ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΑ

σε Κούλογλου Στέλιο, [1]Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ - Μέρος 2o:Τρόμος και Αντίσταση στο Γ'Ράιχ - Μέρος 3o:Η Πικρή Απελευθέρωση,

Παρμενίων Παπαθανασίου

αναδημοσίευση από:http://www.rwf-archive.gr/interviews_senaria-new.php?id=202&interview=1&interview_id=895

Λοιπόν, να ξεκινήσουμε με το που σας βρήκε η κήρυξη του πολέμου.

Η κήρυξη του πολέμου, με βρήκε παιδί, 12, 13 ετών περίπου, εκεί ανάμεσα ήμουν, στη Θεσσαλονίκη. Εγώ είμαι παιδί αξιωματικού. Ο πατέρας μου , την εποχή εκείνη, ήταν στο Γραφείο Επιχειρήσεων του τρίτου σώματος στρατού και ζούσαμε σε ένα εξοχικό σπίτι, στη λεωφόρο Λατίνη, τότε τη λέγανε, τώρα τη λένε τη λεωφόρο Θεμιστοκλή Σοφούλη. Εκεί λοιπόν, κοιμόμουνα, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, κοιμόμουνα στα, σε ένα δωμάτιο που είχαμε μπροστά απάνω, στο απάνω πάτωμα, οπότε, ξαφνικά ακούω ένα φοβερό θόρυβο στην πόρτα. Είχαμε μια μπαλκο. Μια πόρτα στον κήπο, μεγάλη, μαύρη. Κάποιος βροντούσε την πόρτα. Ταυτοχρόνως με τη βροντή της πόρτας, ανοίγει η πόρτα του δωματίου πλέον που κοιμόμουνα, χωρίς να έχω ανάψει το φως και μπαίνει ο πατέρας μου, με μία χλαίνη στρατιωτική ριγμένη απάνω, γιατί είχε αρχίσει να κάνει κρύο, κι από πίσω η μητέρα μου.

Θυμάμαι ότι ξύπνησα και είδα τον πατέρα μου αχτένιστο, με τη χλαίνη και πρόσεξα ότι φορούσε και ένα άστρο χρυσό που φορούσαν τότε οι ταγματάρχες. Είχε προαχθεί ταγματάρχης εκείνο τον καιρό. Κι αυτό το άστρο μου φάνηκε τόσο πολύ δυνατό, που ακόμα το θυμάμαι. Περνάει το δωμάτιο, περνάει στο μπαλκόνι. Από πίσω η μάνα μου. Κι αυτή με τη νυχτικιά περίπου, κάτι είχε ρίξει στην πλάτη. Κι από πίσω βέβαια, εγώ. Κοιτάζουμε πάνω από το μπαλκόνι, ψηλά και τι να δούμε. Ήταν ένα μαύρο αυτοκίνητο, μία κούρσα όπως τα έλεγαν τότε στη Θεσσαλονίκη.

Ήταν η κούρσα του στρατηγού. Δίπλα από την κούρσα ήταν ένας φαντάρος, ένας στρατιώτης. Ρωτάει από πάνω τώρα ο πατέρας μου: «Τι συμβαίνει;». Του είπε το όνομά του, δε θυμάμαι ποιο. Απαντάει λοιπόν ο στρατιώτης από κάτω: «Σας ζητάει ο στρατηγός. Το Επιτελείο συνεδριάζει». Αμέσως, η μητέρα μου που ήταν δεύτερη στη σειρά: «Τι συμβαίνει Γιάννη;» στον πατέρα μου, «Τι συμβαίνει;» Γυρίζει ο καημένος και λέει: «Πόλεμος Ματούλα». Εν τω μεταξύ, εγώ ήμουν πιο κει, άκουσα κι εγώ τη λέξη πόλεμος. Περιμέναμε τότε με τους Ιταλούς, απειλές και τα λοιπά... Οπότε, φεύγει γρήγορα, ντύνεται, εξαφανίζεται και εμείς μείναμε με τη λέξη πόλεμος.

Έτσι έμαθα ότι έγινε ο πόλεμος. Την άλλη μέρα, βέβαια, επειδή μέναμε και προς το Καραμπουρνάκι, εκεί κοντά, ήταν το σύνταγμα ιππικού τότε, που λεγόταν. Και παιδί εγώ, είδα στη λεωφόρο Λατίνη, αυτή που λένε σήμερα Σοφούλη, να περνάει το σύνταγμα ιππικού. Μπροστά η σημαία και από πίσω όλοι οι καβαλαρέοι, οι οποίοι μπροστά, για μένα ήταν πραγματικά ημίθεοι. Οι αξιωματικοί, οι στρατιώται πίσω, όλοι σοβαροί, με κάτι σπαθάρες τεράστιες δίπλα στο άλογο. Ήταν το σύνταγμα ιππικού, το οποίο πράγματι αντιμετώπισε, φεύγοντας από κει πήγε στη Σαμαρίνα και χτύπησε τους Ιταλούς που είχαν φτάσει μέχρι τη Σαμαρίνα, κυριολεκτικά τους έσφαξε με τα σπαθιά. Ήταν η πιο προχωρημένη αιχμή των Ιταλών και σταμάτησε η ιταλική επίθεση. Βέβαια, όταν το μάθαμε αυτό εμείς, χαρήκαμε, διότι ήμασταν κοντά στο σύνταγμα ιππικού, κοντά στους καβαλαραίους και αισθανόμασταν κι εμείς περήφανοι.

Πώς ήταν το άκουσμα του πολέμου, για εσάς; Τι σήμαινε για σας;

Το άκουσμα του πολέμου ήταν κάτι βεβαίως τελείως καινούριο, η λέξη αυτή, αν και το περιμέναμε. Θυμάμαι πάρα πολύ ζωντανά, διότι εκεί που καθόμασταν ήταν κοντά και ο δρόμος που ερχόταν από τη Χαλκιδική. Πήγα λοιπόν εκεί, σε αυτό το δρόμο και έβλεπα τους εφέδρους να έρχονται, οι οποίοι πραγματικά, ήταν ενθουσιασμένοι όλοι. Ήταν σκαλωμένοι πάνω στα αυτοκίνητα για να τους χωρέσει, από πάνω στα λεωφορεία, γαντζωμένοι από έξω στα φτερά και τα λοιπά. Όλοι τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Πολλοί από αυτούς είχαν σημαίες και φωτογραφίες του Μεταξά, που ήταν τότε πρωθυπουργός και του βασιλιά. Φώναζαν ζητωκραυγές και τα λοιπά και επικρατούσε, πράγματι, ένας πολύ μεγάλος ενθουσιασμός.

Ακόμα καμιά φορά βλέπω σε ορισμένα φιλμ και θυμάμαι αυτήν, αυτόν τον ενθουσιασμό, τον οποίο τον έζησα και είναι φυσικό να τον θυμάμαι από τότε πάρα πολύ ζωηρά. Βέβαια, για να συνεχίσω, μετά, τι έγινε τώρα. Γυρίζει ο πατέρας μου την άλλη μέρα, την ίδια μέρα αργά. Ετοιμάσαμε το περίφημο κιβώτιο εκστρατείας. Τότε, όλοι οι αξιωματικοί που πηγαίναν στον πόλεμο είχαν ένα μικρό μπαουλάκι κι είχαν διάφορα πράγματα. Ετοιμάσαμε το κιβώτιο εκστρατείας του μπαμπά κι ό,τι άλλο μπορούσε να πάρει μαζί του, τα πήρε και εξαφανίστηκε. Επήγε στον πόλεμο.

Εμείς τώρα, τι θα κάναμε, η οικογένεια; Είχε φροντίσει για μας, επειδή πάντα υπήρχε ο κίνδυνος των βομβαρδισμών των Ιταλών, οι οποίοι έγιναν πράγματι στη Θεσσαλονίκη, με αρκετά θύματα και μας έστειλε στο χωριό του. Ο πατέρας μου κατάγονταν από ένα ορεινό χωριό της Χαλκιδικής, από το Βάβδο, ο οποίος ήταν 800, 900 μέτρα ψηλά και στο οποίο, όπως λέγαν οι Βαβδινοί με περηφάνια, δεν είχε πατήσει ποτέ Τούρκος. Ήταν πάντοτε ελεύθεροι και πράγματι ήταν ελεύθεροι, διότι και η ιστορία λέει, ότι από το χίλια εφτακόσια τόσο είχε περάσει κάποιος, πώς το λένε, Γάλλος περιηγητής, ο οποίος είπε ότι: «Εδώ, υπάρχουν ορισμένα χωριά, τα Μαντεμοχώρια που λένε, οι οποίοι μιλούν ελληνικά. Δεν ξέρουν να γράφουν, μιλούν όμως ελληνικά και όλοι έχουν την ιδέα του μεγάλου ξανθού βασιλιά που ξεκίνησε από εδώ και κατέλαβε όλον τον κόσμο». Τον μέγα Αλέξανδρο.

