ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Δημήτρης Καζάκης

αναδημοσίευση από: http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/02/blog-post_1975.html

Φέτος κλείνουν 60 χρόνια από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και την απαρχή του ηρωικού αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Με αφορμή την επέτειο η ΚΕ του ΚΚΕ δημοσίευσε διακήρυξη «για τα 60 χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (1946-1949)» με διπλό στόχο: αφενός τον ανιστόρητο εκθειασμό του εμφυλίου πολέμου ως δήθεν «κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης» και αφετέρου τη θεολογική εξιδανίκευση του ΚΚΕ χτες και σήμερα.

Μια αλλαγή θέσης για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας

Βασική θέση της «διακήρυξης» είναι η εξής: «Η δράση του ΔΣΕ αποτελεί την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Το αστικό κράτος γνώρισε τον πιο μεγάλο μέχρι σήμερα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξή του. Αυτά τα γεγονότα καταδείχνουν και τις μεγάλες δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει ο ΔΣΕ.» Με την εκτίμηση αυτή είναι να απορεί κανείς. Αν ο ΔΣΕ αποτελεί «την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα», τότε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τι ήταν; Γιατί ο ΔΣΕ, ο οποίος παρόλη την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό και την αποφασιστικότητα των μαχητών του δεν μπόρεσε ούτε καν να αγγίξει το επίπεδο του ΕΛΑΣ, εμφανίζεται από τη σκοπιά της ταξικής πάλης στην Ελλάδα ως η κορύφωσή της; Γιατί αυτή η έμμεση αλλά σαφέστατη υποβάθμιση της σημασίας του αγώνα στα πλαίσια του ΕΑΜ;

Η εκτίμηση αυτή για το ΔΣΕ είναι από κάθε άποψη καινοφανής. Κι αυτό γιατί δεν έχει σχέση με την αληθινή ιστορία του εμφυλίου, αλλά ούτε και με το ίδιο το ΚΚΕ, το οποίο έως σήμερα αποτιμούσε διαφορετικά τη δράση του ΔΣΕ. Η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρούσε παλιότερα ως «την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα» τον αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ενώ την πάλη του ΔΣΕ ως συνέχεια του που επιβλήθηκε από την επέμβαση των ιμπεριαλιστών και την ανοιχτή τρομοκρατία του μοναρχοφασισμού. Είναι χαρακτηριστική η σχετική διατύπωση από το «Σχέδιο Σύντομης Ιστορίας του ΚΚΕ» της ΚΕ του ΚΚΕ, που εκδόθηκε τη δεκαετία του ’80: «Ανεξάρτητα,... από τα λάθη, ο ηρωικός αγώνας των δημοκρατικών δυνάμεων στα χρόνια 1946-1949, με επικεφαλής του κομμουνιστές, ήταν ένας αγώνας δίκαιος, εθνικός, αντιφασιστικός, αντιιμπεριαλιστικός, συνέχεια των αγώνων της περιόδου της Εθνικής Αντίστασης κατά της χιτλεροφασιστικής κατοχής, ενάντια στην επέμβαση των Άγγλων ιμπεριαλιστών το Δεκέμβρη του 1944 και των Αμερικανών αργότερα. Ήταν αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία, τη δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο.»[1] Ακόμη και το μεταγενέστερο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», που εκδόθηκε το 1995, έγραφε: Ο «αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ανεξάρτητα από τον τρόπο που οργανώθηκε και καθοδηγήθηκε και την κατάληξη που είχε, στρεφόταν ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση, εξάρτηση και κηδεμονία και ενάντια σε ένα καθεστώς αντιδραστικό, αντιλαϊκό που επιβλήθηκε παρά τη λαϊκή θέληση. Ήταν αγώνας γεμάτος θυσίες και ηρωισμούς, συνέχεια της Εθνικής Αντίστασης και του Δεκέμβρη για την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία, για την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη και την κοινωνική πρόοδο.»[2]

Όσο και να ψάξει κανείς στην τωρινή «διακήρυξη» της ΚΕ του ΚΚΕ δεν θα βρει ούτε μια αναφορά στον εθνικο-ανεξαρτησιακό χαρακτήρα του αγώνα, ούτε νύξη για το γεγονός ότι το περιεχόμενο από ταξική σκοπιά του αγώνα του ΔΣΕ ήταν ακριβώς το ίδιο με εκείνο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Για τη σημερινή ΚΕ του ΚΚΕ μάλλον δεν υπήρξε ούτε καν ιμπεριαλιστική επέμβαση, παρά μόνο συνδρομή των «ξένων συμμάχων» της ντόπιας αστικής τάξης. Την εποχή του εμφυλίου δεν είχαμε μια συγκροτημένη ντόπια αστική τάξη η οποία με τη συνδρομή των «ξένων συμμάχων» της αντιπαρατέθηκε με τις λαϊκές δυνάμεις του ΔΣΕ. Ο εμφύλιος δεν πήρε σε καμμιά φάση της εξέλιξής του μια εκ παρατάξεως σύγκρουση οργανωμένων τάξεων για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Ούτε καν η ηγεσία του ΚΚΕ της εποχής εκείνης τον αντιλήφθηκε έτσι. Αυτό συνέβη μόνο στην οργιώδη φαντασία των συντακτών της «διακήρυξης».

Η επαναστατική κατάσταση της εποχής οφειλόταν πρώτα και κύρια στο γεγονός ότι ο ελληνικός καπιταλισμός, ο αστικός κόσμος της χώρας, βγήκε από τον πόλεμο εντελώς σμπαραλιασμένος, αποσαθρωμένος, ανίκανος να επιβάλει ή να διεκδικήσει την κυριαρχία του πάνω στο λαό. Κι όσο το ΕΑΜικό κίνημα ήταν ζωντανό, όσο ο λαός ζούσε και ανέπνεε με το αίτημα της λαοκρατίας, ήταν αδύνατο για την αστική τάξη να ανοικοδομήσει την κυριαρχία της. Χρειαζόταν το κίνημα, αλλά και οι ίδιες οι προσδοκίες του λαού να πνιγούν στο αίμα. Η ιμπεριαλιστική επέμβαση μέσα από την επιβολή μιας «νέας κατοχής», ενός νέου ασφυκτικού καθεστώτος εξάρτησης και υποτέλειας της χώρας, ήρθε να διαμορφώσει τις αναγκαίες συνθήκες για την τελική αναμέτρηση, για το τελικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με τις λαϊκές δυνάμεις. Δίχως αυτό το άθλιο καθεστώς υποτέλειας, δίχως την ανοιχτή ιμπεριαλιστική επέμβαση των βρετανών πρώτα και των αμερικανών έπειτα, ήταν αδύνατη όχι μόνο η επικράτηση των δυνάμεων της αντίδρασης, της αστικής τάξης, αλλά και η ίδια η ανοικοδόμηση του ελληνικού καπιταλισμού μεταπολεμικά. Γι’ αυτό και ολόκληρο το ταξικό ζήτημα, ολόκληρο το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης εκείνη την εποχή «περνούσε» μέσα από το δίδυμο αίτημα της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Καμμιά κορύφωση της ταξικής πάλης, καμμιά πάλη για την εξουσία, κανενός είδους επαναστατικός αγώνας δεν είχε νόημα για την εργατική τάξη και το λαό αν δεν εκφραζόταν πρώτα και κύρια μέσα από την αποφασιστική διεκδίκηση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ο εκθειασμός του ΔΣΕ από την τωρινή «διακήρυξη» της ΚΕ του ΚΚΕ δεν έχει στόχο να εξυψώσει τον αγώνα του, τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των μαχητών του, αλλά να υποβαθμίσει τη σημασία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Κι αυτό γιατί επιδιώκει να θάψει μια για πάντα τα αιτήματα για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία, που στην βάση τους συσπειρώθηκε ο λαός, η εργατική τάξη και η διανόηση την εποχή εκείνη και συγκροτήθηκε ένα τόσο ρωμαλέο επαναστατικό κίνημα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, το οποίο για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της χώρας είχε την πραγματική δυνατότητα να κατακτήσει την εξουσία και να οικοδομήσει μια νέα Ελλάδα της λαοκρατίας και του σοσιαλισμού. Με αυτή τη «διακήρυξη» η ΚΕ του ΚΚΕ επιχειρεί μια επιμνημόσυνη δέηση στο όνομα, στον τίτλο του ΔΣΕ για να του αποδώσει χαρακτηριστικά που ποτέ δεν είχε, μόνο και μόνο για να σκοτώσει τη ψυχή του, το αληθινό περιεχόμενο του αγώνα του. Δοξάζει τα ένοπλα μέσα του αγώνα για να σβήσει τα αιτήματα αυτού του αγώνα, οικοδομεί μια θεολογική προσέγγιση του εμφυλίου γενικά για να ξεχαστεί η αληθινή προγραμματική βάση της σύγκρουσης.

