Η «ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1945-1946)

Θεοχάρης Ραζάκος

Η Ελλάδα ’45-’46: Ο κόσμος της Εθνικοφροσύνης, η «Λευκή Τρομοκρατία» και η παλινόρθωση των προπολεμικών πολιτικών δομών[1]

Η τροπή, όμως, που, τελικά, θα πάρουν τα πράγματα θά ’ναι πολύ διαφορετική από αυτή που στις 18 Οκτώβρη υποσχόταν ο Παπανδρέου· οι επόμενοι τρεις μήνες που ακολουθούν μετά την Απελευθέρωση σημαδεύονται από μια ακολουθία γεγονότων τα οποία θα σηματοδοτήσουν την είσοδο της χώρας μεταπολεμικά σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διαδικασιών και συγκρούσεων. Η «ανάσταση» αυτή του παλαιού πολιτικού κόσμου εγκαινιάζει την προσπάθεια του αστικού στρατοπέδου -πάντα με την αρωγή των Βρετανών- να απομονώσει και, τελικά, να περιθωριοποιήσει το ΕΑΜ-ΚΚΕ, ώστε να κατέχει και πάλι την κυρίαρχη θέση που κατείχε πριν το 1936. Η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας από τους συνεργασθέντες με τον κατακτητή, ο εκδημοκρατισμός της χώρας και όλες οι υπόλοιπες προτεραιότητες της κυβέρνησης, όπως τις έθετε το Σύμφωνο του Λιβάνου, μένουν απλές υποσχέσεις. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή που αυτές οι υποσχέσεις μένουν ανεκπλήρωτες, προετοιμάζεται το έδαφος για την τελική, στρατιωτική, σύγκρουση των δυνάμεων του αστικού κόσμου και των Βρετανών με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η κατάσταση φτάνει στα άκρα, όταν οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτούνται από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας διαμαρτυρόμενοι για την υποκριτική στάση του Παπανδρέου, στις 2 Δεκέμβρη. Το ειρηνικό συλλαλητήριο που οργανώνεται από το ΕΑΜ την επόμενη μέρα με κεντρικό αίτημα την τιμωρία των δοσιλόγων χτυπιέται βάναυσα από τις δυνάμεις της Αστυνομίας, μετά από διαταγή του αρχηγού της, Άγγελου Έβερτ, και με την έγκριση των Βρετανών[2]˙ είναι η μέρα που θα ξεκινήσουν οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των δυνάμεων που συγκροτούν το αστικό «μπλοκ» (Βρετανοί, Ορεινή Ταξιαρχία και διάφορες δοσιλογικές οργανώσεις, όπως η Χ του Γρίβα, κλπ), οι οποίες θα διαρκέσουν πάνω από ένα μήνα, και θα μείνουν στην ιστορία ως Δεκεμβριανά.

Τα Δεκεμβριανά λήγουν με την ήττα των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, η οποία επισφραγίζεται από την περίφημη Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφεται στις 12 Φλεβάρη 1945 από τους εκπροσώπους του ΕΑΜ-ΚΚΕ και «την αντιπροσωπεία της ελληνικής κυβερνήσεως». Η Συμφωνία θέτει, στην ουσία, τους όρους -οι οποίοι, βέβαια, σε ορισμένα σημεία χαρακτηρίζονται από ασάφειες[3]- προκειμένου να οδηγηθεί η χώρα στην ειρήνευση μέσω της άρσης του στρατιωτικού νόμου, της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ και της εκκαθάρισης των Σωμάτων Ασφαλείας, του Στρατού και των οργάνων της Δημόσιας Διοίκησης, και σε ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης μέσω ελεύθερου δημοψηφίσματος για τον καθορισμό του πολιτειακού ζητήματος και ελεύθερες εκλογές.

