AΝΤΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΙΤΕΣ ΣΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΑ

(Εισαγωγή στον τόμο Η Ελλάδα ’36-49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, (Επιμ. Χάγκεν Φλάισερ), Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, 25-36)

Αντώνης Λιάκος

Το συνέδριο «Η Ελλάδα 1936-1949. Δικτατορία – Κατοχή - Εμφύλιος: Συνέχειες και ασυνέχειες» που έγινε στην Αθήνα το 1995, έχει μια ιστορική σημασία. Είναι το πρώτο συνέδριο που έγινε στην Ελλάδα και περιλάμβανε τον εμφύλιο πόλεμο στον τίτλο και στη θεματολογία του. Σήμερα φαίνεται παράξενο να επισημαίνεται αυτό. Χρειάστηκαν λοιπόν να περάσει ο μισός αιώνας μετά τα Δεκεμβριανά για να μιλήσουμε για τον Εμφύλιο; Πώς εξηγείται αυτή η αργοπορία;

Ας σκεφτούμε ότι τα δύο πρώτα συνέδρια για την πολύπαθη δεκαετία 1940-1950 έγιναν το 1978 στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο. Δηλαδή με απόσταση μιας περίπου τριακονταετίας από τα γεγονότα στα οποία αναφερόταν. Όχι μεγάλη καθυστέρηση, παρά το μετεμφυλιακό κλίμα και τη δικτατορία. Και άλλα τραυματικά γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως το Ολοκαύτωμα, τότε, την ίδια εποχή, στη δεκαετία του 70 και του 80 άρχιζαν να γίνονται αντικείμενο ιστορικού ενδιαφέροντος. Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι τα πρώτα εκείνα συνέδρια οργανώθηκαν μακριά από την Ελλάδα, στις αγγλοσαξονικές χώρες που είχαν εμπλακεί άμεσα και ήταν οι νικήτριες και στις δυο αναμετρήσεις εκείνης της δεκαετίας. Στην Ελλάδα, τέσσερα χρόνια μετά την μεταπολίτευση δεν είχαν ανοίξει ακόμη τα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα για τα ζητήματα αυτά. Και ακόμη, τα συνέδρια οργανώθηκαν από την MGSA και την ΕΛΕΜΕΠ, δηλαδή από συλλόγους της ελληνικής διανόησης στη Διασπορά[1]. Όχι από κανένα ακαδημαϊκό φορέα στην Ελλάδα. Τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα κρατούσαν κλειστά τα παράθυρα, καιρό μετά το λιώσιμο των ψυχροπολεμικών πάγων.

Το συνέδριο της Ουάσιγκτον, το μεγαλύτερο από τα δύο, χαρακτηρίστηκε από τον Γιάννη Ιατρίδη, έναν από τους οργανωτές του, ως η εκδοχή της ιστορικής ερμηνείας των ηττημένων. Η κρίση αυτή, διατυπωμένη με χιούμορ, προέρχεται από την υψηλή πολιτικοποίηση που χαρακτήριζε την ιστορική συζήτηση[2]. Από ιστοριογραφική άποψη το συνέδριο αυτό αντιμετώπισε την σύγκρουση στην κατοχή ως την κορύφωση μιας κρίσης που σοβούσε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Αλλωστε ο στόχος αυτός δηλωνόταν στο δεύτερο σκέλος του τίτλου "Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ενα έθνος σε κρίση" καθώς και στη φράση της εισαγωγής "Η Ελλάδα είχε αποβεί μια πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί". Το ζήτημα αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον αν λογαριάσουμε ότι στα ερμηνευτικά σχήματα τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας, (η δημιουργία ολικών εξηγητικών σχημάτων, τότε ήταν της μόδας), η περίοδος 1940-1950 αποτελούσε μια ιστοριογραφική "ανωμαλία". Επομένως είτε παραλειπόταν[3] είτε θεωρούνταν αποτέλεσμα του πολέμου στον οποίο ενεπλάκη η Ελλάδα, χωρίς άμεση συνάφεια με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές της εξελίξεις[4].Ο συσχετισμός της κρίσης αυτής με το Διχασμό εγγράφηκε στη λογική της κρίσης εθνικής ολοκλήρωσης[5]. Σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις η σύγκρουση αυτή αντιμετωπίστηκε μέσα στα πλαίσια μιας διεθνοποιημένης κοινωνικής πόλωσης που συγκλόνιζε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες από το 1917.

Το πρώτο συνέδριο που οργανώθηκε στην Ελλάδα για την Κατοχή, ήταν το 1984. Χρειάστηκαν δηλαδή δέκα χρόνια από τη Μεταπολίτευση και δύο από την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση του ΠαΣόΚ το 1982. Ο τίτλος εκείνου του συνεδρίου ήταν "Η Ελλάδα 1936-44. Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση". Η πρόσθεση της Δικτατορίας του Μεταξά και η αφαίρεση του εμφυλίου από τη θεματολογία του συνεδρίου είναι ενδιαφέρουσα. Μπορεί να εκληφθεί αφενός ως μια υπαναχώρηση σε σχέση με τα συνέδρια του εξωτερικού, αφετέρου ως δείκτης του πολιτικού θερμομέτρου της εποχής. Δηλαδή, με την ένταξη της περιόδου 1936-1940, η δικτατορία ερμηνεύεται ως ένα είδος εσωτερικής κατοχής που προηγείται της ξένης κατοχής, ενώ συγχρόνως επιτρέπει και την έμφαση στον αντιφασιστικό χαρακτήρα (ανεξάρτητα από τις ερμηνείες γύρω από το είδος του καθεστώτος του Μεταξά). Έτσι, η ενσωμάτωση της Αντίστασης επιτυγχάνεται με τους δοκιμασμένους ανά την Ευρώπη όρους όπου η αντίθεση στο φασισμό αποτέλεσε τη βάση της μεταπολεμικής δημοκρατικής συναίνεσης. Στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής, με την περιοδολόγηση αυτή, εξυπηρετείται η γενεαλογία του «κράτους της δεξιάς», έκδηλη άλλωστε στη συζήτηση της Βουλής για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης..