Η επανάσταση και η θεολογία του εμφυλίου

Οι παλιότερες εκτιμήσεις του ΚΚΕ σχετικά με τον εμφύλιο και τη δράση του ΔΣΕ, παρά το γεγονός ότι νοσούν βαρύτατα από πολλές «λευκές σελίδες», αλλά και από μια προσπάθεια απολογητικής των κεντρικών επιλογών του κόμματος εκείνης της εποχής, ήταν σαφώς πολύ πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια από την καινοφανή εκτίμηση της σημερινής «διακήρυξης». Η αλλαγή της θέσης για το ΔΣΕ και ευρύτερα για το λαϊκό επαναστατικό κίνημα που γέννησε η αντίσταση είναι προϊόν των τελευταίων χρόνων και δεν έχει σε τίποτε να κάνει με κάποια νηφάλια και έντιμη αναψηλάφηση της ιστορίας. Αντίθετα έχει άμεση σχέση με τη σημερινή τραγική κατάσταση του ΚΚΕ, με την εγκατάλειψη των κομβικών αιτημάτων του λαϊκού κινήματος από την ηγεσία του, με τη συστηματική διάρρηξη των δεσμών του με το μαζικό κίνημα, με την μετατροπή του σε κόμμα-αρνητή των δικών του πιο ζωτικών παραδόσεων με τις οποίες είχαν ζυμωθεί αγωνιστικά γενιές και γενιές κομμουνιστών και είχε ταυτιστεί το ΚΚΕ στη συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού.

Η διολίσθηση του επίσημου ΚΚΕ στη νέα θέση ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από τη νέα ηγετική του ομάδα και εντασσόταν σε μια συνολική προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα νέο κόμμα, που η μοναδική του σχέση με το παλιό θα ήταν ο τίτλος στην προμετωπίδα του. Καταδικάστηκε μετά βδελυγμίας και εξοβελίστηκε από τη σκέψη και την πρακτική του κόμματος οτιδήποτε θετικό είχε κατακτήσει ιστορικά στη θεωρητική και οργανωτική του συγκρότηση, στην πολιτική και τη δράση του στο μαζικό κίνημα, ενώ υπερδιογκώθηκαν και απέκτησαν καθεστώς θεολογικής πίστης τα πιο αρνητικά, αποσυνθετικά και αδιέξοδα χαρακτηριστικά, που είχαν συσσωρευτεί στην ιστορική πορεία του κομμουνιστικού κινήματος και το οδήγησαν στη χρεοκοπία και την ήττα του. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια επιχειρήθηκε να διαδοθεί στις γραμμές του κόμματος και η νέα λατρεία του εμφυλίου.

Αυτή η επιχείρηση βασίστηκε στην εισαγωγή ενός εξαιρετικά απλοϊκού σχήματος για την ιστορική ερμηνεία της περιόδου: Ο ΔΣΕ διεξήγαγε εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ως θέσφατο αποτελεί «ανώτατη μορφή της ταξικής πάλης»[3], οπότε η περίοδος του ένοπλου αγώνα 1946-1949 ήταν από «ταξική» άποψη ανώτερη από την περίοδο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογική σχηματοποίηση στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κυριαρχούσε το «εθνικό» ή «εθνικοαπλευθερωτικό» στοιχείο, ενώ στον αγώνα του ΔΣΕ κυριαρχούσε το «ταξικό». Μάλιστα σε ορισμένους άρεσε τόσο πολύ αυτό το ανιστόρητο σχήμα, που έφτασαν να βλέπουν εκδηλώσεις αυτής της «ανώτατης μορφής της ταξικής πάλης» και στα πλαίσια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όχι όμως στην απαρχή οικοδόμησης μιας νέας λαοκρατικής εξουσίας από την «κυβέρνηση του βουνού», αλλά στις ένοπλες συγκρούσεις με τα τάγματα ασφαλείας, τον ΕΔΕΣ και τους ντόπιους δοσίλογους (βλ. απόψεις Μάκη Μαίλη). Ενώ κάποιοι άλλοι ανακάλυπταν ξαφνικά ότι με το ΕΑΜ «καλλιεργήθηκε η ιδέα της εθνική ενότητας», η οποία ακόμη κι ως έννοια δεν είναι καν «επιστημονικά νόμιμη»[4]!