Εκεί, στα Μαντεμοχώρια λοιπόν, στο Βάβδο, έπρεπε να περάσουμε τον πόλεμο. Η ζωή ήταν δύσκολη, διότι είχε κρύο εκεί, πολύ κρύο, χιόνιζε συνέχεια εκείνη τη εποχή. Πώς μαθαίναμε τις ειδήσεις. Σε όλο το χωριό, υπήρχε μόνο ένα ραδιόφωνο, το οποίο λειτουργούσε, όχι και πολύ καλά, πάντως λειτουργούσε με κάτι μπαταρίες αυτοκινήτων της εποχής και τα λοιπά. Κάθε μεσημέρι λοιπόν, στις 12 με 1 το μεσημέρι, είχε εκπομπή νέων, τα νέα, που λέγαμε, οι ειδήσεις. Μαζευόμασταν όλοι λοιπόν στο κοινοτικό μέγαρο και περιμέναμε τα νέα του πολέμου. Πρέπει να σας πω μια στιγμή, που δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ένα μεσημέρι, εκεί που ακούγαμε, ο speaker είπε τα εξής, επί λέξη: «Το βασιλικό πολεμικό πλοίο, υποβρύχιο Παπανικολής» Όλοι οι χωρικοί είπαν: «Αχ, μας το βούλιαξαν οι άτιμοι». Συνεχίζει ο speaker και λέει: «ετορπίλησε τρία ιταλικά μεταφορικά πλοία». Με το «ετορπίλισε», όλοι αυτοί οι χωρικοί, κι εγώ μαζί, βγήκαμε από το κατάστημα. Είναι φοβερό. Βγήκαμε από το κατάστημα, είχε μια πλατεία μπροστά, χιόνι, χιόνι, πολύ χιόνι. Όλοι: «Ετορπίλησε, ετορπίλησε». Είμαι βέβαιος ότι την εποχή εκείνη, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν δει τη θάλασσα, όχι υποβρύχιο. Δεν ήξεραν τι θα πει υποβρύχιο.

Ετορπίλησε, όμως. Αμέσως, εκκλήθει ο παπάς. Δοξολογία για τους, για το πολεμικό ναυτικό. Επαναλαμβάνω, φορούσαν τσαρούχια οι άνθρωποι και δεν είχαν δει ποτέ θάλασσα, ε; Λοιπόν, και βρέθηκε και ένας απόστρατος γερο συνταγματάρχης, κάποιου παλιού πολέμου, του οποίου όμως τα παιδιά και τα δύο, υπηρετούσαν στην Αλβανία, ο οποίος, έβγαλε και το λόγο. Έβγαλε και λόγο. Κι έτσι γιορτάσαμε. Έβγαλε έναν πανηγυρικό λόγο εκεί πέρα για τους πολεμιστάς και τα λοιπά.

Καταπληκτικό. Ήταν πολύ ωραίο σκηνικό αυτό.

Ναι, αυτό με τον Παπανικολή, έκτοτε το διηγούμαι κι όποιος το ακούει, πραγματικά, να πούμε, συγκινείται, όπως συγκινούμαι και εγώ. Βέβαια, η ζωή στο χωριό ήταν δύσκολη, όπως σας είπα, κρύο, πολύ κρύο, αλλά, ο καιρός περνούσε, οι νίκες στην Αλβανία ήτανε πάντοτε μεγάλη χαρά για όλους μας, εν τούτοις άρχισε να διαφαίνεται η γερμανική απειλή. Όσο προχωρούσε ο κίνδυνος της γερμανικής απειλής, επικράτησε η άποψη δήθεν, ότι οι Άγγλοι που θα μας βοηθούσαν και ο ελληνικός στρατός, θα κρατούσαν την αμυντική γραμμή του Ολύμπου. Θα άφηναν την υπόλοιπη Μακεδονία και θα μαζεύονταν εκεί, γιατί ήταν πιο καλά οχυρωμένη η περιοχή, υπήρχαν βουνά και τα λοιπά και το ένα και το άλλο. Και ο πατέρας μου ο καημένος φρόντισε να μας στείλει, για μεγαλύτερη προστασία, στην Αθήνα, να ερθούμε εδώ στην Αθήνα.

Να σας ρωτήσω όμως, εν τω μεταξύ. Ο πατέρας σας, όλο αυτό το διάστημα, που ήτανε;

Ο πατέρας μου ήταν στην Αλβανία. Ήταν διευθυντής επιχειρήσεων του τρίτου σώματος στρατού κι ήταν ίσως ο κύριος εισηγητής του σχεδίου της αντεπιθέσεως προς την Κορυτσά, που καταλάβανε την Κορυτσά. Την οποία την κατέλαβε ένας πολύ φίλος του, μπήκε μέσα. Ταγματάρχης Παλαιοδημόπουλος, νομίζω. Ήταν ο πρώτος που μπήκε, ο οποίος ήταν πόλύ φίλος και επικοινώνησαν αμέσως. «Βρε Γιάννη», του λέει. Γιάννης κι ο ένας νομίζω, Γιάννης κι ο άλλος. «Βρε Γιάννη, την πήραμε την Κορυτσά, καλά τα είχες πει». Και πήραμε την Κορυτσά.

Μάλιστα. Ωραία, να ξαναγυρίσουμε στην Αθήνα. Πώς πήγατε στην Αθήνα;

Όπως σας είπα πριν, άρχισε να μεγαλώνει η γερμανική απειλή, οπότε, ο πατέρας μου μας είπε ότι έπρεπε να φύγουμε. Βέβαια, τότε, οι μετακινήσεις ήταν πάρα πολύ δύσκολες, διότι υπήρχε πολύ μεγάλη επιβάρυνση, στο μοναδικό σιδηρόδρομο, στρατιωτικές μεταφορές, πολύς κόσμος και τα λοιπά. Οπωσδήποτε κατορθώσαμε και η μητέρα μου, μάλιστα, πήγαμε στον μακαρίτη τον Θέμελο, που ήταν και μετά υπουργός Εθνικής Αμύνης. Αυτός ήτανε τότε διοικητής της παθητικής αεράμυνας της Θεσσαλονίκης, ήτανε αξιωματικός της αεροπορίας, τον είχαν ανακαλέσει από την εφεδρεία. Ήταν κινηματίας του 1935, αλλά τον είχαν ανακαλέσει. Λοιπόν, και ήταν πολύ φίλοι και με τον πατέρα μου, γιατί ήταν και ομοϊδεάτες, να πούμε. Λοιπόν, και αυτός μας εξασφάλισε μια θέση να πάμε στην Αθήνα.

Μπήκαμε στο τρένο. Η κατάσταση μέσα στο τρένο ήτανε φοβερή. Ασφυκτικά γεμάτο. Ήμασταν σε ένα κομπαρτιμάν εκεί, η μητέρα μου, εγώ, ο αδερφός μου ο μικρός, δεν ξέρω πόσοι άλλοι, ο ένας πάνω στον άλλον. Οπωσδήποτε, είχαμε μια θέση και καθόμασταν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, ότι μαζί μας ήταν ένας άθλιος, το φωνάζω. Καθόταν απέναντι στη γωνία, με γυαλιά και έπαιζε χαρτιά με μία άλλη αθλία και ο οποίος άθλιος αυτός, ήταν και μεγάλος παράγων της Θεσσαλονίκης, ας το πω, ήταν και καθηγητής. Και μας διαβεβαίωνε όλους ότι οι Γερμανοί αγαπούν την Ελλάδα και δεν πρόκειται ποτέ να χτυπήσουν την Ελλάδα και δεν πρόκειται ποτέ οι Γερμανοί να κάνουν κακό στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ, όλος ο κόσμος ήξερε ότι οι Γερμανοί ήταν στη Βουλγαρία. Αυτός, έπαιζε χαρτιά με κάποια κυρία απέναντι, η οποία ήταν του ιδίου φυράματος και αυτή. Ξεχνιούνται;

Που να τα ξεχάσεις αυτά! Πολύ δύσκολο το ταξίδι. Για μια στιγμή, βγαίνω από το κομπαρτιμάν, να πάω στην τουαλέτα, δεν ξέρω που και τι να δω. Στο διάδρομο κοιμόταν ένας αεροπόρος. Ένας αξιωματικός της αεροπορίας, με το πουλί εδώ, ιπτάμενος και όλοι οι άνθρωποι περνούσαν με ευλάβεια γύρω του, για να πάνε λίγο παρακάτω. Δεν ήθελαν να τον ξυπνήσουν. Διότι, όλοι λέγαν ότι πολεμούσε μέχρι χτες. Πρέπει να κοιμηθεί. Πάει στο Επιτελείο και θα ξαναγυρίσει πάλι στο αεροπλάνο. Ένας αεροπόρος κοιμώμενος, με το πουλί εδώ, μια εικόνα φοβερή.

