΑΣ ήταν εκείνη που δεν επέτρεψε την υλοποίηση της πρότασης Σιάντου από τις 14 Δεκεμβρίου 1944 για τερματισμό των μαχών. Αρχείο ΚΚΕ, ραδιοτηλεγράφημα Σιάντου προς Οργανώσεις, κουτί 145 φ.7/32/261, 17 Δεκεμβρίου 1944.

[89] Αρχείο ΚΚΕ, Έκθεση Μακρίδη, ξιφ, 16 Αυγούστου 1946, κουτί 570, φ. 28/38/19 ΑΣΚΙ.

[90] Αργότερα ο Σιάντος θα κατηγορηθεί ως χαφιές για αυτή του την άρνηση να δεχθεί τις υποδείξεις του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ κατά τα Δεκεμβριανά. Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, Πόρισμα Επιτροπής για την υπόθεση Σιάντου, ανατ. Αθήνα 1988: 348-349.

[91] «Ο Δεκέμβρης Σταθμός και Νέα Αφετηρία του Αγώνα για την Ανεξαρτησία και τη Δημοκρατία», ΚΟΜΕΠ, τ. 44, Δεκέμβριος 1945: 4-7.

[92] Είναι χαρακτηριστικό πώς περιέγραψε ο Σιάντος στην έκθεσή του προς το ΠΓ του ΚΚΕ τη σύγκρουση: ήταν μια «λαϊκή αντίσταση». Έκθεση Δράσης του Γ. Σιάντου στην 11η Ολομέλεια του ΚΚΕ, ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα τ. Ε, Αθήνα 1986: 423.

[93] Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, ό.π.: 8.

[94] Στα 1920 ο Γκράμσι έδωσε πραγματική ιδεολογική μάχη έναντι του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας που είχε διασπαστεί σε τάσεις, ο οποίες ήταν απολύτως αποκομμένες από την εργατική τάξη, Antonio Gramsci, “Split or Disorder”, L’Ordine Nuovo, 11-18 Δεκεμβρίου 1920.

[95] Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, ο.π, 40.

[96] Τόσο ο Γκράμσι όσο και ο άλλος θεωρητικός της πολιτικής επιστήμης της εποχής του Γκράμσι στην Ιταλία ο Gaetano Mosca, παρά τις μεγάλες ιδεολογικές τους διαφορές, τόνιζαν ότι ήταν αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι ακόμα και σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα οι εκλογές εξασφαλίζουν τη λαϊκή έκφραση και ότι δεν ήταν ένας μηχανισμός νομιμοποίησης της ικανότητας των πολιτικών elite να επιβάλουν τους εκλεκτούς τους. Βλ M. Finocciharo, Rethinking Gramsci’s Political Philosophy, 4-5 (www.bu.edu/ wcp papers Poli/Polifino. Htm).

[97] Ο Γκράμσι είχε από το 1924 τονίσει ότι δεν αποτελούσε απάντηση στο φασισμό μια δημοσιογραφικού τύπου διαμαρτυρία ή οι κοινοβουλευτικές ίντριγκες αλλά οι μαζικοί αγώνες. A. Gramsci “Neither Fascism nor Liberalism. Sovietism!” L’Unita, 7 Οκτωβρίου 1924 (μετάφραση M. Abidor) www. marxists.org/arcives/gramsci.

[98] Μ. Λυμπεράτος, «Το Ελληνικό Λαϊκό Μέτωπο», ό.π.: 88-89.

[99] Δεν είναι του παρόντος κειμένου η συζήτηση που αναπτύχθηκε διεξοδικά την περίοδο εκείνη για την ορθότητα της πολιτικής αυτής, είτε στο εσωτερικό του ΚΚΕ είτε ως τμήμα του λόγου της «αριστερής αντιπολίτευσης». Ιδίως Π. Πουλιόπουλος, Άρθρα, Θέσεις και Πολεμικές χ.χ.έ.: 21-28. Βλ. και Κ. Παλούκης, «Η Αριστερή Αντιπολίτευση στο ΚΚΕ», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20 Αιώνα, τ. Β΄: 213 -241όπως και Ε. Αστερίου-Γ. Λαμπάτος, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα, Αθήνα 1995: 208-215. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι παρά τις ανεπάρκειές του –που σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσαν κοινωνικές καθυστερήσεις– το Παλλαϊκό Μέτωπο λίγο απείχε για να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα που τέθηκε ως στόχος ώστε να αντιμετωπιστεί δραστικά ο εκφασισμός της κοινωνίας και μάλιστα με τη μορφή γενικών πολιτικών απεργιών. Μάλιστα η δικτατορία Μεταξά ήρθε, συν τοις άλλοις, για να παρεμποδίσει την απαρχή τέτοιων κινητοποιήσεων, και μάλιστα το γεγονός ότι η δικτατορία δεν απέκτησε ποτέ λαϊκό έρεισμα πρέπει να αποδοθεί και στο Παλλαϊκό Μέτωπο. Βλ. και Μ. Λυμπεράτος, «Το Ελληνικό Λαϊκό Μέτωπο», ό.π.: 97-109.

