ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΤΕΤΡΑΕΤΙΑ-ΟΙ «ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ» ΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ» ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ

ΧΡ. ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ, ΠΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ (ΕΠΙΜ.)

Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα τ. Γ', Β' Παγκόσμιος Πόλεμος Κατοχή-Αντίσταση, 1940-1945

«ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ», Τ. Γ1, ΣΕΛ. 368, Τ. Γ2, ΣΕΛ. 414

αναδημοσίευση από: http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=11/01/2008&id=5777344

Με τις 782 συνολικά σελίδες τους, οι δύο σχολιαζόμενοι τόμοι της «Ιστορίας της Ελλάδας του 20ού αιώνα» των εκδόσεων «Βιβλιόραμα» (ο πέμπτος και ο έκτος κατά σειρά) αφιερώνουν σε καθένα από τα τέσσερα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης αναλογικά τέσσερις φορές περισσότερες σελίδες απ' όσες οι προηγούμενοι σε καθένα από τα χρόνια των Απαρχών του 20ού αιώνα και του Μεσοπολέμου, αντιστοίχως.
Να οφείλεται άραγε η πληθωρική αυτή μεταχείριση της τετραετίας 1941-1945 στο ενδιαφέρον που εξακολουθεί να προκαλεί μια περίοδος που συμπυκνώνει καλύτερα από κάθε άλλη στη νεότερη ιστορία μας τα αντίστοιχα δράματα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών; 'Η μήπως για την εκτεταμένη αυτή πραγμάτευση (όπως άλλωστε και για την αναγγελλόμενη του Εμφυλίου, με τους επικείμενους τόμους Δ1 και Δ2) φταίει η γοητεία που εξακολουθεί να ασκεί στο ευρύτερο κοινό η δεκαετία των μεγάλων οραμάτων που «προδόθηκαν» και των προσδοκιών που διαψεύστηκαν; (Στο κάτω κάτω, πώς αλλιώς θα δικαιολογούσε η Ελλάδα τη φήμη της ως «αριστερής» χώρας;).

Το βέβαιο είναι ότι πέρασαν τριάντα σχεδόν χρόνια από τότε που, τον Μάιο του 1978, η ΕΛΕΜΕΠ Λονδίνου -με επικεφαλής τον εκ των συνεπιμελητών του σχολιαζόμενου τόμου Προκόπη Παπαστράτη και τη Μάριον Σαράφη- διοργάνωσε το χρονολογικά πρώτο επιστημονικό συμπόσιο για τη δεκαετία του '40 [βλ. Marion Sarafis (ed.), «Greece:

From Resistance to Civil War», Nottingham, Spοkesman, 1980].

Ακολούθησε το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, στην Ουάσιγκτον, το συνέδριο-σταθμός της Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών της Βόρειας Αμερικής (MGSA) για το «Εθνος σε κρίση», με συμμετοχή δύο εμβληματικών προσωπικοτήτων: του Κρις Γούντχαουζ από τη μια και του Νίκου Σβορώνου από την άλλη (βλ. Τζ. Αλεξάντερ κ. ά., «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ενα έθνος σε κρίση», Αθήνα, «Θεμέλιο», 1984).

Στη δεκαετία του 1980 έγιναν τα δύο γνωστά συμπόσια της Κοπεγχάγης [το 1984 και το 1987, βλ., αντίστοιχα, L. Baerentzen, Γιάννης Ιατρίδης & Ο. Smith (επιμ.), «Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο, 1945-49», Αθήνα, «Ολκός», 1982, και J. Ο. Iatrides & L. Wrigley, «Greece at the Crossroads. The Civil War and its Legacy», «University Park», The Pennsylvania State University Press, 1995].

Πραγματοποιήθηκε, προπάντων, το 1984, το διεθνές ιστορικό συνέδριο του ΕΙΕ για την οκταετία πλέον 1936-1944 (επιτέλους στην Αθήνα!) με κύρια ευθύνη του Νίκου Σβορώνου και του Χάγκεν Φλάισερ [Χ. Φλάισερ, Ν. Σβορώνος (επιμ.), Ελλάδα 1936-1944. «Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση», Αθήνα, «Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ», 1989].
Εκτοτε, έγιναν δεκάδες επιστημονικές συναντήσεις για την κρίσιμη δεκαετία, εκτός από την Αθήνα και σε πολλές ακόμη πόλεις της Ελλάδας, όπου η τοπική ιστορία εντάχθηκε, όχι πάντοτε χωρίς εντάσεις, στο γενικότερο πλαίσιό της, εθνικό και διεθνές. Τελευταίο δείγμα το συνέδριο της Αίγινας, τον περασμένο Ιούνιο, που το διοργάνωσε μία από τις πιο δραστήριες ομάδες νεότερων ιστορικών, το φιλόδοξο Δίκτυο Μελέτης Εμφυλίων Πολέμων.

Αν και δεν είμαι ιστορικός πήρα μέρος σε αρκετές από αυτές τις συναντήσεις. Διαθέτω έτσι το προνόμιο να μπορώ να επισημάνω τις συνέχειες και τις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο μελετάται και γράφεται η ιστορία μιας περιόδου, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει το συλλογικό υποσυνείδητο όλων μας.