Η εξήγηση του Νίκου Σβορώνου ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ψυχολογικά ώριμες ώστε να επιτρέπουν την αποστασιοποίηση των μελετητών αλλά και της κοινής γνώμης από τον εμφύλιο, δεν φαίνεται πειστική. Έτσι κι αλλιώς, αν διαβάσει κανείς τις ανακοινώσεις[6], ολόκληρη η περίοδος κρινόταν μέσα από το σχήμα της σύγκρουσης που οδήγησε στον εμφύλιο. Επομένως αν δεν ήταν ψυχολογικά ώριμες για τον εμφύλιο δεν θα ήταν ψυχολογικά ώριμες ούτε για την μελέτη της Αντίστασης. Οι αντιστάσεις του Σβορώνου αφορούσε περισσότερο την ψυχολογία της Αριστεράς, σε μια εποχή που καθώς ενσωματωνόταν η ίδια στο πολιτικό και ακαδημαϊκό σύστημα, επεδίωκε να εντάξει την ιστορία της Αντίστασης στην εθνική ιστορία. Πραγματικά, το μεταπολιτευτικό πνεύμα εξυγίανε την Αντίσταση αποκαθαίροντάς τη από τον εμφύλιο. Ο «αντάρτης» αντικατέστησε τον «συμμορίτη»[7]. Η Αντίσταση ήταν η φωτεινή και άσπιλη όψη αυτής της δεκαετίας, ο εμφύλιος η σκοτεινή και επιλήψιμη. Η Αντίσταση, σύμφωνα με το Σβορώνο αποτελούσε διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνισμού. Ο εμφύλιος αποδιδόταν στις υποκινήσεις των ξένων ή ήταν «λάθος». Οι ιδέες αυτές αποτυπώνονται πολύ καλά στον τίτλο του νόμου για την αναγνώριση της Εθνικής αντίστασης το 1982. Κάθε λέξη έχει το νόημά της: «Αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-44». Η περίοδος έως την απελευθέρωση, καθολική αντίσταση όλου του ελληνικού λαού, και οι εχθροπραξίες μόνο εναντίον των ξένων στρατευμάτων κατοχής. Έστω κι αν οι περισσότερες μάχες και τα θύματα προέρχονται από τις αντιπαραθέσεις με τους συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής. Οι αντιδράσεις πάντως που προκάλεσε αυτός ο νόμος, ακόμη και με αυτές τις διατυπώσεις, και οι οποίες προήλθαν από το δεξιότερο κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας, δείχνει ότι η διάθεση για γνώση δεσμευόταν όχι μόνο από τη διάθεση εξωραϊσμού του παρελθόντος, αλλά και ανακλαστικά, από τη μισαλλοδοξία της αντιπαράθεσης. Ωστόσο δεν πρέπει να είμαστε άδικοι. Μια νέα εκκίνηση, όπως αυτή που επαγγελόταν το ΠαΣόK χρειαζόταν μια ενοποιητική εικόνα του παρελθόντος. Όχι μια διχαστική.

Τελικά, το πρώτο συνέδριο αφιερωμένο αποκλειστικά στον εμφύλιο πόλεμο έγινε την ίδια χρονιά, το 1984, στην αμέτοχη στις ελληνικές διαμάχες Κοπεγχάγη με την πρωτοβουλία του ‘Ολε Σμίθ, με την προγραμματική δήλωση ότι η ιστορική ανάλυση του εμφυλίου πολέμου μπορούσε να συμβάλει στην συμφιλίωση που επιχειρούνταν τότε στην Ελλάδα[8]. Ακολούθησε κι άλλο συνέδριο στην Κοπεγχάγη, το 1987. Ωστόσο στην Ελλάδα θα χρειαζόταν να περάσουν πάνω από δέκα χρόνια, να μεσολαβήσει η κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989 και να έλθει το 1995, για να ενταχθεί ο Εμφύλιος σε συνέδριο. Σ’ αυτή την καθυστέρηση δεν μπορεί κανείς να επικαλεστεί τη δικτατορία. Η μεταπολιτευτική συναίνεση και η εξιδανίκευση της Αντίστασης καθυστέρησε τη συνολική μελέτη της δεκαετίας του 1940-1950 σχεδόν για μισόν αιώνα. Εδώ οφείλεται η σημασία της πρωτοβουλίας για το συνέδριο αυτό και η ιστορικότητα του τόμου αυτού που αποτελείται από επιλογή και επεξεργασία των ανακοινώσεων που εμφανίστηκαν εκεί. Είναι, εξάλλου, η μοναδική συμβολή της Ελλάδας στην επέτειο των 50 χρόνων από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ιστοριογραφία της δεκαετίας 40-50 είναι στενά συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στην πολιτική. Πολλοί θεωρούν, μονοσήμαντα, ότι, ενώ έως το 1974 κυριαρχούσε η εκδοχή των νικητών, δηλαδή η δεξιά οπτική, μετά το ’74 επικράτησε η αριστερή εκδοχή, η οπτική των ηττημένων. Η αντίληψη αυτή είναι σχηματική. Βεβαίως έως το ’74 στην Ελλάδα επικρατούσε η δεξιά αντίληψη. Αλλά και η αριστερή αντίληψη είχε το χώρο της, είτε στην υπερορία, όπου το ΚΚΕ ήταν ένα δίκτυο εξουσίας, είτε στα περιβάλλοντα και στις εκδόσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι η πρώτη είχε τη δύναμη επιβολής του Κράτους, δεν κατόρθωσε να επιβάλλει μονοφωνία. Άλλωστε το παρελθόν προσλαμβάνεται σε διαφορετικά πεδία. Η λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, αλλά και η ποίηση είχαν κάνει τον εμφύλιο αντικείμενο ενδιαφέροντος και στοχασμού πολύ πριν από τους ιστορικούς[9]. Και είναι δύσκολο να πει κανείς ποια από τις δυο οπτικές κυριαρχούσε εκεί γιατί η προβληματική ήταν πολύ πιο σύνθετη και με λεπτότερες αποχρώσεις. Κι ακόμη, οι προσωπικές, οι οικογενειακές και οι παρεϊστικες μνήμες δεν προσαρμόζονται με αυτές που καταλαμβάνουν το δημόσιο χώρο.

