...ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΕΓΙΝΕ! 50 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=115280

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς[1]

Η ιστορική λήθη εμφανίζεται με πολλές παραλλαγές. Υπάρχει η επιβεβλημένη αποσιώπηση που επιβάλλεται συνειδητά από τα αυταρχικά καθεστώτα που επιδιώκουν να απαλλαγούν από ένα παρελθόν που τα απειλεί, τα φοβίζει ή τα ενοχλεί. Υπάρχει επίσης η φυσιολογική «δυσμνησία» που ενσκήπτει αργά και ανεπαίσθητα από τη στιγμή που οι αποστάσεις μεγαλώνουν και οι εμπειρίες καταλαγιάζουν. Υπάρχει τέλος και η συναισθηματική αποφόρτιση που συνοδεύει την εκ των υστέρων επανερμηνεία γεγονότων που δεν φαίνονται πια να έχουν τη σημασία που κάποτε νομίζαμε.

Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή λήθης, πιο κοντά ίσως στις διαδικασίες υποσυνείδητης ή ασυνείδητης «απώθησης» που γνωρίζουμε από την ψυχανάλυση, μια μορφή που ενεργοποιείται μέσα από την έμμονη συλλογική προσπάθεια να ξεχαστούν οι τραυματικές εμπειρίες ενός ανυπόφορου παρελθόντος. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν έχουμε τίποτε να πούμε, αλλά όταν νομίζουμε πως ο λόγος θα βλάψει είτε εμάς είτε άλλους, όταν δηλαδή το παρόν εμφανίζεται πιο ασφαλές και περιχαρακωμένο αν δεν αγγίζουμε πια καθόλου τα σημεία εκείνα που το αναδεικνύουν ως αποτέλεσμα μιας επώδυνης διαδικασίας για την οποία έχουμε όλοι τις απαράγραπτες ευθύνες μας.

Η μνημονική τύχη του πολέμου

Τέτοια φαίνεται να είναι η μνημονική τύχη του Εμφυλίου. Ενώ οι επιζώντες αρχίζουν πια να σπανίζουν, οι νεότεροι συνεχίζουν να αγνοούν. Και ενώ τα παιδιά μαθαίνουν με λίγες στερεότυπες φράσεις ότι η χώρα μας είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που γνώρισε μεταπολεμικά έναν μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο, λίγοι είναι αυτοί που επιχειρούν συνολικές αποτιμήσεις για τις κοινωνικές, ιδεολογικές και ψυχολογικές προεκτάσεις ενός γεγονότος που βρίσκεται πίσω από όλες τις εθνικές μας περιπέτειες. Η αποστασία, η επτάχρονη δικτατορία, έμμεσα η κυπριακή τραγωδία, η μεταπολίτευση, η κατάργηση της μοναρχίας, η εθνική συμφιλίωση, και στο τέλος η καθυστερημένη και οριστική εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αποτελούν συνέχεια και απόληξη του εμφυλίου πολέμου.

Μήπως είναι ακόμα νωρίς; Σίγουρα όχι, αφού πενήντα χρόνια δεν είναι λίγα. Οσο πιο γρήγορα καλπάζει η ιστορία τόσο επιταχύνεται και η διαδικασία κατασκευής των μύθων και των συλλογικών υποσυνειδήτων. Να θυμηθούμε ότι η πεντηκονταετία από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την αντίσταση έκλεισε πριν από τέσσερα μόλις χρόνια, και το αντίστοιχο διάστημα από τη Μικρασιατική Καταστροφή συμπληρώθηκε το 1972. Και όμως όλοι γνωρίζουμε την τεράστια πολιτική, πολιτιστική και καλλιτεχνική παρουσία των γεγονότων αυτών σε ολόκληρη την περίοδο που προηγήθηκε των συμβολικών επετείων.