Στην πραγματικότητα το σχήμα αυτό υιοθετεί στην πράξη την πιο επίσημη αστική ερμηνεία της περιόδου, δηλαδή τη θεωρία των «δύο γύρων», μόνο που αντιστρέφει την επιχειρηματολογία αυτής της θεωρίας στην ίδια ακριβώς βάση διαχωρισμού του «εθνικού» από το «ταξικό». Πέρα, όμως, από την αντιεπιστημονική και ανιστόρητη αντιπαράθεση του «εθνικού» με το «ταξικό», ειδικά για την περίοδο που μιλάμε, η όλη λογική που θέλει τον εμφύλιο πόλεμο ως «ανώτατη μορφή της ταξικής πάλης» αντλεί την καταγωγή της όχι από το κίνημα της εργατικής τάξης και το μαρξισμό, αλλά από την πολιτική φιλοσοφία της αστικής τάξης. Η ίδια η έννοια «εμφύλιος πόλεμος» ξεπήδησε μέσα από τον ένοπλο αγώνα της ανερχόμενης αστικής τάξης και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων στην Αγγλία ενάντια στην μοναρχία και την αριστοκρατία το 17ο αιώνα. Για τους πολιτικούς φιλοσόφους της εποχής εκείνης σήμαινε απλά τον πόλεμο των πολιτών εναντίον του επίσημου κράτους, την ένοπλη αναμέτρηση της «κοινωνίας των πολιτών» με την κρατούσα «πολιτική κοινωνία», δηλαδή την κυρίαρχη εξουσία. Γι αυτό και αποτυπώθηκε στην αγγλική γλώσσα ως civil war, στη γαλλική querre civile και στη γερμανική ZivilKrieg. Αντίθετα στην ελληνική γλώσσα αυτό το ιδιαίτερο πολιτικό γνώρισμα δεν πέρασε στην απόδοση της έννοιας, που έμεινε να αποτυπώνεται με την πολύ φτωχή, άχρωμη και αναντίστοιχη έκφραση εμφύλιος πόλεμος. Εκδήλωση κι αυτή της αστικής πολιτικής καθυστέρησης της χώρας. Για την αστική συνείδηση στην Ελλάδα, ακόμη και στις πιο προοδευτικές της εκδοχές, ο «πόλεμος των πολιτών εναντίον της εξουσίας» δεν νομιμοποιήθηκε ποτέ. Ο εμφύλιος δεν ήταν παρά μια ακραία εκδοχή της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυρίαρχα κόμματα, δεν ήταν παρά η συνέχεια της επίσημης πολιτικής με άλλα μέσα. Με άλλα λόγια δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την ένοπλη αναμέτρηση δυο «φίλιων» παρατάξεων για τη νομή της εξουσίας, η οποία οδηγούσε αναγκαστικά σε «διχασμό του έθνους». Και πράγματι αυτό ίσχυσε για όλους τους αστικούς εμφυλίους στην Ελλάδα από την εποχή της σύγκρουσης πολιτικών-στρατιωτικών καταμεσής της επανάστασης του 1821, έως τον «εθνικό διχασμό» Βενιζελικών-Κωνσταντινικών κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Οι εκπρόσωποι των ανερχόμενων αστών στην Αγγλία του 17ου αιώνα καθόλου δεν ταύτιζαν τον πόλεμο των πολιτών ενάντια στην εξουσία με το γενικό ξεσηκωμό του λαού. Τον πόλεμο τον διεξήγαγε η επίσημη, οργανωμένη έκφραση των πολιτών γενικά και όχι ο ίδιος ο λαός στη βάση των αιτημάτων του. Κατ’ αυτούς ήταν μια διάρρηξη των παραδοσιακών δεσμών του μεσαιωνικού έθνους, του οποίου την εθνική ενότητα συμβόλιζε και πραγμάτωνε η μοναρχία, για να δημιουργηθεί μια νέα εθνική ενότητα με ηγέτιδα δύναμη την ανερχόμενη αστική τάξη και τους θεσμούς της, όπως ήταν το κοινοβούλιο. Δεν ήταν ο λαός και ο αγώνας του για τα δίκαιά του που ήταν ο φορέας των ανατροπών, ή των πολιτικών αλλαγών, αλλά ο πόλεμος, η ένοπλη αναμέτρηση που διεξάγεται από μεγάλους ηγήτορες, δικτάτορες και στρατηλάτες στο όνομα του δίκιου, του ορθού και του γενικού καλού. Η αποθέωση αυτή του πολέμου και γενικά των ένοπλων μέσων ως «ανώτατη έκφραση» της πολιτικής πάλης υπήρξε θεμελιακό γνώρισμα της εκπροσώπων της ανερχόμενης αστικής τάξης. Σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των λαϊκών στρωμάτων και του προλεταριάτου, οι οποίοι στον πόλεμο έβλεπαν απλά ένα μέσο, μια ακραία μορφή της πάλης τους, όχι τόσο θεμιτή, όσο αναγκαία μόνο όταν οι συνθήκες το επέβαλαν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της μεγάλης Γαλλικής επανάστασης οι κατεξοχήν υμνητές και αποθεωτές του «επαναστατικού πολέμου», που τον ταύτιζαν με τον εμφύλιο πόλεμο, δεν ήταν οι «αιμοχαρείς» ορεινοί Ιακωβίνοι, αλλά οι καθόλα «μετριοπαθείς» Γιρονδίνοι και οι πεδινοί. Ένας από τους ηγέτες των Γιρονδίνων, ο Ζακ Πιερ Μπρισό, αποθέωνε τον εμφύλιο ως «ανώτατη έκφραση» της πάλης κατά των τυράννων: «Πόλεμος, πόλεμος – αυτή είναι η κραυγή όλων των πατριωτών, η επιθυμία όλων των φίλων της ελευθερίας παντού στην Ευρώπη, οι οποίοι δεν μπορούν να περιμένουν άλλο για να ανατρέψουν και να επιτεθούν στους τυράννους τους.»[5] Για τον Μπρισό ο πόλεμος δεν ήταν παρά ο υπέρτατος υποκινητής της επανάστασης των εθνών στην Ευρώπη: «Ο πόλεμος είναι σήμερα μια εθνική ευλογία[6] Σ’ αυτή την πολιτική λατρεία του πολέμου αντιτάχθηκε ο Μαρά με πύρινα άρθρα στο «Φίλο του Λαού», όπου τόνιζε ότι ο «πόλεμος ενάντια στη τυραννία» είναι ο καλύτερος τρόπος όχι για να ανατραπούν οι τύραννοι στην Ευρώπη, αλλά για να επιβληθεί μια νέα τυραννία πάνω στο λαό από τυχοδιώκτες και καιροσκόπους. Με τη σειρά του ο Ροβιεσπέρος μιλώντας στη Λέσχη των Ιακωβίνων προειδοποιούσε αυτούς τους λάτρεις του ευρωπαϊκού επαναστατικού ή εμφυλίου πολέμου: «Κι αν τα ξένα έθνη, αν οι στρατιώτες των πριγκίπων της Ευρώπης, αποδειχθούν λιγότερο φιλοσοφημένοι και λιγότερο ώριμοι για μια επανάσταση όπως τη δική σας, την οποία εσείς οι ίδιοι βρίσκετε τόσο δύσκολο να τη φέρετε σε πέρας και αν θεωρήσουν ότι αποτελεί πρωταρχικό τους μέλημα να αποκρούσουν μια απρόσμενη επίθεση δίχως να υπολογίσουν το δημοκρατισμό στους στρατηγούς και τους στρατιώτες που ήρθαν εναντίον τους;»[7] Για επαναστάτες σαν το Μαρά και το Ροβεσπιέρο δεν ήταν τα όπλα, ούτε η λατρεία του επαναστατικού πολέμου που χαρακτήριζε τους αφοσιωμένους αγωνιστές της επανάστασης, αλλά η συνέπεια στην πάλη τους για την ανάδειξη του λαού σε κυρίαρχο της πολιτικής και του κράτους.