Φτάσαμε στην Αθήνα, να μην τα πολυλογούμε. Στην Αθήνα τα πράγματα εξίσου δύσκολα. Είχε μαζευτεί κόσμος, πρόσφυγες επί προσφύγων. Ευτυχώς, είχα μία ξαδέρφη, η οποία έμενε, παντρεμένη. Δεν υπάρχει τώρα, πολύ καλή πατριώτισσα, με έναν Κρητικό άντρα, ο οποίος κι αυτός καλός πατριώτης, και οι οποίοι μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους, στην οδό Κρέμου, στην Καλλιθέα. Εκεί, κοιμόμασταν στρωματσάδα κάτω, μέσα στο σαλόνι. Ήταν και μια θεία μου μαζί, με τα δυο παιδιά κι αυτή. 6 άνθρωποι, κάτω, στρωματσάδα. Και βεβαίως, η μητέρα μου άρχισε να ψάχνει να βρει κάνα σπίτι.

Από την ταράτσα της θείας μου, παρακολουθήσαμε και την ανύψωση της γερμανικής σημαίας. Κάποιος είπε ότι η σημαία των Γερμανών στην Ακρόπολη. Βγήκαμε λοιπόν όλοι στην ταράτσα και δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το θέαμα της φοβερής σβάστικας επάνω στην Ακρόπολη. Βέβαια, όλοι ευχηθήκαμε να τσακιστούν, όσο μπορούν πιο γρήγορα. Και εγώ, λέω, γιατί, η ελληνική και τα λοιπά, οπότε μετά από μερικές ώρες, ή την άλλη μέρα, δε θυμάμαι, είπαν: «Α, βάλανε και την ελληνική».

Ξανανεβαίνουμε στην ταράτσα και τι είδαμε; Η μεν γερμανική, η σβάστικα ήταν, δεν ξέρω πόσα μέτρα ψηλά, ενώ δίπλα, σε ένα πολύ χαμηλότερο κοντάρι, ήταν και η ελληνική. Βέβαια αυτό, μπορεί κανείς να το ξεχάσει; Δεν θα το ξεχάσει. Αλλά, «τύχη αγαθή», πλήρωσαν οι Γερμανοί , όσο έπρεπε να πληρώσουν και ακόμα έπρεπε να πληρώσουν, οι τότε Γερμανοί.

Μια που το αναφέρετε αυτό, σε αυτό το σημείο, θέλω να σας ρωτήσω το εξής. Είδατε τη γερμανική σημαία να κυματίζει στην Ακρόπολη. Μήπως τυχόν είδατε και την ελληνική, την υποστολή της από το Γλέζο και τον Σάντα αργότερα;

Όχι, αυτό δεν το πληροφορηθήκαμε, παρά, πολύ αργότερα. Διότι, τότε δεν υπήρχαν επικοινωνίες, καταλάβατε; Και το μάθαμε από τις διαδώσεις και τα λοιπά. Δεν το είδαμε αυτό.

Εντάξει, ωραία. Λοιπόν, να συνεχίσουμε.

Βέβαια, η ζωή ήταν δύσκολη και δεν υπήρχαν και τρόφιμα. Η μητέρα μου έτρεχε όλη τη μέρα να μας βρει φαγητό, φαγητό δε βρισκότανε. Και για πρώτη φορά, έφαγα εκεί, παιδί, τις περίφημες κολοκυθοκορφάδες. Δεν ήξερα τι ήτανε κολοκυθοκορφάδες, αλλά έμαθα τι ήτανε. Τελικά, ενώ επικρατούσε μεγάλη απελπισία, για σπίτι, τι συμβαίνει; Καμιά φορά η τύχη, ε; Η μητέρα μου, γυρίζοντας για να βρει σπίτι, συνάντησε στο δρόμο έναν παλαιό στρατιώτη του πατέρα μου στη Μικρά Ασία. Παλαιό στρατιώτη. Τον αείμνηστο Δρόσο, τον Ευάγγελο Δρόσο, ο οποίος τότε και μετά ήταν στο ΒΟΜΒΙΞ, στην εταιρεία ΒΟΜΒΙΞ. Εργάζονταν εκεί και ήταν και μέτοχος και τα λοιπά. Ήτανε στέλεχος της εταιρείας. Ο οποίος: «Α, γεια σου Ματούλα, τι γίνεσαι..», ξέρω εγώ, «Τι κάνεις εδώ;» «Ψάχνω για σπίτι». «Εγώ θα σου βρω σπίτι».

Και μας βρήκε ένα σπίτι με εφτά δωμάτια, δίπλα από το οποίο υπήρχε ένα άλλο διαμέρισμα με πέντε δωμάτια. Εφτά και πέντε, δώδεκα. Αυτά τα δωμάτια, ήταν πάνω από το τότε εργοστάσιο του Βόμβικος, που ήταν στην οδό Πειραιώς, εκεί που είναι σήμερα η πυροσβεστική υπηρεσία, κάπου εκεί, λοιπόν. Και ήταν για το προσωπικό. Το προσωπικό όμως, ήταν στον πόλεμο και ήταν άδεια. Και μείναμε λοιπόν σε 12 δωμάτια. Με τις κουβέρτες κι από ένα στρώμα ο καθένας, κοιμόμασταν κάτω. Η θεία μου φοβόταν πάρα πολύ και κάθε φορά που άκουγε τα αεροπλάνα, έπαιρνε τα παιδιά της, τυλίγονταν με μία κουβέρτα, σε ένα ντιβάνι, για να προφυλαχτούν. Και η μητέρα μου κι εγώ, να πούμε, πηγαίναμε και την πειράζαμε, πηγαίναμε και την κοροϊδεύαμε.

Βέβαια, οι μέρες ήταν σκληρές, ήρθε η διάλυση της Αλβανίας, και όλοι βλέπαμε τους στρατιώτες να γυρίζουν από την Αλβανία. Αξιωματικούς και τα λοιπά. Ο δικός μου ο πατέρας, δε γύριζε, αργούσε. Πληροφορίες, από δω από κει, ήταν χαμένος. Ήταν ένα μεσημέρι, μετά από πολλές μέρες, ενώ είχαμε ήδη αρχίσει να ανησυχούμε πάρα πολύ και στη σκάλα, ήταν μια ξύλινη σκάλα, εγώ κοιμόμουν δίπλα σε ένα δωμάτιο, άκουσα τα πατώματα, τα πατήματα. Και ήταν τα πατήματα του πατέρα μου. Σηκώνομαι λοιπόν αμέσως και λέω: «Μάνα», λέω, «έρχεται ο μπαμπάς». Χωρίς να τον δουν. Ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο μακαρίτης ο πατέρας μου, με όλη του τη στολή, αξιωματικός. Φιλιά, αγκαλιές και το ένα και το άλλο. Τι είχε συμβεί. Όταν υπέγραφαν την ανακωχή, ο Τσολάκογλου στο Βοτονόσι, στην Ήπειρο, ο πατέρας μου εξακολουθούσε να είναι στο τρίτο γραφείο. Μάζεψε όλους τους αξιωματικούς στο Επιτελείο ο Τσολάκογλου και είπε θα κάνουμε την ανακωχή.

Όλοι, είπαν ναι. Ο πατέρας μου είπε όχι. Και του λέει: «Ρε Γιάννη, τι θα κάνουμε;» Και του είπε: «Άκουσε στρατηγέ, είσαι ο πρώτος Έλληνας στρατηγός, ο οποίος νίκησε ευρωπαϊκό στρατό, τους Ιταλούς. Δεν πρέπει να παραδοθείς». Δεν τον άκουσε. Επειδή είδε ότι όλοι οι υπόλοιποι ήταν υπέρ της ανακωχής, από βραδύς, πήρε τους ανθρώπους του επιτελείου του, άλλους δυο τρεις αξιωματικούς, και έναν στρατιώτη, Μεσινάς λεγόταν από τον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, ένα λεβεντόπαιδο και βουνό βουνό. Είχε συμβουλεύσει πρώτα. Ο Τσολάκογλου τον ρώτησε: «Και τι να κάνουμε ρε Γιάννη;», «Να πάρουμε τα βουνά», του λέει «στρατηγέ». Δεν τον άκουσε και πήρε τα βουνά μόνος του. Και από βουνό σε βουνό, για να μην κατέβει κάτω, γιατί οι Γερμανοί τους πιάνανε στο δρόμο, τους έπαιρναν τα πορτοφόλια, τα λεφτά, τους έδερναν, διάφορους ευτελισμούς, να πούμε και δεν κέρδιζαν και τίποτα. Από βουνό σε βουνό, για να μην έρθουν σε επαφή με Γερμανούς, ήρθε μέχρι τη Αθήνα.