Από παιδιά γαλουχηθήκαμε με την πυρκαϊά της Σμύρνης, τη δίκη των έξι και έπειτα με το Οχι και τον Γοργοπόταμο. Οι νίκες και οι ήττες μεταφράστηκαν γοργά σε ελεγείες, σε έπη, σε νοσταλγικές αφηγήσεις, σε λυσσαλέες αντιπαραθέσεις ή ακόμα και σε αποστασιοποιημένη ειρωνεία. Ακόμα όμως και η ειρωνεία είναι λόγος. Και έτσι, ανεξάρτητα από την πρόθεσή τους και τη γλώσσα τους, τα βιβλία, τα μυθιστορήματα, οι κινηματογραφικές ταινίες, τα θεατρικά έργα, οι ιστορικές αναλύσεις, οι ερμηνείες και οι επανερμηνείες, οι ήρωες και οι αντιήρωες, οι μυθοποιήσεις και οι απομυθοποιήσεις, οι δημοσιογραφικές καμπάνιες και τα έργα τέχνης δεν έπαψαν ούτε για μια στιγμή να σφραγίζουν και να ξανασφραγίζουν τη μεταβαλλόμενη και πάντα επίμαχη συνείδηση και ζωή μας. Η πρόσφατη ιστορία μας ήταν πάντα μαζί μας, ίσως μάλιστα περισσότερο και απ' ό,τι ήταν αναγκαίο.

Τα αναπάντητα «γιατί»

Οταν λοιπόν η αποκατάσταση της δημοκρατίας επέτρεψε στην εμφυλιακή ιστορία να επιστρέψει στην ως τότε φιμωμένη ημερησία διάταξη της ιδεολογικής και πολιτικής έκφρασης, θα περίμενε κανείς ότι το συγκλονιστικό θέμα θα επικέντρωνε αυτομάτως την προσοχή όχι μόνο εκείνων που το έζησαν άμεσα αλλά και αυτών που ένιωσαν την καυτή ανάσα του. Καθένας έχει μιαν ιστορία να αφηγηθεί, όλοι, έστω και έμμεσα, είχαν ζήσει τη φρίκη, τις τραγικές αντιφάσεις και τα απόνερά τους, οι περισσότεροι είχαν μια θέση να υποστηρίξουν ή να ανασκευάσουν. Το ιδεολογικά συμπαγές Κράτος της Δεξιάς είχε αποδυναμωθεί την ίδια στιγμή που, διαλυμένο στα εξ ων συνετέθη, το νομιμοποιημένο πια Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ήταν πια δυνατόν να επιβάλει μια έστω εκλογικευμένη και επίπλαστη επίσημη γραμμή.

Και όμως για 25 ολόκληρα χρόνια βασιλεύει η αμηχανία και η σιωπή. Και ας μη σπεύσουμε να πούμε πως αυτό συμβαίνει επειδή απλώς επρόκειτο για «εμφύλιο». Εμφύλιος ήταν και ο ισπανικός, εμφύλια η κομμούνα των Παρισίων, εμφύλιος ο πόλεμος που επισφράγισε τη Γαλλική Επανάσταση, σε εμφύλιο εξελίχθηκε η εθνική αντίσταση. Και όμως αυτό δεν εμπόδισε νικητές και ηττημένους να ξαναβιώσουν εκ των υστέρων τα πάθη τους και τους αγώνες τους, να ξανασκεφτούν για το τι συνέβη και γιατί, να μιλήσουν για τη φρίκη, για τον ηρωισμό και την αθλιότητα, για τον πόλεμο και την ειρήνη, για τη ζωή και τον θάνατο, να μεταφράσουν τις μνήμες τους σε λόγο ή σε τέχνη. Ως ακόμα πιο τρομεροί από τους «άλλους», οι εμφύλιοι σπαραγμοί είναι μάλιστα ίσως κατ' εξοχήν εκείνοι που εξακολουθούν να μπορούν να προβληματίζουν εκ των υστέρων για το νόημα της ιστορίας, της βίας και των συγκρούσεων.

Πολύ περισσότερο που από τη στιγμή που αποδυναμώθηκαν τα περί «εαμοβουλγάρων» και «μοναρχοφασιστών», τα περίπλοκα ερωτήματα «γιατί» ήταν κανείς από εδώ ή από εκεί, «γιατί» αγωνίστηκε, «ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι οι άλλοι» επανέρχονται καυτά και αμείλικτα. Και οι απαντήσεις, πάντα προσωρινές και μερικές, είναι όχι μόνο αναγκαίες αλλά και ανακουφιστικές. Ας θυμηθούμε πως είκοσι μόλις χρόνια μετά τα γεγονότα της Μέσης Ανατολής ο Στρατής Τσίρκας μετουσίωσε τις τρομερές και αντιφατικές του εμπειρίες στο συγκλονιστικότερο ίσως μυθιστόρημα της νεότερης λογοτεχνίας μας, παραδίδοντας σε εμάς τους νεότερους μιαν ανεπανάληπτη «πρώτη ύλη» η οποία μας επέτρεπε να καταλάβουμε «τι έγινε» πολύ πιο άμεσα και πιο εύγλωττα από οποιαδήποτε περισπούδαστη ανάλυση. Μέσα από τις σελίδες του, μίλησε και η εποχή του.

