ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΚΡΗ «ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ…»

…ΕΠΕΜΒΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ- ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=345233

Νίκος Μαραντζίδης[1]

Το βιβλίο του Σπύρου Μακρή [2]έρχεται να προστεθεί στη σειρά των εκδόσεων για τον Εμφύλιο και τις συνέπειές του. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο τοποθετείται σε αυτόν τον χώρο που ονομάζουμε μετα-ανάλυση. Επικεντρώνεται στην αφήγηση του Εμφυλίου και στη συλλογική μνήμη μέσω της δημόσιας ιστορίας και της ιστοριογραφίας. Με άλλα λόγια, το βάρος δεν δίνεται στα πραγματικά γεγονότα αλλά στην αφήγηση των γεγονότων από τους πρωταγωνιστές και από τους ειδικούς. Ως εδώ, κανένα πρόβλημα.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Στρατηγικές αφήγησης και ιδεολογικές ταυτότητες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα»- κεφάλαιο το οποίο στηρίζεται σε δημοσιευμένη εργασία του συγγραφέα σε συλλογικό τόμο το 2000- ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει την ερμηνεία των δύο στρατοπέδων για το στρατιωτικό αποτέλεσμα και να το συνδέσει με τη μεταπολεμική πολιτική κουλτούρα. Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας: « Η προβολή της στρατιωτικής πτυχής του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου στο αφηγηματικό και ιδεολογικό επίπεδο αποσκοπεί στην κατανόηση και ερμηνεία της εσωτερικής θεσμικής λογικής όσο και του συμβολικού περιεχομένου των μετεμφυλιακών δομών εξουσίας,καθώς επίσης και στη συστηματική ενδοσκόπηση του φαινομένου της σύγχρονης ελληνικής κουλτούρας »

(σελ. 41).

Το δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Το ζήτημα της αμερικανικής επέμβασης και του αντιαμερικανισμού στη μεταπολεμική και σύγχρονη Ελλάδα μέσα από την πολιτική θεωρία και τη θεωρία των διεθνών σχέσεων» παρουσιάζει και επιχειρεί να αναλύσει την υπάρχουσα βιβλιογραφία πάνω στο ζήτημα της αμερικανικής εμπλοκής και του ελληνικού αντιαμερικανισμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η θεώρηση αυτή γίνεται υπό το πρίσμα της πολιτικής θεωρίας και της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Στο κεφάλαιο αυτό ο Σπ. Μακρής εξετάζει δύο διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα: τον αντι-αμερικανισμό ως στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και την ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία για τις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις. Τέλος, το τρίτο κεφάλαιο με το μάλλον ιδιαίτερο τίτλο «Φως + γραφή + μνήμη = ιστορία ή παρελθόν;», που έχει γραφτεί από τον πολιτικό επιστήμονα Κ. Πουχτό, αποτελεί ένα μάλλον μεθοδολογικό και θεωρητικό κεφάλαιο για τη συλλογική μνήμη, χωρίς άμεση σχέση με τον τίτλο του βιβλίου και τα δύο προηγούμενα κεφάλαια.

Παρά τις καλές προθέσεις και την αναμφισβήτητη προσπάθεια του (των) συγγραφέα, η έκδοση παρουσιάζει μερικές σοβαρές ελλείψεις και δείχνει να μην πετυχαίνει τον στόχο της, που δηλώνεται πως είναι η διερεύνηση κάποιων πτυχών του ελληνικού Εμφυλίου και του αντιαμερικανισμού « μέσα από την αξιοποίηση μιας εξαντλητικής πρωτογενούς και δευτερογενούς βιβλιογραφίας» (σελ. 15).

Κατ΄ αρχάς η βιβλιογραφία δεν είναι τόσο εξαντλητική. Στην πρώτη ενότητα δεν έχει προστεθεί τίποτε μετά το 2000 που πρωτοδημοσιεύτηκε η μελέτη για τον εμφύλιο πόλεμο με εξαίρεση κάποιες εργασίες του ίδιου του συγγραφέα. Αυτό έχει αποτέλεσμα να λείπουν τίτλοι από τη βιβλιογραφία που η απουσία τους «βγάζει μάτι». Τρανταχτό παράδειγμα, η απουσία του βιβλίου του Γ. Μαργαρίτη, Ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου (2000), που όποια άποψη και αν έχει κανείς για το περιεχόμενό του, είναι υποχρεωμένος να το λάβει υπόψη του εφόσον πραγματεύεται τη στρατιωτική διάσταση του εμφύλιου πολέμου.

Δεύτερον, τα κεφάλαια δείχνουν εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους καθώς η θεματολογία από το ένα κεφάλαιο στο άλλο αλλάζει σε σημαντικό βαθμό, χωρίς να γίνεται σαφές τι είναι αυτό που τα συνδέει. Ειδικά το τρίτο κεφάλαιο που αφορά τη μνήμη είναι τόσο εντελώς εκτός του προηγούμενου πλαισίου, που αδυνατεί κανείς να κατανοήσει τη σκοπιμότητά του να περιληφθεί στο βιβλίο. Το τελευταίο κεφάλαιο θα ταίριαζε περισσότερο σε μια εισαγωγή εγχειριδίου περί συλλογικής μνήμης και όχι ως μέρος ενός βιβλίου για την αφήγηση του Εμφυλίου.

Τέλος, η ανάλυση είναι πολύ λίγο πειστική και, ας μου επιτραπεί η έκφραση, μοιάζει ρηχή. Ειδικά στο κεφάλαιο της στρατιωτικής αφήγησης του Εμφυλίου και της σχέσης του με τις μεταπολεμικές ταυτότητες, τα συμπεράσματα δείχνουν να είναι περισσότερο υποθέσεις μιας μελλοντικής εργασίας παρά αποτελέσματα εμπεριστατωμένης έρευνας.

Συμπερασματικά, το βιβλίο, παρά την όποια προσπάθεια κατέβαλε ο συγγραφέας του, είναι κατώτερο του επιπέδου όπου έχει φθάσει η έρευνα για τη δεκαετία του ΄40 στις ημέρες μας. Αρκετοί νέοι επιστήμονες εξέδωσαν τα τελευταία χρόνια ή ολοκληρώνουν κοπιώδεις εργασίες που διευρύνουν πραγματικά τις γνώσεις μας για την περίοδο. Τελικά, οι απαιτήσεις μας σήμερα, που το αρχειακό υλικό είναι άφθονο και τα διεπιστημονικά εργαλεία μάς επιτρέπουν να προχωρήσουμε τα πράγματα σε βάθος, πρέπει να είναι υψηλότερες αν θέλουμε να ξεπεράσουμε τα κλισέ πως ο Εμφύλιος συνεχίζεται στο πεδίο της Ιστορίας και πως η μελέτη του δεν μπορεί να ξεφύγει από ιδεολογικές στρατεύσεις και προκαταλήψεις.



[1] Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

[2] Σπύρος Μακρής, Εμφύλιος πόλεμος, επεμβατισμός και αντι-αμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα -Στρατηγικές αφήγησης και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, Σιδέρης Ι. , 2010