Αλλά, είχε και ένα άλλο πρόβλημα. Ένα προσωπικό πρόβλημα. Δεν ήθελε, σαν καλός αξιωματικός που ήταν και έντιμος, να παραδώσει το πιστόλι του στον εχθρό. Είχε ένα πιστόλι, παραμπέλουμ, το οποίο το είχε πάρει μετά από μία συμπλοκή, είχε πέσει σε μια ενέδρα με Τούρκους έξω από τη Σμύρνη. Σκότωσαν έναν υπολοχαγό οι Τούρκοι, μπαμ μπουμ με τους υπολοίπους, σκότωσαν ένα επιλοχία Τούρκο και από αυτόν πήρε το πιστόλι, λάφυρο. Δεν ήθελε λοιπόν, το λάφυρο, να το παραδώσει στους Γερμανούς. Και το έφερε, από βουνό σε βουνό, μέχρι εκεί. Βέβαια, την εποχή εκείνη, που να κρατήσεις όπλο μες στο σπίτι. Εάν κρατούσες όπλο και κάποιος σε πρόδιδε, οι Γερμανοί σε εκτελούσαν στην αυλή, αμέσως. Δεν υπήρχε. Υπήρχαν εκτελέσεις Γερμανών, είχαν εκτελέσει ανθρώπους, επειδή τους βρήκαν δυο σφαίρες, ξέρω εγώ. Πάντως, το πιστόλι σώθηκε.

Το έχετε; Το έχετε σώσει μέχρι σήμερα;

Μου το κλέψανε.

Αλήθεια;

Μπήκαν μες στο σπίτι, μην το αναφέρεις αυτό.

Λοιπόν. Οπότε, σε μια Αθήνα υπό κατοχή;

Ο καιρός περνούσε, η ζωή ήταν δύσκολη, έπρεπε να γυρίσουμε πίσω πλέον. Ήμασταν από τη Μακεδονία, από τη Θεσσαλονίκη, εκεί ήταν το πατρικό μου σπίτι. Βέβαια, το οποίο σπίτι μετά μάθαμε ότι το είχαν πάρει οι Γερμανοί, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, πήγαν στο σπίτι, πήραν τα πάντα. Η μητέρα μου οτιδήποτε πολύτιμο είχε, κάτι σερβίτσια θυμάμαι, διότι ήταν πολύ καλή νοικοκυρά και της άρεσαν πολύ τα ωραία πράγματα, τα είχε ασφαλίσει στο υπόγειο.

Διότι είχε και μπετόν από πάνω, ήταν ασφαλισμένο το υπόγειο, αντιαεροπορικό. Και οι Γερμανοί, όπως τα βρήκαν εκεί συσκευασμένα, τα έστειλαν στη Γερμανία. Βέβαια, τα σερβίτσια αυτά μπορεί να γλίτωσαν από το γερμανικό βομβαρδισμό, αλλά 100% δε θα γλίτωσαν από το βομβαρδισμό των Συμμάχων στη Γερμανία. Διότι, όπως ξέρετε, τη Γερμανία την είχαν κονιορτοποιήσει αυτοί.

Οπότε, εκεί δε θα γλίτωναν;

Ναι, δε θα γλίτωσαν εκεί.

Όμως, είναι σημαντικό το γεγονός, ότι οι κατακτητές ήρθανε, δεν είχαν επιμελητεία. Ο μοναδικός στρατός που δεν είχε επιμελητεία.

Ναι, ναι. Έμεναν σε σπίτια.

Έμεναν σε σπίτια. Επιτάξανε το σπίτι σας, έτσι;

Δεν το επιτάξανε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Η επίταξη σημαίνει κάποια διαδικασία, να πούμε. Το βρήκαν κλειστό, έσπασαν την πόρτα, μπήκαν μέσα, πήραν ό,τι ήταν να πάρουν. Είχαμε κάτι ωραία καρυδένια κρεβάτια, να πούμε, που κοιμόμασταν εκεί, τα έβαλαν στο μπάνιο. Είχαμε ένα μπάνιο εκεί, τα έβαλαν στη μπανιέρα από κάτω και πατούσαν εκεί για να μην πατάνε στο μάρμαρο, που ήταν κάτω. Ε, μετά, πήγαμε στο σπίτι. Ένας θείος μου, ευτυχώς, που έμενε στη Θεσσαλονίκη, διέσωσε ορισμένα πράγματα, κάτι πολύ λίγα, τα οποία μας βοήθησαν μετά. Διότι, μετά από καιρό, οι Γερμανοί το εγκατέλειψαν το σπίτι. Και όταν εγκατέλειψαν οι Γερμανοί το σπίτι, πήγαμε εμείς. Και ήταν σε αθλία κατάσταση.

Εσείς, λοιπόν, πότε επιστρέφετε Θεσσαλονίκη;

Δε θυμάμαι ακριβώς χρονικά πότε.

Περίπου.

Επιστρέψαμε καλοκαίρι, ήταν προς το φθινόπωρο. Βέβαια, η επιστροφή ήταν πολύ δύσκολη, διότι, δεν υπήρχε σιδηροδρομική συγκοινωνία. Στα Τέμπη, οι υποχωρούντες Άγγλοι και οι προελαύναντες Γερμανοί, είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες και όλη την επικοινωνία. Και έπρεπε να πας με τρένο, κάτι φορτηγά, διότι τα καλά βαγόνια τα είχαν οι Γερμανοί, στους Έλληνες έδωσαν τα φορτηγά. Φορτωμένοι πάνω σε φορτηγά, αυτά που είναι άνδρες τόσοι και ίπποι τόσοι, φτάσαμε μέχρι τα Τέμπη, εκεί κατεβήκαμε, πήραμε στην πλάτη ο καθένας ό,τι μπορούσε να κουβαλήσει από τα πράγματά μας, περπατήσαμε και πήγαμε στην άλλη μεριά που είχαν κατέβει μερικά βαγόνια, πάλι εμπορικά, από τη Θεσσαλονίκη. Είχαν διασωθεί και με αυτά φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη.

Μάλιστα. Που μείνατε;

Εκεί μείναμε σε μία θεία μου για ένα διάστημα και μετά, επειδή οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το σπίτι, πήγαμε στο σπίτι.

Μάλιστα.

Το οποίο βέβαια ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, προσπαθήσαμε να το φτιάξουμε εκεί, ο μακαρίτης ο πατέρας μου και τα λοιπά.

Δηλαδή;

Εκεί αρχίζει η ζωή, η κατοχική ζωή στη Θεσσαλονίκη.

Να ρωτήσω κάτι. Μιλάμε για 1942 πια;

Όχι. Ήμασταν τέλη 1941.

Α, 1941 ακόμα. Ωραία, ωραία.

Τέλη 1941.

Μάλιστα.

Αρχίζει εκεί η κατοχική ζωή στη Θεσσαλονίκη. Η κατοχική ζωή, ήταν μια πολύ σκληρή ζωή. Δεν υπήρχε φαγητό. Ε, τα Χριστούγεννα του 1941, προς το 1942, πατέρας μου, δεν ξέρω που, είχε βρει δύο μικρά ψάρια του γλυκού νερού, με τα οποία κάναμε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Κι από το οποίο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, έφαγα εγώ, ο αδερφός μου και η μητέρα μου. Ο πατέρας μου δεν έφαγε, διότι, δεν έτρωγε. Ε, δεν είχαμε ψωμί. Αντί για ψωμί, είχαμε μία μπομπότα, από, πώς το λένε, από καλαμπόκι, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή μπομπότα, που δίνει εδώ παρακάτω, ο φούρνος μας και η οποία είναι αρίστη.

Δεν ξέρω που, μετά από καιρό, ο μακαρίτης ο πατέρας μου, βρήκε ένα στρογγυλό τενεκέ, που είχε μέσα σαρδέλες παστές, αντσούγιες. Από αυτές λοιπόν, κάθε πρωί, πίναμε ένα τσάι του βουνού, στο οποίο βάζαμε αντί, δεν υπήρχε ζάχαρη, βάζαμε χαρουπίνη, ένα μαύρο αυτό από χαρούπια. Λοιπόν, κάθε πρωί, η μητέρα μου, εγώ και ο αδερφός μου, τρώγαμε από μία σαρδέλα, μαζί με χαρουπίνη και με μπομπότα. Ο πατέρας μου, έτρωγε μέρα παρά μέρα, για να φτάσουν οι σαρδέλες, να μη γίνεται μεγάλη κατανάλωση. Αυτή ήταν η ζωή εκεί. Η αρχική ζωή της κατοχής. Ένα άλλο, μπαίνουμε στο 1942 τώρα, που θυμάμαι, από την κατοχική ζωή, ήταν το δράμα των Εβραίων. Πρέπει να το πω αυτό.