Στα χρόνια που ακολούθησαν έως την εμφάνιση του μαρξισμού και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, υπήρξαν πολλοί λάτρεις των οδοφραγμάτων, της ένοπλης σύγκρουσης, της εκ παρατάξεως αντιπαράθεσης εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Δεν ήταν παρά σέχτες των οποίων βασικό μέλημα ήταν η προετοιμασία για την επόμενη μάχη στα οδοφράγματα, για την επομένη ένοπλη αναμέτρηση που θεωρούσαν ως το αποκορύφωμα της πολιτικής πάλης. Η λατρεία των ένοπλων μορφών πάλης πήγαζε από την πεποίθησή τους – όπως χαρακτηριστικά την περιέγραφε ο Ένγκελς – ότι «αν μια μικρή καλά οργανωμένη μειοψηφία επιχειρούσε την κατάλληλη στιγμή να επιφέρει μια επαναστατική εξέγερση, θα μπορούσε, μετά από μερικές πρώτες επιτυχίες, να τραβήξει τη μάζα του λαού και έτσι να πετύχει μια νικηφόρα επανάσταση.»[8] Κι έτσι από τη στιγμή που κατανοούσαν «κάθε επανάσταση ως coup de main από μια μικρή επαναστατική μειοψηφία, προκύπτει αυτόματα ότι η επικράτησή της πρέπει να επιτευχθεί αναπόφευκτα με την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας – όχι, θα πρέπει να τονιστεί, ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αλλά ενός μικρού αριθμού από εκείνους που πραγματοποίησαν το πραξικόπημα και οι οποίοι είναι εξαρχής οργανωμένοι κάτω από τη δικτατορία ενός ή κάμποσων ατόμων[9] Σ’ αυτή τη λογική αντιτάχθηκαν οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, που θεωρούσαν αντίθετα ότι φορέας της επανάστασης δεν μπορεί παρά να είναι ολόκληρη η εργατική τάξη, οργανωμένη και συγκροτημένη ως ηγέτιδα δύναμη του έθνους, δηλαδή όλου του λαού. Με αυτή την έννοια διαχώριζαν την «πολιτική» από την «κοινωνική» επανάσταση, όπου η βασική διαφορά τους εντοπιζόταν όχι μόνο στην ευρύτερη κοινωνική απήχηση της δεύτερης, αλλά και στην άμεση και αποφασιστική εμπλοκή σ’ αυτήν της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και του λαού. Για τους Μαρξ και Ένγκελς δεν υπήρχαν «ανώτερες» και «κατώτερες» μορφές στην ταξική πάλη. Η κάθε μορφή – ένοπλη ή ειρηνική – αποτελούσε προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών και κρινόταν πάντα με βάση το αν διευκολύνει την παραπέρα οργάνωση και κινητοποίηση του συνόλου της εργατικής τάξης, αν ανοίγει δρόμους για την ανάδειξη των ιδιαίτερων ταξικών συμφερόντων και επιδιώξεων του προλεταριάτου σε «γενικό συμφέρον» της κοινωνίας και όλου του λαού.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς χρησιμοποιούσαν την έννοια του εμφυλίου πολέμου με διπλό νόημα: είτε ως συνώνυμο της λαϊκής ένοπλης εξέγερσης για την κατάχτηση της δημοκρατίας, είτε ως ταξικό πόλεμο μια τάξης ή τμημάτων μιας τάξης εναντίον μιας άλλης, όπως ήταν για παράδειγμα η ένοπλη εξέγερση του Παρισινού προλεταριάτου τον Ιούνιο του 1848. Στην προβληματική τους ο εμφύλιος πόλεμος δεν ταυτιζόταν με την κοινωνική επανάσταση του προλεταριάτου, αλλά κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνθήκες ο εμφύλιος πόλεμος θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση. Όπως για παράδειγμα περιγράφει ο ίδιος ο Μαρξ την εποχή της Παρισινής Κομμούνας, όπου ο εμφύλιος πόλεμος της αστική τάξης και του κράτους της, που κήρυξε ο Θιέρσος ενάντια στην εργατική τάξη και τον ένοπλο λαό το 1870 μετεξελίχθηκε σε γενική κοινωνική εξέγερση, σε επανάσταση. Για το Μαρξ η βασική ειδοποιός διαφορά βρισκόταν στο γεγονός ότι η Παρισινή Κομμούνα κατόρθωσε όχι μόνο να εκπροσωπήσει αυθεντικά το εξεγερμένο προλεταριάτο, αλλά και τα πραγματικά συμφέροντα του Γαλλικού έθνους. Κι αυτό γιατί αντιπροσώπευε την «αναγέννηση του Γαλλικού λαού μέσα από την ανάδειξή του σε πρωτοπόρο της αναγέννησης της παλιάς κοινωνίας, μετατρέποντας την κοινωνική αναγέννηση της ανθρωπότητας σε εθνική υπόθεση της Γαλλίας!»[10]

Ο όρος εμφύλιος πόλεμος βρήκε εκτεταμένη χρήση όταν ρίχτηκε ως σύνθημα από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Στην πράξη ο όρος αυτός την εποχή αυτή χρησιμοποιήθηκε ως άμεση απάντηση στον ιμπεριαλιστικό «εθνικό» πόλεμο. Στην πολιτική σκέψη όσων τον υιοθέτησαν ως σύνθημα ταυτιζόταν με την εξέγερση του οπλισμένου προλεταριάτου και του λαού γενικότερα ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε κάθε χώρα με άμεσο σκοπό την κατάχτηση της δημοκρατίας και την ειρήνη. Αυτή η ένοπλη πάλη – την οποία είχε επιβάλει ο ίδιος ο ιμπεριαλιστικός παγκόσμιος πόλεμος – για τη δημοκρατία, μπορούσε και έπρεπε να αποτελέσει το πρελούδιο της προλεταριακής επανάστασης. Ωστόσο, υπήρχαν δυνάμεις και ρεύματα στα πλαίσια της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας της εποχής, που κάτω από το βάρος των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών και την προδοσία της επίσημης σοσιαλδημοκρατίας, έτειναν να απολυτοποιήσουν τις ένοπλες μορφές του αγώνα και να ταυτίσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση με τον εμφύλιο πόλεμο. Την εποχή εκείνη πίσω από αυτή την τάση ήταν η άποψη της εγκατάλειψης του αγώνα για τη δημοκρατία μπροστά στο καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για τον Λένιν όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά: «Η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι μια μόνη πράξη, δεν είναι μια μόνη μάχη σ’ ένα μόνο μέτωπο, αλλά ολόκληρη εποχή οξυμένων ταξικών συγκρούσεων, μακριά σειρά από μάχες σε όλα τα μέτωπα, δηλ. σε όλα τα ζητήματα της οικονομίας και της πολιτικής, από μάχες που μπορούν να τελειώσουν μόνο με την απαλλοτρίωση της αστικής τάξης. Θα ήταν βασικό λάθος να νομιστεί ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μπορεί ν’ αποσπάσει το προλεταριάτο από τη σοσιαλιστική επανάσταση ή να τη φέρει σε δεύτερη μοίρα, να την επισκιάσει, κτλ. Αντίθετα, όπως δεν είναι δυνατό να υπάρξει νικηφόρος σοσιαλισμός που δεν πραγματοποιεί την πλήρη δημοκρατία, έτσι δεν μπορεί να προετοιμαστεί για τη νίκη ενάντια στην αστική τάξη το προλεταριάτο που δεν διεξάγει ολόπλευρο, συνεπή και επαναστατικό αγώνα για τη δημοκρατία.»[11]

Μετά τη νίκη της Οχτωβριανής και την επιβολή στη νεαρή σοβιετική εξουσία ενός καταστροφικού αντεπαναστατικού και επεμβατικού πολέμου, άρχισε να ανθεί στις γραμμές του νεαρού τότε κομμουνιστικού κινήματος η θεοποίηση των ένοπλων μορφών αγώνα και η λατρεία του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος άρχισε να αποκαλείται για πρώτη φορά από μαρξιστές και ως «ανώτατη μορφή της ταξικής πάλης». Οι απόψεις αυτές ήταν απόρροια της λογικής του «πολεμικού κομμουνισμού», η οποία επικράτησε στη σκέψη και την πολιτική των μπολσεβίκων ανοιχτά έως το 1920 και από την οποία δεν κατόρθωσαν ποτέ να απαλλαγούν οριστικά. Όλα αυτά πήγαζαν από την αντίληψη που θεωρούσε ότι η εργατική τάξη είναι ανίκανη στο σύνολό της να αποτελέσει το φορέα της επανάστασης και της οικοδόμησης της νέας εξουσίας. Αυτόν το ρόλο τον επεφύλασσε η ιστορία μόνο για την πρωτοπορία, δηλαδή για εκείνη τη συνειδητή μειοψηφία που παίρνει στα χέρια της την εξουσία. Η ίδια η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου έπαυε όλο και περισσότερο να είναι το συνώνυμο της κυριαρχίας της εργατικής τάξης συνολικά και μεταλλασσόταν σε δικτατορία της συνειδητής πρωτοπορίας, σε δικτατορία του κόμματος της εργατικής τάξης. Εκθειάζονταν οι δικτατορικές μέθοδοι, η καταστολή, η στρατιωτική πειθαρχία στο κόμμα και εκτός, η σιδερένια πυγμή και η άσκηση δικτατορίας γενικά, σε βάρος της αναγκαίας κατάχτησης της δημοκρατίας. Ο πόλεμος εμφανίστηκε ως το ιδεώδες πεδίο για την ίδια την κοινωνική επανάσταση.