Εκείνο που άλλαξε το τοπίο είναι η διάσπαση και της Δεξιάς και της Αριστεράς κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η μεταπολίτευση και η ίδρυση ενός τρίτου πόλου που διεκδικούσε τον κόσμο της Αριστεράς, χωρίς να δεσμεύεται από την παράδοσή της. Τα γεγονότα αυτά χαλάρωσαν τους δεσμούς ανάμεσα στην παραταξιακότητα και στη μνήμη, ενισχύοντας μια αναθεωρητική οπτική τόσο στη Δεξιά παράταξη, όσο και στην Αριστερά. Ιδιαίτερα ο Εαμογενής κόσμος τριχοτομήθηκε (ΚΚΕ, Εσωτερικό και Πασόκ) με αποτέλεσμα οι κριτικές αποτιμήσεις να αναπτυχθούν με εκρήξεις μνήμης. Δηλαδή, η επιλογή πολιτικής ένταξης μετά τη δικτατορία είχε να κάνει με τη στάση απέναντι στη δεκαετία της αντίστασης και του Εμφυλίου. Πλήθος οι εκδόσεις απομνημονευμάτων, οι αντιστασιακοί σύλλογοι, τα μνημεία, οι εορταστικές εκδηλώσεις. Μαζί με την αναγνώριση και τη δικαίωση, οι άνθρωποι που έγραφαν για το παρελθόν και τις εμπειρίες τους κανόνιζαν τους λογαριασμούς τους απέναντι σε συντρόφους και αντιπάλους, διεκδικούσαν την αλήθεια τους, έλεγαν τη δική τους εκδοχή ιστορίας. Αποδείχτηκε δηλαδή ότι η σχέση μεταξύ της μνήμης και της πολιτικής ένταξης δεν είναι παθητική και μονόπαντη. Βεβαίως η εμπειρία στην περίοδο αυτή στάθηκε μήτρα πολιτικών εντάξεων. Αλλά και η επιλογή πολιτικής ένταξης στην μεταπολίτευση, κυρίως ανάμεσα στις συνιστώσες της κεντροαριστεράς, έπαιξε ενεργητικό ρόλο στη νοηματοδότηση της μνήμης και στον τρόπο της εκφοράς της. Αυτά βέβαια για τις γενιές που είχαν βιώματα. Για τις νεώτερες γενιές, η σχέση ένταξης και μνήμης ήταν υπόθεση ενεργητική και ζήτημα επιλογής. Ο ρομαντισμός της μεταπολίτευσης στις νέες γενιές βρήκε την ανταπόκρισή της στο ρομαντισμό των Καπετάνιων[10] και στην εξιδανίκευση του Αρη Βελουχιώτη σε μορφή προδρομικού (ή αναδρομικού) Τσε Γκεβάρα.

Εδώ βέβαια θα πρέπει να υπομνήσουμε το ειδικό ρόλο που έπαιξε η ομάδα των ιστορικών που ήταν συνδεδεμένη με το ΚΚΕ Εσωτερικού (Νίκος Σβορώνος, Φίλιππος Ηλιού, Σπύρος Ασδραχάς). Έδρασε διπλά: και προς την κατεύθυνση της Αριστεράς, παίζοντας το ρόλο του εκπαιδευτή της στον ιστορικό ρεαλισμό, και προς την κατεύθυνση της ιστοριογραφικής κοινότητας υπερασπίζοντας μια επεξεργασμένη και ρεαλιστική αριστερή εκδοχή της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Ο όρος ρεαλισμός εδώ δεν τίθεται τυχαία, ούτε αξιολογικά. Έγινε άλλωστε μεθοδολογική αρχή, η οποία προβλήθηκε τόσο προς την Αριστερά, όσο και προς την ιστορική κοινότητα με έναν έκδηλα κανονιστικό λόγο. Δηλαδή, απέναντι στους αριστερούς που ενστερνίζονταν την εκδοχή της προδομένης επανάστασης ή των απραγματοποίητων δυνατοτήτων, προβλήθηκε η θέση ότι δεν νικήσαμε γιατί δεν μπορούσαμε να νικήσουμε, γιατί δεν το επέτρεπαν οι ιστορικές συνθήκες. Και όταν στα συνέδρια κάποιοι ρωτούσαν γιατί τότε η Αριστερά κατέφυγε στη ρήξη, δινόταν η απάντηση ότι η Αριστερά ήταν αναγκασμένη να οδηγηθεί στη σύγκρουση, γνωρίζοντας ότι θα χάσει, γιατί έτσι αντιλαμβανόταν το καθήκον της ως προκεχωρημένο φυλάκιο της παγκόσμιας επανάστασης. Και οι δυο απαντήσεις προβάλλονταν ως κανόνες ιστορικής μεθοδολογίας. Πέραν όμως από την επιβολή και την υπεράσπιση ενός συγκεκριμένου ερμηνευτικού πλαισίου για τη δεκαετία 1940-1950, η αποφασιστική συμβολή της ομάδας των ιστορικών αυτών ήταν το άνοιγμα των κομμουνιστικών αρχείων. Μερικές από τις πηγές που εικονογραφούν αυτό το εγχείρημα είναι δημοσιευμένες (ιδιαίτερα η δημοσίευση σειράς σημαντικών εγγράφων του ΚΚΕ για τον Εμφύλιο από τον Φίλιππο Ηλιού στην Αυγή, από τις 2 Δεκεμβρίου 1979 έως την 23η Ιανουαρίου 1980). Άλλες, οι οποίες για πολλά χρόνια ήταν αφανείς, κατέληξαν στην δημιουργία των Αρχείων της Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας το 1992. Αυτή η ομάδα των αριστερών ιστορικών ήταν μια από τις τρεις ομάδες που μετέτρεψαν την εμπειρία της δεκαετίας 40-50 σε ιστοριογραφία.

Η άλλη ομάδα αποτελούνταν από Άγγλους ή Αμερικανούς βετεράνους οι οποίοι είχαν πάρει μέρος σε στρατιωτικές ή πολιτικές αποστολές, στο ελληνικό δράμα όπως ο Chris Woodhouse, ο Eddie Myers, ο Geoffrey Chandler, o Rex Leeper[11]. Η ιστορική τους ματιά κυμαινόταν ανάμεσα στον Ψυχρό Πόλεμο και στον Οριενταλισμό. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω κείμενο που γράφηκε (ενδοϋπηρεσιακά) από τον Μάγιερς. «Οι Ελληνες είναι Ασιάτες. Δεν είναι Ευρωπαίοι. Δεν μπορείς να τους κρίνεις σύμφωνα με τα δικά μας ηθικά μέτρα και σταθμά. Ακόμα δεν έχω συναντήσει ένα τίμιο Ελληνα. Δεν μπορείς να τους εμπιστεύεσαι. Πρέπει πάντα να σκεφτεί κανείς, τι απώτερα κίνητρα έχουν»[12] Ωστόσο στα βρετανικά πανεπιστήμια ως τη δεκετία του ’80, αυτά ακούγονταν, ως η νηφάλια και respectable φωνή του νικητή και όχι η παθιασμένη του ηττημένου.

