ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ 1922

50 χρόνια μετά τον Εμφύλιο

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=115283

Γιώργος Μαργαρίτης[1]

Το 1948, έτος αιχμής του Εμφυλίου πολέμου, το Γενικό Επιτελείο του Εθνικού Στρατού υπολόγισε τις απώλειες των δυνάμεών του σε 4.240 νεκρούς, στους οποίους θα έπρεπε να προστεθεί και μεγάλο ποσοστό των 2.330 αγνοουμένων. Μέσα στους αριθμούς αυτούς οι 400 περίπου ήταν αξιωματικοί. Την ίδια χρονιά οι τραυματίες έφθαναν τους 15.300 αξιωματικούς και οπλίτες. Στις απώλειες αυτές δεν πρέπει να υπολογίστηκαν οι μη στρατιωτικοί μηχανισμοί, τμήμα δηλαδή της Χωροφυλακής αλλά και οι απώλειες των διαφόρων σχηματισμών ενόπλων πολιτών, όπως οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) ή τα μέλη της οργάνωσης Χ στην Πελοπόννησο. Τον Ιανουάριο του 1949, στη νίκη του Δημοκρατικού Στρατού στη Νάουσα, 1.500 στρατιώτες του Εθνικού Στρατού τέθηκαν εκτός μάχης και οι νεκροί ξεπέρασαν τους 500. Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο, στην αποτυχία του Δημοκρατικού Στρατού μπροστά στη Φλώρινα, οι απώλειές του ξεπέρασαν τους 700 νεκρούς. Στην Πελοπόννησο, τους πρώτους μήνες του 1949, η ΙΙΙ μεραρχία του ΔΣΕ, περίπου 3.000 άνθρωποι, εξοντώθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα της.

Ο τελικός απολογισμός του κόστους της τριετίας 1946-1949 σε αίμα μπορεί να γίνει κατά προσέγγιση μόνο εξαιτίας της δυσκολίας ακριβούς προσδιορισμού αφενός των απωλειών των παραστρατιωτικών σωμάτων από την κυβερνητική πλευρά και αφετέρου των απωλειών του Δημοκρατικού Στρατού, ιδιαίτερα στους καιρούς της ήττας. Από τα γνωστά πάντως και προσβάσιμα μπορούμε να κάνουμε ορισμένες πρώτες εκτιμήσεις. Οι συνολικές απώλειες του Στρατού έφθασαν τους 2.540 αξιωματικούς (από τους οποίους 830 νεκροί και αγνοούμενοι) και τους 40.840 οπλίτες (από τους οποίους 13.000 νεκροί και αγνοούμενοι). Οι νεκροί του Δημοκρατικού Στρατού υπολογίστηκαν τότε σε 38.000 περίπου, αριθμός που αμφισβητήθηκε εκείνη κιόλας την εποχή από τους ίδιους τους επιτελείς του Εθνικού Στρατού. Μια εκτίμηση γύρω στις 25.000 είναι ίσως περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα. Οσο για τα θύματα στους παραστρατιωτικούς μηχανισμούς και στους αμάχους, εκεί οι διαφορές στις εκτιμήσεις είναι σημαντικές, με κοινό όμως χαρακτηριστικό ότι αναφέρονται σε πραγματικές εκατόμβες.

Συγκριτικά η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) είχε κοστίσει στον ελληνικό στρατό 1.270 αξιωματικούς και 36.000 στρατιώτες (νεκρούς ή εξαφανισθέντες) σε σύνολο στρατιωτικών απωλειών 91.200. Ο πιο «ήπιος» πόλεμος του 1940-1941 (ελληνοϊταλικός και ελληνογερμανικός) κόστισε 740 αξιωματικούς και 14.400 οπλίτες (νεκρούς και αγνοουμένους). Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) είχαν «μόνο» 300 νεκρούς αξιωματικούς και 7.900 νεκρούς στρατιώτες. Αν θεωρήσουμε ότι στην περίπτωση του Εμφυλίου τα θύματα και της μιας και της άλλης πλευράς προέρχονται από την ίδια την ελληνική κοινωνία, τότε προφανώς βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη πολεμική αιματοχυσία που γνώρισε η χώρα από την ανεξαρτησία της, στα 1830, ως σήμερα. Αιματοχυσία συγκρίσιμη μόνο με τη μικρασιατική περιπέτεια.

Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο ακριβής ορισμός της «ανταρσίας» και της «στάσης» ούτε σε τι ακριβώς διαφέρει από άλλου τύπου συγκρούσεις. Μιλώντας τεχνικά, όμως, στα 1946-1949 είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σκληρότατη πολεμική αναμέτρηση. Εναν πόλεμο ολοκληρωτικού μάλιστα χαρακτήρα, από εκείνους δηλαδή που δεν αφορούν μόνο τους στρατούς και τους ενόπλους αλλά την κοινωνία ολόκληρη. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο άτομα, άμαχοι, εκτοπίστηκαν και προσφυγοποιήθηκαν στη διάρκεια του πολέμου αυτού, οι 700.000 σωρεύθηκαν ως «ανταρτόπληκτοι» στις παρυφές των πόλεων. Στην προσπάθεια να αποκλειστεί ο Δημοκρατικός Στρατός από κάθε είδους τροφοδοσία, πολλές μικρές αλυκές, στις απόμακρες παραλίες, ισοπεδώθηκαν με μπουλντόζες ώστε να μη φθάνει αλάτι στα ορεινά. Τι παραπάνω, δηλαδή, να συμβεί σε έναν πόλεμο;

Φοβάμαι ότι για μία ακόμη φορά η αντιμετώπιση ενός ιστορικού γεγονότος γίνεται μέσα από τις διαδρομές της παραταξιοποίησης, της εκτός χρόνου μισαλλοδοξίας και του χωρίς λόγο φανατισμού. Πάει καιρός που τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος και πολύ λίγα από τα στοιχεία εκείνης της εποχής έχουν κάποια λειτουργικότητα στις δικές μας ημέρες. Πέρα από την αναζήτηση ηθικής δικαίωσης για τις νεανικές επιλογές και πράξεις μιας γενιάς που ήδη παρέρχεται ή μιας γενιάς που ήδη παρήλθε, θα ήταν ίσως πιο χρήσιμη ­ για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αντιμετωπίζουμε το χθες και κατά συνέπεια το σήμερα, για την παιδεία μας τέλος πάντων ­ η κριτική θεώρηση των τότε γεγονότων. Να εξετάσουμε, δηλαδή, τις παραμέτρους εκείνες που οδήγησαν στον βαθύτατο διχασμό της ελληνικής κοινωνίας, στη μέχρι θανάτου αναμέτρηση των αντιπάλων στρατοπέδων της. Είναι νομίζω σήμερα προφανές ότι ο πόλεμος του 1946-1949 διαδραματίστηκε στην ελληνική επαρχία κυρίως για λόγους που πρωτίστως την αφορούσαν. Κοινωνικές ανακατατάξεις, προοπτικές και επιλογές βρίσκονταν στη βάση των γεγονότων, κρυμμένες συχνά από βαριά ρητορικά σχήματα, πλούσια σε φαντασιώσεις. Υπονοώ ότι ούτε διεθνής συνωμοσία εναντίον της Ελλάδας υπήρξε ούτε η θέση για έξωθεν επιβουλή και εισβολή (σλαβικού χαρακτήρα) μπορεί να εξηγήσει πειστικά τα γεγονότα.

Αντίθετα, και είναι κρίμα που αυτό δεν γίνεται ούτε ακόμη στους πανεπιστημιακούς ερευνητικούς χώρους, άλλα πιο ορατά πράγματα θα έπρεπε να εξεταστούν. Στα 1946 η στήριξη της χώρας από ένα σύστημα ξένης επισιτιστικής συνδρομής, οικονομικής στήριξης και βοήθειας ­ που λειτουργεί από το δεύτερο εξάμηνο του 1942 ­ έχει πλέον γενικευθεί και, όπως είναι αναμενόμενο, δημιουργεί πλήθος κοινωνικών παρενεργειών. Ανατρέπει παραδοσιακές ιεραρχίες, δημιουργεί νέα κέντρα πλούτου και ισχύος, ισχυροποιεί άτομα, ομάδες και περιοχές, απαξιώνει και υποβαθμίζει άλλες. Δημιουργεί τομές μέσα στην κοινωνία ­ ρήγματα, αν προτιμάτε ­ και προκαλεί εντάσεις βαθιές που περιμένουν την κατάλληλη συγκυρία και τους ανάλογους καταλύτες για να προβάλουν δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας.

Αυτά προκαλούν πόλεμο, δεν προκαλούν στάση. Και στον 20ό αιώνα, το ξέρουμε πλέον καλά αυτό, στην εποχή των μαζών και των κοινωνικών πρωτοβουλιών, οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι ακριβώς όπως και οι άλλοι. Το ίδιο ή και περισσότερο ολοκληρωτικοί.



[1] Ο κ. Γιώργος Μαργαρίτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.