Η αντίληψη αυτή για την επανάσταση, η οποία σε γενικές γραμμές ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με αυτή που περιέγραφε ο Ένγκελς για τις επαναστατικές σέχτες της εποχής του, βρήκε την αποθέωσή της στη δεκαετία του ’30. Είναι ενδεικτικό ότι στις αρχές αυτής της δεκαετίας εκδόθηκε στην ΕΣΣΔ – και αναπαράχθηκε σε αρκετές ξένες γλώσσες προς γνώση και συμμόρφωση του κοινού στο εξωτερικό – μια δίτομη επίσημη ιστορία της Οχτωβριανής επανάστασης, υπό την «εκδοτική επίβλεψη» των Γκόργκι, Μόλοτοφ, Βοροσίλοφ, Κίροφ, Ζάντοφ και Στάλιν με τον χαρακτηριστικό γενικό τίτλο, «Η ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου στην ΕΣΣΔ». Στην έκδοση αυτή ολόκληρη η ιστορία της επανάστασης στη Ρωσία, από την εξέγερση το Φεβρουάριο του 1917 που έδιωξε τον τσάρο έως την τελική σταθεροποίηση της σοβιετικής εξουσίας το 1922, δίνεται μέσα από την οπτική του πως μια συνειδητή συνωμοτική πρωτοπορία δράττει της ευκαιρίας και κηρύττει την κατάλληλη στιγμή τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη, στον οποίο τραβάει το σύνολο της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Έστω κι αν η αλήθεια είναι ότι η ιστορία της Οκτωβριανής δεν έχει σχέση με τον τρόπο που οι μπολσεβίκοι «τράβηξαν» στο επίπεδό τους την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, αλλά με τον αγωνιώδη και αντιφατικό τρόπο με τον οποίο οι μπολσεβίκοι «τραβήχτηκαν» στο επίπεδο των διαθέσεων και των αιτημάτων του εξεγερμένου προλεταριάτου και της αγροτιάς.

Ποιο ήταν το αληθινό περιεχόμενο του αγώνα του ΔΣΕ;

Επομένως η αναγωγή του εμφυλίου ή γενικότερα των ένοπλων μορφών πάλης σε «ανώτατη μορφή της ταξικής πάλης» οδηγεί σε μια σεχταριστική, συνωμοτική και κατ’ ουσία αστική αντίληψη για την επανάσταση, ως πετυχημένο πραξικόπημα «από τα κάτω». Τίποτε περισσότερο από ένα είδος πολιτικού μονόπρακτου όπου την κατάλληλη στιγμή η ηγεσία σφυρίζει την έναρξη και οι συνειδητοί επαναστάτες καταλαμβάνουν με τα όπλα την εξουσία. Τίποτε περισσότερο από μια επανάληψη του Γράμμου και του Βίτσι, αλλά από την ανάποδη. Οπότε το μόνο που έχει να κάνει η «επαναστατική πρωτοπορία» είναι να καταγγέλλει στο λαό τα κακά και τα στραβά της κατάστασης, να φτιάχνει το δικό της απόλυτα ελεγχόμενο «ταξικό κίνημα» και να περιμένει πότε η εργατική τάξη και ο λαός θα βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα για να στοιχηθεί πίσω της.

Βέβαια μια τέτοια επανάσταση δεν υπήρξε ποτέ κι ούτε πρόκειται να υπάρξει. Είναι ένα συναισθηματικά φορτισμένο νανούρισμα από μια ηγεσία που καταθέτει τα όπλα της ταξικής πάλης, αρνείται να ασκήσει πολιτική μέσα στο πραγματικό κίνημα των μαζών, λοιδορεί και απορρίπτει ως «μη ταξικά» τα αιτήματα εκείνα που μπορούν να συσπειρώσουν την πλειοψηφία του λαού και αρέσκεται να συμπεριφέρεται στην εργατική τάξη ως «κακοπούλι», όπως είχε πολύ εύστοχα αποκαλέσει κατάμουτρα την κ. Παπαρήγα μια εργάτρια από τα κλωστήρια της Νάουσας.

Αυτό που προσπαθεί να συγκαλύψει η ηγεσία του ΚΚΕ κάτω από την ηρωική και πένθιμη νεκρολογία του ΔΣΕ, είναι ότι ο αγώνας του μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμφύλιος πόλεμος με την έννοια που αναλύσαμε, αλλά απείχε πολύ από το να είναι «κορύφωση της ταξικής πάλης» και ακόμη περισσότερο από το να είναι επανάσταση. Ο αγώνας του ΔΣΕ δεν συνιστούσε την κοινωνική επανάσταση για την Ελλάδα, αλλά τον απόηχό της, την τελευταία καθοριστική μάχη που διεξάχθηκε με πολιτικούς και στρατιωτικούς όρους οπισθοφυλακής. Η κοινωνική επανάσταση στην Ελλάδα υπήρξε συνώνυμη με το ρωμαλέο λαϊκό κίνημα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να βάζει τα θεμέλια για μια νέα εξουσία στις ελεύθερες περιοχές της χώρας, μέσα από την ΠΕΕΑ, τη λαϊκή δικαιοσύνη, τη λαϊκή αυτοδιοίκηση, κλπ. Ο ΔΣΕ έδωσε τη τελευταία μάχη ενός επαναστατικού κινήματος που ενώ με την απελευθέρωση είχε στα χέρια του την εξουσία βρέθηκε σε υποχώρηση μετά από αδικαιολόγητες ήττες και προδοτικές ενέργειες της ηγεσίας του.

Από ιστορική άποψη, ολόκληρη η περίοδος, η οποία αρχίζει με τη συγκρότηση και άνδρωση του ΕΑΜ, κορυφώνεται με τα Δεκεμβριανά και κλείνει με τη στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ, αποτελεί μια ενιαία κι εντελώς πρωτότυπη επαναστατική εποχή δίχως ανάλογο προηγούμενο σ’ ολόκληρη την νεώτερη ιστορία του νεοελληνικού έθνους. Η πρωτοτυπία της βρίσκεται στο γεγονός ότι για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, τίθεται επί τάπητος με όρους μαζών σε κίνηση, η ανάγκη να λυθεί άμεσα και πρακτικά το πρόβλημα της εξουσίας με τρόπο κοινωνικά, ταξικά και εθνικά ριζικά διαφορετικό. Για πρώτη και μοναδική φορά από την εποχή της επανάστασης του 1821 έχουμε την αληθινή αναγέννηση του νεοελληνικού έθνους σε νέα κοινωνικο-ταξική βάση, δηλαδή την απαρχή ενός νέου έθνους, μιας νέας εθνικής συγκρότησης στο ελληνικό έδαφος με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη. Αυτή την εθνική ενότητα εκπροσωπούσε το ΕΑΜ και η «κυβέρνηση του βουνού». Το αίτημα του Μαρξ στο Μανιφέστο ότι το προλεταριάτο για να καταχτήσει την εξουσία πρέπει να «ανυψωθεί σε εθνική τάξη (να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους), να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος»[12], είχε ήδη πραγματοποιηθεί με το ΕΑΜικό κίνημα. Ο Γ. Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός-ανδρείκελο των Εγγλέζων στα Δεκεμβριανά, σε ομιλία του στην πρώτη επέτειο της απελευθέρωσης έλεγε χαρακτηριστικά: «Εις τον λόγον μας της σημερινής επετείου δεν κατειχόμεθα από καμμίαν παραίσθησιν ότι, τάχα, η Ελλάς – η «ωργανωμένη» Ελλάς – μας ανήκεν. Εγνωρίζομεν ότι ημείς ήμεθα η ιδέα της Ελλάδος, και εκείνοι η υλική δύναμις.»[13] Οι εκπρόσωποι της ολιγαρχίας ήξεραν πολύ καλά ότι αντιπροσώπευαν την «ιδέα» του έθνους, ενώ το ΕΑΜ αντιπροσώπευε την «υλική δύναμη» του έθνους. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να πατήσουν το πόδι τους στη χώρα παρά μόνο ως νέοι κατακτητές, με την επιβολή μιας νέας κατοχής με τις λόγχες των Βρετανών. Στην πραγματικότητα είχαμε τη γέννηση ενός νέου έθνους μέσα από τα συντρίμμια και τα αποκαΐδια του παλιού προπολεμικού κυρίαρχου έθνους της εκμετάλλευσης, της εξάρτησης και της υποτέλειας. Οι εκπρόσωποι της «ιδέας» του παλιού έθνους, μπορούσαν να το αναστήσουν, να το αναστηλώσουν μόνο πνίγοντας στο αίμα την «υλική δύναμη» του έθνους, μπορούσαν να το αναβιώσουν μόνο ως άμεσο και άθλιο εξάρτημα των ξένων προστατών του, μόνο ως ένα από τα πιο εκτρωματικά μορφώματα των καθεστώτων εξάρτησης κι υποτέλειας που οικοδόμησαν μεταπολεμικά τα νέα αφεντικά του «ελεύθερου κόσμου», οι ΗΠΑ.