Η εκδίκηση της λήθης

Ο Εμφύλιος όμως παρέμεινε και παραμένει ακόμα σιωπηλός. Και γι' αυτό ακριβώς μας είναι εν πολλοίς άγνωστος. Αν οι αντάρτες του Αρη Βελουχιώτη μπήκαν επιτέλους στο επίκεντρο της εξ ορισμού αμφιλεγόμενης συλλογικής μνήμης, ο Δημοκρατικός Στρατός και ο Μάρκος Βαφειάδης παρέμειναν άλαλες σκιές. Υπήρξαν βέβαια, και μάλιστα και από τις δύο μεριές, τα προβλέψιμα προπαγανδιστικά φληναφήματα τύπου «Ελένη», υπήρξαν πολλές και αξιόλογες στρατευμένες αφηγήσεις, υπήρξαν οι συνήθως λογοκριμένες μαρτυρίες, υπήρξαν ερμηνείες και εκλογικεύσεις, υπήρξαν, ακόμα συχνότερα, συγκλονιστικές αναφορές στην ανυπόφορη ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας ­ σκέφτομαι κυρίως τον κινηματογράφο, ­ όπως υπήρξαν φυσικά και πολλά σημαντικά ιστορικά έργα που προσπάθησαν να φωτίσουν το σημαντικότερο ίσως γεγονός της πρόσφατης ιστορίας μας. Ελάχιστες όμως είναι και από τις δύο πλευρές οι προσπάθειες να αντιμετωπισθεί η εσωτερική αντιφατικότητα, δηλαδή το δράμα που έζησαν οι νικητές και οι ηττημένοι ενός μάταιου αλλά ίσως και αναπόφευκτου αγώνα. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό καθαυτό το γεγονός του Εμφυλίου παραμένει ακόμα δραματουργικά βουβό και συμβολικά αναποκρυστάλλωτο.

Και όμως, όσο και αν μπορούσε ίσως να έχει αποφευχθεί, όσο και αν υπήρξε εν πολλοίς προϊόν ξένων δακτύλων, εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων, μικρονόων μισαλλοδοξιών, αδυσώπητων ιστορικών δυναμικών ή άτυχων συγκυριών, πάντως ο Εμφύλιος δεν ήταν «ντροπή» ούτε για τη χώρα ούτε για εκείνους που αναγκάστηκαν ή επέλεξαν να μετάσχουν. Ούτε και έχει το παραμικρό νόημα να θέτει κανείς ζητήματα όπως «τι θα είχε γίνει αν είχαν κερδίσει τον πόλεμο οι κομμουνιστές;».

Οποια και αν είναι η στάση μας σήμερα, είναι γεγονός ότι ο Εμφύλιος μας επικαθορίζει. Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο κόσμος μας βρίσκεται ακόμα εμποτισμένος στις αντιφάσεις που μορφοποιήθηκαν μέσα από τις εμφύλιες συγκρούσεις. Βουβά και ανομολόγητα, ως έθνος ήμαστε ακόμα ένα έθνος που βγήκε από τον Εμφύλιο. Και η συμβολική της «εθνικής συμφιλίωσης», που είναι και η προϋπόθεση μιας σταθερής δημοκρατικής πορείας, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα από τη λήθη. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης «επιστροφής του απωθημένου» που μπορεί να δυναμιτίσει την ανακουφιστική αφασία του παρόντος με τους πλάγιους και πανούργους δρόμους που γνωρίζει μόνον η ιστορία. Χρειάζεται λοιπόν περισσότερη μνήμη, περισσότερος λόγος, ακόμα ίσως και περισσότερη ειρωνεία. Η σιωπή δεν είναι χρυσός, αλλά υδράργυρος. Και σαν χυθεί μέσα στο ευήκοο αφτί μας, πεθαίνουμε.



[1] Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.