Η συμφωνία, όσο αόριστα κι αν ήταν κάποια ζητήματα που έθετε, καθόριζε ένα μίνιμουμ υποχρεώσεων για την κάθε μεριά, προκειμένου να επιτευχθούν οι διακηρυγμένοι στόχοι της[4]. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή και ενώ το ΕΑΜ εκπληρώνει σε μεγάλο βαθμό τις υποχρεώσεις του[5], γίνονται κατάφορες παραβιάσεις από την αντίπαλη πλευρά. Παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση εκ μέρους των υπηρεσιακών κυβερνήσεων στην εφαρμογή των όρων περί εκκαθάρισης των Σωμάτων Ασφαλείας, του Στρατού και των οργάνων της Δημόσιας διοίκησης με αποτέλεσμα τα δοσιλογικά στοιχεία να παραμένουν στις θέσεις τους και, αντιθέτως, να παύονται πολλοί κομμουνιστές ή δημοκρατικοί. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις αυτές, ουσιαστικά τα δύο μεγαλύτερα αστικά κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό Κόμμα), δείχνουν τεράστια ανοχή στα φαινόμενα βίας και τρομοκρατίας· φτάνουν, μάλιστα, πολλές φορές στο σημείο να κατηγορούν το ΕΑΜ για προκλητικές ενέργειες αλλοιώνοντας την πραγματικότητα και αντιστρέφοντας έτσι την κατάσταση προς όφελος των παρακρατικών.

Έτσι, αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ξεκινά ένα μεγάλο κύμα τρομοκρατίας σε ολόκληρη την ύπαιθρο, αλλά και μέσα στις πόλεις, από παρακρατικές συμμορίες -και με την αρωγή, πολλές φορές, των κρατικών οργάνων- εναντίον κομμουνιστών αλλά και ανθρώπων που είναι απλά δημοκρατικοί πολίτες, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με το ΕΑΜ-ΚΚΕ. Η περίοδος αυτή έχει μείνει στην ιστορία ως αυτή της «Λευκής Τρομοκρατίας», η οποία ονομάστηκε έτσι λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της. Η τρομοκρατία που ασκούν εναντίον μεγάλου μέρους του λαού οι διάφορες παρακρατικές συμμορίες, με τη συνδρομή κρατικών οργάνων, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου Φλεβάρης ’45-Οκτώβρης ’46. Ωστόσο, στηρίζεται σε μία άλλη μορφή Τρομοκρατίας, η οποία ασκείται σε πολιτικό επίπεδο από τους πολιτικούς εκφραστές της αστικής τάξης της χώρας, με την ανοχή των Βρετανών. Πρόκειται για τις κατάφορες παραβιάσεις που γίνονται όσον αφορά στην εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας εκ μέρους της επίσημης εξουσίας σε βάρος των υποστηριχτών του ΕΑΜ-ΚΚΕ και του συνόλου του δημοκρατικού κόσμου της χώρας. Οι παραβιάσεις αυτές σε όλα τα σημεία που καθόριζε η Συμφωνία αποτελούν μια ύπουλη μορφή τρομοκρατίας -με επίσημη έγκριση και υποκίνηση-, καθώς κατά την άσκησή της δε χύνεται αίμα˙ δεν ασκείται δηλαδή ανοιχτά κάποια κλασική μορφή τρομοκρατίας, που έχει να κάνει με την άσκηση σωματικής βίας, δολοφονίας, κλπ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η Τρομοκρατία αυτή που ασκείται σε πολιτικό επίπεδο ονομάστηκε «Λευκή». Βέβαια, μπορεί να χαρακτηρίζεται «Λευκή Τρομοκρατία» και να μη σχετίζεται με τη σωματική βία, ωστόσο η άσκησή της είναι τελικά πολύ ύπουλη και -συνεπώς- τα αποτελέσματά της ακόμη πιο σοβαρά, λόγω του ότι καθιερώνει ένα κλίμα ανοιχτών ή υποχθόνιων εκβιασμών, συνεχούς εκφοβισμού των λαϊκών μαζών και τρομοκράτησής τους ανοίγοντας, παράλληλα, το δρόμο για την ανοιχτή άσκηση τρομοκρατίας εναντίον των τελευταίων με φυσικούς αυτουργούς διάφορες παρακρατικές συμμορίες, δοσιλογικές οργανώσεις της περιόδου της Κατοχής που έμειναν ατιμώρητες, κοινούς εγκληματίες, που, χάρη στο αντιΕΑΜικό τους μένος, αξιοποιήθηκαν από παρακρατικούς και κρατικούς φορείς στην αντικομμουνιστική σταυροφορία τους, κ.ά. η ένταση, μάλιστα, της Τρομοκρατίας συνεχώς μεγεθύνεται όσο περνούν οι μήνες μετά τη Βάρκιζα, γεγονός που οφείλεται στην όλο και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα που δείχνει ο αστικός κόσμος να αποδυναμώσει το ΕΑΜικό κίνημα. Η «Λευκή Τρομοκρατία» κορυφώνεται στις 31 Μάρτη 1946, όταν οι -ίσως πιο σημαντικές της μεταπολεμικής ιστορίας- εκλογές που πραγματοποιούνται, υπό πολύ ιδιαίτερες, συνθήκες χαρίζουν στις δυνάμεις της Εθνικοφροσύνης την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, που χρειάζονταν, προκειμένου αναδειχθούν στον κυριότερο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, που θα νομιμοποιούσε με τη στάση του τη μέχρι τότε επικρατούσα κατάσταση.