Μία μέρα, σε ένα μεγάλο οικόπεδο που ήταν μπροστά από το σπίτι μας, συνάντησα ένα νέο παιδί, το οποίο ήταν σε κακά χάλια, λιποθυμισμένος, πεσμένος σε μια γωνιά. Πήγα κοντά, δε μιλούσε, λίγο τέλος πάντων, από δω από κει, τι να κάνω, χωρίς να ξέρω ο καημένος ότι ήταν Εβραίος, τον πήρα να τον πάω στο σπίτι. Τον πήρα στο σπίτι.

Στη διαμονή μας στην Αθήνα. Στη διαμονή μας στην Αθήνα, είχαμε ένα φίλο, πάλι πρόσφυγα από τη Θεσσαλονίκη, τον έλεγαν Νίκο. Ένας πολύ καλός φίλος του πατέρα μου, ο οποίος όμως, όπως και όλοι οι άλλοι, ήταν απηυδισμένος. Η ίδια μανία είχε κατακτήσει τον κόσμο όλον. Ο πατέρας μου, του έλεγε: «Νίκο, η Αγγλία χάνει τις μάχες, αλλά κερδίζει τους πολέμους». «Νίκο, η Αμερική θα βγει στον πόλεμο». Σε μια εποχή, που, «Και όταν, Νίκο, οι Αμερικανοί θα πάψουν να κάνουν ψυγεία και κουζίνες και όλα αυτά τα ηλεκτρικά», τα οποία τα ξέραμε από ακοής, δεν τα είχαμε δει ακόμη, «και κάνουν αεροπλάνα, τα αεροπλάνα, Νίκο, θα σκεπάσουν όλο τον ουρανό και δε θα υπάρχει ούτε ένα από τα αμερικάνικα που βλέπεις».

Ο Νίκος λοιπόν, έπαιρνε κουράγιο και ρωτούσε, «Ρε Γιάννη, αλήθεια;» «Ακου τι σου λέω», του έλεγε ο άλλος. Εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει και η εισβολή των Αμερικανών στην Κρήτη. Πετούσαν λοιπόν τα μεγάλα αεροπλάνα.

Των Γερμανών;

Ναι. Εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει και η εισβολή των Γερμανών στην Κρήτη. Περνούσαν λοιπόν τα μεγάλα Γιούνγκερς που μετέφεραν τους αλεξιπτωτιστές και εμείς απάνω στη ταράτσα, προσπαθούσαμε να δούμε πόσα πηγαίνουν και πόσα έρχονται. Χαιρόμασταν αν κάποτε βλέπαμε ότι ήταν κάνα λιγότερο. Λέγαμε, το ρίξαμε αυτό. Βέβαια, δεν μπορούσαμε να υπολογίζουμε, απλώς, ήταν τα αισθήματα μας. Με τα αισθήματα το ρίξανε.

Πολύ ωραία. Τώρα, να πούμε για τους Εβραίους.

Ναι. Το πρόβλημα των Εβραίων ήταν μεγάλο. Θυμάμαι ότι στο σπίτι μας κοντά, έμενε μία οικογένεια εβραϊκή, πάρα πολύ καλή οικογένεια. Με τους οποίους είχαμε καλές φιλικές σχέσεις, πάρα πολύ καλές. Λόγω του διωγμού, των απειλών που υπήρχαν στην αρχή, μας είχαν παρακαλέσει να φέρουν δύο, τους είχε πει ο πατέρας μου, φέρτε δύο πράγματα εδώ, δύο μπαούλα, ξέρω εγώ, τα πολυτιμότερα πράγματα, επειδή κατέστρεφαν τα σπίτια οι Γερμανοί, να τα φυλάξουμε εμείς κι όταν με το καλό περάσει η μπόρα, να τα πάρετε.

Πράγματι, νομίζω ότι μας είχαν φέρει, ένα δύο μπαούλα, δε θυμάμαι καλά, κάτι τέτοιο, τα οποία βέβαια, τους τα επιστρέψαμε μετά, διότι, ευτυχώς, η οικογένεια αυτή γλίτωσε. Γλίτωσε το διωγμό, κρύφτηκαν οι άνθρωποι, τους βοηθήσαμε κι εμείς και κρύφτηκαν και γλίτωσαν. Ήταν μία πάρα πολύ καλή οικογένεια, η οποία νομίζω ότι υπάρχει ακόμα στη Θεσσαλονίκη, πάρα πολύ καλή. Λοιπόν, μια μέρα έξω από το σπίτι, στο οικόπεδο, βλέπω ένα παιδί λιποθυμισμένο. Τι να κάνω ο καημένος, τον πήρα σιγά σιγά στην αγκαλιά μου, τον υποβάσταγα, να τον πάω στο σπίτι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, ότι μόλις τον πήγα στο σπίτι, με ρώτησε η μητέρα μου: «Βρε παιδάκι μου, τι να τον κάνω; Τι να του δώσω;» Δεν είχαμε τίποτα να του δώσουμε. Οπότε, μετά σκέφτηκε: «Α, θα του δώσω λίγο χαρουπίνη». Και θυμάμαι ότι του έδωσε δύο τρεις κουταλιές χαρουπίνη και ο άνθρωπος συνήλθε. Αλλά, βέβαια, δεν μπορούσαμε να τον κρατήσουμε στο σπίτι, τι θα τον κάναμε;

Τι ήταν αυτός ο άνθρωπος;

Τον πήρα και τον ξαναπήρα πάλι εκεί που τον βρήκα. Και του λέω: «Θα έρθω αύριο, θα σου φέρω πάλι χαρουπίνη». Πήγα την άλλη μέρα και του ξαναπήρα χαρουπίνη. Τότε μου είπε ότι ήταν Εβραίος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν τον ξαναείδα.

Του έδωσα χαρουπίνη για τελευταία φορά, την άλλη μέρα δεν υπήρχε εκεί. Επίσης, θυμάμαι πάρα πολύ καλά, ότι ο πατέρας μου είχε δύο Εβραίους ιπποκόμους. Οι αξιωματικοί τότε είχαν ιπποκόμους. Ο ένας λεγόταν Γεσούα κι ο άλλος λεγόταν Μαλάχ. Αυτοί λοιπόν, ακολούθησαν το διωγμό, μπήκαν σε ένα γκέτο που είχαν οι Γερμανοί, πριν να τους διώξουν και τα λοιπά. Ο πατέρας μου επειδή παρακολουθούσε, εν τω μεταξύ είχε μπει και στην Αντίσταση και τα λοιπά, πήγε και τους είπε: «Να μη φύγετε, να μην ακολουθήσετε τι σας λένε οι Γερμανοί . Να έρθετε, θα σας πάρουμε εμείς, θα σας στείλω εγώ στο χωριό μου», στο χωριό του, δεν ξέρω, ένα άλλο χωριό, «να καθίσετε εκεί, να περάσει ο διωγμός». Δεν τον άκουσαν.

Και, μετά την απελευθέρωση, μία μέρα ήμουνα στο μπαλκό, στο παράθυρο και βλέπω τον έναν από τους δύο, τον Μαλάχ, να στρίβει τη γωνία και να έρχεται. Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Μπαίνω μέσα, «Μπαμπά», λέω, «ο Μαλάχ». Ώσπου να πω μπαμπά, ήταν μάλλον πρωί, ο πατέρας μου δεν είχε φύγει ακόμα, με τη στολή του ακόμα και τα λοιπά. Λοιπόν, ώσπου να πω ο Μαλάχ εκεί και τα λοιπά, χτυπάει η πόρτα, η σιδερένια, σε ένα άλλο σπίτι που μέναμε, ανοίγει, μπαίνει ο Μπαλάχ μέσα, μόλις μπήκε τον αγκαλιάσαμε όλοι και τι μας είπε ο άνθρωπος;

«Αχ, κύριε συνταγματάρχα, δε σε άκουσα και είδα τις φλόγες που έκαιγαν την οικογένειά μου». Αυτός είχε γλιτώσει, διότι, επειδή ήταν νέος, τον είχαν πάρει οι Γερμανοί και δούλευε στο Πένε Μούντε, εκεί που είχαν τις βάσεις των πυραύλων εναντίον της Αγγλίας. Όπως μου είπε, ήταν όλη τη μέρα στα νερά, μέχρι τη μέση, στα υπόγεια. Δεν τους ανέβαζαν καθόλου, κάτω στο βάθος, να πούμε των πηγαδιών. Μια μέρα, δεν κατέβηκαν οι Γερμανοί. Δυο μέρες, δεν κατέβηκαν οι Γερμανοί. Βρε, τι θα γίνει; Άρχισαν να ξεπροβάλλουν οι άνθρωποι και να βλέπουν προς τα πάνω, στην οροφή του πηγαδιού. Οπότε, ένας από όλους λέει: «Αυτοί δε μιλάνε γερμανικά, μιλάνε αγγλικά». Ήξερε αγγλικά. Ήταν οι Άγγλοι, που είχαν πάει εκεί και οι οποίοι Άγγλοι κι αυτοί δεν ήξεραν τι ήταν στο βάθος του πηγαδιού. Και κατέβηκαν με προφυλάξεις και με τα πιστόλια στο χέρι, διότι νόμιζαν ότι ήταν Γερμανοί.

