ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ-ΜΕΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ...

τα Δεκεμβριανά [1]

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_03/04/2011_437775

Του Ευανθη Χατζηβασιλειου[2]

Σπανίως, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ένα μεμονωμένο γεγονός είχε τόσο καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος, της κοινωνικής πραγματικότητας, των ταυτοτήτων, όσο τα Δεκεμβριανά του 1944. Πριν από τη σύγκρουση, παρά τις δυσκολίες, υπήρχε η ελπίδα ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα έβρισκαν μια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση. Μετά τον «Δεκέμβρη», τίποτε δεν ήταν το ίδιο: αντί της πολιτικής διαδικασίας, η χώρα κλήθηκε να εφαρμόσει μία ιδιότυπη «συνθήκη ειρήνης», τη Συμφωνία της Βάρκιζας, την οποία παραβίασαν και οι δύο πλευρές – η κυβερνητική επειδή προχώρησε στην πολιτική δίωξη των κομμουνιστών, και η εαμική επειδή δεν παρέδωσε τα όπλα της, αλλά αντίθετα προετοιμάστηκε για την επόμενη φορά. Ο δρόμος είχε ανοίξει για ένα νέο γύρο εμφυλίου πολέμου.

Οπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχικές εκτιμήσεις για τα αίτια των Δεκεμβριανών ήταν, σε μεγάλο βαθμό, βασισμένες σε στερεότυπα. Ο αστικός κόσμος πίστευε ότι το ΕΑΜ είχε κάνει μια προαποφασισμένη απόπειρα για κατάληψη της εξουσίας. Η Αριστερά θεωρούσε ότι οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου είχαν εξ αρχής επιζητήσει τη σύγκρουση για να καταστρέψουν το εαμικό ρεύμα. Η σύγχρονη έρευνα, ωστόσο –με πρώτο σταθμό τη μελέτη του Ι. Ιατρίδη για την «εξέγερση στην Αθήνα»– αποστασιοποιήθηκε από παρόμοιες ερμηνείες και αντιμετώπισε την πορεία προς τη σύγκρουση ως μια διαδικασία, παρά ως μια «αναπόφευκτη» εξέλιξη.

Η μακρόχρονη πορεία προς τη σύγκρουση

Είναι αδύνατον να ερμηνευθούν τα Δεκεμβριανά χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι αποτέλεσαν τη δεύτερη φάση ενός εμφυλίου πολέμου που είχε ξεκινήσει το 1943. Ο κατοχικός εμφύλιος είχε ένα ιδιότυπο αποτέλεσμα: στρατιωτικά, στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε επικρατήσει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ωστόσο, πολιτικά, το ΕΑΜ είχε υποστεί μία μείζονα ήττα από τον Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης, στη Διάσκεψη του Λιβάνου κατά την οποία αποφασίστηκε η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ της στρατιωτικής και της πολιτικής ισχύος οδήγησε στη νέα σύγκρουση.

Ο Παπανδρέου επεδίωκε να οδηγήσει τη χώρα σε μια κατεύθυνση παρόμοια με αυτήν που θα ακολουθούσαν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη: συγκρότηση ενός «μεγάλου συνασπισμού» αντιφασιστικών δυνάμεων (με τη συμμετοχή του κομμουνιστικού κόμματος) και διενέργεια μιας προοδευτικής μεταρρύθμισης, που θα συγκροτούσε τη βάση της μεταπολεμικής δημόσιας ζωής. Σε αυτό το σκηνικό, ο δικός του συνασπισμός –μια μορφή αστικού ριζοσπαστισμού– θα ισορροπούσε μεταξύ της αντίδρασης και της επανάστασης, ώστε να εξασφαλίσει την αναγκαία μεταρρύθμιση. Για να γίνει αυτό, όμως, ήταν αναγκαίο να αποφευχθεί ένας νέος εμφύλιος πόλεμος. Αυτό προσπάθησε να επιτύχει ο Παπανδρέου με δύο μοχλούς: τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα και την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για διενέργεια ελεύθερων εκλογών.

