ΤΟ ΕΑΜ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ-ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

του Χρήστου Τυροβούζη

αναδημοσίευση από: Περιοδικό «ΘΕΣΕΙΣ», Τεύχος 21, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1987, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=199&Itemid=29

Έχει ενδιαφέρον η απόπειρα για αξιοποίηση των εννοιών «συνασπισμός εξουσίας» και «κοινωνικό μπλοκ» κατά τη μελέτη της ελληνικής ιστορίας. Πολύ περισσότερο, όταν η θεωρητική σκευή των ιστορικών μας φαίνεται να εξαντλείται στις τεχνικές του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού, αν δεν περιορίζεται σ' έναν μαρξισμό κοινών τόπων, συναρθρωμένο με τα θέματα της κλασικής ιστοριογραφίας. Όμως εδώ το πρόβλημά μας είναι άλλο: κατά πόσο οι έννοιες που προαναφέρθηκαν μπορούν να φωτίσουν το χαρακτήρα και τα όρια της ελληνικής αντιστασιακής εμπειρίας και πόσο επιτυχής αποδεικνύεται η μια ή άλλη χρήση τους[1].

Μπορεί να γίνει αφετηριακά δεκτό ότι η ηγεμονία συγκροτείται προνομιακά στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, πως δεν υπάρχει αυτόματη και φωτογραφική αντανάκλαση της ταξικής θέσης στην ιδεολογικοπολιτική στάση, καθώς και ότι ο ταξικός χαρακτήρας ενός ιδεολογικού μορφώματος (λ.χ. εθνικοαπελευθερωτικός λόγος του Ε.A.M.) είναι ζήτημα που σχετίζεται με την ηγεμονία και τη συγκυριακή συνάρθρωση των επιπέδων ενός ιστορικοκοινωνικού σχηματισμού[2].

Αν και πώς τα σχήματα αυτά «επιβεβαιώνονται» απ' την ΕΑΜική εμπειρία, είναι πρόβλημα ανοικτό, που - σίγουρα - αξίζει να συζητηθεί.

Άμεση συνέπεια αυτών των θεωρητικών παραδοχών, στο θέμα μας, κάλιστα θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη δέσμη θέσεων ή υποθέσεων: α) Η βαρύνουσα συμμετοχή στο αντιστασιακό κοινωνικό μπλοκ εργατών (και, γενικότερα, «λαού» με την πουλαντζιανή έννοια) δεν έκανε κυρίαρχη - ηγεμονική κάποια προλεταριακή και αντικαπιταλιστική ιδεολογία, ούτε απέκλειε το ενδεχόμενο ο «συνασπισμός εξουσίας» μέσα στο ΕΑΜικό συγκρότημα «άλλο βιολί να βαράει». Οι ενδείξεις είναι πολλές και τις γνωρίζουν, λίγο ή πολύ, όχι μόνο μάρτυρες - ιστορικά πρόσωπα αλλά και μαρξιστές ιστοριογράφοι[3]. β) Η ιδεολογία της εθνικής απελευθέρωσης και του συμμαχικού «διεθνισμού» είχε φορέα (και) το ΕΑΜικό πολιτικοκοινωνικό μπλοκ. Μολονότι αυτό αποτελούσε κάποια εγγύηση για τη δυνατότητα «προοδευτικής» φόρτισης αυτού του ιδεολογικού μορφώματος, το βέβαιο είναι ότι η πολιτική των ΕΑΜικών ηγετικών κύκλων (σύνδεση με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, συνεργασία με τους Άγγλους, ταλαντεύσεις της ΠΕΕΑ, Λίδανος κ.ο.κ.) το «αποκωδικοποίησε» - στη σφαίρα των «υλικών» κοινωνικοπολιτικών σχέσεων - μ' έναν τρόπο που όλοι (οφείλουμε να) γνωρίζουμε, γ) Καθώς «η ηγεμονία ουδέποτε αποτέλεσε ποσοτικό πρόβλημα»[4] και, παράλληλα, «...το "αστικό κοινωνικό μπλοκ" αναφέρεται, πέρα από τις κυρίαρχες τάξεις βέβαια, σε τάξεις ή μερίδες τάξεων που χωρίς να είναι πολιτικά κυρίαρχες αποτελούν σε μια συγκεκριμένη συγκυρία κοινωνικά στηρίγματα του συνασπισμού εξουσίας...»[5] δικαιούμαστε να υποστηρίξουμε ότι η ΕΑΜική ιδεολογία (και πρακτική) μπορεί ν' αντιστοιχούσε σ' ένα στενό ταξικό διάνυσμα και ο «λαός» των εργατών / υπαλλήλων / αγροτών απλώς να στήριζε τον ηγεμονικό συνασπισμό[6].

