Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

αναδημοσίευση από: http://ypeppas.blogspot.com/2008/04/blog-post_3187.html

Κλεομένης Κουτσούκης- Ιωάννης Σακκάς[1]

Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-49) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στη νεότερη εθνική μας ιστορία. Μαζί με τη Ρωσική Επανάσταση, τον ισπανικό εμφύλιο και τα πρόσφατα γεγονότα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, θα μπορούσαμε να τον κατατάξουμε ανάμεσα στις μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις της Ευρώπης του 20ού αιώνα.

Οι ρίζες της ελληνικής αδελφοκτόνας αυτής σύρραξης μπορούν να ιχνηλατηθούν στις πολλαπλές ρήξεις και συγκρούσεις που ξέσπασαν στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας σε προηγούμενες δεκαετίες και ιδιαίτερα στα χρόνια της κατοχής και μάλιστα στην περίοδο της λευκής τρομοκρατίας (1945-46).

Η εμπειρία της κατοχής επηρέασε αποφασιστικά την πλειοψηφία των Ελλήνων. Από τη μια πλευρά ήταν η διαμορφωθείσα κατάσταση: ο πόλεμος, η πείνα, η ανομία και η αναρχία, ιδιαίτερα στην επαρχία, η υποταγή του κρατικού μηχανισμού στον εχθρό, η αναξιοπιστία και η παράλυση των παλαιών πολιτικών ηγεσιών. Από την άλλη αναδύθηκε κάτι το καινούργιο και δυναμικό: το εαμικό κίνημα, το οποίο δεν περιορίσθηκε στον αγώνα εναντίον των κατακτητών αλλά οραματιζόταν και προσπάθησε να διαμορφώσει μια κοινωνία πολύ διαφορετική από την προπολεμική, σε νέες βάσεις, με άλλες αξίες, με νέους στόχους και προοπτικές. Όμως ο έντονος αντιστασιακός ριζοσπαστισμός που αναπτύχθηκε εκείνα τα χρόνια, αν και δεν ήταν σαφής, οριοθετημένος και ενιαίος, όπως τον θέλησε ίσως ο συμφιλιωτικός μύθος που δημιουργήθηκε μετά το 1974, προκάλεσε την αντίδραση εκείνων που επιθυμούσαν τη διατήρηση των προπολεμικών κοινωνικο-πολιτικών δομών εξουσίας και ιεραρχιών, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν εμφύλιες διαμάχες πρώτα ανάμεσα στους αντιστασιακούς και τους συνεργάτες των Γερμανών και έπειτα ανάμεσα στις ίδιες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Οι διαμάχες αυτές οδήγησαν σε μια ιδεολογική ένταση και πολιτική πόλωση, η οποία οξύνθηκε το Δεκέμβριο του 1944. Έξι μήνες πριν από το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου, βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις επενέβησαν, προασπιζόμενες τα συμφέροντα της χώρας τους στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, για να συντρίψουν το ισχυρό εαμικό κίνημα.

Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας, αντιπρόσωποι της κυβέρνησης και του ΕΑΜ συνήλθαν στη Βάρκιζα στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και υπέγραψαν συμφωνία. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που είχε την εγγύηση της βρετανικής κυβέρνησης και προέβλεπε τον εκδημοκρατισμό του στρατού και των σωμάτων Ασφαλείας και τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διεξαγωγή, το γρηγορότερο, εκλογών και δημοψηφίσματος, αποτελούσε μια ευκαιρία να αποκατασταθεί η εθνική ενότητα και να συμπορευτούν όλες οι δυνάμεις του τόπου στην ανασυγκρότηση της χώρας. Από την πλευρά των ηττημένων υπήρχε η θέληση για λήθη και εθνική ενότητα. Οι ηγεσίες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ επιθυμούσαν την ομαλή ένταξη τους στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Η προσκόλληση τους στην πορεία της νομιμότητας φάνηκε όχι μόνο από τις διεργασίες που έγιναν τότε για «το π/ρασμα στο σοσιαλισμό με δημοκρατικές μεθόδους πολιτικής πάλης» και τη θεωρία «των δύο πόλων», αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκαν όσα δικά τους στελέχη ήσαν αντίθετα σ' αυτή την πολιτική, όπως για παράδειγμα, τον ’ρη Βελουχιώτη. ’λλωστε και ο ίδιος ο Ζαχαριάδης επέμενε ανένδοτα στην τήρηση της Συμφωνίας, ακόμα και όταν το πολιτικό κλίμα επιδεινώθηκε εξαιτίας της λευκής τρομοκρατίας.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας, ωστόσο, παραβιάστηκε από τους νικητές οι οποίοι εφάρμοσαν στην πράξη το ρωμαϊκό vae victis (ουαί τοις ηττημένοις). Ενώ το μελάνι της υπογραφής δεν είχε καλά καλά στεγνώσει, εθνικιστικές οργανώσεις και ένοπλες συμμορίες άρχισαν να καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να βιαιοπραγούν, να καταστρέφουν. Ο Ιω. Σοφιανόπουλος, μια εξέχουσα πολιτική φυσιογνωμία της εποχής, που ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψε τη Συμφωνία, αργότερα, στις 5 Μαρτίου 1950, ομολόγησε: «Εγώ είμαι εκείνος που στις διαπραγματεύσεις της Βάρκιζας επέμενα μέχρι τέλους να μη δοθεί αμνηστία στον ΕΛΑΣ... Αν εγνώριζα όμως ότι η Δεξιά θα παρασπονδήσει κατά τοιούτον αναίσχυντον τρόπον, παραβιάζουσα την Συμφωνίαν, θα προτιμούσα να μου κοπεί το χέρι παρά να υπογράψω την Συμφωνίαν εκείνην».