Όλο αυτό το σκηνικό σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο στήνεται με πολύ προσοχή και μελετημένα από τους Βρετανούς «συμμάχους» και το σύνολο του παλαιού πολιτικού κόσμου με σκοπό την πολιτική τους επικράτηση και πάλι, μετά τις εκτροπές που επέφεραν στο αστικές πολιτικές δομές της χώρας η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή. Πέρα, όμως, από την άσκηση οποιασδήποτε μορφής τρομοκρατίας, που θα μπορούσε να μειώσει τη δύναμη του νέου ισχυρού πολιτικού πόλου, του ΕΑΜ, έμενε ένας τελευταίος σκοπός του αστικού κόσμου ανεκπλήρωτος προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η τελική του επικράτηση. Αυτός ο σκοπός έχει να κάνει με την ανάγκη ιδεολογικής συνοχής των φορέων που συγκροτούν το αστικό μπλοκ, η οποία θα χάριζε στο τελευταίο ένα ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα συσπειρώνονταν όλες οι ανήκουσες σ’ αυτό πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Μετά από πολλές προσπάθειες -με την καίρια πάντα και επίμονη συνδρομή των Άγγλων- από τον καιρό της Κατοχής ακόμη, το ιδεολογικό αυτό υπόβαθρο συγκροτείται μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, βάση της οποίας αποτελεί ο ακραίος αντικομμουνισμός, που εκφράζεται -σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο- μέσω του αποκλεισμού μέρους του ενεργού πληθυσμού της Ελλάδας από το σύνολο της κοινωνίας κατατάσσοντάς το στην κατηγορία του «άλλου», του «ξένου» προς τα «εθνικά ιδανικά», του «εχθρού του Έθνους». Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για την ιδεολογία πάνω στην οποία θα στηριχτεί η μεταπολεμική «αναγέννηση» του αστικού κόσμου και αναβίωση των πολιτικοοικονομικών δομών της Ελλάδας, μέσω, μάλιστα, της αναγωγής της συγκεκριμένης ιδεολογίας σε επίσημη ιδεολογία του Κράτους μέχρι τουλάχιστον την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, το 1974.