Βέβαια αυτές οι υποθέσεις εργασίας απλώς αντιστρέφουν εκείνες τις υποθέσεις που απ' τη μαζικότητα, δραστικότητα κλπ. του ΕΑΜ συνάγουν τον επαναστατικό και αντιαστικό χαρακτήρα της Αντίστασης. Μένει, πριν απ' όλα, η προσκομιδή του εμπειρικού υλικού και η εκδίπλωση των συλλογισμών που θα μπορούσαν να στηρίξουν και επαληθεύσουν - με δεδομένους τους θεωρητικούς και μεθοδολογικούς όρους - την αντίθετη θέση. Ταυτόχρονα πρέπει να φωτιστούν πληρέστερα εκείνες οι «στιγμές» της αντιστασιακής περιόδου που - ενδεχομένως - δικαιολογούν (ή παράγουν) την ενθουσιώδη ανάγνωση και αποτίμηση του συνολικού φαινομένου.

Μια απ' τις κρισιμότερες ορίζουσες του προβλήματος είναι ο αντιφασιστικός χαρακτήρας της ελληνικής Αντίστασης. Είναι ιστορικά ελλιπής η ερμηνεία που θεωρεί τον αντιφασισμό του ΚΚΕ (και του ΕΑΜ) γέννημα των ιδιαίτερων συνθηκών και γεγονότων του 1940-41 ή και της χιτλερικής επιδρομής στη Σοβιετική Ένωση. Επρόκειτο όμως για ιδεολογία και πολιτική βασισμένη σ' έναν πιο σύνθετο συνειρμό παραστάσεων, καθώς το ΚΚΕ: α) Είχε απ' το 1934 και εφεξής αντιφασιστικό (εννοούσε: αντιδικτατορικό) προσανατολισμό, διερευνώντας το έδαφος για πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες[7] ικανές ν' αποτρέψουν την αντιδημοκρατική εκτροπή, δηλαδή την ανάκαμψη της μοναρχίας και την αναίρεση της συνταγματικής νομιμότητας. β) Ταλαντευόταν ανάμεσα στην καταδίκη των αστικών κομμάτων και τάσεων ως άμεσων εκφραστών του «αστοτσιφλικάδικου» κοινωνικού μπλοκ (και προαγωγών της «ανωμαλίας») και τη συμπόρευση με το τμήμα τους που θα ήταν διατεθειμένο να συμπράξει στην ανάσχεση της «κλίκας» ή «συμμορίας» που απεργαζόταν τον εκφασισμό[8]. γ) Τροποποίησε - για λίγο - τον αντιφασισμό του από «εθνικοαπελευθερωτικό» («...στον αγώνα αυτό που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά...») σε «συνεπή»:

πάγια αντίθεση στον Άξονα, ανάγκη για απεμπλοκή από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των Αγγλογάλλων, καταδίκη της ελληνικής προέλασης στην Αλβανία, προπαγάνδιση της ανατροπής του δικτατορικού καθεστώτος[9], δ) Εξειδίκευσε τον αντιιμπεριαλισμό του σε αντιαξονισμό και αποδέχτηκε το «συμμαχικό» κώδικα αξιών:

αντιφασισμός δημοκρατισμός, πίστη στην αρχή της αυτοδιάθεσης, πολιτικοστρατιωτική σύγκλιση σ' ελάχιστη - αλλά πάγια - κοινή βάση[10].

Η αντιφασιστική αρχή υπερκαθόρισε - μαζί με την εθνικοαπελευθερωτική προτεραιότητα - τους άλλους άξονες της αντιστασιακής ιδεολογίας, νομιμοποιώντας ταυτόχρονα και κάποιες ουσιώδεις επιλογές στο πολιτικό πεδίο. Έτσι η «δημοκρατία» ορίζεται, βασικά, ως ανάκτηση αναπλήρωση της έκπτωτης προμεταξικής νομιμότητας και ταυτόχρονα παραπέμπεται στο μεταπολεμικό μέλλον. Σε πολιτικό πρόταγμα της Αντίστασης αναγορεύεται το κοινωνικό κράτος δικαίου, ενώ οι διεκδικητικοί αγώνες στην πόλη, ακόμη κι όταν έχουν επίδικο ζήτημα «αντικειμενικά» πολιτικό, συνήθως, λειτουργούν αμυντικά και πάντως δεν υπάγονται σ' έναν συνολικό εναλλακτικό σχεδιασμό. Επιπλέον το πολιτικό πλαίσιο του ΕΑΜ οριοθετούσε (αν δεν ευνούχιζε) τις κοινωνικές αντιθέσεις και διεκδικήσεις που γεννούσε η κατοχική πραγματικότητα, με κατάληξη την αποθάρρυνση ή και καταστολή των ριζοσπαστικότερων κοινωνικών στοχεύσεων[11].