Τέλος η τρίτη, και η πολυπληθέστερη ομάδα που ενέταξε την περίοδο αυτή στον ακαδημαϊκό λόγο προήλθε κυρίως από τη γενιά της μεταπολίτευσης[13]. Εκείνους δηλαδή που εκπονούσαν σχετικά διδακτορικά, σε αγγλικά και αμερικανικά (και μερικά σε γερμανικά) πανεπιστήμια, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και στηρίχτηκε κυρίως στη διαθεσιμότητα των αρχείων των αντίστοιχων χωρών οι οποίες άλλωστε είχαν και πρωταγωνιστικό ρόλο στις ελληνικές εξελίξεις. Ιδιαίτερα, το άνοιγμα των εγγράφων του Foreign Office στο Public Record Office του Λονδίνου, προκάλεσε μια συσσώρευση ερευνητών εκεί. Δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους εδώ. Άλλωστε εμφανίστηκαν στα πρώτα συνέδρια. Δεν έλλειπε από όλους αυτούς το πολιτικό ενδιαφέρον. Οι περισσότερες μελέτες αφορούσαν την πολιτική σύγκρουση της περιόδου ανάμεσα στην Αριστερά και στη Δεξιά, στο ρόλο των Άγγλων και των Αμερικανών, στον τρόπο με τον οποίο παίχτηκε το πολιτικό παιχνίδι και στη λύση που επιβλήθηκε. Οι δυνάμεις κατοχής βρίσκονταν στο βάθος του ορίζοντα. Ο ρόλος τους θεωρούνταν δεδομένος και δεν απασχολούσε τους Έλληνες μελετητές παρά στο βαθμό που αναμειγνύονταν στις εσωτερικές ελληνικές διαμάχες. Επρόκειτο για μια πολιτική ιστοριογραφία η οποία έσπασε τους πάγους που είχαν καλλιεργηθεί κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, και από αυτή την άποψη εγγράφεται σε ένα γενικότερο, διεθνές ιστοριογραφικό κλίμα του τέλους του ψυχρού πολέμου[14]. Ένα χαρακτηριστικό άλλωστε αυτής της περιόδου της ιστοριογραφίας, από ερμηνευτική άποψη, είναι ότι το πολιτικό πρόβλημα επικαθορίστηκε από τις κυριαρχίες και τον διπολισμό του ψυχρού πολέμου. Αυτό το πλαίσιο θεωρήθηκε ως αυτονόητο πλαίσιο ερμηνείας και δεν τέθηκε το ίδιο ως πρόβλημα. Δηλαδή η σύγκρουση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς ταυτίστηκε με αυτόν το διπολισμό και εξαφανίστηκαν οι κοινωνικές της διαστάσεις. Και οι κοινωνικές διαστάσεις δεν είναι αναγκαστικά εσωτερικές, αλλά στον σύντομο εικοστό αιώνα κατ’ εξοχήν διεθνείς. Πάντως, γύρω από την ιστοριογραφία της περιόδου αυτής δημιουργήθηκε μια κοινότητα ιστορικών, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, η οποία αν και δεν σχημάτισε σχολή, ωστόσο δημιούργησε ένα ιστοριογραφικό forum με πυκνή επικοινωνία και ζωηρή συζήτηση.

Οι περισσότερες μελέτες που εκδόθηκαν για την περίοδο της τριπλής κατοχής, αφορούσαν τις διπλωματικές πλευρές της, αν και στις συνθήκες εκείνες, είναι ζήτημα αν ο συμβατικός όρος διπλωματική ιστορία καλύπτει το πλέγμα των σχέσεων στο οποίο αναφέρεται. Η ιστορία της εξωτερικής πολιτικής προϋποθέτει το κράτος. Όταν δεν υπάρχει κράτος ή όταν αυτό το διεκδικούν τουλάχιστον τρεις εξουσίες (Αντάρτες, Συνεργάτες-Δωσίλογοι, Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής), αν όχι περισσότερες, τότε ποια η εσωτερική και ποια η εξωτερική πολιτική; Το χαρακτηριστικό των περισσότερων από τις εργασίες αυτές είναι ότι εγγράφηκαν, και τροφοδότησαν στη συνέχεια τις θεωρίες της εξάρτησης, οι οποίες αποτελούσαν μια μείζον προκείμενη της νεοελληνικής ιστοριογραφίας.