Στην κατάσταση απροκάλυπτης, άμετρης και ατιμώρητης βίας και τρομοκρατίας που διαμορφώθηκε - με την υποστήριξη του ελληνικού κράτους και των νόμιμων εκπροσώπων του και με την προκλητική ανοχή των Βρετανών - οι διωκόμενοι δεν είχαν άλλη επιλογή και διέξοδο παρά να καταφύγουν πάλι στην ορεινή ύπαιθρο. Όχι από επιθυμία για επανάσταση αλλά από ανάγκη επιβίωσης, όχι με εντολή της ηγεσίας τους αλλά με δική τους πρωτοβουλία, όχι με συνεννόηση μεταξύ τους αλλά σταδιακά, καθώς διώκονταν.

Αν και τα αίτια της έναρξης του εμφυλίου είναι ενδογενή, η διεθνής συγκυρία αποτελεί σημαντική συνιστώσα του. Ο εμφύλιος διαπλέχθηκε με τις μεγάλες ιδεολογικές αντιθέσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου και κλιμακώθηκε εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των πρώην συμμάχων το 1946, για να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις την επόμενη διετία με την αποδοχή της αμερικανικής βοήθειας από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και με την παγίωση της σοβιετικής επιρροής στις χώρες που ελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Ο παγκόσμιος διπολισμός παρέσυρε την Ελλάδα στη δίνη μιας πρωτόφαντης σε οξύτητα και κλίμακα αντιπαράθεσης, από την οποία δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Οι ηγεσίες όλων των πολιτικών παρατάξεων της χώρας φέρουν τεράστια ευθύνη γι' αυτό. Όχι μόνο γιατί δεν κατάφεραν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να εξασφαλίσουν ειρηνικό κατευνασμό των συγκρούσεων αλλά και γιατί υπολόγισαν ως αποφασιστικό παράγοντα της πολιτικής τους τη βοήθεια των «ξένων προστατών», για την απόκτηση της οποίας επέδειξαν εξαιρετική υποχωρητικότητα και δουλοπρέπεια.

Η χώρα βγήκε βαριά πληγωμένη από τον εμφύλιο με 40.000 νεκρούς σύμφωνα με επίσημες στατιστικές ή 60.000 έως 80.000 κατ' άλλους υπολογισμούς, ενώ 80.000 έως 100.000 άτομα διέσχισαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη. Εξάλλου, εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι χωριών και κωμοπόλεων αναγκάστηκαν, είτε για να γλιτώσουν από τον πόλεμο είτε επειδή τους μετακίνησε ο εθνικός στρατός, να τραπούν προς τις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα προς την Αθήνα. Οι παραγωγικές δομές της χώρας καταστράφηκαν και το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν δεν ξαναβρήκε το προπολεμικό του επίπεδο παρά μόλις το 1950. Οι υλικές ζημιές ήσαν εξίσου τεράστιες: 11.788 σπίτια, 54 σχολεία, 100 σιδηροδρομικοί σταθμοί, εκατοντάδες σιδηροδρομικές και οδικές γέφυρες.

Το χειρότερο ήταν ότι η χώρα δέχτηκε πολλά και αθεράπευτα ψυχικά τραύματα. Ο εμφύλιος δίχασε το λαό, εξέθρεψε πάθη και μίση που διαπέρασαν τις πιο στοιχειώδεις μορφές κοινωνικής οργάνωσης (οικογένεια, γειτονιά, χωριό), έφθειρε το χαρακτήρα των ανθρώπων. Το εμφυλιακό κλίμα, ο διχασμός του λαού, συντηρήθηκε επί 25 και πλέον χρόνια και αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας. Παράλληλα ενισχύθηκε η αμερικανική «προστασία» και η Ελλάδα εμφάνισε πολλά σημεία στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης.

Η ιστοριογραφία του εμφυλίου ακολούθησε την πολιτική διαδρομή της χώρας. Μέχρι την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, οι νικητές που μονοπωλούσαν την εξουσία διαμόρφωναν επιλεκτικά και με ποικίλους τρόπους τη συλλογική μνήμη. Η μεταπολίτευση που εδραίωσε τη δημοκρατία και έλαβε θεσμικά μέτρα άμβλυνσης των αντιθέσεων του παρελθόντος δημιούργησε τις προϋποθέσεις για επιστημονική, αντικειμενική έρευνα και κριτική αποτίμηση του εμφυλίου πολέμου. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, χάρη στη χρονική απόσταση, το μεταψυχροπολεμικό διεθνές κλίμα και τις αναζητήσεις πολλών νέων στην ηλικία κοινωνικών επιστημόνων, ο εμφύλιος έχει ξεφύγει από το χώρο της προσωπικής μαρτυρίας, της στρατευμένης αφήγησης και της κομματικής υπερβολής και μονομέρειας. Χρέος ιστορικό είναι η γνώση και η ερμηνεία του να είναι απαλλαγμένες από τις εμπάθειες και τις προκαταλήψεις του παρελθόντος και στηριγμένες στη μελέτη των γραπτών και προφορικών πηγών.



[1] (Από την εισαγωγή των Κλεομένη Κουτσούκη, καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου και Ιωάννη Σακκά, ιστορικού, επίκουρου Καθηγητή Tμήματος Μεσογειακών Σπουδών Πανεπιστημίου Αιγαίου στο βιβλίο "Πτυχές του Εμφυλίου Πολέμου, 1946-1949.
Πρακτικά του Συνεδρίου που έγινε το Φθινόπωρο του 1999 στο Καρπενήσι )