Κατά συνέπεια, όσο σωστό είναι ότι το ΚΚΕ καθοδηγούσε το ΕΑΜ, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι η ΕΑΜική ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα καθοδηγούσε το ΚΚΕ. Ο κομφορμισμός, ο οικονομισμός, ο πρακτικισμός και η εθνικοενωτική μονοϊδέα του ΚΚΕ (μέσα στο ΕΑΜ), δεν είναι - τόσο - συνέπειες της εμμονής του σε δόγματα ή της ευθυγράμμισης του με «έξωθεν» ντιρεκτίβες, όσο οργανικά και λειτουργικά στοιχεία μιας πολιτικής που επιδίωκε τη συμπαράταξη εργατών και εμποροβιοτεχνών[12], αγροτών και καθηγητών πανεπιστημίου, ανταρτών και ταγματαρχών[13].Έτσι, έφθασε να επαγγέλλεται «Λαοκρατία και Σοσιαλισμό», ενώ απέφυγε ακόμη και ν' αναφερθεί στην επικαιρότητα τους[14], οικοδομούσε Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και Δικαιοσύνη (το Μάρτη του '44 και κεντρική εξουσία), αλλά επιδίωκε συμμετοχή σε κυβέρνηση των παλιών πολιτικών, έδινε στον ΕΛΑΣ εμβέλεια τακτικού στρατού και ταυτόχρονα πανηγύριζε για την πρόσδεση του στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής[15]. Έγινε κόμμα εθνικό διαταξικό και, σ' αυτή τη βάση, ηγεμονικό. Όμως η πολιτική συμμαχία αντίπαλων κοινωνικών τάξεων δεν μπορεί να βασίζεται (παρά μόνο «προγραμματικά») σ' ένα κράμα ή «μέσο όρο» των προγραμμάτων ή ειδικών ενδιαφερόντων τους[16]. Κι αυτό που κυριάρχησε στην πολιτική του ΕΑΜ δεν ήταν ο σοσιαλισμός αλλά το κράτος προνοίας. Τέλος, αυτό που κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική (από το φθινόπωρο του '44) ήταν ο «μοναρχοφασισμός» και η «ξενοκρατία»...

Εκείνο όμως που αποκάλυψε τα όρια και τις δουλείες του ΕΑΜ (απέναντι στις αστικές μερίδες της κοινωνικής του βάσης, την αυτοεξόριστη πολιτική ηγεσία και τους Συμμάχους) ήταν η συμπεριφορά του στο κομβικό ζήτημα της εξουσίας, θέμα εξουσίας - καταναγκαστικής (ή) και συναινετικής κανονικοποίησης των βασικών κοινωνικών σχέσεων - είχε τεθεί τουλάχιστο από τα τέλη του '42:

σχέσεις ανταρτικών ομάδων και κοινοτικού πληθυσμού, διοίκηση τοπικών και ευρύτερων υποθέσεων στις ελεύθερες περιοχές, διευθέτηση έννομων διαφορών, ενιαία κεντρικη δομή πολιτικοστρατιωτικής εξουσίας, θέμα διεθνούς αναγνώρισης και στήριξης κ.ο.κ. Μια σειρά από επιλογές και γεγονότα πείθουν ότι η μετριοπάθεια του ΕΑΜ (και, κατά κύριο λόγο, του ΚΚΕ) εκπορευόταν απ' τη θεμελιώδη απόφαση του να διεκδικήσει, μέσα απ' τη συνέχεια του κοινωνικού, πολιτικού και στρατηγικού STATUS, καταρχήν την εισδοχή του και, ταυτόχρονα, την βαρύνουσα συμμετοχή του στο πολιτικό σύστημα της χώρας:

α) Κενό θεωρίας και πολιτικής στο πρόβλημα της διοίκησης της ελεύθερης ορεινής Ελλάδας[17].

β) Επιφυλακτική ή αρνητική αντιμετώπιση των συναφών πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο[18].

γ) Συμπίεση των ταξικών αγώνων ως το σημείο που επέτρεπαν τα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα των - κατά ΕΑΜ - συμμάχων της «εργατιάς» και «φτωχομεσαίας αγροτιάς»[19].

δ) Υπόκλιση και προσχώρηση στα ηθικά θέματα και τις συντηρητικότερες εκφάνσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας[20].

ε) Περιστολή ή τεχνοκρατική αποστέωση των ριζοσπαστικότερων αρχών και λειτουργιών της Λαϊκής Εξουσίας, μέσα από μια τεχνική λειτουργιστική σύλληψη της Racio και της δυναμικής των θεσμών Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης[21].

στ) Καθυπόταξη της νέας δικαιοταξίας στο σχεδιασμό και τις προοπτικές που έθεταν τα αστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα εξουσίας[22].

