ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΠΑΠΠΟΥ;

Αντώνης Λιάκος[1]

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=165960#ixzz1F2IdRaQU

Εξήντα χρόνια από το 1945 σημαίνει ότι μας χωρίζουν δύο γενιές από το τέλος του B' Παγκοσμίου Πολέμου. Στις περισσότερες οικογένειες ούτε οι γονείς ούτε τα παιδιά γνώρισαν τον πόλεμο. Μόνο οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Στα σχολεία και στα πανεπιστήμια ούτε οι καθηγητές ούτε οι μαθητές έχουν άμεση εμπειρία. Μόνο έμμεση· από το περιβάλλον και τα διαβάσματα. Παρά το γεγονός ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι έχουν άμεση εμπειρία αυτού του πολέμου, οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις που τον αφορούν είναι έντονες, οι μνήμες διχασμένες, το αίσθημα ιστορικής δικαίωσης ανικανοποίητο. Γιατί; Θα καταλαβαίναμε αυτό το πάθος αν ο ναζισμός και ο φασισμός ήταν ακόμη μια εν δυνάμει απειλή, αν η Ευρώπη ήταν ακόμη τόσο βαθιά χωρισμένη ώστε ένας καινούργιος πόλεμος να μη θεωρούνταν απίθανος. Αλλά τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Τότε τι είναι αυτό το οποίο κινητοποιεί και τρέφει τις αντιπαραθέσεις;

Προτού προχωρήσουμε στην επιχειρηματολογία θα έπρεπε να σκεφτούμε ότι η μνήμη του πολέμου και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον πόλεμο δεν είχαν την ίδια μορφή σε αυτά τα εξήντα χρόνια. Οι μνήμες του πολέμου αναδύθηκαν δύσκολα και απαίτησαν πολλά χρόνια για να αναγνωριστούν. Οι αντιστάσεις και οι αποσιωπήσεις ήταν βαθιές. Ο χωρισμός της Ευρώπης αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος, η πολιτική κατάσταση σε κάθε χώρα επέβαλαν τις δικές τους προτεραιότητες. H εικόνα του πολέμου που έχουμε είναι αποτέλεσμα αυτών των εθνικών και διεθνών προτεραιοτήτων. Σε κάθε χώρα πλάστηκαν διαφορετικοί μύθοι και αντι-μύθοι για τον πόλεμο, ανάλογα με την πολιτική της κατάσταση. Συχνά οι μύθοι αυτοί άλλαξαν μετά από τις κρίσιμες πολιτικές μεταβολές.

Εκείνο που κινεί το πάθος για τον πόλεμο είναι ότι αποτέλεσε την κεντρική εμπειρία του 20ού αιώνα. Οχι μόνον εξαιτίας της έκτασης των συγκρούσεων και των θυσιών, αλλά επίσης γιατί συνδέθηκε, ήταν μέρος ως αποτέλεσμα και αιτία όλων όσων συνέβησαν από το 1917/1918 ως το 1989/1991. Δεν καταλαβαίνουμε αυτόν τον πόλεμο χωρίς τον ναζισμό και τον φασισμό, δεν καταλαβαίνουμε αυτές τις ιδεολογίες χωρίς τον κομμουνισμό, δεν καταλαβαίνουμε πώς επεκτάθηκε ο κομμουνισμός από το Βερολίνο ως την Κίνα χωρίς τον πόλεμο εναντίον του Αξονα. Δεν καταλαβαίνουμε τον πόλεμο χωρίς τις ιδεολογίες και τις κοινωνικές αναταραχές του Μεσοπολέμου, δεν καταλαβαίνουμε τη συναίνεση και το κοινωνικό κράτος της μεταπολεμικής εποχής χωρίς την εμπειρία του πολέμου. Δεν καταλαβαίνουμε πώς ο πόλεμος τροφοδοτήθηκε από τις ανικανοποίητες εθνότητες και μειονότητες το 1918, αλλά δεν καταλαβαίνουμε και τις εθνικές ανακατατάξεις μετά το 1989 χωρίς εκείνες της περιόδου του πολέμου. Δύο από τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Σλοβακία και η Κροατία, οφείλουν την αρχή της εθνικής ύπαρξής τους στους ναζί. Το Κόσοβο επίσης. Οι γιουγκοσλαβικές διαμάχες της δεκαετίας του 1990 τροφοδοτήθηκαν από τις εθνικές διευθετήσεις του πολέμου. H Ουκρανία είναι διχασμένη, ανατολικά και δυτικά, πάνω σε αυτές. Δεν μπορεί να καταλάβει κανείς αυτόν τον πόλεμο αν δεν τον δει ως έναν ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο στις ηπειρωτικές διαστάσεις του. Δεν μπορεί όμως να τον καταλάβει αν δεν τον δει ως εμφύλιο και στις επί μέρους χώρες. Ηταν ταυτόχρονα ένας μεγάλος και πολλοί μικροί εμφύλιοι.