Στο κίνημα του ΕΑΜ το «εθνικό» είχε αδιάρρηκτα δεθεί με το «ταξικό». Γι’ αυτό και οι έννοιες της λαϊκής και εθνικής ενότητας είχαν ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Αναφέρονταν σε έναν διαφορετικό λαό και έθνος, όχι στον παλιό εξαθλιωμένο και υποταγμένο λαό, όχι στο παλιό έθνος της μισαλλοδοξίας, της υποτέλειας και της καταπίεσης, αλλά σε έναν αναγεννημένο λαό που διεκδικούσε την κυριαρχία στην πατρίδα του. «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τούτος ο λαός», έγραφε στο ημερολόγιό του ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς τις ημέρες της απελευθέρωσης, «που βλέπουμε αυτές τις μέρες είναι άλλος από κείνον που ξέραμε, πιο δυναμικός, πιο γενναίος και πιο περήφανος, αληθινά χειραφετημένος και λεύτερος, όπως φαντάζεται κανείς πως θα ήταν η γενεά του Εικοσιένα, μα όπως δεν ήτανε πια ο αστικοποιημένος λαός που γνωρίσαμε στις μέρες μας... Τώρα νιώθουμε ένα μεγάλο και ασυγκράτητο λαϊκό ρεύμα που μας σηκώνει και μας παίρνει. Τι ακριβώς θέλει αυτή η μάζα βέβαια κανείς δεν το ξέρει, ούτε τα πιο συνειδητά μέλη της. Δεν είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων με τις συγκεκριμένες οικονομικοκοινωνικές επιδιώξεις του επιστημονικού σοσιαλισμού. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δυνάμεις αλόγιστες. Στον αέρα υπάρχει Ρώσικη Επανάσταση, μα και Γαλλική Επανάσταση και Κομμούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεμος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουμε ακόμα. Ο λαός βρήκε μια λέξη και την πιπιλίζει ολοένα: «Λαοκρατία». Το τραγούδι της ημέρας που τραγουδούν χωρίς διακοπή όλες οι συνοικίες λέει: Το ‘χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας: Λαοκρατία και όχι βασιλιά! Το περιεχόμενο της Λαοκρατίας ωστόσο κανείς δεν μπορεί, μα ούτε και σκοτίζεται κανείς να το εξηγήσει. Δεν αισθάνεται ο λαός την ανάγκη για μια εξήγηση. Του φτάνει ο ήχος αυτής της λέξης κι η αόριστη τάση προς το «Κράτος του λαού». Ο λαός ν’ ανέβει, ο λαός να γίνει αφέντης, να πάψουν οι κακοί ν’ αδικούν το λαό – αυτό είναι το λαϊκό αίτημα.»[14]

Το αίτημα τη λαοκρατίας συνοψίζει τον ταξικό και ταυτόχρονα επαναστατικό χαρακτήρα του ΕΑΜικού κινήματος. Πήγαζε από τη βαθιά ανάγκη να καταχτηθεί η δημοκρατία στον τόπο, να κατακτηθεί η λαϊκή κυριαρχία και η εθνική ανεξαρτησία. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο από ένα λαϊκό επαναστατικό κίνημα με επικεφαλής την εργατική τάξη. Μόνο έτσι μπορούσε να τεθεί το ζήτημα της εξουσίας για την μεγάλη πλειοψηφία του λαού, μόνο έτσι μπορούσαν να κάνουν δική τους υπόθεση την πάλη για την εξουσία τα πολύ πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης και του λαού. Επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά τον Ένγκελς που τόνιζε: «Αν ένα πράγμα είναι σίγουρο τότε πρόκειται για το γεγονός ότι το Κόμμα μας και η εργατική τάξη μπορεί να έρθει στην εξουσία μόνο υπό τη μορφή της λαοκρατικής δημοκρατίας. Αυτή αποτελεί ακόμη και τη συγκεκριμένη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση έχει ήδη δείξει»[15] Με αυτή την έννοια το αίτημα της λαοκρατίας εμπεριείχε το νόημα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, με το πνεύμα της Παρισινής Κομμούνας, μαζί με τον αέρα της Ρώσικης Επανάστασης.

Ο αγώνας του ΔΣΕ, παρά το γεγονός ότι δόθηκε με τα ίδια συνθήματα και απέπνεε τον ίδιο αέρα δεν ήταν έκφραση ενός ρωμαλέου, καλά οργανωμένου λαϊκού επαναστατικού κινήματος. Ο ΕΛΑΣ υπήρξε ο στρατιωτικός βραχίονας ενός ισχυρού και καλά οργανωμένου κινήματος με επικεφαλής την εργατική τάξη και τη διανόηση, που δρούσε και αντρωνόταν κυρίως στα αστικά κέντρα, στις πόλεις. Αυτό δεν συνέβη με το ΔΣΕ. Στον αγώνα του η πλειοψηφία του λαού και κυρίως της εργατικής τάξης δεν έλαβε ενεργά μέρος, βρέθηκε αποκλεισμένη, αιχμάλωτη στις πόλεις-γκέτο που είχε δημιουργήσει η αντίδραση. Αυτό ακριβώς το στοιχείο καθόρισε ταξικά και πολιτικά τη τύχη του ΔΣΕ. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε καν μια εκ παρατάξεως μάχη ανάμεσα σε συγκροτημένες τάξεις, την εργατική και την αστική. Επιβλήθηκε από την αντίδραση και διεξάχθηκε όχι με την άμεση συμμετοχή της τάξης, αλλά βασικά με τις οργανωμένες δυνάμεις του ΚΚΕ στο όνομα του λαού και της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό απέκλεισε εξαρχής το ενδεχόμενο επικράτησης του ΔΣΕ. Κι αυτό όχι μόνο για λόγους στρατιωτικούς, μιας και ο ΔΣΕ ποτέ δεν διέθετε τις δυνάμεις, τις εφεδρείες και τον οπλισμό για να επικρατήσει, αλλά πρωτίστως για λόγους ταξικούς μιας και το ζήτημα της εξουσίας θα κρινόταν υπέρ του λαού μόνο μέσα από γενικό ξεσηκωμό πρώτα και κύρια στα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα, που οι Εγγλέζοι εύστοχα αποκαλούσαν κόκκινη πρωτεύουσα.