Γι αυτό, το ΕΑΜ δεν αποτέλεσε - στην κυριολεξία - τον ένα πόλο κάποιας «δυαδικής εξουσίας», στα πλαίσια επαναστατικής κατάστασης[23]. Στο πολιτικό επίπεδο (και στα ελλαδικά πλαίσια) ήταν - ή θα μπορούσε να ήταν - η μοναδική εξουσία. Ταυτόχρονα πολιτική εξουσιαστική παρουσία είχαν, στον ίδιο χώρο, η SOE και - κατά δεύτερο λόγο - η «εξόριστη» πολιτική ηγεσία. Όμως, στο καθαρά κοινωνικό ταξικό πεδίο, οι αστικές σχέσεις κυριαρχίας - παραλές τις αναδιατάξεις της περιόδου - αναπαράγονταν, όχι τόσο γιατί οι Άγγλοι και οι κύκλοι του Καΐρου ασκούσαν αποτελεσματικά κάποια στρατιωτικοπολιτική εξουσία, όσο γιατί το κυρίαρχο ΕΑΜ ΕΛΑΣ, εκφράζοντας εύθραυστες κοινωνικές συμμαχίες, ασκούσε - στα κομβικά ζητήματα - αστική πολιτική[24]. Κάτω απ' την καθοδήγηση του ΕΑΜ αναπτύχθηκε ένα πράγματι μαζικό, μαχητικό, αποτελεσματικό και πολύπλευρο κίνημα Αντίστασης, η δυναμική του οποίου - αναγκαστικά - άγγιζε διαρκώς το θέμα της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. Όμως οι ειδικοί ιστορικοί όροι της περιόδου (οξύτατα προβλήματα ευρύτατων στρωμάτων[25], πλατειά αποδοχή του εθνικοαπελευθερωτικού στόχου, σύγκλιση επιδιώξεων ανάμεσα στις εγχώριες δυνάμεις και τους Συμμάχους κ.ο.κ.) από το ένα μέρος και ο χαρακτήρας των βασικών επιλογών της ΕΑΜικής ηγεσίας από το άλλο, οδήγησαν τελικά στην υποταγή των στοιχείων «τομής» στα στοιχεία «συνέχειας». Η βίαιη ανάκαμψη του προπολεμικού κράτους επισφράγισε αυτή τη διαδικασία, ενώ το «δεύτερο αντάρτικο» ήταν - στην ουσία - η ρήξη του κελύφους στο οποίο είχε εγκλείσει το ΕΑΜ τις αντικαπιταλιστικές κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις...



[1] Ενδιαφέρουσα (και μάλλον μοναδική) η προσπάθεια των Χ. Βερναρδάκη και Γ. Μαύρη. «Τα κοινωνικά μπλοκ και οι σχέσεις εκπροσώπησης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία...». Όσα ακολουθούν είχαν κίνητρο τις απόψεις που αναπτύσσουν στο Α' κεφάλαιο του πρώτου μέρους, («Θέσεις», τεύχος 20. σελ. 47-63 και σημειώσεις, σελ. 75-83).

[2] θεωρητικές αρχές του Ν. Πουλαντζά («Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό», στα ελληνικά Αθήνα 1981) και του Ε. Λακλάου («Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία», στα ελληνικά Αθήνα 1983).

[3] Από τα ιστορικά πρόσωπα, χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες και απόψεις του Γ. Μπέικου, πρωτεργάτη της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης στα 1942-43 (στη δυτική Στερεά). όπως καταγράφονται στο βιβλίο του «Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα», Αθήνα 1979. κυρίως τόμος II, σελ. 34-5, 166 επόμ., 1236, 219 επόμ. και πρώτιστα σελ. 224-34, 297 επόμ. και 332342. Από τους ιστοριογράφους, ιδιαίτερα ο Ν. Ψυρούκης υπογραμμίζει τον μικροαστικό εθνικοενωτικό επικαθορισμό της ελληνικής Αντίστασης, στην «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας», πρώτος τόμος, Αθήνα 1983, σελ. 117 επόμ.

[4] Χ. Βερναρδάκης και Γ. Μαύρης, ο.π., σελ. 63.

[5] Στο ίδιο, σελ. 50.

[6] Καταρχήν, στο θεωρητικό επίπεδο, δεν είναι σαφές αν ο «συνασπισμός εξουσίας» (ή και το «κοινωνικό μπλοκ») περιλαμβάνει και πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις ούτε ποιες ισορροπίες συναρθρώσεις υπάρχουν μεταξύ τους. Πιο εμπειρικά: Επειδή στις οργανώσεις και - σ' ένα βαθμό στα εξουσιαστικά κέντρα του ΕΑΜ παρατηρείται «λαϊκή» πλειοψηφία, αυτό έχει σαν συνέπεια μια «λαϊκή» ιδεολογία και πολιτική; Είναι «ένα και το αυτό» η πολιτική ηγεσία των Σβώλου, Τσιριμώκου κ.ά. και τα δύο ή δυόμισι εκατομμύρια των οργανωμένων αντιστασιακών; Άραγε η σύμπραξη εργατοαγροτών, μικροαστών και αστών οδηγούσε, στο πολιτικό επίπεδο, σε μια γραμμή και πρακτική «μέσων όρων» - «συνισταμένη» ενός συσχετισμού δυνάμεων; Μήπως κάποια πολιτική και ιδεολογία, έκφραση συγκεκριμένου συνασπισμού εξουσίας, υπερκαθόριζε τελικά ολόκληρη την ΕΑΜική πολιτεία; Και τι σημαίνει το γεγονός ότι, σε αισθητό βαθμό, στο τεράστιο οργανωτικό δίκτυο της Αντίστασης (ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Αετόπουλα Εθνική Αλληλεγγύη κ.ο.κ.) φαινόταν να κυριαρχεί η μαζική εκτελεστική εργασία (πρβλ. Πέτρου Ανταίου «Συμβολή στην ιστορία της ΕΠΟΝ», Β', Αθήνα 1979, σελ. 402 - έκθεση ΕΠΟΝ Θεσσαλίας; «Η βελόνα δεν πέφτει από τα χέρια της ΕΠΟΝίτισσας») και η «προσκοπική» ιδεολογία, ενώ το ιδεολογικοπολιτικό κριτήριο υπολειτουργούσε και ο έλεγχος «από τα κάτω» ήταν αμφίβολος; (Πρβλ. αποτίμηση Γ. Μπέικου, ο.π., II, σελ. 324: «Οι Ρουμελιώτες κομμουνιστές... δίνανε την ύστερνη μπουκιά τους, ψωμί για τον αγώνα. Αψηφούσανε κινδύνους, δε λογαριάζανε κόπους. Αλλά ο καινοτόμος προβληματισμός τους καχεκτικός... Ενθουσιώδεις κι άδολοι, δεχότανε αλάθητο, θέσφατο ό,τι «κατέβαζε» η καθοδήγηση. Κι αν σε κανέναν κάποιο πολιτικό αισθητήριο, κάποιο ένστικτο, του έβαζε στο μυαλό κάποια διαφορετική σκέψη ή μια αμφιβολία, θα έσπευδε να μεμφθεί εαυτόν για το "λάθος" του...»).