Σε σχέση λοιπόν με το πώς γραφόταν η ιστορία τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η προφανέστερη διαφορά των σχολιαζόμενων τόμων είναι η ένταξη της Ελλάδας στο διεθνές πλαίσιο της εποχής και η σύγκρισή της με τις αντίστοιχες εμπειρίες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τη διάσταση αυτή δεν τη βρίσκει κανείς μόνο στο εισαγωγικό κεφάλαιο του Χρ. Χατζηιωσήφ ή στη συμβολή του Νταβίντε Ροντόνιο για τον φασισμό και τον «ζωτικό χώρο» του. Τη βρίσκει διάχυτη σε όλα σχεδόν τα κεφάλαια του βιβλίου, είτε πρόκειται για τη μελέτη του δωσιλογισμού και τη διοικητική οργάνωση των κατακτητών είτε για την ιδεολογία, τις μεθόδους, τις εσωτερικές συγκρούσεις και την τακτική των οργανώσεων της Εθνικής Αντίστασης. Είναι κρίμα πάντως που από τους δύο τόμους λείπει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στο αλβανικό έπος, που να αξιολογεί με συγκριτική διάθεση την ελληνική συμβολή στην ανακοπή του επελαύνοντος Αξονα και να αποτιμά τη σημασία της στην τελική έκβαση του πολέμου.

Η άλλη καινούρια διάσταση του σχολιαζόμενου βιβλίου, εξίσου θα έλεγα σημαντική, είναι η εικονογράφηση και, γενικότερα, η εικαστική ποιότητά του. Στη δουλειά αυτή, από τον πρώτο κιόλας τόμο της Ιστορίας του «Βιβλιοράματος» έως τους παρόντες, επισημαίνεται η διαχρονική αξία της συμβολής του Στρατή Μπουρνάζου, ο οποίος άντλησε προπάντων από τα ΑΣΚΙ μοναδικό υλικό που έως τώρα είτε ήταν απρόσιτο καθότι αδημοσίευτο (όπως τα αρχεία του Μάνου Παυλίδη και του Αλ. Ξύδη), είτε δημοσιευμένο μεν αλλά σε πληθώρα διάσπαρτων εντύπων και -κατά τούτο- δυσπρόσιτο στους «μη μυημένους».
Επισημαίνω ιδιαίτερα την ποιότητα των δημοσιευόμενων φωτογραφιών (όχι μόνον των γνωστών του Ντιμίτρι Κέσελ και του Σπύρου Μελετζή, αλλά και των άλλων, όπως είναι το καταπληκτικό στιγμιότυπο από πλανόδιο φωτογράφο των Προπυλαίων, με τον Γερμανό στρατιώτη καβάλα στο άγαλμα του Κοραή και τον λογοτέχνη Στρατή Δούκα σε ρόλο άλλοθι από κάτω, τ. Γ2, σ. 311), τη συστηματική αναπαραγωγή πρωτοσέλιδων εφημερίδων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος (ελληνικών και ξένων, νόμιμων και παράνομων), καθώς και τη δημοσίευση εύληπτων και διαφωτιστικών πινάκων.
Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ο εκδότης ενδίδει στην πρόκληση του εντυπωσιασμού (όπως π.χ. όταν δημοσιεύει τρεις φορές, σε διαφορετικές σελίδες, την ίδια φωτογραφία του Ιω. Ράλλη να επιθεωρεί Τάγματα Ασφαλείας στον Αγνωστο Στρατιώτη), το αποτέλεσμα είναι σαγηνευτικό, αφού, παρά τα αναπόφευκτα -και πάντως λίγα- λάθη (όπως π.χ. η σύγχυση του Αιμ. Χουρμούζιου με τον Θρ. Καστανάκη, στη σ. 311 του τόμου Γ2) επιβάλλει τουλάχιστον δύο επάλληλες αναγνώσεις του βιβλίου: πρώτα για τις φωτογραφίες και το άλλο εικαστικό υλικό και, στη συνέχεια, για το κείμενο.

Η πραγμάτευση της «μικρής» ιστορίας -και όχι μόνο των «μεγάλων στιγμών» της κρίσιμης τετραετίας- είναι η τρίτη μείζων διαφορά του σχολιαζόμενου βιβλίου από τα αντίστοιχα παλαιότερα. Ετσι, η «καθημερινότητα» της Κατοχής αναδεικνύεται -και ορθώς- σε εξίσου σημαντικό παράγοντα με τις πράξεις ανυπέρβλητου ηρωισμού για την κατανόηση των μεγάλων τάσεων. (Θα ήταν άδικο να μην επισημανθεί ότι πρώτος το επιχείρησε με μεγάλην επιτυχία ένας άλλος ταλαντούχος ιστορικός, ο Μ. Μαζάουερ, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Χίτλερ», που εξέδωσε το 1993.)