Ο βασικός λόγος που ο αγώνας του ΔΣΕ είχε αυτούς τους εγγενείς ταξικούς περιορισμούς, που καθόρισαν και την τύχη του, δεν οφείλεται απλά στην αγριότητα της λευκής τρομοκρατίας, ούτε και στο γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ άργησε να επιλέξει το δρόμο του ένοπλου αγώνα. Το πρόβλημα δεν ήταν στην επιλογή των μορφών, αλλά στη συνολική κατεύθυνση της πολιτικής του. Η ηγεσία του ΚΚΕ αρνήθηκε συστηματικά να επιλέξει το δρόμο της προετοιμασίας της γενικής κοινωνικής εξέγερσης της εργατικής τάξης και του λαού, η οποία αποτελούσε και τη μοναδική απάντηση στο όργιο της λευκής τρομοκρατίας. Ενώ είχε υιοθετήσει το πρόγραμμα της λαοκρατίας, αρνιόταν να το παλέψει ως άμεσο λαϊκό αίτημα. Ούτε καν το ζήτημα της δημοκρατίας δεν έθετε ολοκληρωμένα, παρά μόνο το αίτημα της «ομαλής δημοκρατικής πορείας», που στην ουσία του ζητούσε το σεβασμό από την αντίδραση της συμφωνίας της Βάρκιζας. Η ίδια η επίσημη έναρξη του εμφυλίου από την ηγεσία του ΚΚΕ δεν συνδέθηκε άμεσα με το αίτημα της λαοκρατίας, αλλά με την εξαιρετικά τυχοδιωκτική επιδίωξη της δημιουργίας μιας «δεύτερης Ελλάδας» στα βόρεια σύνορα της χώρας. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου η ηγεσία του κόμματος δεν έκρυβε τη διάθεσή της για «εθνική συμφιλίωση» που θα εξασφάλιζε την «ομαλή δημοκρατική εξέλιξη».

Βέβαια, στα χρόνια ιδίως μετά την ήττα του ΔΣΕ γεννήθηκε με ευθύνη κυρίως του Ζαχαριάδη και με σκοπό να συγκαλύψει όχι μόνο τους ταξικούς περιορισμούς του εμφυλίου, αλλά και την όλη υποχωρητική πολιτική της νέας ηγεσίας μετά τη Βάρκιζα, η θεωρία ότι η «επανάσταση στην Ελλάδα είχε ξεπεράσει το στάδιο του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και είχε γίνει σοσιαλιστική»[16]. Όπως ο Στάλιν βάφτιζε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της σοβιετικής γραφειοκρατίας τη δεκαετία του ’30 ως «νίκη του σοσιαλισμού», έτσι και ο Ζαχαριάδης βάφτισε την υποχώρηση από την επανάσταση που οδήγησε το ΔΣΕ να διεξάγει μια μάχη οπισθοφυλακών ως «σοσιαλιστική επανάσταση», αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα αιτήματα του ΕΑΜ εντάσσονταν στη σφαίρα του «αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού». Κι έτσι γεννήθηκε ο μύθος του «αστικοδημοκρατικού» ΕΑΜ και του «σοσιαλιστικού» ΔΣΕ, που σήμερα φαίνεται εμμέσως πλην σαφώς να υιοθετεί και η σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ. Ο χώρος εδώ δεν μας παίρνει για να ασχοληθούμε περαιτέρω με αυτή την αντιεπιστημονική σεχταριστική σχηματοποίηση, που δεν απηχούσε παρά την άρνηση της αληθινής επανάστασης και την υποβάθμιση των αιτημάτων που πραγματικά λειτουργούσαν ως αφετηρία της επαναστατικής πάλης του λαού.

Τι απηχούσε το ΚΚΕ;

Οι μαχητές του ΕΛΑΣ και λίγο αργότερα του ΔΣΕ, όπως κι αυτοί που σάπιζαν στα ξερονήσια και στις φυλακές ή στήνονταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, έδιναν τη ζωή τους όχι για να «κρατήσουν ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ», όπως ισχυρίζεται η πρόσφατη «διακήρυξη» της ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά για τη λαοκρατία, για την κατάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα. Εδώ βρίσκεται και ο περίφημος «αντιιμπεριαλιστικός χαρακτήρας» του αγώνα και όχι απλά στη σύγκρουση με τους Εγγλέζους και τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές. «Αντιιμπεριαλιστικό αγώνα» μπορεί να διεξάγει οποιαδήποτε τάξη, ακόμη και η αστική, αλλά συνεπή και ως το τέλος πάλη για την κατάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, ιδίως σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και επέμβασης, μπορεί να διεξάγει μόνο η εργατική τάξη επικεφαλής όλου του λαού.

Το ΚΚΕ μπόρεσε να ηγηθεί αυτού του αγώνα, να τον εκφράσει με τον πιο γνήσιο τρόπο και να απλώσει βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και το λαό της χώρας, πρώτα και κύρια γιατί ταυτίστηκε με αυτά τα αιτήματα, γιατί τα ανέδειξε σε αιχμή της πολιτικής και του προγράμματός του. Ο «λαός βρίσκει και το Κ.Κ.», γράφει ο Γ. Θεοτοκάς «που το εγκολπώνεται και το αγαπά, όχι για την κοσμοθεωρία του, που δεν την καταλαβαίνει, ούτε για το πρόγραμμά του, που είναι σήμερα ελαστικό και αμφίβολο σαν τα προγράμματα των αστικών κομμάτων, μα γιατί νοιώθει το Κ.Κ. δικό του, το βλέπει πάντα κοντά του, το ακούει να μιλά τη γλώσσα του, αισθάνεται μαζί του βαθειά ψυχική συγγένεια. Του παραδίδεται λοιπόν μ’ εμπιστοσύνη τυφλή, έτσι που μας ξεσκεπάζεται ξαφνικά, σε τούτην την απότομη στροφή της ιστορίας, μια πρωτεύουσα κόκκινη.»[17] Γι αυτό και παρόλες τις ήττες και τις προδοτικές ενέργειες της ηγεσίας του σ’ όλη τη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα, αλλά ακόμη και μετά την ήττα του ΔΣΕ, αυτή η «βαθειά ψυχική συγγένεια» δεν χάθηκε. Κλονιζόταν μόνο κάθε φορά που το ΚΚΕ αδυνατούσε να συντονιστεί με το βηματισμό του λαού, κάθε φορά που οικοδομούσε τείχη ανάμεσα σ’ αυτό και στο πραγματικό κίνημα της εργατικής τάξης, κάθε φορά που υψωνόταν πάνω από τους καθημερινούς αγώνες των εργαζομένων για τα άμεσα αιτήματά τους, κάθε φορά που «ξεχνούσε» ότι το κυρίαρχο ζήτημα, το οποίο συμπυκνώνει το πρόβλημα εξουσίας στη χώρα ήταν και παραμένει έως σήμερα η κατάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ο Λένιν συνήθιζε να λέει ότι κανείς δεν μπορεί να γελοιοποιήσει τους κομμουνιστές εκτός αν το κάνουν από μόνοι τους. Κανείς δεν θα μπορούσε να κλονίσει και να θρυμματίσει τους δεσμούς του ΚΚΕ με το λαό και την εργατική τάξη παρά μόνο το ίδιο το ΚΚΕ. Σε μια από τις τελευταίες πολιτικές δηλώσεις του, ο Χαρίλαος Φλωράκης με αφορμή τη συμπλήρωση των 85 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ τόνισε ιδιαίτερα τα εξής: «Αναπολώντας τα 85 χρόνια ζωής και δράσης του ΚΚΕ δεν μπορεί παρά να νιώθουμε αισθήματα υπερηφάνειας για την πατριωτική του δράση. Τη δράση του για την ειρήνη, το ψωμί, την εθνική ανεξαρτησία, τη λαϊκή κυριαρχία. Στη νεότερη ιστορία του τόπου δεν υπάρχει κατάκτηση, κοινωνική και δημοκρατική που να μη συνέβαλε το ΚΚΕ. Τι ήταν αυτό που έκανε το ΚΚΕ να παραμένει ορθό και δυναμικό στους αγώνες τόσα και τόσα χρόνια παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια που έζησε, παρά τις ανηφόρες και κατηφόρες που πέρασε η πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου, παρά το γεγονός ότι πέρασε τη μισή ζωή του στην παρανομία, στις διώξεις; Ήταν και είναι η πίστη των κομμουνιστών και κομμουνιστριών στο δικαίωμα του λαού να καθορίζει αυτός την τύχη του. Η πίστη του στο δίκαιο των εργαζομένων αλλά και στη δυνατότητά τους να το επιβάλλουν... Το ΚΚΕ χωρίς να παραιτείται από τον τελικό του σκοπό, δε σταμάτησε ποτέ να καταπιάνεται με τα καθημερινά προβλήματα του λαού, με τον αγώνα για την ειρήνη, την υπεράσπιση της ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στήριξε και βοήθησε κάθε αγώνα, κάθε κίνημα, κάθε προσπάθεια, από όπου και αν προερχόταν, με στόχο την απόσπαση κατακτήσεων υπέρ των εργαζομένων, των πιο φτωχών λαϊκών στρωμάτων.»[18] Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για το κατά πόσο το ΚΚΕ κατόρθωσε επάξια να ανταποκριθεί σ’ όλα αυτά, ιδίως στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Άλλωστε το γεγονός ότι το μοναδικό κόμμα της εργατικής τάξης έχασε την εκπροσώπηση της εργατικής τάξης και του λαού, λέει από μόνο του πολλά. Ωστόσο, αυτά που επισημαίνει ο εκλιπών ηγέτης του κόμματος κρύβουν μια μεγάλη αλήθεια.