[7] Επρόκειτο για τη γραμμή του «ενιαίου μετώπου των εργατών» και - σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο - του «κοινού μετώπου», στο νοητό περίγραμμα του οποίου χωρούσε ακόμη και το Λαϊκό Κόμμα, αρκεί να ενδιαφερόταν για την προάσπιση της συνταγματικής τάξης. Στον εργατικό χώρο, το ΚΚΕ επαναθεώρησε τη θέση του απέναντι στα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Τέλος, στις 19.2.1936 υπέγραψε το γνωστό συμφωνητικό Σοφούλη Σκλάβαινα. Για όλα αυτά βλ. Απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ, «Ριζοσπάστης» 24.4.1934, «Ανοιχτό γράμμα του ΚΚΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ», «Ριζοσπάστης» 9.9.1934, «Σύμφωνο κοινής δράσης ενάντια στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία», «Ριζοσπάστης» 6.10.1934, Απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ της 12.10.1935, στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχος 16, 21.11.1935, Κείμενο του Συμφωνητικού Παλλαϊκού Μετώπου - Φιλελευθέρων, «Ριζοσπάστης» 3.4.1936, Απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ της 14.5.1936, «Ριζοσπάστης» 17.5.1936 και Β.Α. Νεφελούδη «Ακτίνα θ'», Αθήνα 1974, σελ. 537 και 65 επόμ.

[8] Όλα τα παραπάνω ντοκουμέντα του ΚΚΕ και ιδίως το «Ανοιχτό γράμμα» και το «Σύμφωνο κοινής δράσης...» εκφράζουν, βασικά, τη θέση ότι η στρατιωτική δικτατορία και ο φασισμός είναι αποτελέσματα της συνωμοτικής δράσης ολιγάνθρωπων πυρήνων και όχι μορφές αστικής κυριαρχίας δομικά προσδιορισμένες.

[9] Β' ανοιχτό γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη, από 26.11.1940, που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο «Ν. Ζαχαριάδη, Επιλογή Έργων», Αθήνα, χ.χρ. (έκδοση: Πρωτοπόρος), σελ. 134. Επίσης, Αχιλλέα Παπαϊωάννου «Η Διαθήκη του Νίκου Ζαχαριάδη», Αθήνα 1986, σελ. 423.

[10] Ο Χάρτης του Ατλαντικού και η Διακήρυξη της Τεχεράνης αποτέλεσαν την ιδεολογική συμπύκνωση αυτής της «διεθνιστικής» σύγκλισης ιμπεριαλιστικών χωρών και Σοβιετικής Ένωσης. Σ' αυτήν βάσισε τις αυταπάτες του και το ΕΑΜ, προεξάρχοντος του ΚΚΕ. Για την αποδοχή των Άγγλων ως εγγυητών της ομαλής - δημοκρατικής εξέλιξης ενδεικτική η προκήρυξη του. ΕΑΜ, δημοσίων υπαλλήλων 9ου τομέα της 3.10.1943. μια δεύτερη του ΕΑΜ Αθηνών με ημερομηνία 12.10.1943 και μια ακόμη της Κ.Ο.Α. του ΚΚΕ, χ.χρ. (όλες στα Γ.Α.Κ., όπως στη σημείωση 12) που διακηρύσσει: «Ελληνικέ Λαέ... μη φοβηθείς πως θα γυρίσει ο λαομίσητος βασιλιάς. Οι σύμμαχοι θα σεβαστούν τη θέληση του συμμάχου τους Ελληνικού Λαού... Ο Κριπς, μέλος της Αγγλικής κυβέρνησης, είχε κιόλας δηλώσει: Οι λαοί των σκλαβωμένων χωρών είναι ελεύθεροι να διαλέξουν το πολίτευμα που τους αρέσει, διάφορο αν αυτό αρέσει στους συμμάχους...». Βλ. και σημειώσεις 15 και 22.