Την εμφάνιση και ανάπτυξη της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης και τις επιπτώσεις της στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου έχει σκοπό να μελετήσει η συγκεκριμένη εργασία, στο πρώτο κεφάλαιο της οποίας μελετάται η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η σταδιακή πολιτική επικράτηση των αστικών δυνάμεων στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αυτή η βάση δεν είναι άλλη από τις παραβιάσεις της Συμφωνίας της Βάρκιζας σε μια σειρά από νευραλγικούς τομείς του συστήματος. Πρόκειται για παραβιάσεις σε ζητήματα όπως η εκκαθάριση του Στρατού, των Σωμάτων Ασφαλείας και της Δημόσιας Διοίκησης από τα δοσιλογικά στοιχεία, η τιμωρία των συνεργασθέντων με τον κατακτητή επί Κατοχής και η υπεράσπιση των δημοκρατικών αρχών και ελευθεριών. Μέσα από τις σχετικές αναλύσεις του πρώτου κεφαλαίου γίνεται προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο ρόλος των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των Βρετανών ως ηθικών αυτουργών της έξαρσης της Τρομοκρατίας στη μεταβαρκιζιανή περίοδο και να αποδειχτεί πως το φαινόμενο αυτό όχι μόνο συντηρείται άλλα και αναπτύσσεται ραγδαία εξαιτίας των παραπάνω παραβιάσεων της Συμφωνίας˙ εξαιτίας δηλαδή του αντικομουνιστικού παροξυσμού του αστικού στρατοπέδου, που σταδιακά διοχετεύεται στην ελληνική κοινωνία και διαχέεται στη βάση της.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης γίνεται λόγος για την έξαρση του φαινομένου του αντικομμουνισμού στη βάση της ελληνικής κοινωνίας μέσω της παγίωσης ενός κλίματος ακραίας, σε ένταση και μεθοδικότητα, τρομοκράτησης μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. Μελετώνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναπτύσσει, η έντασή του που σταδιακά κλιμακώνεται και οι διάφορες μορφές που παίρνει στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο. Όλα αυτά τα στοιχεία συγκλίνουν στο βασικότερο χαρακτηριστικό του φαινομένου, που δεν είναι άλλο από την προσπάθεια της αστικής τάξης να συρρικνώσει, έως και να εξαφανίσει, με κάθε δυνατό τρόπο, τη δύναμη του ΕΑΜ μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στη συγκρότηση της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, ως αποτέλεσμα της τεράστιας ανάγκης των πολιτικών και κοινωνικών αστικών δυνάμεων να αποκτήσει το αστικό μπλοκ ιδεολογική συνοχή. Αρχικά, μελετάμε τα βασικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, η οποία, γενικά, εισάγει στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου την πρωτοφανή γι’ αυτήν αντίληψη του αποκλεισμού μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, τους ανήκοντες στο ΕΑΜ-ΚΚΕ, τους οπαδούς και φίλους του, αλλά και γενικότερα τους δημοκρατικούς-μη μοναρχικούς πολίτες, ως «ξένου» προς αυτήν. Ουσιαστικά, βλέπουμε το πώς η «Λευκή Τρομοκρατία» αποκτά το ιδεολογικό της επιστέγασμα, μέσα από μια μακροχρόνια προσπάθεια Βρετανών και ντόπιας αστικής τάξης που έχει τις ρίζες της στην κατοχική περίοδο, το οποίο αποτελεί ένα συνονθύλευμα διαφόρων παρεμφερών ιδεολογημάτων και αντιλήψεων από το 1918 μέχρι την περίοδο εκείνη, που, όμως, δομικό τους στοιχείο είναι ο ακραίος αντικομμουνισμός. Η προσπάθεια αυτή εξετάζεται καθ’ όλη την πορεία της, από τις πρώτες δηλαδή απόπειρες για απόκτηση κοινής ιδεολογικής ταυτότητας -μεταξύ των δυνάμεων που μετέπειτα θα αποτελούσαν το εθνικόφρον στρατόπεδο- κατά την περίοδο της Κατοχής μέχρι την επιτυχία τελικά της συγκρότησης της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης κατά τη μετά τη Βάρκιζα εποχή. Τέλος, βλέπουμε πώς το στοιχείο του έντονου αντικομμουνισμού παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο για την άμβλυνση των έντονων αντιθέσεων ανάμεσα στις δύο βασικές συνιστώσες του εθνικόφρονος κόσμου, τη μοναρχική και τη λεγόμενη «δημοκρατική», και τη συστράτευσή τους στον αγώνα κατά του ΕΑΜ-ΚΚΕ, του οποίου η κορύφωση ορίζεται την 31η Μάρτη 1946, όταν, μέσα από τις εκλογές που διεξάγονται εκείνη την ημέρα, θριαμβεύουν οι Εθνικόφρονες δυνάμεις.

Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η στάση των εθνικοφρόνων δυνάμεων από την 31η Μάρτη 1946 και μετά, χρονικό διάστημα όπου η Εθνικοφροσύνη ανάγεται σε επίσημη ιδεολογία του Κράτους. Άμεσο αποτέλεσμα αυτού είναι η ακόμη παραπέρα -και με άκρα «επισημότητα» πλέον- εκτράχυνση της ήδη τεταμένης κατάστασης, η οποία ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, με τις παρακρατικές συμμορίες να επιβάλλουν το νόμο τους σε ολόκληρη τη χώρα και την πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας της χώρας όχι μόνο να παρακολουθεί, αλλά και να ενθαρρύνει την έξαρση του αντικομμουνισμού. Σταθμός ως προς αυτή την εξέλιξη είναι η σκανδαλώδης θέσπιση του Γ’ Ψηφίσματος «περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν», τον Ιούνη ’46, που καθίσταται από τότε -και μέχρι το 1974- άτυπα ο Νόμος του Κράτους. Με το Γ’ Ψήφισμα, ουσιαστικά, ποινικοποιείται αυτή καθεαυτή η κομμουνιστική ιδεολογία και διώκεται οποιοσδήποτε είναι ή θεωρείται υποστηριχτής της, ως «εχθρός του Έθνους», «Σλαύος», και άλλες παρόμοιες, ακραίες, κατηγορίες. Έτσι, εγκαινιάζεται ένα νέο πογκρόμ κατά των αριστερών και δημοκρατικών πολιτών της Ελλάδας, κατά το οποίο συλλαμβάνονται και καταδικάζονται με συνοπτικότατες διαδικασίες χιλιάδες πολίτες με τις ανωτέρω κατηγορίες, ακόμη και με την υποψία ότι έχουν την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ-ΚΚΕ. Συμπερασματικά, το Γ’ Ψήφισμα, με τις συνθήκες που διαμορφώνει στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα ενάντια στο ΕΑΜικό κίνημα, το εφαλτήριο για την περαιτέρω όξυνση της ταξικής πάλης μέσα στην ελληνική κοινωνία και, τελικά, το προοίμιο του Εμφυλίου πολέμου που θα ξεσπάσει τον Οκτώβρη ’46.

Το πλήρες κείμενο της εργασίας εδώ:

http://194.177.192.14/index.php?lang=&op=record&type=cid&q=isMemberOfCollection-cid:9&page=3&pid=iid:3952



[1] Το παρακάτω κείμενο είναι μέρος από την εισαγωγή της εργασίας του (σελ. 9-14) Θεοχάρη Ραζάκου με τίτλο «Η “Λευκή Τρομοκρατία” στην Ελλάδα (1945-1946): Ο κόσμος της Εθνικοφροσύνης και η αντιμετώπιση του “Ερυθρού Κινδύνου”» (Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, 2008).

[2] Σε τηλεγράφημά του προς το στρατηγό Ουΐλσον, στις 2 Δεκέμβρη, ο Τσώρτσιλ κάνοντας αναφορά στο ζήτημα του αφοπλισμού των δεξιών οργανώσεων και του ΕΛΑΣ επισημαίνει ότι είναι ρίσκο να αφοπλιστούν οι δεξιές οργανώσεις, αλλά να στρατοπεδεύσουν με ευθύνη των Βρετανών, καθώς η υποστήριξή τους σ’ αυτούς, που ετοιμάζονται για ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση, είναι πολύ σημαντική. «Θα ήταν πολύ καλύτερο αν θα μπορούσαμε να τα κάναμε όλα μόνοι μας, αλλά πρέπει να κερδίσουμε». Τηλεγράφημα υπ’ αριθ.7067, 3/212/10, 2 Δεκέμβρη 1944, Τσώρτσιλ προς στρατηγό Ουΐλσον, από το Ανδρικόπουλος Γιάννης, ό.π., σελ.242.

[3] Βλ. Παράρτημα, Η Συμφωνία της Βάρκιζας, σελ.106-108, Άρθρα 1, 3, 6 και 7.

[4] Στόχος της Συμφωνίας τίθεται «η ανάπτυξη ελευθέρου και ομαλού πολιτικού βίου, του οποίου κύριον χαρακτηριστικόν θα είναι ο σεβασμός της πολιτικής συνειδήσεως των πολιτών, η ειρηνική διαφώτισις και διάδωσις πολιτικών ιδεών και ο σεβασμός προς τας ελευθερίας, τας οποίας ο καταστατικός Χάρτης του Ατλαντικού και αι αποφάσεις της Τεχεράνης διεξήρυξαν[…]». Στο Πετρίδης Παύλος, Στη δίνη του Εμφυλίου πολέμου, σπάνια ντοκουμέντα του ΕΑΜ (1944 - 1947) (3η Έκδοση), Προσκήνιο, 1998, σελ.152.

[5] Στο ζήτημα των υποχρεώσεων του ΕΑΜ και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ αναφέρονται πολύ συχνά και οι Βρετανοί, οι οποίοι πιστοποιούν ότι το ΕΑΜ είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. FO 371/48259, R(;), Leeper to FO, 3 Μάρτη 1945.