Ηταν ένας πόλεμος που άφησε ανοιχτές πληγές, ανεξόφλητους λογαριασμούς, αδικαίωτες μνήμες αλλά και ερωτήματα για τα πλέον προφανή. Αλήθεια, ποιοι ήταν οι μεγάλοι αντίπαλοι αυτού του πολέμου; Ηταν πόλεμος του φασισμού εναντίον του κομμουνισμού ή αναμέτρηση ολοκληρωτισμού και δημοκρατίας; Και στις δύο περιπτώσεις πώς μπορεί να εξηγηθεί η τελική συμμαχία κομμουνισμού και αστικής δημοκρατίας που έκρινε την έκβαση; Ποια θα ήταν, λ.χ., η έκβαση μιας διαφορετικής συμμαχίας, κομμουνισμού και ναζισμού εναντίον αστικής δημοκρατίας, ή ναζισμού και αστικής δημοκρατίας εναντίον κομμουνισμού; Αλλά ήταν δυνατόν να υπάρξουν παρόμοιες συμμαχίες; Ισως στην απάντηση στο τελευταίο ερώτημα να κρύβεται ο δυναμικός συμβολισμός του πολέμου για την τωρινή διαμόρφωση της ιστορικής ευρωπαϊκής συνείδησης. Τι ήταν εκείνο το στοιχείο στον ναζισμό και στον φασισμό, το οποίο προκάλεσε την ετερόκλητη συμμαχία κυβερνήσεων αφενός, καθεστωτικών δυνάμεων, κοινής γνώμης και αντιστασιακών οργανώσεων, αφετέρου, εναντίον του Αξονα; Μέσα στην πανσπερμία των εκδοχών, λείπει αυτή η ενοποιητική ματιά. Αν κατανοήσουμε την απάντηση, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε την αντίσταση στον ναζισμό ως το κατώφλι μιας νέας δημοκρατικής ευρωπαϊκής ιδεολογίας η οποία, αν δεν μπορεί να ορίζει θετικά το περιεχόμενό της, αφήνοντας πολλαπλές εκδοχές, μπορεί τουλάχιστον να το οριοθετεί, ορίζοντας τι δεν είναι αποδεκτό, τι είναι εκτός.

Πολιτικός αναθεωρητισμός

Στα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί δύο καινούργιες εκδοχές του πολέμου, οι οποίες τείνουν να υπερκαλύψουν, αλλά όχι να σβήσουν τις παλιές. H πρώτη είναι η ατλαντική, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί απελευθέρωσαν την Ευρώπη τότε από τον ναζισμό και στη συνέχεια από τον κομμουνισμό. H ερμηνεία αυτή αποδίδει στην Αμερική τον ρόλο μιας αποστολής εμπέδωσης της ελευθερίας στον κόσμο, η οποία αποτελεί και το τρέχον δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. H άλλη εκδοχή προήλθε από την Ανατολική Ευρώπη, από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος δεν τέλειωσε το 1945 αλλά το 1991, όταν οι χώρες αυτές απελευθερώθηκαν από τον σοβιετικό ζυγό, στον οποίο υποτάχθηκαν με τη συνενοχή των Ευρωπαίων. Στην ερμηνεία αυτή το 1945 απλώς συνέβη αλλαγή φρουράς. Στην ερμηνεία αυτή η Αμερική αθωώνεται, παρά τη συνενοχή της στις συμφωνίες της Μόσχας και της Γιάλτας.