Το ξεχέρσωμα του πεδίου από την πυκνή βλάστηση αγνοήσεων, παρανοήσεων, αποκρύψεων, παραπλανήσεων, δοξασιών, μύθων κλπ. προήλθε από τον Χάγκεν Φλάισερ. Έγραψε την πρώτη ολοκληρωμένη μελέτη για την περίοδο 1941-44 η οποία βασίζεται σε μια συστηματική και επίμονη αρχειακή τεκμηρίωση, διασταύρωση και κριτική των πηγών (στις οποίες περιλαμβάνονται πέραν από τα αγγλοαμερικανικά και τα γερμανικά αρχεία καθώς και συνεντεύξεις με πολλούς πρωταγωνιστές όλων των παρατάξεων), αποκατάσταση των γεγονότων, προσεκτική παρουσίαση των αντιτιθέμενων ερμηνειών τους. Πρόκειται για το έργο που θεμελιώνει την ιστοριογραφία της περιόδου αυτής. Αλλά στη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε μια στροφή από την ιστορία των γεγονότων και των οργανώσεων στην ιστορία της καθημερινής εμπειρίας της κατοχής, στην οικονομία και τη μαύρη αγορά, στις κοινωνικές συνθήκες που ανέδειξαν την Αντίσταση, ανάλυση της ναζιστικής βίας και της οικονομικής πολιτικής των δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα, στην ιστορία των γυναικών, στη συμμετοχή της νεολαίας και στο εργατικό κίνημα. Η στροφή αυτή είναι έκδηλη στις μελέτες του Μαρκ Μαζάουερ, του Γιώργου Μαργαρίτη, της Ρίκης βαν Μπουσχότεν, του Αγγελου Αυγουστίδη, της Τασούλας Δερβενιώτη κ.α[15]. Η μελέτη της Μπουσχότεν, χρησιμοποιώντας την προφορική ιστορία και την επιτόπια έρευνα της κοινωνικής ανθρωπολογίας, εξετάζει την εμπειρία της κατοχής, της αντίστασης, της "λαοκρατίας" και του εμφυλίου στους κατοίκους ενός ορεινού χωριού. Με τον τρόπο αυτό δείχνει πώς πυροδοτούνται, συναρθρώνονται, ή ματαιώνονται οι προσδοκίες και οι διαφορές μιας μικρής κοινότητας --όχι χωρίς αντιφάσεις, διαφορές, μετατοπίσεις-- με τις ιδεολογίες και τις συγκρούσεις των αντιπάλων της κατοχής και του εμφυλίου. Οι μελέτες αυτές έδειξαν πόσο τεχνητή ήταν η διάκριση της δεκαετίας αυτής με τα ενιαία χαρακτηριστικά σε δύο διαφορετικές περιόδους. Έτσι έγινε αισθητή και η μετατόπιση των μελετών από την περίοδο της κατοχής προς την περίοδο του εμφυλίου. Αυτή η μετατόπιση έγινε δυνατή και χάρη στη λειτουργία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας από το 1992, που άνοιξαν στους ερευνητές ένα καταπληκτικό πλούτο. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 δημοσιεύτηκαν και τρεις σημαντικές μελέτες που αναφέρονταν στον εμφύλιο. Η μία ήταν μια μονογραφία του David Close, και οι άλλες δύο συλλογικοί τόμοι, ο ένας με επιμέλεια των Τζον Ιατρίδη και Linda Wrigley, και ο άλλος του Close. Σ’ αυτούς τους δύο τόμους συνεργάστηκαν οι περισσότεροι από αυτούς οι οποίοι τότε συγκροτούσαν την κοινότητα των μελετητών του εμφυλίου[16]. Τότε έγινε και το συνέδριο του 1995, ο οποίος αποτελούσε αφετηρία αυτού του τόμου.

Στις μελέτες που περιέχει ο τόμος αυτός παρατηρεί κανείς τα εξής: Την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή τη διπλωματική ιστορία, την αφορούν τρεις μελέτες (Κ. Σβολόπουλος, Ευ. Χατζηβασιλείου, Θ. Σφήκας). Ανάμεσα στη διπλωματία και στον πολιτισμό, δηλαδή στην πολιτισμική διπλωματία, βρίσκεται η μελέτη του Χάγκεν Φλάισερ γιατί αφορά την πολιτιστική διπλωματία και τον ανταγωνισμό πολιτιστικής επιρροής των μεγάλων και ισχυρών χωρών στην Ελλάδα. Αρκετές αναφέρονται στη λογοτεχνία (Γ. Φρέρης, Β. Τσιλιμίγκρας, Φρ. Αμπατζοπούλου) και τις αναπαραστάσεις (Γ. Μαργαρίτης). Αξίζει να προσεχτεί το δοκίμιο εφ’ όλης της ύλης για τη μεταπολεμική νεοελληνική κουλτούρα, γραμμένο με το στυλ του Γιώργου Χουλιάρα. Με το ΚΚΕ, ασχολούνται οι Γρηγόρης Φαράκος (πρώην γενικός γραμματέας του) και η Ιωάννα Παπαθανασίου η οποία ήταν από τους πρώτους ερευνητές/τριες που ασχολήθηκαν συστηματικά και εκπόνησαν διατριβές για την ιστορία του ΚΚΕ. Η Οντέτ Βαρών ερευνά τις παράξενες συνέχειες και τις ασυνέχειες σε δυο νεανικές οργανώσεις, την ΕΟΝ και την ΕΠΟΝ, και ο Ηλίας Νικολακόπουλος ανατρέπει μερικούς από τους μύθους για την αριθμητική παντοδυναμία της Αριστεράς στη διάρκεια της κατοχής, συγκρίνοντας τις εκλογές του 1936 και του 1951. Η Νάνση Μπάλτα και η Δέσποινα Παπαδημητρίου ασχολούνται η μεν πρώτη με την αντικομουνιστική προπαγάνδα, η δε δεύτερη με τις ακροδεξιές οργανώσεις. Ο Γιώργος Κουκουλές ασχολείται με το συνδικαλιστικό κίνημα της περιόδου, και ο Γρηγόρης Ψαλλίδας με τις μικρές σοσιαλιστικές ομάδες που έψαχναν το ενδιάμεσο μονοπάτι στη σύγκρουση. Για τις διώξεις της περιόδου γράφουν ο Κωσταντίνος Λούλος, αναφερόμενος στις εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού, και η Μαργαρίτα Κέννα στην οργάνωση των εξορίστων. Τέλος τρεις εργασίες αφορούν την οικονομική ιστορία (Ροσέτος Φακιολάς, Γιώργος Σταθάκης, Μώνς Πελτ).