[100] Για την υπεράσπιση της αυτονομίας των εργοστασιακών συμβουλίων Α. Γκράμσι, Γράμματα από τη Φυλακή, Αθήνα, χ.χ.έ.: 17-20.

[101] Βλ. και παρατηρήσεις του Γκράμσι αναφορικά με τη σχέση κόμματος και κινήματος ιδίως σε περιόδους πολιτικής κρίσης, Α. Γκράμσι, Για το Μακιαβέλι…ό.π.: 94-97.

[102] Βλ. ειδικά για το ζήτημα των συνδικάτων και Θ. Τσακίρης, «Ο Α. Γκράμσι και η επικαιρότητα της σκέψης του για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα», Αυγή, 17 Φεβρουαρίου 2008.

[103] C. Bambery, «Αντόνιο Γκράμσι», στο C.Harman-C.Bambery, Α. Γκράμσι, Η ζωή και οι Ιδέες ενός Επαναστάτη, ό.π.: 26-34

[104] Δεν είναι τυχαίο ότι οι οπαδοί της Subaltern History θεωρούν τον Γκράμσι ως πηγή θεωρητικής έμπνευσης, βλ. M. Green, Gramsci cannot speak: Presentations and Interpretations of Gramsci’s Concept of the Subaltern, 2000: 1-3, 15-19.

[105] Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, ό.π.: 30.

[106] A. Gramsci, “Men of Flesh and Blood”, L’Ordine Nuovo, May 8, 1921, (μετάφραση Μ. Abidor), www. marxists.org/arcives/gramsci.

[107] Για τον ρόλο ιδίως των διαδηλώσεων για το Κυπριακό βλ και Γ. Κατηφόρης, Η Νομοθεσία των Βαρβάρων, Αθήνα 1975: 147.

[108] Για να μην υπάρξουν κατηγορίες υποκατάστασης των συμμάχων του στο ΕΑΜ, το ΚΚΕ ώθησε τα πράγματα ώστε στις οργανώσεις του ΕΑΜ, για να τηρηθούν οι συσχετισμοί, κομμουνιστές ψήφιζαν εκπροσώπους των άλλων δυνάμεων ή με άνωθεν εντολή παραχωρούσαν τη διοίκηση εαμικών οργανώσεων στους σοσιαλιστές του ΕΑΜ. ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τομ. 5, ό.π., 50 και Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 14, Ιούνιος 1943: 13.

[109] Το ΚΚΕ προσπάθησε να μην περιορίσει τον ΔΣΕ σε κατεξοχήν κομμουνιστική έκφραση και μάλιστα απεύθυνε πρόσκληση και στον Η. Τσιριμώκο να ενταχθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση του ΔΣΕ. Όμως το ΣΚΕ-ΕΛΔ είχε πλέον διαχωρίσει τη θέση του, κατηγορώντας το ΚΚΕ για εν κρυπτώ επιμονή σε εμφυλιοπολεμικές λογικές, Μάχη 6 Αυγούστου 1947 και 12 Δεκεμβρίου 1947.

[110] Το πρόβλημα τέθηκε στο πλαίσιο των μετεμφυλιακών απολογιών της ηγεσίας του ΚΚΕ πολύ βολικά, ως αδικαιολόγητη αδράνεια του Β΄ Κλιμακίου του ΚΚΕ στην Αθήνα, με συνέπεια εκτεταμένες διαγραφές στην τελευταία φάση του εμφυλίου πολέμου. Βλ. και Δ. Βλαντά, Τριάμισι Χρόνια Πάλης του ΔΣΕ, Συμπεράσματα και Διδάγματα. Προς την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, χ.χ.έ.: 80-81.

[111] C. Harman, «Ο Γκράμσι ενάντια στο ρεφορμισμό», στο C.Harman-C.Bambery, Α. Γκράμσι, ό.π.: 72-75.

[112] Για το θέμα Μ. Π Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, ό.π.: 118-126.

[113] Α. Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, ό.π.: 25.