Κατά τον πρωθυπουργό (και τον αστικό κόσμο), η ένοπλη μειοψηφία του ΕΑΜ/ΚΚΕ είχε επιβάλει τη στρατιωτική της κατοχή στην ύπαιθρο και επί της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι η βρετανική παρουσία θα αποκαθιστούσε την ισορροπία των στρατιωτικών δυνάμεων, αποτρέποντας τον εμφύλιο πόλεμο. Αρχικά, η στρατηγική του φάνηκε να αποδίδει: το ΕΑΜ αποδέχθηκε τη Συμφωνία της Καζέρτας στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1944 και έθεσε τις δυνάμεις του υπό την ηγεσία του Βρετανού στρατηγού Σκόμπυ. Κατά την απελευθέρωση της Αθήνας, στα μέσα του Οκτωβρίου, το ΕΑΜ δεν εγκατέστησε δική του κυβέρνηση, παρόλο που μπορούσε να το κάμει.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Μετά την απελευθέρωση, το ΕΑΜ ήδη ασκούσε την εξουσία στην Ελλάδα, μέσω της στρατιωτικής κατοχής της υπαίθρου (με μικρές εξαιρέσεις, π.χ. στην Ηπειρο). Η «κυβέρνηση Παπανδρέου» δεν ήλεγχε παρά ένα μέρος του κέντρου της Αθήνας. Το ΕΑΜ επιδίωκε να συντηρήσει μια περίεργη δυαρχία στη χώρα: μια τυπική ψευδοεξουσία της κυβέρνησης στο κέντρο της Αθήνας και μια ουσιαστική και σαφώς μονοκομματική εξουσία του ΕΑΜ παντού αλλού (αυτό που τότε ονομάστηκε «εαμοκρατία»). Εκλογές σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούσαν να γίνουν – τουλάχιστον όχι χωρίς να προκύψουν εκλογικά «αποτελέσματα» αντίστοιχα με τα ανατολικοευρωπαϊκά των αμέσως επόμενων ετών... Ο Παπανδρέου στόχευε να τερματίσει την εαμική στρατιωτική κατοχή της υπαίθρου, επειδή χωρίς αυτό, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν, έτσι και αλλιώς, ένα μονοκομματικό εαμικό κράτος. Εδώ βρισκόταν η ουσία της διαφωνίας σχετικά με τις ένοπλες δυνάμεις, που αποτέλεσε την αφορμή για τα Δεκεμβριανά. Το ΕΑΜ επέλεξε τη σύγκρουση όταν κατάλαβε ότι θα έπρεπε να διαλύσει τον στρατό του – το όργανο με το οποίο διεκδικούσε τη συνέχιση της εξουσίας του. Εξάλλου, για το ΕΑΜ, η διάλυση του στρατού του σήμαινε όχι μόνον απώλεια της εξουσίας, αλλά και δικό του αφοπλισμό έναντι των αντιπάλων του.

Ωστόσο, η ηγεσία του ΕΑΜ έδειξε μια τεράστια αδυναμία να διαχειριστεί την κρίση. Ετσι, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της υπογραφής της Συμφωνίας της Καζέρτας, η οποία στην ουσία υπήγαγε και τις εαμικές δυνάμεις υπό τις διαταγές του Σκόμπυ. Η Καζέρτα μετέτρεπε οποιαδήποτε εξέγερση εναντίον του Βρετανού αυτού διοικητή σε αντισυμμαχική ανταρσία την οποία θα ήταν αδιανόητο να υποστηρίξουν, διαρκούντος του πολέμου, οι Σοβιετικοί ή ο Τίτο (παρά τις υποσχέσεις που ο τελευταίος είχε δώσει για αρωγή). Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στο πολυσυζητημένο ερώτημα εάν το ΕΑΜ είχε πληροφορηθεί ή όχι τη «συμφωνία των ποσοστών» μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ: το ίδιο το ΕΑΜ είχε δεχθεί την Καζέρτα. Είναι επίσης σαφές ότι το ΚΚΕ εκτίμησε λανθασμένα τους στόχους και τις προτεραιότητες των διεθνών δρώντων. Τέλος, είναι αμφίβολο εάν η εαμική ηγεσία είχε σαφείς στρατηγικές προτεραιότητες: η διενέργεια, παράλληλα με τα Δεκεμβριανά, επιθέσεων εναντίον του Ζέρβα στην Ηπειρο επιτρέπουν τη διατύπωση της υπόθεσης ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση με πανελλαδική εμβέλεια και πολύ πιο μαξιμαλιστικούς στόχους. Στο επίπεδο της ποιότητας ηγεσίας εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά του ελληνικού αριστερού κινήματος σε σχέση με το γαλλικό ή το ιταλικό: οι Τορέζ και Τολιάτι απέφυγαν προσεκτικά τον εμφύλιο πόλεμο, ακριβώς επειδή διέγνωσαν πολύ πιο αποτελεσματικά τους συσχετισμούς των δυνάμεων και την ακριβή γκάμα των δυνατοτήτων.

Καταστροφικές πολιτικές συνέπειες

Οι συνέπειες των Δεκεμβριανών ήταν καταλυτικές. Η μάχη της Αθήνας είναι η πρώτη εμφύλια σύγκρουση της δεκαετίας του ’40, στην οποία αναμετρήθηκε η Αριστερά (μόνη της) με όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις – και επομένως ένωσε όλους τους άλλους εναντίον της. Αυτό το σκηνικό θα επαναληφθεί και το 1946 - 49.