Εκείνο πάντως που ξενίζει, παρατηρώντας αυτή τη θεματολογία, είναι το γεγονός ότι καμιά εργασία δεν αναφέρεται στις συγκρούσεις του 1943-44 ανάμεσα στους αντάρτες και στους ταγματασφαλίτες και η οποία πυροδότησε την πρώτη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, καμιά δεν αναφέρεται στα Δεκεμβριανά και στη βία που εκδηλώθηκε στα 1945-46, ούτε επίσης στην τελική ένοπλη αναμέτρηση 1947-49. Αναζητώντας το σημείο εστίασης του φακού των ερευνητών θα διαπιστώσει κανείς ότι αυτό είναι από τα πάνω ή από κεντρικούς θεσμούς. Είτε πρόκειται για τα διεθνή ζητήματα στα οποία είναι αναμεμειγμένη η Κυβέρνηση ή το ΚΚΕ, είτε πρόκειται για την κουλτούρα και τη λογοτεχνία, είτε πρόκειται για το ΚΚΕ , την ΕΟΝ και την ΕΠΟΝ, η οπτική αφορά τους κεντρικούς θεσμούς, την ιδεολογία και τη δράση τους. Επομένως και η εμφύλια σύγκρουση ερμηνεύεται εδώ από τα πάνω. Αυτό συνέβη βέβαια και κάπως αναγκαστικά. Καθώς το συνέδριο επέμενε σε θεματολογία που θα κάλυπταν όλη την περίοδο από το 1936 έως το 1949, έδινε έμφαση στο κεντρικό, παραμερίζοντας το αποσπασματικό και το οριακό. Ετσι, από τον τόμο προκύπτει μια διήγηση στην οποία οι κληρονομιές της δικτατορίας, ο πόλεμος και οι αντιτιθέμενες πολιτικές, εσωτερικές και διεθνείς, οδηγούν σε μια σύγκρουση της οποίας το τέλος, όπως επισημαίνει ο Χουλιαράς, αναγγέλλεται συνεχώς, σχεδόν 40 χρόνια μετά τη λήξη των εχθροπραξιών.

Αναφέρομαι σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά για να επισημάνω τη διαφοροποίηση που συμβαίνει στο τέλος της δεκαετίας του ’90 και στην επέτειο των 50 χρόνων από τη λήξη του[17]. Το 1999 – 2000 έγιναν τέσσερα συνέδρια για τον εμφύλιο[18], εκδόθηκαν σε 16 τόμους τα στρατιωτικά Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου 1944-1949, (Αθήνα, ΔΙΣ/ΓΕΣ, 1998) και επίσης εκδόθηκαν πολλές μελέτες. Μερικές από τις οποίες, όπως η Ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου του Γ. Μαργαρίτη (Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2001), μια πρωτότυπη προσέγγιση του πολέμου ως στρατιωτικού γεγονότος με τα εργαλεία της κοινωνικής ιστορίας, έγινε εκδοτικό γεγονός.. Άλλες αποτελούν τα απαραίτητα εργαλεία, όπως η Ελληνική βιβλιογραφία του Εμφυλίου Πολέμου 1945-1999, του Νίκου Κουλούρη (Αθήνα Φιλίστωρ, 2000) η οποία συνοδεύει τo (σχολιασμένo μάλιστα) βιβλιογραφικό οδηγό για την Κατοχή που είχε εκδώσει ο Φλάισερ παλαιότερα[19]

Στις μελέτες των ερευνητών που τότε άρχισαν να μπαίνουν στο πεδίο του εμφυλίου, το κύριο χαρακτηριστικό είναι η αποκεντροθέτηση του βλέμματος. Είναι φυσικό ότι οι περισσότερες μελέτες επηρεάστηκαν από τις ευρύτερες μετατοπίσεις της ιστοριογραφίας στη δεκαετία του ’90. Πρώτο, από την κοινωνική ανθρωπολογία η οποία ώθησε προς μια ανάγνωση των γεγονότων εκ του σύνεγγυς, σπίτι με σπίτι, χωριό με χωριό. Ετσι από το κεντρικό διακύβευμα του εμφυλίου οδηγηθήκαμε σε μιαν αντίληψη ότι ο εμφύλιος αποτελούνταν από μια πολυμορφία συγκρούσεων, η κάθε μια από τις οποίες είχε τα δικά της χαρακτηριστικά σε διαφορετικό χρόνο. Κάθε νομός και ο δικός του εμφύλιος. Δεύτερο, η έμφαση που έδωσε η δεκαετία αυτή στις μειονοτικές ταυτότητες οδήγησε σε μια έμφαση στη σχέση ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ή εθνοτικές μειονότητες (Σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι πόντιοι[20] κλπ.) και στον εμφύλιο πόλεμο. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει ο εμφύλιος τα πολιτικά χαρακτηριστικά του, τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυο ιδεολογίες και σε διαφορετικές κοσμοθεωρήσεις, και να αποκτήσει μια νέα εικόνα διαμάχης ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές, κυρίως, ομάδες. Τέλος, μέθοδοι όπως η rational choice, απέδωσαν ακριβέστερες και πληρέστερες αναλύσεις του χάρτη της βίας, υποβιβάζοντας όμως την ιδεολογική και πολιτική στράτευση σε ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που καθόρισαν τη σύγκρουση[21]. Μια παρόμοια προσέγγιση έχει ασφαλώς την αξία της ως μοντέλο της βίας στα ζητούμενα της πολιτικής επιστήμης. Από την άποψη όμως της ιστορικής κατανόησης ισοπεδώνει άλλες διαστάσεις, όπως την πολλαπλότητα των θέσεων των υποκειμένων. Τα υποκείμενα συρρικνώνονται σε φορείς των κοινωνικών «αδρανειών» και ξαναγίνονται ποσοτικά στοιχεία. Στις θεωρήσεις αυτές, η πολλαπλότητα της κοινωνικής ιστορίας νοείται χωρίς το κεντρικό πολιτικό της διακύβευμα. Δεν καταλαβαίνει δηλαδή κανείς γιατί οι άνθρωποι συγκρούστηκαν ειδικά τότε, στο πλαίσιο του πολέμου και στο συγκεκριμένο μεταπολεμικό πολιτικό πλαίσιο, και όχι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, εφόσον οι πολλαπλές αντιθέσεις στην ελληνική κοινωνία ήταν υπαρκτές. Ούτε καταλαβαίνει επίσης κανείς, παρά την έμφαση στις πολλαπλότητες των αντιθέσεων και εξαιτίας αυτής, γιατί δεν συγκρούστηκαν όλοι με όλους, αλλά η σύγκρουση απέκτησε διπολικό χαρακτήρα. Τέλος δεν καταλαβαίνει κανείς πώς ένας πόλεμος με τα χαρακτηριστικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πυροδότησε της προϋπάρχουσες αντιθέσεις και δημιούργησε καινούργιες. Αυτές οι θεωρήσεις προκάλεσαν αντιδράσεις στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, συχνά αδικαιολόγητης οξύτητας. Ωστόσο και οι ίδιες επιδίωξαν την πρόκληση, γιατί σκηνοθέτησαν την εμφάνισή τους ως η αναθεώρηση της αριστερής εκδοχής που επικρατεί στον ακαδημαϊκό κόσμο και στην ευρύτερη ιστορική κουλτούρα από τη Μεταπολίτευση και δώθε Δεν είναι κακή η πολυφωνία, αρκεί να εξασφαλίζεται η διαλογικότητα.