[11] Ενδεικτικά, η κεντρική ηγεσία του ΚΚΕ (και του ΕΑΜ) καταδίκασε τις καταλήψεις τσιφλικιών από ακτήμονες, που είχαν την ενθάρρυνση των τοπικών του στελεχών, στα χωριά Μαυρομάτα (14.500 στρέμματα) και Κορίτσα (4000 στρέμματα) της Ευρυτανίας, το Δεκέμβριο του '42. Βλ. Γ. Μπέικου, ο.π., Α', σελ. 503 επόμ. και Β' σελ. 166 επόμ. Ο αντιστασιακός Λαζ. Αρσενίου («Η Θεσσαλία στην Αντίσταση», Α', α' έκδοση Λάρισα 1966, σελ. 320 και επόμ.) χαρακτηρίζει τους καταληψίες «αδιάφορους άρπαγες» και θεωρεί ευτύχημα το ότι στη Θεσσαλία, σύμφωνα με την πατριωτική γραμμή του ΕΑΜ, δεν συνέβησαν αντίστοιχα επεισόδια. Εξάλλου ο Κ. Μπίρκας («Γιατί πολεμήσαμε. Η αλήθεια και το ψέμα για την Εθνική Αντίσταση», β' έκδοση, Αθήνα, χ.χρ., σελ. 129) κατευνάζει τους ανησυχούντες με τις ακόλουθες εξηγήσεις: «...Δεν επρόκειτο καν για μόνιμη κατάληψη, ούτε απαλλοτρίωση της τσιφλικάδικης γης. Απλώς γινόταν μια προσωρινή νομή της για την εξυπηρέτηση των αναγκών της στιγμής και του Αγώνα...».

[12] Χαρακτηριστική μια προκήρυξη του τομέα εμπόρων - επαγγελματιών - βιοτεχνών Αθήνας του ΚΚΕ (χ.χρ., φθινόπωρο του '43, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Ηρ. Πετμεζά, φάκελος Κ52 Β1), η οποία διαβεβαιώνει ότι «...Η ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δεν καταργεί την ιδιοκτησία. Απεναντίας μάλιστα θα την προστατεύσει από τους υπερβολικούς φόρους και τ' άλλα βάρη... θα ενισχύσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας για την αύξηση του Εθνικού και ιδιωτικού εισοδήματος και θα μπορέσει έτσι να κινηθεί και να ευημερήσει το εμπόριο...».

[13] Ενδεικτική η συναρίθμηση των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, μερίδας των αξιωματικών και μιας μερίδας της αστικής τάξης στο ΕΑΜικό μπλοκ απ' τον Πέτρο Ρούσσο (παράθεση των Χ.Β. και Γ.Μ., ο.π., σελ. 76, σημείωση 5). Ακόμη, κείμενο του ΕΑΜ με «θέσεις πάνω στην τρέχουσα κατάσταση» της 6.10.1943 (Γ.Α.Κ., ο.π.), που προσκαλεί «όλα τα εθνικά στοιχεία... ανεξάρτητα από τις πολιτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις τους».

[14] Μεταξύ άλλων, αποκαλυπτική η θέση του Γ. Σιάντου, όπως εκφράστηκε σε Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, το Δεκέμβριο του 1942: «Όσοι αποκρούουν τη σημερινή εθνικοαπελευθερωτική μας πολιτική εν ονόματι τάχα του "ορθόδοξου μαρξισμού" ή είναι απλοί δογματιστές και φρασεολόγοι ή είναι όργανα των εχθρών της χώρας και του λαού μας...»

(Δημοσιεύτηκε στην «Κομμουν. Επιθεώρηση», φύλλο 10, Φλεβάρης 1943).

[15] Αυτό έγινε - επίσημα - στις 5 Ιουλίου 1943. Υπάρχουν - αλλά δεν έγινε δυνατό να εντοπιστούν και ν' αξιοποιηθούν, καθώς τα χρονικά όρια για τη σύνταξη αυτής της παρέμβασης ήσαν στενά - κείμενα του «Ριζοσπάστη», της «Ελεύθερης Ελλάδας» και άλλων αντιστασιακών εντύπων που εκλαμβάνουν την υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Σ.Μ.Α. ως τιμητική χειρονομία αναγνώρισης του εκ μέρους των Συμμάχων. Απ' τη μαρτυρία του Σ. Σαράφη συνάγεται ότι η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ενώ - στις διάφορες φάσεις των διμερών επαφών - είχε συνείδηση των κινδύνων που συνεπαγόταν η ευθυγράμμιση με τη βρετανική στρατηγική και απέκρουε καταρχήν τις διάφορες αξιώσεις των Άγγλων πρακτόρων, τελικά προσχωρούσε - προτείνοντας κάποιες τροπολογίες στις θέσεις των τελευταίων. Βλ. το βιβλίο του «Ο ΕΛΛΑΣ», Αθήνα 1984, σελ. 924, 113 επόμ. και ιδίως τις εκμυστηρεύσεις του ότι: «...το συμφωνητικό αυτό αναγνώριζε στους Άγγλους τη διεύθυνση του αγώνα και δικαίωμα ανάμιξης τους στα εσωτερικά μας, καταργώντας την ανεξαρτησία μας...» (σελ. 92), ότι ο ΕΛΑΣ ανέλαβε να εκτελεί τις επιχειρήσεις που αποφάσιζε η βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, εφόσον αναγνωρίστηκε ως συμμαχικός στρατός που βρισκόταν υπό τις διαταγές του Σ.Μ.Α. (ιδίως σελ. 1389), και ότι δεν προχώρησε η συγκρότηση κοινού στρατηγείου με τ' ανταρτικά κινήματα της Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας επειδή «το Γενικό στρατηγείο του ΕΛΑΣ, που έκανε επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τέτοιο πράγμα...», (σελ. 154). Έτσι το ελληνικό αντάρτικο έμενε χωρίς εθνική στρατηγική και χωρίς αυτόνομο διεθνιστικό προσανατολισμό, εκτελώντας μόνο τις - οδυνηρές για τους αμάχους - επιχειρήσεις αντιπερισπασμού και παραπλάνησης που προέβλεπαν οι σχεδιασμοί του Σ.Μ.Α.