Αυτό στο τέλος του πολέμου, δηλαδή.

Στο τέλος. Αυτή είναι ιστορία.

Απίστευτη ιστορία.

Απίστευτη ιστορία, για αυτό σας τη λέω.

Θα μπορούσε να γίνει σενάριο για ταινία.

Ταινία. Ρωτήσαμε για τον άλλον, τον Γεσουά και μας είπε ότι και αυτού την οικογένεια την είχανε εξοντώσει, αλλά αυτός είχε γλιτώσει, διότι ήτανε υποδηματοποιός και τον είχαν σε ένα εργοστάσιο οι Γερμανοί κι έκανε μπότες. Στο τέλος όμως, τον σκότωσαν κι αυτόν. Κι έτσι, από όλους αυτούς, γλίτωσε μονάχα ο Μαλάχ.

Μάλιστα. Πολύ ωραία ιστορία αυτή.

Ναι.

Πώς το είπατε το μέρος αυτό που φτιάχνανε, οι ήταν οι πύραυλοι των;

Πένε Μούντε. Είναι ένα νησάκι στην Ελιγολάνδη, κοντά πάνω, στα βόρεια παράλια της Γερμανίας.

Μάλιστα.

Κι από εκεί έριχναν.

Πολύ, πολύ ωραία ιστορία. Λοιπόν, να πούμε τώρα για τους Εβραίους.

Αυτά με τους Εβραίους.

Αυτό ήτανε το πρώτο περιστατικό.

Ναι, για να δω τώρα. Θυμάμαι κι ένα άλλο, ένα άλλο που έχει αξία πάλι με τους Γερμανούς στην Αθήνα, πριν να φύγουμε. Μια μέρα, γυρίζοντας στο σπίτι, ένα μεσημέρι, πήγαμε να, πήγαμε να διασχίσουμε ένα δρόμο. Εγώ κρατούσα τον πατέρα μου, με κρατούσε από το χέρι και η μάνα μου από την άλλη μεριά. Λοιπόν, περνούσαν κάτι Γερμανοί στρατιώται με τα πόδια, οπότε πήγα, εγώ πήγα να περάσω. Με παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου, με τραβάει πίσω: «Άσε να περάσουν αυτά τα γαϊδούρια. Είναι ανώτερη φυλή». Δεν ήξερα τι θα πει. Μετά, άρχισα να ρωτάω. Και κατάλαβα τι θα πει ανώτερη φυλή, τι λέγανε οι Γερμανοί. «Άσε να περάσουν αυτά τα γαϊδούρια, είναι ανώτερη φυλή». Και τώρα «Ρε μπαμπά», του λέω, «γαϊδούρια και ανώτερη φυλή, γίνεται;» «Γαϊδούρια είναι, γαϊδούρια είναι». Αυτοί ήτανε. Αυτά. Σας δίνω μερικά ενσταντανέ της εποχής.

Καλά κάνετε, μας αρέσουν πολύ αυτά.

Από παιδικές αναμνήσεις.

Πολύ ωραία.

Παιδικές αναμνήσεις.

Λοιπόν, θα ήθελα να μας μιλήσετε ως ιστορικός τώρα.

Ναι. Γυρίζουμε στην Αθήνα τώρα, στη Θεσσαλονίκη.

Θεσσαλονίκη.

Βέβαια. Εκεί, αρχίζει μια άλλη ζωή. Μια άλλη ζωή. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός και μάλιστα ήταν και από τους αξιωματικούς που δεν το έβαζαν και κάτω, να πούμε. Κι επιπλέον, ήταν και νικηταί της Αβανιάς. Αμέσως, ήρθε σε επαφή με άλλους συναδέρφους. Αρχικά, οργάνωσαν ένα δίκτυο πληροφοριών. Ένα δίκτυο πληροφοριών. Και θυμάμαι το εξής, ότι μία μέρα, πήγε στον κήπο μας, είχαμε έναν κήπο, ήταν εξοχικό το σπίτι, έσκαψε κάπου εκεί και έβγαλε και μου έδωσε δύο μπουκάλια από μουστάρδα. Ακόμα τα βλέπω μπροστά μου. Με κόκκινο, με κόκκινο, πώς το λένε;

Κούμπωμα.

Αυτό. Στόμιο πάνω, το οποίο άνοιγε και έκλεινε. Μου λέει, θα πάω, λέει, κάπου, θα με ακολουθήσεις. Θα έχεις αυτά τα μπουκάλια στην τσέπη, αλλά δε θα είσαι μαζί μου, θα ακολουθείς από μακριά. Ώ βέβαια, είχα αρχίσει να ψυλλιάζομαι. Ε, έτσι κι έγινε. Τον ακολούθησα λοιπόν, πήγαμε μέχρι το τραμ, ήμασταν μακριά από το τραμ, μπήκαμε μες στο τραμ, χωριστά εγώ, χωριστά εκείνος και κατεβήκαμε κοντά στην Τράπεζα της Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη, σε μια πολυκατοικία απέναντι. Τον βλέπω μπαίνει σε μια πολυκατοικία και εξαφανίζεται. Για μια στιγμή δίστασα. Αλλά, αφού μου είχε πει να τον ακολουθήσω, πήρα από πίσω, μπήκα κι εγώ στην πολυκατοικία.

Τίποτα, η πολυκατοικία κενή. Άρχισα να ανεβαίνω επάνω. Εκεί που ανέβαινα μόνος μου, ανοίγει μια πόρτα ξαφνικά, βγαίνει κάποιος από μέσα, μου βουτάει τα δύο, τα δύο μπουκάλια, μου τα παίρνει από την τσέπη και μου είπε μία λέξη: «Πήγαινε». Κι έφυγα. Μετά από λίγο καιρό, έγινε ένας φοβερός βομβαρδισμός στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Με πολύ μεγάλη επιτυχία. Κατέστρεψαν πολλά γερμανικά αεροπλάνα. Και μεταπολεμικά, πολύ μετά μεταπολεμικά, έμαθα ότι στα μπουκάλια αυτά, υπήρχαν ορισμένα σχέδια του αεροδρομίου και των γερμανικών αεροπλάνων, τα οποία τα είχε κάνει ένας αξιωματικός της αεροπορίας και τα οποία τα έστειλαν με ένα μυστικό ασύρματο τότε, στη Μέση Ανατολή και ήρθαν τα αγγλικά αεροπλάνα, νομίζω και μερικά ελληνικά και βομβάρδισαν το περίφημο ΣΕΔΕΣ με φοβερή επιτυχία και πολλές απώλειες των Γερμανών.

Εκεί βέβαια τώρα, στη Θεσσαλονίκη, η κατάσταση ήταν λίγο διαφορετική από την Αθήνα, διότι, όπως είναι γνωστό, την εποχή εκείνη, οι Βούλγαροι, με τους οποίους τότε ήμασταν άσπονδοι εχθροί, είχαν καταλάβει την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Και όχι μόνο είχαν καταλάβει, αλλά, είχαν, προσπαθούσαν να εκβουλγαρίσουν τον πληθυσμό. Δηλαδή, είχαν απαγορεύσει κάθε ελληνική αρχή. Στην κατοχή, στην κατεχόμενη Ελλάδα υπήρχε, ας πούμε, υπήρχαν ελληνικά δικαστήρια, υπήρχε ελληνική χωροφυλακή, υπήρχαν ορισμένες διοικητικές αρχές, ελληνικές. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Όλα ήταν βουλγάρικα. Και οι παπάδες ακόμα, ήταν Βούλγαροι. Βέβαια, όχι μόνον αυτό, αλλά, εάν στο δρόμο, σε άκουαν να φωνάξεις από μακριά, στα ελληνικά «Γιώργο, Κώστα, έλα δω και τα λοιπά», εάν σε άκουγε κανένας Βούλγαρος σε έσπαγε στο ξύλο γιατί μιλούσες ελληνικά. Είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο αφηνιασμού, ώστε στα νεκροταφεία ακόμα, είχαν αλλάξει τα ονόματα των αποθανόντων. Εκεί που λέγε, ξέρω εγώ, Γεωργιάδης, αυτοί έγραψαν Γεοργιέφ. Γεωργιάδης λεγόταν ο αποθανών, αυτοί όμως γράψαν Γεοργιέφ. Ή εκεί που έλεγε Αθανασιάδης, έγραψαν Αθανάσοφ, προσπαθώντας να εκβουλγαρίσουν.