Κάτω από αυτόν τον πολιτικό αναθεωρητισμό στεγάζεται ο ιστορικός αναθεωρητισμός, γνωστός και από τις δημόσιες συζητήσεις στη χώρα μας. Πρώτον, σχετικοποιεί την αναμέτρηση φασισμού - αντιφασισμού κάτω από την ασφαλή εννοιολογική ουδετερότητα της «βίας». Επομένως η ιστορία αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σκακιέρας αντιποίνων. H βία γίνεται συγκριτικά μετρήσιμο μέγεθος. Δεν αφορά δηλαδή πολιτικά υποκείμενα που συγκρούονται με βάση διαφορετικές ιδεολογίες, κοινωνικές συντεταγμένες, πολιτικά προγράμματα. Επίσης αυτονομούνται οι τοπικές ιδιαιτερότητες, των οποίων η γνώση βέβαια είναι αναγκαία για την κατανόηση της συνολικής εικόνας του πολέμου. Δεύτερον, τείνει να δημιουργηθεί μια σύγχυση, εννοιολογική και ηθική, ανάμεσα στον αντιφασισμό και στον κομμουνισμό. Δεν χρειάζεται οι σημερινοί αριστεροί να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα του κομμουνισμού, αλλά θα πρέπει να γίνεται μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους κομμουνιστές ως εμψυχωτές της Αντίστασης, στην αναπόφευκτη βία της Αντίστασης εναντίον των αντιπάλων της και στη βία των κομμουνιστών ως καθεστωτικής δύναμης. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως και οι δύο ιδιότητες συχνά συμφύρονται στους ίδιους πολιτικούς φορείς. Οχι όμως στις ίδιες οργανώσεις, όχι πάντα στα ίδια άτομα, όχι σε όλες τις περιόδους, όχι σε όλη την γκάμα των δραστηριοτήτων. Δύσκολη η διάκριση; Βεβαίως. Αλλά το στοίχημα κερδίζεται απέναντι στην έλλειψη διάκρισης. Οχι για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης στην Αριστερά. Αυτό είναι το έλασσον σε σχέση με το μείζον. Ποιο είναι αυτό; H αντίσταση στην ιστορική αμβλυωπία.

H κατάκτηση της δημοκρατίας

Γιατί χρειάζεται να θέσουμε ζήτημα αμβλυωπίας σήμερα; Γιατί χρειάζεται να διασώσουμε τη μνήμη της Αντίστασης εναντίον του φασισμού; Γιατί χρειάζεται να επιβεβαιώσουμε το ηθικό προβάδισμα της Αντίστασης στον Αξονα; Διότι η Αντίσταση αποτελεί μια παρακαταθήκη δημοκρατίας στους ευρωπαϊκούς λαούς. Διότι μας θυμίζει ότι η δημοκρατία δεν ήλθε αυτόματα αλλά κερδήθηκε, ακόμη και μέσα από δύσκολα διλήμματα και αντιφατικές συμπεριφορές. Κυρίως γιατί αυτή την εννοημάτωση της δημοκρατίας από τη δημοκρατική ιδεολογία την χρειαζόμαστε προπαντός σήμερα. Με λίγα λόγια, η Ευρώπη χρειάζεται μια καινούργια δημοκρατική ιδεολογία, όπως αυτή που επέτρεψε πριν από 60 χρόνια σε αντιθετικές δυνάμεις να νικήσουν τον ναζισμό.



[1] Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.