[16] Πρβλ. κριτική του Έρνεστ Μαντέλ στη στρατηγική του ΓΚΚ για «λαϊκό μέτωπο», στο κείμενο του «Απάντηση στον Αλτουσέρ και στον Ελλενστέιν», στα ελληνικά Αθήνα 1980, ιδίως σελ. 39 επόμ.

[17] Γ. Μπέικου, ο.π., Ι, σελ. 289-292, 360-4, 455 επόμ. και II σελ. 29-79 και Θανάση Χατζή «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», II, Αθήνα 1977, σελ. 340.

[18] Αποκαλυπτική η μαρτυρία του Γ. Μπέικου, ο.π., Ι, σελ. 239-40, II, σελ. 224-234 και 313 επόμ., σύμφωνα με την οποία η κεντρική ηγεσία του ΚΚΕ αντιτάχθηκε στην πρωτοβουλία των τοπικών του στελεχών να διοργανώσουν στην Ευρυτανία θεσμούς Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης (Κώδικας Ποσειδώνας, Δεκέμβριος του '42). Πρβλ. άποψη Λαζ. Αρσενίου («Η Θεσσαλία στην Αντίσταση», 6' έκδοση Λάρισα 1977, Α', σελ. 335) ότι, στο Θεσσαλικό χώρο, ο «κώδικας Προσειδώνα» ήλθε αλλά δεν εφαρμόστηκε, ενώ ως τα μέσα του '43 διατηρήθηκαν τα διορισμένα απ' τον Μεταξά δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια (Β', σελ. 301-6), κυρίως νια ν' αποφύγουν τα στελέχη του ΕΑΜ τη φθορά που επιφέρει η άσκηση εξουσίας (σελ. 302) και να υλοποιηθεί η πατριωτικήακομμάτιστη κλπ. γραμμή της οργάνωση

[19] Βλ. σημείωση 11.

[20] Γίνεται λόγος κυρίως για τις αρχές και θέσεις των ΕΑΜικών οργανώσεων (και, φυσικά, του ΚΚΕ) σε θέματα κοινωνικής και ειδικότερα οικογενειακής ηθικής, αγωγής της νεολαίας, σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα και θρησκευτικής ζωής. Σταχυολογούμε ενδεικτικά: α) Την πρόταση του Δημ. Γληνού - και όχι μόνο αυτού - να χαρακτηρίζονται πόρνες και να διαπομπεύονται - να χαράσσεται μάλιστα στο μάγουλο τους το γράμμα «Π» - οι γυναίκες που έχουν ερωτικές σχέσεις με τους κατακτητές («Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», έκδοση του ΕΑΜ, Αθήνα Σεπτέμβριος 1942, στο κεφάλαιο «οι μορφές της πάλης»), 6) τη λογική της «συνειδητής πειθαρχίας» στα πλαίσια του ΕΛΑΣ, που αν δεν συνεπαγόταν πάντοτε την υποστολή της κριτικής διάθεσης, σίγουρα αναπαρήγαγε τη στατοκρατική αρχή «πρώτα εκτελούνται οι διαταγές και ύστερα ακούγονται τα όποια παράπονα» (Βλ. ανταπόκριση με τίτλο «η αντάρτικη δημοκρατία», στην «Επιμελητεία», όργανο της Ε.Τ.Α., φύλλο 3, 1.9.1943, στα Γ.Α.Κ., ο.π.), γ) τη μικροαστική αφοσίωση στην οικογένεια και την άκριτη αποδοχή της θρησκείας και της Εκκλησίας (χαρακτηριστική η προκήρυξη των εμπόρων κλπ. του ΚΚΕ (σημείωση 12) που διαβεβαιώνει ότι: «Η ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ... δεν διαλύει την οικογένεια. Το αντίθετο, θα την εξυψώσει, θα την ενισχύσει, δίνοντας της τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για να ζήσει με αγάπη, χωρίς γκρίνιες και χωρίς τη διαφθορά των κοριτσιών... Δεν διαλύει την θρησκεία. ..»