Εκτός από αυτό, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν και μία προπαγάνδα βουλγαρική, στην υπόλοιπη Μακεδονία. Βοηθούμενοι μαζί, με τους ανθρώπους του Τίτο. Κι αυτοί μαζί. Ο πατέρας μου εκεί, μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματικούς, βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση φοβερή. Από τη μια μεριά οι Γερμανοί, οι οποίοι ήταν, δε δέχονταν μύγα στο σπαθί τους κι από την άλλη μεριά οι Βούλγαροι, απόγονοι των Κομιτατζήδων και τα λοιπά.

Είπαν ότι πρέπει να γίνει μια αντίδρασις, πρέπει κάτι να κάνουν. Κι από πρωτοβουλία δική του, πήρε κι άλλους τρεις αξιωματικούς, τους οποίους γράφω και στο βιβλίο μου με τα ονόματα, δεν ξέρω

Μπορείτε να επαναλάβετε;

Ναι. Πήρε τον Εξάγγελο Δόρτα, το Θωμά το Μπάρμπα και τον Σακελαρίδη Γιάννη Σακελαρίδη, νομίζω και αυτοί οι τέσσερις, μαζεύτηκαν ένα μεσημέρι σε ένα διαμέρισμα της οδού, Πολωνίας την λέγαμε τότε, τώρα λέγεται κάπως αλλιώς, νομίζω Σβώλου, κάπως έτσι λέγεται, ε; Λοιπόν, και υπέγραψαν ένα πρωτόκολλο, πρωτόκολλο τιμής και πρωτόκολλο ιδρύσεως μιας προσπάθειας αντίθετης προς την επικρατούσα κατάσταση. Ακόμα δεν υπήρχε η λέξις, αντίστασις. Ήταν όμως η πρώτη κίνησις, από ότι ξέρω τουλάχιστον, έχω ψάξει κι έχω δει, αυτή, έχω ασχοληθεί πάρα πολύ.

Ήταν μία από τις πρώτες, για να μην πω η πρώτη, αντιστασιακή κίνησις στον ελληνικό βορά και κατα επέκταση και σε όλη την Ελλάδα. Νομίζω, ότι ανάλογες πρωτοβουλίες είχαν κάποιοι αξιωματικοί στο 542, λίγο αργότερα και μία ομάδα αξιωματικών στην Κρήτη, νομίζω. Λίγο αργότερα, όμως.

Μιλάμε για πότε, όμως, ακριβώς;

Η υπογραφή του πρωτοκόλλου έγινε στις 10 Ιουλίου του 1941, Ιούλιος 1941. Εποχή, δηλαδή, που οι Γερμανοί αντίκριζαν τη Μόσχα. Και η κυριαρχία της Γερμανίας, ήταν τεραστία. Ήταν το climax της χιτλερικής Γερμανίας. Οι άνθρωποι αυτοί, μαζεύτηκαν εκεί, εν πλήρη επίγνωση και είπαν ότι θα αγωνιστούμε. Ήταν και οι τέσσεροι πολεμιστές της Αβανιάς. Νικηταί. Δεν μπορούσαν ποτέ να δεχθούν, ότι θα μπορούσαν να υποκύψουν. Ήταν 4 Μακεδονόπουλα, όλα από τα μέρη της Μακεδονίας, Μακεδόνες γεροί και αποφασισμένοι για τα πάντα.

Πώς λεγόταν;

Η πρώτη προσπάθεια που έκαναν την ονόμασαν Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδας. Διότι είδαν ότι η κατάσταση στη Βόρειο Ελλάδα, ήταν διαφορετική από την κατάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Εξαιτίας της διπλής κατοχής;

Εξαετία της πολλαπλής κατοχής, διότι ήταν, Ιταλοί στη δυτική Μακεδονία, Γερμανοί στην κεντρική Μακεδονία, Βούλγαροι στην ανατολική Μακεδονία, plus, Κομιτατζήδες. Άτακτοι και τακτικοί Βούλγαροι. Δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόβλημα τότε. Αυτοί οι περίφημοι Σλαβομακεδόνες, ενεμφανίστηκαν μετά.

Καλά, ναι.

Τότε ήτανε Βούλγαροι. Εγώ βέβαια, σε όλη την κατοχική περίοδο, πήγαινα και στο σχολείο, πήγαινα στο γυμνάσιο. Αλλά, στο 1ο γυμνάσιο, στο οποίο πήγαινα, το κτίριο το είχαν καταλάβει οι Γερμανοί. Οι Γερμανοί τότε καταλάμβαναν όλα τα μεγάλα κτίρια της Θεσσαλονίκης. Κάπου αλλού βρήκαν ένα άλλο σχολείο, ένα άλλο μεγάλο κτίριο, μας έβαλαν εκεί και τα λοιπά. Κάθε πρωί που πηγαίναμε, έπρεπε να πούμε την προσευχή. Τότε λέγαμε την προσευχή. Βέβαια, όλα τα παιδιά εμείς, μετά την προσευχή, αυτομάτως, είχαμε συνεννοηθεί μεταξύ μας και λέγαμε τον εθνικό ύμνο. Τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο. Οι δάσκαλοι, έβγαιναν από πάνω κι έλεγαν: «Οι Αρχές κατοχής», θυμάμαι, «απαγορεύουν οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση, πλην της προσευχής». Αλλά εμείς όμως, λέγαμε τον εθνικό ύμνο. Τελείωνε ο εθνικός ύμνος και μετά μπαίναμε στην τάξη.

Υπάρχει κι ένα άλλο. Στο διάστημα που οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να επιβάλουν την τάξη, θυμάμαι έναν αείμνηστο καθηγητή, Κοκκίνη τον έλεγαν, ο οποίος, ενώ μπροστά μας έλεγε, κουνούσε τα χέρια του και έλεγε απαγορεύεται και τα λοιπά, μετά γύριζε την πλάτη και είχε τα χέρια από πίσω και κουνούσε το δάχτυλο και κρατούσε τη μουσική, τη μουσική του εθνικού ύμνου. Καταλάβατε; Όταν το βλέπαμε αυτό εμείς βέβαια, ο εθνικός ύμνος ανέβαινε στον ουρανό επάνω.

Φοβερό, έτσι;

Λίγο παραπάνω ήταν και η εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι Βούλγαροι, η προπαγάνδα η βουλγαρική. Πείνα μεγάλη, φοβερή τότε, ε; Είχε πάρει ορισμένα παιδάκια κι ορισμένες οικογένειες πτωχών, τους οποίους τους πλήρωνε και τους έγραφε σε μία, σε ένα τεφτέρι. Είχαν κάνει μια λέσχη εκεί, ότι ήτανε Βούλγαροι. Ήταν Έλληνες, αλλά τους παίρνανε εκεί, πήγαιναν να φάνε.

Μόλις τελείωνε το δικό μας το σχολείο, όλοι περνάγαμε μπροστά από το δήθεν βουλγαρικό σχολείο. Και όλοι από πριν, είχαμε φροντίσει στις τσάντες μας, είχαμε από δυο τρεις πέτρες και τις πετούσαμε όλοι μέσα κει. Και φεύγαμε.