Η ιστορία του Εμφυλίου επωφελήθηκε από τον πολλαπλασιασμό των ερευνών της προφορικής ιστορίας, η οποία άλλωστε μέσα από την ιστορία αυτής της περιόδου μπήκε στον ελληνικό χώρο. Η Μπούσχοτεν με το βιβλίο και της εργασίες της έδωσε ένα άριστο παράδειγμα. Το παράδειγμα όμως αυτό είτε δεν ακολουθήθηκε, γιατί πολλοί θεώρησαν ως «εύκολη» και χωρίς μεθοδολογικά προαπαιτούμενα την προφορική ιστορία, είτε σκόνταψε σε μια γενικευμένη καχυποψία, ιδίως από τους παλαιότερους ιστορικούς. Παρ’ όλα αυτά η προφορική ιστορία είναι ένα από τα εργαλεία τα πλέον κατάλληλα για τη μελέτη των εμφυλίων πολέμων, στους οποίους τα βιώματα και η μνήμη, αντικείμενα κατεξοχήν της προφορικής ιστορίας, παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Αμφιβάλλω βέβαια αν οι αντιστάσεις έχουν χαρακτήρα μεθοδολογικό. Η γενικότερη δυσανεξία απέναντι σε νέες προσεγγίσεις και η σχεδόν νευρωτική επίκληση της επιστημονικότητας δείχνει τα όρια της αντοχής των εγκατεστημένων από τη Μεταπολίτευση ερμηνευτικών ιστορικών πλαισίων.

Μια πρόσφατη διάσταση είναι οι μελέτες για τους φυλακισμένους και τους εξόριστους, για την τύχη των παιδιών εκατέρωθεν κλπ.[22]. Αυτές οι μελέτες στο νέο πλαίσιο διεθνοποιημένων ερευνών ανέδειξαν προνομιακά πεδία συζήτησης όπως ο εγκλεισμός, η πειθάρχηση, οι τεχνικές της υποταγής και η αντίδραση σ’ αυτές, η δημιουργία «υποκειμενικότητας». Στα βιβλία του Βόγλη και της Λαμπροπούλου τα ιστορικά φαινόμενα αποκτούν σωματικότητα. Διαπιστώνει κανείς ότι από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 και μετά το 2000 άλλαξε το ευρύτερο πλαίσιο υποδοχής της ιστορίας της δεκαετίας 40-50. Τα συνέδρια τραβούν πολύ κόσμο, τα βιβλία αποκτούν μεγάλο κοινό, νέοι άνθρωποι μπαίνουν ως ερευνητές στο χώρο. Σ’ αυτές τις γενιές πρέπει να δούμε και μια άλλη σχέση με την πολιτική από αυτή που είχε η γενιά της μεταπολίτευσης. Κατ’ αρχάς το 1989 και η πτώση του κομμουνισμού είχε πολλαπλές συνέπειες, ιδιαίτερα μέσω της κρίσης της πολιτικής συνείδησης. Πώς λειτουργεί αυτή η κρίση; Πολλαπλά. Και μέσω της από-πολιτικοποίησης, και μέσω μιας φαντασιακής αναπλήρωσης πολιτικού ρομαντισμού, και μέσω του αιτήματος το πολιτικό να πάψει να ερμηνεύεται δια του εαυτού του. Φαίνεται πάντως ότι το πεδίο είναι ακόμη ανοιχτό σε μια ζωηρή συζήτηση η οποία, όπως φαίνεται και από τις συγκρούσεις στα συνέδρια, θα συνεχιστεί κάνοντας τη μελέτη του εμφυλίου ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα της ελληνικής ιστοριογραφίας στην δεκαετία που μας έρχεται.

Συμπέρασμα: Όσα συνέβησαν στη δεκαετία 1940-1950 δημιούργησαν στην ελληνική κοινωνία ισχυρές ιδεολογικές οπτικές γωνίες. Όχι μόνο, όμως. Γιατί, ταυτόχρονα, η γραφή της ιστορίας αυτής της περιόδου, με όποιον τρόπο έγινε, διαμόρφωσε απόψεις και στάσεις. Ακόμη περισσότερο, διαμόρφωσε τρόπους αντίληψης του ιστορικού παρελθόντος. Οι συζητήσεις δηλαδή δεν αναφέρονταν μόνο στο τι έγινε τότε, αλλά και στο πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε αυτό που έγινε. Στην ιστοριογραφία αυτής της περιόδου, εκτός δηλαδή από τον γνωστικό, είναι έκδηλος και ο κανονιστικός της χαρακτήρας. Για το λόγο αυτό άλλωστε και διατήρησε τον συγκρουσιακό της χαρακτήρα. Μπορεί οι παλιοί επίφοβοι αντάρτες να έγιναν ασπρομάλληδες συμπαθητικοί κύριοι καθισμένοι στην περιφέρεια των αμφιθεάτρων, στα αναλόγια των ομιλητών όμως μάχονταν τα διπλασιασμένα είδωλά τους: Οι αντάρτες και οι συμμορίτες. Εικόνες που είχαν τη δική τους σοβαρή συμβολή στη διαμόρφωση του φαντασιακού της εποχής μας.

* Για τη σύνταξη του κειμένου αυτού επωφελήθηκα από τις αναγνώσεις των Χάγκεν Φλάισερ, Δήμητρας Λαμπροπούλου, Πολυμέρη Βόγλη και Ιωάννας Παπαθανασίου, καθώς και από τη συζήτηση με το Γιάννη Γιανουλόπουλο, τους οποίους και ευχαριστώ.



[1] John Iatrides (ed.), Greece in the 1940s. A Nation in Crisis, University Press of New England, Hanover and London 1981. Marion Sarafis (ed.) Greece: From Resistence to Civil War, Spokesman, Nottingham 1980. Και τα δυο μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα.