Σχετικά με την Εκκλησία χαρακτηριστική μια Απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ της 28.11.1943, που δημοσιεύεται στο «ΚΚΕ, τα Επίσημα Κείμενα», Ε', Αθήνα 1981, σελ. 1834. Επίσης ο Άρης Βελουχιώτης, στο «λόγο της Λαμίας» διαβεβαίωνε ότι η οικογενειακή ηθική κινδύνευε απ' τους αστούς και όχι απ' το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, και δ) τις διάφορες διατυπώσεις μιας «προσκοπικής» δεοντολογίας - ηθικής (εγκράτεια, εργατικότητα, πειθαρχία, υψηλό φρόνημα κ.α.) που απευθυνόταν σ' όλα τα οργανωμένα μέλη.

[21] Χαρακτηριστική η λειτουργιστική αντίληψη που διαποτίζει τις θέσεις που διατύπωσε ο Γ. Σιάντος στη σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου γύρω απ' την Αυτοδιοίκηση. Αντιλαμβάνεται το θεσμό όχι τόσο σαν πεδίο αδιαμεσολάβητης λαϊκής εξουσίας όσο σαν το εργαλείο που θα στηρίξει την ανοικοδόμηση της χώρας. Πρέπει να σημειωθεί ότι στις δύο κωδικοποιήσεις του καλοκαιριού του '43, στον κώδικα του ΕΑΜΕΛΑΣ που ίσχυσε από 1.1.1944 και στον κώδικα της ΠΕΕΑ (Πράξη 55, της 12.8.1944) υποβαθμίζεται και τελικά καταργείται η αρμοδιότητα της Λαϊκής Συνέλευσης, ενώ και στη Λαϊκή Δικαιοσύνη ανακάμπτει η τυπικότητα, ο επαγγελματισμός και ο κεντρικός έλεγχος. Πάντως το ερώτημα αν μια εκδοχή Λαϊκής Δικαιοσύνης είναι δυνατό - και σκόπιμο - ν' αποφύγει τα αρχετυπικά στοιχεία της μορφής «τακτική Δικαιοσύνη - δικαστήριο» παραμένει ανοιχτό. Βλ. Michel Foucault "Sur la justice populaire debat avec les maos", στο "Temps modernes" (310) και πρόσφατη ελληνική μετάφραση. Για όλα αυτά υπάρχουν πολλές πηγές και μαρτυρίες, καθώς και σχετικά κεφάλαια αδημοσίευτης διδακτορικής διατριβής, που είναι αδύνατο να μεταφερθούν εδώ. Ανάμεσα στα ντοκουμέντα ξεχωρίζουν τα (πλήρη) πρακτικά της Λαϊκής Επιτροπής Αργαλαστής Πηλίου και μερικές αποφάσεις Λαϊκών Δικαστηρίων.

[22] Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τις πρώτες μέρες του Αυγούστου του '43, παράλληλα με την έγκριση του «Κώδικα Στερεάς» από τους λειτουργούς των λαϊκών θεσμών (Γαρδίκι 8.8.1943), θεσπίστηκε και η Απόφαση 6 του Κ.Γ.Σ. με τη σύμπραξη του ΕΛΑΣ και τη διεύθυνση των Άγγλων, που είχε αντίστοιχο σκοπό και εκτόπισε (σε μεγάλο βαθμό) τη ΕΑΜική αντιστασιακή θεσμοθέτηση. Εξάλλου η ΠΕΕΑ, ενώ το Εθνικό Συμβούλιο συνεδρίαζε στις Κορυσχάδες, διαπραγματευόταν στο Λίβανο τη συμμετοχή της σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Έτσι το μεγαλύτερο μέρος του σημαντικού νομοθετικού της έργου (και πρώτιστα εκείνο που διοργάνωσε την Αυτοδιοίκηση και τη Δικαιοσύνη) δεν ίσχυσε ποτέ. Και γι' αυτό το θέμα υπάρχει πρωτότυπο και αποκαλυπτικό υλικό...

[23] Άποψη των Χ.Β. και Γ.Μ., ο.π., σελ. 56.

[24] Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ΕΑΜ τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας: φαινόταν να δέχεται ότι το οργανωτικό, διοικητικό και τεχνικό δίκτυο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, από τη μια και οι φυγάδες δικτατορίσκοι και αυλικοί του Καίρου από την άλλη, είχαν την ίδια αμφίβολη νομιμοποίηση, ως τη στιγμή που με Εθνοσυνέλευση και εκλογές ο λαός θ' αποφαινόταν στιγμιαία για τις δύο περιπτώσεις...

[25] Ας μη φανταστούμε ότι η σχέση εκπροσώπησης ανάμεσα στο ΕΑΜ και τη μια ή την άλλη κοινωνική μερίδα ήταν, σ' όλες τις περιπτώσεις, γνήσια και αρραγής, ούτε πως η μαζικότητα των οργανώσεων του οφειλόταν πάντοτε σε εθελούσιες και συνειδητές προσχωρήσεις. (Δεν υπονοούνται εδώ τυχόν υποχρεωτικές στρατολογήσεις, αλλά συζητούνται παράγοντες όπως η ψυχολογική πίεση, η συνήθεια και η μίμηση, η ανάγκη και ο υπολογισμός κ.ο.κ.).