Το δεύτερο καθοριστικό στοιχείο ήταν η εκτέλεση, από την εαμική πλευρά, ενός μεγάλου αριθμού αμάχων ομήρων που συνέλαβε τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου. Αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά, η κυβερνητική προπαγάνδα ανέβαζε τον αριθμό των ομήρων που εκτελέσθηκαν από το ΕΑΜ ή πέθαναν από κακουχίες, σε 10.000. Αργότερα, περισσότερο ψύχραιμοι αναλυτές αναφέρθηκαν σε έναν αριθμό 4.000 νεκρών – ο οποίος όμως ήταν επίσης τεράστιος. Τίποτε δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει πιο αποτελεσματικά τον αστικό κόσμο από την αίσθηση ότι η «κομμουνιστική επανάσταση» συνοδευόταν από ένα παρόμοιο λουτρό αίματος. Ενδοελληνικές συγκρούσεις (και μάλιστα πολύνεκρες) είχαν σημειωθεί από το 1943 σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, ήταν το αίμα του Δεκέμβρη –το αίμα που χύθηκε μέσα στην Αθήνα– που κινητοποίησε την αστική ελίτ στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό, η τρίτη συνέπεια ήταν η μη τιμωρία των δωσιλόγων: τρομοκρατημένο, το πολιτικό σύστημα έστρεψε την προσοχή του στον «αμυντικό αγώνα» κατά του κομμουνισμού.

Πάνω απ’ όλα, ο «δεύτερος γύρος» αποτέλεσε μια μη αναστρέψιμη καταστροφή για την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Διέλυσε τον «μεγάλο συνασπισμό» της απελευθέρωσης, κατέστρεψε την προσπάθεια ανοικοδόμησης, εξασφάλισε την παλινόρθωση της μοναρχίας, συνέτριψε τις ανερχόμενες μετριοπαθείς φιλελεύθερες δυνάμεις και έδωσε αμετάκλητα την πρωτοβουλία των κινήσεων στους ακραίους αντικομμουνιστές. Με την επιλογή του για σύγκρουση στα Δεκεμβριανά, το ΕΑΜ κατέστρεψε τους πάντες, εκτός από τους πιο ακραίους εχθρούς του.

Γι’ αυτό, συχνά διατυπώνεται το ερώτημα κατά πόσον η κυβέρνηση Παπανδρέου, του 1944, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία. Ηταν η πρώτη φορά έπειτα από μία δικτατορία, πόλεμο, Κατοχή και μία εμφύλια σύγκρουση, που οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Στο σενάριο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην κατεύθυνση του μεταπολεμικού ιταλικού ή γαλλικού προτύπου: θέσπιση ενός προοδευτικού φιλελεύθερου Συντάγματος, διενέργεια μιας οικονομικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, χωρίς τις τρομερές επιβαρύνσεις των πρόσθετων εμφυλίων συγκρούσεων του 1944 - 49. Τα Δεκεμβριανά σκότωσαν αυτή την προοπτική και άνοιξαν τον δρόμο για ένα νέο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» που οδηγούσε στον τρίτο εμφύλιο πόλεμο του 1946 - 49.



[1] Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για ένα γεγονός που καθόρισε τη μεταπολεμική Ελλάδα
67 χρόνια πριν

Επιμέλεια: Στεφανος Xελιδονης

«Το αίμα φέρνει αίμα κι άλλο αίμα». Με αυτές τις λέξεις συνόψισε ο Σεφέρης την κατάσταση στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1944. Δύο, μόλις, μήνες μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αεροσκάφη Σπιτφάιαρ και Μποφάιτερ της RAF σφυροκοπούσαν τα προάστια, ενώ μάχες μεταξύ βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων, από τη μία πλευρά, και του ΕΛΑΣ, από την άλλη, μαίνονταν σε όλη την πόλη. Η σπίθα γι' αυτόν τον «δεύτερο γύρο» εμφυλίου πολέμου, που έμεινε γνωστός ως «Δεκεμβριανά», άναψε όταν στις 3 Δεκεμβρίου η Αστυνομία, η οποία αντιπροσώπευε το έσχατο ορατό κατάλοιπο του κατοχικού συστήματος, άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών του ΕΑΜ στην πλατεία Συντάγματος. Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν σημείο καμπής στην εμφύλια βία που είχε αρχίσει ήδη από το 1943 και η οποία θα συνεχιζόταν μέχρι και το 1949. Ο δρόμος προς τη «μάχη της Αθήνας» ήταν στρωμένος με αμοιβαία καχυποψία, αλλά και αδιαλλαξία, και από τις δύο παρατάξεις. Το ποιος είχε τη βαρύτερη ευθύνη για τα Δεκεμβριανά παραμένει ένα από τα πιο διαμφισβητούμενα σημεία στην Ιστορία της νεότερης Ελλάδας

1.Μετά, τίποτα δεν ήταν το ίδιο... Του Ευάνθη Χατζηβασιλείου,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_03/04/2011_437775

2. Οι ελιγμοί των δύο διεκδικητών της εξουσίας , Του Θανάσης Δ. Σφήκα , http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100005_03/04/2011_437773

[2] Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.