Πως ανταποκρίνεται σ’ αυτά η νέα ηγετική ομάδα του ΚΚΕ; Τι από τον κεντρικό πολιτικό λόγο του ΚΚΕ και τη δράση του ιδίως στο μαζικό κίνημα αποπνέουν τα διδάγματα για τα οποία μιλούσε ο Χ. Φλωράκης; Σήμερα τα αιτήματα της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας έχουν εξορκιστεί ακόμη κι ως απλές αναφορές από το πολιτικό λεξιλόγιο της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ. Την πίστη του κομμουνιστή στο δικαίωμα του λαού να καθορίζει αυτός την τύχη του, αντικατέστησε η γενική αναφορά στη «λαϊκή εξουσία». Αντί να καταπιάνεται το ΚΚΕ ως κόμμα με τα καθημερινά προβλήματα του λαού, με τον αγώνα για την ειρήνη, την υπεράσπιση της ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, αυτοικανοποιείται με γενικές καταγγελίες και επιδερμικές αναλύσεις του σκοτεινών επιδιώξεων του ιμπεριαλισμού. Αντί να στηρίζει και να βοηθά έμπρακτα κάθε αγώνα, κάθε κίνημα, κάθε προσπάθεια, από όπου και αν προέρχεται, με στόχο την απόσπαση κατακτήσεων υπέρ των εργαζομένων, κατασκευάζει ένα περιθωριακό αποκλειστικά δικό του «ταξικό κίνημα» και χρησιμοποιεί τα προβλήματα των εργαζομένων μόνο και μόνο για να τους καλεί μονότονα να βγάλουν τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα! Τι έχει απομείνει από το ΚΚΕ που περιέγραφε ο Χ. Φλωράκης; Για την ηγετική του ομάδα σήμερα, μόνο ο τίτλος, το σφυροδρέπανο και το κόκκινο λάβαρο. Γι αυτό και οι ιστορικές αναφορές της στη δράση του ΚΚΕ, οι ιλουστρασιόν ιστορικοί επέτειοι που επιλέγει να γιορτάσει, περιορίζονται αποκλειστικά στους αμέτρητους «αγώνες και τις θυσίες», στο αίμα που χύθηκε ποτάμι, στους «ήρωες άπαρτα βουνά» και γενικά σ’ οτιδήποτε βοηθά να παγιώσει μια τυφλή αφοσίωση στο κόμμα ως αφηρημένη έννοια, η οποία αρνείται να εξετάσει το τι πραγματικά αντιπροσώπευε για την εργατική τάξη και το λαό σε κάθε ιστορική συγκυρία της ταξικής πάλης. Ίσως έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι μέσα σ’ όλες τις επίσημες αγιογραφίες, τα δακρύβρεχτα μακροσκελή αφιερώματα και τις ανέξοδες επιμνημόσυνες μεγαλοστομίες της κ. Παπαρήγα, αλλά και της ηγετικής ομάδας του Περισσού στο πρόσωπο του Χαρίλαου, σχετικά με το πόσο καλός κομμουνιστής ήταν γενικά και αφηρημένα, πόσο μεγάλος ηγέτης, πόσο τεράστια ήταν η αφοσίωσή του στο κόμμα κι άλλα τέτοια, «ξέχασαν» συστηματικά και επιμελώς δηλώσεις του, όπως η παραπάνω, που αποτελούν και την πραγματική πολιτική διαθήκη του αγωνιστή Χ. Φλωράκη.



[1] ΚΕ του ΚΚΕ: Σύντομη Ιστορία του ΚΚΕ. Σχέδιο. Μέρος Α (1918-1949), σελ. 288

[2] Ιστορικό Τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ. Δοκίμιο της Ιστορίας του ΚΚΕ. Α τόμος (1918-1949), σελ. 638.

[3] Βλέπε χαρακτηριστικά την παρουσίαση του βιβλίου του Ριζοσπάστη, «Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» στην ΚΟΜΕΠ τεύχος 5/1998, σελ. 155.

[4] Ευτύχη Μπιτσάκη: Ρήξη ή Ενσωμάτωση; ΣΕ 1989, σελ. 15.

[5] Yefim Chernyak: Ambient Conflicts, Μόσχα 1987, σελ. 303.

[6] Στο ίδιο, σελ. 304.

[7] Στο ίδιο, σελ. 306.

[8] K. Marx & F. Engels: Collected Works, τομ. 24, σελ. 13.

[9] Στο ίδιο.

[10] K. Marx & F. Engels: Collected Works, τομ. 22, σελ. 460.

[11] Β. Ι. Λένιν, Η Σοσιαλιστική Επανάσταση και το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών. Άπαντα, τ. 27, σ. 257.

[12] Κ Μαρξ & Φ. Ενγκελς: Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ΣΕ, 1980, σελ. 44.

[13] Γεωργίου Παπανδρέου, Κείμενα, τόμος δεύτερος, σελ.276.

[14] Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, τετράδιο όγδοο, 1944-1945, σελ. 509-511.

[15] Φ. Ένγκελς, Κριτική του σχεδίου σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος του 1891. Selected Works, τ. 3, σελ. 435.

[16] Βλέπε χαρακτηριστικά το «Βοήθημα για την ιστορία του ΚΚΕ», σελ. 251-254.

[17] . Γ. Θεοτοκάς, ό.π., σελ. 512.

[18] Ριζοσπάστης, Τετάρτη 19 Νοέμβρη 2003