[2] Στον Ιατρίδη, και σε αυτά τα συμφραζόμενα, οφείλεται η πατρότητα της ιδέας για την ιστοριογραφία του εμφυλίου ως ιστορία των ηττημένων, την οποία ανέλαβε να εκλαϊκεύσει ο Γ. Μαυρογ,,ορδάτος («Η ‘Ρεβάνς των ηττημένων», Στην έκδοση του Βήματος-Νέων Εποχών Πενήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, Αθήνα, Ερμής, 1999, 38-40), και ο Γ. Μαρίνος: «η Ελλάδα είναι η μόνη ίσως χώρα στον πλανήτη μας που την ιστορία των νεότερων χρόνων την έγραψαν και συνεχίζουν να τη γράφουν οι ηττημένοι της αυτοαποκαλούμενης προοδευτικής αριστερής παράταξης» (Το Βήμα, 13.10.2002)

[3] N. Mouzelis, Facets of Underdevelopment, London 1978 and Politics in the Semi-periphery, London 1986

[4] G. Dertilis, “Terre, Paysans et Pouvoir economique (Grece, XVIII-XX siecle)”, Annales n.2 (1992)273-291, and n. 1 (1993)85-107

[5] Georges Mavrogordatos, “The 1940s Between Past and Future”, in John Iatrides, Linda Wrigley (ed.) Greece at the Crossroads: The Civil War and its Legacy, Pensylvania, The Pensylvania State University Press, 1995, 31-47

[6] Χ. Φλάισερ και Ν. Σβορώνος (επιμ.), Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Σύγχρονης Ιστορίας, Η Eλλάδα 1936 - 1944: Δικτατορία - Κατοχή - Αντίσταση, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα 1989.

[7] Αγγελος Ελεφάντης, «Προσλήψεις του εμφυλίου μετά τον εμφύλιο»,στο βιβλίο του, Μας πήραν την Αθήνα…, Αθήνα, Βιβλιόραμα 2002, 99-112

[8] Lars Baerentzen, John O. Iatrides, Ole L. Smith (eds.) Studies in the History of the Greek Civil War, 1945-1949, Museum Tusculanum Press, Copenhagen 1987. Ελληνική έκδοση: Ολκός, Αθήνα 1992.

[9] Βενετία Αποστολίδου, «Πώς η Λογοτεχνία διέσωσε την ιστορική Μνήμη», Στην έκδοση του Βήματος - Νέων Εποχών Πενήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, Αθήνα, Ερμής, 1999, 63-67

[10] Dominique Eudes, Οι καπετάνιοι. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1949, Αθήνα, Εξάντας, 1975

[11] Chris Woodhouse, Το μήλον της έριδος, Αθήνα, Εξάντας, 1976 (αγγλική έκδοση: 1948), E. C. W. Myers, Η ελληνική περιπλοκή. Οι Βρετανοί στην κατεχόμενη Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας 1975 (αγγλική έκδοση: 1955), Reginald Leeper, When Greek Meets Greek, London / Toronto 1950, Geoffrey Chandler, The Divided Land: An Anglo-Greek Tragedy, London / New York 1959.

[12] Εddie Myers, Inside Greece. A Review (25.8.43), αδημοσίευτη ανάλυση προς την προϊστάμενη αρχή του στο Κάιρο (SOE), συμπεριλαμβάνεται στα κατάλοιπά του (Liddell Hart Centre for Military Archives, London, επίσης στο Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, Κηφισιά). Ευχαριστώ τον Χάγκεν Φλάισερ για το κείμενο.

[13] Για τις ιστοριογραφικές γενιές: Αντώνης Λιάκος, “Η νεοελληνική ιστοριογραφία το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα», Σύγχρονα Θέματα, 76-77(2001), 72-91

[14] Κατάταξη των ψυχροπολεμικών και των "αναθεωρητικών" μελετών: Mark Mazower, "The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation" East European Politics and Societies, 9,2 (1995)271-294, σημ.33 και 34.

[15] Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1995, Γιώργος Μαργαρίτης, Από την ήττα στην εξέγερση, Αθήνα, Πολίτης, 1993, Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα Χρόνια, Αθήνα, Πλέθρον, 1997, Αγγελος Αυγουστίδης, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ’40 και τα περιθώρια της πολιτικής, Αθήνα, Καστανιώτης, 1999, Τασούλα Δερβενιώτη, Οι γυναίκες στην Αντίσταση, Αθήνα ????. Στις νεανικές οργανώσεις της Αντίστασης αναφέρεται η διατριβή της Οντέτ Βαρών που δυστυχώς μένει ακόμη ανέκδοτη.

[16] David Close, The Origin of the Greek Civil War, London , Longman, 1995, John Iatrides, Linda Wrigley (ed.) Greece at the Crossroads: The Civil War and its Legacy, Pensylvania, The Pensylvania State U.P., 1995, David Close (ed.) The Greek Civil War 1943-1950: Studies of Polarization, London, Routledge, 1993, βιβλκρ.: Αθ. Σφήκας, «Η Ιστοριογραφία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου» Ιστωρ, 9(1996)189-207

[17] Γ. Μαργαρίτης, « Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος και η ιστορία του, Το ‘επετειακό‘1999» Αρχειοτάξιο 2 (2000)137-143

[18] Πρακτικά συνεδρίων: Κλ. Κουτσούκης και Ι. Σακκάς (επιμ.), «Πτυχές του εμφυλίου πολέμου, 1946-1949» Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000 και Ηλ.Νικολακόπουλος. κ.α. (επιμ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος, Αθήνα Θεμέλιο 2002.

[19] Χάγκεν Φλάισερ, Η Ελλάδα υπό την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα. Βιβλιογραφική επισκόπηση, στο Ή Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση. Βιβλιογραφικός Οδηγός, Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σ. 13-181. (Αγγλικές εκδόσεις 1977/78, 1981).

[20] Νίκος Μαρατζίδης, Γιασσασίν Μιλλέτ. Ζήτω το έθνος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2002, Ι.Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, Θεσσαλονίκη 1994 κ.α.

[21] Stathis Kalyvas, “Red Terror: Leftist Violence during the Occupation” in Mark Mazower (ed.), After the War Was Over: Reconstructing the Family, Nation and State in Greece, 1943-1960, Princeton, N.J. 2000, 142-184.

[22] Polymeris Voglis, Becoming a Subject, Political Prisoners during the Greek Civil War, New York, Berghahn Books, 2002, Δήμητρα Λαμπροπούλου, Γράφοντας από τη φυλακή, Αθήνα, Νεφέλη, 1999, Γαβρίλης Λαμπάτος, Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη (1940-1957), Αθήνα,Courier,2001