Ασφαλώς, χωρίς μιαν αδρή έστω γνώση της χρονικής αλληλουχίας των μεγάλων γεγονότων, η ανάγνωση των δύο τόμων και, προπάντων, η «σύνθεση», για την οποία μιλούσε σε συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Αυγή» ο Χρ. Χατζηιωσήφ (27.10.2007), δεν είναι εύκολη. Ωστόσο οι επιμελητές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους: πρόκειται για βιβλίο που επιδιώκει προπάντων τον προβληματισμό και την εμβάθυνση και όχι να δώσει στον αναγνώστη τη βασική πληροφόρηση. Αυτήν ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να την αναζητήσει αλλού. Παρά ταύτα, η κριτική ματιά που οι σχολιαζόμενοι τόμοι προτείνουν είναι πολύτιμη, αφού τα εκατέρωθεν στερεότυπα εξακολουθούν να επιβιώνουν, διαστρέφοντας συχνά το νόημα σημαντικών γεγονότων.

Τελειώνοντας, δεν αντέχω τον πειρασμό να μην θίξω και ένα ζήτημα ουσίας, που βέβαια δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το βασικό διακύβευμα της δεκαετίας του 1940: εν τέλει το ΚΚΕ απέβλεπε στην επανάσταση ή στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη, στο πλαίσιο της οποίας -όπως συνέβη με τα αδελφά κόμματά του στην Ιταλία και τη Γαλλία- θα μπορούσε, με την ηθική ακτινοβολία των μεγάλων επιτευγμάτων της Εθνικής Αντίστασης, να διεκδικήσει μεγαλύτερη επιρροή και, ενδεχομένως, σε εύθετο χρόνο, την ίδια την εξουσία;

Η απάντηση που δίνει στο ερώτημα αυτό ο Χρ. Χατζηιωσήφ είναι ότι στην Ελλάδα, έως το 1945, συνέβη το δεύτερο. Το ΚΚΕ και οι σύμμαχοί του δεν ήθελαν την εξουσία εδώ και τώρα, αλλά την κοινοβουλευτική ομαλότητα, χωρίς νοθεύσεις και πισωγυρίσματα. Την άποψη αυτή -όσο και αν δεν πείθει η επιχειρούμενη σύγκριση με τον Φρ. Ρούζβελτ και το Νιου Ντιλ- τη συμμερίζομαι απολύτως. Οπότε το ερώτημα που τίθεται ευθύς αμέσως είναι γιατί το ΚΚΕ, παρά τη μεγάλη ισχύ του, απέτυχε να επιβάλει τον δρόμο της ομαλότητας;

Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει με τη βαθυστόχαστη συμβολή της η Ιω. Παπαθανασίου. Γι' αυτήν, η απροετοιμασία της γενιάς των Ελλήνων κομμουνιστών του Μεσοπολέμου και η συνδικαλιστική τους νοοτροπία δεν τους επέτρεψε να αντιμετωπίσουν με επάρκεια την έπαρση και την αλαζονεία των αστών πολιτικών, με αποτέλεσμα να σημειωθούν τα γνωστά λάθη. Παρόμοια ερμηνεία είχε προτείνει το 1973, σε μια αιχμηρή βιβλιοκρισία για τους «Καπετάνιους» του Dominique Eudes, δημοσιευμένη στη «New Left Review» (τ. 79, σ. 50 & επ.), ο Γιώργης Κατηφόρης, άλλος ένας καλός γνώστης της βαθύτερης νοοτροπίας των Ελλήνων κομμουνιστών και των αντιπάλων τους, από τον οποίο περιμένουμε ακόμη πολλά.

Μήπως ο χαρακτηριστικός αυτός ουβριερισμός των Ελλήνων κομμουνιστών συνετέλεσε έκτοτε στη βαθμιαία πολιτική απομόνωσή τους από τις μάζες, που τόσο αυθόρμητα τους είχαν ακολουθήσει στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, στη μόνη δηλαδή περίοδο της ιστορίας τους, κατά την οποία είχαν στραφεί αποφασιστικά προς το έθνος, την κοινωνία και τα μεγάλα προβλήματά της;


*****
Γράφοντας το 1979 στα «Σύγχρονα Θέματα» για το συνέδριο της Ουάσιγκτον (τ. 4, σ. 113-4), υποστήριζα ότι στην Ελλάδα η ιστορική έρευνα της δεκαετίας του 1940 διεπόταν τότε ακόμη «από ένα πνεύμα περισσότερο απολογητικό παρά ερευνητικό», αφού προσπαθούσε μάλλον να δικαιολογήσει «γεγονότα, αποφάσεις και λάθη, παρά να τα εξηγήσει». Εξέφραζα τότε την ελπίδα ότι αυτή η νοοτροπία αργά ή γρήγορα θα ξεπερασθεί. Νομίζω ότι οι σχολιαζόμενοι τόμοι, παρά το ότι δεν συμψηφίζουν τις εκατέρωθεν απόψεις σε μιαν επίφαση ουδετερότητας (όπως ορθά παρατηρούσε ο Κ. Τσουκαλάς κατά την επίσημη παρουσίασή τους, βλ. «Καθημερινή», 9.12.2007) δικαιώνουν εκείνη την προσδοκία.