ΔΟΡΔΑΝΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ «Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ -ΕΠΙΒΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1945-1974»

αναδημοσίευση από: http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.article&id=269650

Στράτος Ν. Δορδανάς

Το φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού αποτελεί σήμερα ένα από τα πλέον παρθένα ερευνητικά πεδία, που μόλις τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των ερευνητών, καθώς και τα φώτα ενός δημόσιου διαλόγου αλλά και μιας αναπόφευκτης δημοσιότητας. Για δεκαετίες εκατοντάδες φάκελοι των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων παρέμεναν ερμητικά κλειστοί, ενώ και από την πλευρά της η ελληνική κοινωνία εμφανιζόταν απρόθυμη να αναμετρηθεί με το πρόσφατο παρελθόν της. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και οι μετέπειτα πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις είχαν μετατρέψει το ζήτημα της συνεργασίας με τον κατακτητή σε ταμπού, θέτοντας ασφυκτικούς περιορισμούς, με το βασικό επιχείρημα πως η αναμόχλευση των παθών και των τραυματικών βιωμάτων του πολέμου ήταν, αφ' ενός, άσκοπη και αφ' ετέρου, πολιτικά επικίνδυνη. Ωστόσο, όσα η ίδια η κοινωνία και οι ηγετικές της ελίτ τα θέτουν διαχρονικά κάτω από το χαλί της Ιστορίας, σε μια προσπάθεια να παραμείνουν εκεί καλά κρυμμένα, είναι καταδικασμένες να τα συναντούν συνεχώς στον δρόμο τους, έως ότου η ίδια η έρευνα, η επιστημονική τεκμηρίωση και η νηφαλιότητα της ιστορικής γραφίδας έρθουν να απαντήσουν στα γιατί και στα πώς της Ιστορίας, χωρίς κραυγές και δικαστικές τηβέννους.

Η Γερμανική στολή στη ναφθαλίνη πιάνει την άκρη του νήματος από εκεί που την άφησαν οι Έλληνες εναντίον Ελλήνων και ξετυλίγει το κουβάρι μιας πολυεπίπεδης διήγησης, θέτοντας στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος περισσότερα δρώντα υποκείμενα εντός του διευρυμένου χρονικού πλαισίου 1945-1974. Συγκρίνει την ευρωπαϊκή εμπειρία της συνεργασίας με τον κατακτητή με την ελληνική πρακτική, παρακολουθεί τις εσωτερικές εξελίξεις την επαύριον της Απελευθέρωσης και τις πρώτες προσπάθειες να αποδοθεί δικαιοσύνη από τους εκάστοτε φορείς διαχείρισης της εξουσίας, τις πρώτες επίσης εμπλοκές που παρουσιάστηκαν στη δικαστική εκκαθάριση των δωσιλογικών υποθέσεων εξαιτίας της εμφύλιας σύρραξης, της κατίσχυσης του σχήματος της εθνικοφροσύνης και της παρεμβολής του πολιτικού παράγοντα. Παράλληλα, ακολουθεί «κατά πόδας» πολλούς από τους πρωταγωνιστές, σε μια προσπάθεια να αναζητήσει τα ίχνη τους μετά το τέλος του πολέμου και να συγκεντρώσει πληροφορίες για τη μετέπειτα πορεία τους, περιγράφει τις τεχνικές επιβίωσης και όλους εκείνους τους αστάθμητους παράγοντες που κατέστησαν πολλούς κατηγορούμενους απρόσβλητους για τη Δικαιοσύνη, ενώ διαγράφει τις διαδρομές όσων επανενεργοποιήθηκαν στον δημόσιο βίο και με τη δράση τους ζημίωσαν για ακόμη μια φορά εαυτούς και αλλήλους.

Η μελέτη προβάλλει το βασικό επιχείρημα ότι η γερμανική στολή τοποθετήθηκε αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής στη ναφθαλίνη και παρέμεινε εκεί καλά διατηρημένη. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, πως ανασύρθηκε από τα «μπαούλα» όσο και όποτε η τρέχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα επέτρεπε κάτι τέτοιο, έχοντας δομηθεί με βάση τα χαρακτηριστικά και τους όρους του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η μη έγκαιρη και εν τέλει ατελέσφορη διαδικασία της απόδοσης δικαιοσύνης επέτρεψε στα φαντάσματα του παρελθόντος να στοιχειώνουν επί μονίμου βάσεως τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής σκηνής. Ακόμα και σήμερα η ένδυση με τη «γερμανική στολή» αποδίδεται ως κατηγορία ένθεν κακείθεν, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητά της στον χρόνο. Πρόκειται, δυστυχώς, για μια ερμηνευτική προσέγγιση του παρόντος, των προβλημάτων και των στρεβλώσεών του, που αξιοποιεί τις παρελθοντικές αναγωγές ως όχημα για να διατηρεί στο πολιτικό προσκήνιο μια κοινωνική διαιρετική τομή μεταξύ «πατριωτών» και «προδοτών», μεταξύ «καλών» και «κακών» Ελλήνων.

Η χρονική «οροφή» της μελέτης είναι το 1974, γιατί η εφτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών πριμοδότησε ποικιλοτρόπως, παρείχε διά νόμου αφειδώς συγχωροχάρτια και επέστρεψε στη δεκαετία του '40 για να στηρίξει τον διαχωριστικό κορμό σε «πατριώτες» και «μιάσματα». Στα δύο τελευταία κεφάλαια η διήγηση επιστρέφει στην άκρη του νήματος και στον τόπο του «εγκλήματος», σε μια προσπάθεια να μιλήσει για τη μνήμη των γεγονότων και τον απόηχό τους σήμερα, να τα επικαιροποιήσει, για να αξιολογήσει τους σημερινούς μηχανισμούς διαχείρισης και διάχυσης της ατομικής και συλλογικής μνήμης, να διακρίνει το προνομιακό πεδίο της δημόσιας ιστορίας και τον τρόπο που οι φορείς της αντιλαμβάνονται το παρελθόν.