Τώρα, αυτά, σας τα έλεγε κανένας να τα κάνετε;

Κανείς δε μας τα έλεγε, μεταξύ μας. Κανείς δεν τα έλεγε. Τον εθνικό ύμνο δεν ξέρω ποιος είχε την αυτή. Αλλά, ήμασταν όλοι αποφασισμένοι, να πούμε. Θυμάμαι και ένα άλλο το οποίο ήταν και λίγο κωμικό, να πούμε. Μια φορά ήρθε ένα παιδί, ένας συμμαθητής μου, δεν θέλω να πω το όνομά του, ο οποίος, τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί στο δρόμο και τον είχαν δείρει. Δεν ξέρω γιατί, κάποιο επεισόδιο. Βγαίνει λοιπόν κάποιος έξυπνος και λέει: «Α, τον έδειραν», λέει, « ο πατέρας του». Ήταν δικηγόρος, ξέρω εγώ. «Είχε σπουδάσει στη Γερμανία. Για αυτό τον δείρανε. Και δεν είναι τώρα μαζί με τους Γερμανούς». Βέβαια ο άνθρωπος, το παιδί ήταν θύμα. Κάποιος Γερμανός τον είχε δείρει, αλλά θέλω να πω τις διαδόσεις οι οποίες βγαίνανε, να πούμε, έτσι στα καλά καθούμενα.

Ναι, για πείτε μας λίγο για τους υπέρ για την ΥΒΕ, για τους υπερασπιστές.

Λοιπόν, μπαίνουμε τώρα στην αντίσταση. Οι Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος, βέβαια, άρχισαν να μυούν ο ένας τον άλλον, να επεκταθούν. Και κατάφεραν, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, να ιδρύσουν διάφορα άλλα, ε, υποκαταστήματα, υποεπιτροπές, όπως τις έλεγαν, στη Φλώρινα, στην Καστοριά, στην Κοζάνη, στο Κιλκίς, σε όλες τις, στη Νιγρίτα, στη Χαλκιδική. Και προσπαθούσαν να οργανώσουν την αντίσταση. Προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή και με την ελληνική κυβέρνηση, την εξόριστη. Πράγματι, έφυγε ένας συνταγματάρχης από κει πέρα πάνω, δε θυμάμαι πως τον έλεγαν, ο οποίος έφυγε. Είχε οργανώσει ένα δίκτυο, η οργάνωση είχε οργανώσει ένα δίκτυο διαφυγής καταδιωκόμενων, μέσω Χαλκιδικής. Στο Πόρτο Κουφό, εκεί που είναι το Πόρτο Καρρά, σήμερα και τα λοιπά.

Εκεί, στο Πόρτο Κουφό, το οποίο ήταν βάση υποβρυχίων γερμανικών, διότι το λιμάνι έχει πολύ μεγάλο βάθος και πήγαιναν τα υποβρύχια μέχρι μέσα εν καταδύσει. Αλλά, από το ίδιο όμως λιμάνι, έφευγαν και τα ψαροκάικα, μόλις έπεφτε το σκοτάδι και πριν να βγει καλά καλά το πρωινό της άλλης μέρας, είχαν φτάσει στα τουρκικά παράλια. Από κει λοιπόν, ήταν η οδός διαφυγής, το οργανωμένο αυτό δίκτυο, το οποίο, μέσω του οποίου διασώθηκαν και πολλοί Άγγλοι αιχμάλωτοι, οι οποίοι είχαν διαφύγει και τους έκρυβαν διάφορες οικογένειες, στη αρχή, οι Άγγλοι, τους κρύβανε οικογένειες, αλλά, υπήρχε πρόβλημα διατροφής των Άγγλων. Οι οικογένειες τους έκρυβαν αυτούς που είχαν γλιτώσει, που είχαν μείνει, αλλά, τι να φάνε. Και η οργάνωσις κατάφερε και οργάνωσε ένα δίκτυο διαφυγής, σιγά σιγά τους, έστελνε προς τα κει.

Είχαν κάνει στο Μεταγκίτσι, αν θυμάμαι καλά, μία, μία κατασκήνωση. Τι κατασκήνωση, κλαδούπολη το έλεγαν, τους φιλοξενούσαν εκεί τους Άγγλους κι από κει έμπαιναν με τα καικια όσοι μπορούσαν και έφταναν στη, έφταναν στην Τουρκία, μαζί με αυτούς έφυγαν και κάποιοι αξιωματικοί. Πήγε, λοιπόν, ένας Έλληνας συνταγματάρχης κάτω και προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Α, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της εποχής, με τον Τσουδερό, αν θυμάμαι καλά, δεν ησχολείτο και πολύ. Τελικά, ο μόνος ο οποίος βοήθησε τους αξιωματικούς της Βορείου Ελλάδας ήταν ο Παναγιώτης ο Κανελλόπουλος, ο οποίος ανέλαβε αντιπρόεδρος κι ήταν ο πρώτος ο οποίος, ο αείμνηστος, είχε καταλάβει τη μεγάλη σημάδι που είχε η οργάνωση των αξιωματικών σε ένα νευραλγικό σημείο, όπως ήταν ο ελληνικός βοράς.

Τους έστειλε λοιπόν, την πρώτη και μοναδική ενίσχυση από 5.000 λίρες. Τις οποίες λίρες τις μετέφερε ένας αξιωματικός, ένας υπολοχαγός από την Χαλκιδική, Παλαμίδης, ονόματι, από μια πολύ καλή οικογένεια, οι Παλαμίδιδες αυτοί ήταν μια καλή οικογένεια του Πολυγύρου της Χαλκιδικής , πατριώτες καλοί. Αυτός λοιπόν, βγήκε με υποβρύχιο στο Σταυρό και από κει, περπατώντας και τα λοιπά, με χίλιους κόπους, ήρθε σε επαφή και έφτασε στο σπίτι του πατέρα μου στη, στο σπίτι το δικό μας στη Θεσσαλονίκη. Κι ήταν η πρώτη, ίσως και η μοναδική επαφή και η μοναδική ενίσχυσις.

Να ρωτήσω κάτι; Είχε πάει ο αξιωματικός αυτός, είχε πάει στη Μέση Ανατολή, με σκοπό να βρει κάποια υποστήριξη.

Ο πρώτος, ο συνταγματάρχης, ναι.

Ο πρώτος. Ναι, εντάξει.

Αλλά, δε βρήκε. Δε βρήκε την υποστήριξη που περίμεναν. Γιατί. Διότι και στη Μέση Ανατολή υπήρχε μία φοβερή ανακατωσούρα. Οι Έλληνες είχαν διχαστεί πάλι. Υπήρχαν Αριστεροί, Δεξιοί, Κεντρώοι, από τους από πάνω, από τους από κάτω, υπήρχε ένας φοβερός διχασμός. Η κυβέρνηση εκεί ήτανε αδύνατη, αδύναμη, δεν υπήρχε γερό χέρι και ο Κανελλόπουλος ήταν ο πρώτος, ο οποίος προσπάθησε να κάνει κάτι. Δυστυχώς, δεν έκαναν και πολλά πράγματα. Η μόνη βοήθεια την οποία πήραν, ήταν αυτή. Με τα λεφτά αυτά, κατόρθωσαν και βγάλανε ορισμένα ανταρτικά τμήματα, ορισμένα ανταρτικά τμήματα και με όπλα, τα οποία όπλα τι ήταν. Ήταν όπλα που είχαν εγκαταλείψει οι υποχωρούντες Άγγλοι, οι υποχωρούντες Έλληνες και τα λοιπά. Αυτά τα είχαν μαζέψει ορισμένοι χωρικοί, τα οποία τα είχαν κρύψει και αναγκάζονταν μετά και τα αγόραζαν τα όπλα. Πήγαιναν δηλαδή και πλήρωναν, δεν ξέρω πόσες λίρες χρυσές, για να πάρουν ένα αυτόματο. Το οποίο άλλη τιμή είχε όταν είχε και πυρομαχικά μαζί κι άλλη τιμή όταν δεν είχε πυρομαχικά.

Η πρώτη μεγάλη αντιστασιακή εκδήλωση στον ελληνικό βορά, ήταν η περίφημη μάχη του Φαρδυκάμπου. Η μάχη στο Φαρδύκαμπο. Ο Φαρδύκαμπος είναι ένας κάμπος κάτω από τη Σιάτιστα, όπου εκεί εξοντώθηκε ένα ολόκληρο, ε, τάγμα Ιταλών. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες μάχες της Αντίστασης. Ο Φαρδύκαμπος και μία άλλη επίσης μεγάλη μάχη της Αντίστασης, στη Βόρεια Ελλάδα,ήταν στους Παπάδες, στην ανατολική Μακεδονία, θα σας πω ίσως αργότερα, αν έχουμε χρόνο.

Και μετά, πότε έγινε ο Φαρδύκαμπος. Όταν οργανώθηκαν τα πρώτα ανταρτικά τμήματα, πότε ήτανε;

Τα πρώτα ανταρτικά τμήματα άρχισαν αμέσως μετά την ίδρυση της οργανώσεως, της ΥΒΕ, άρχισαν να έρχονται σε επαφή. Και είχαν οργανώσει ορισμένες ομάδες, με επικεφαλής αξιωματικούς, κρυφές ομάδες, οι οποίοι ήταν στα χωριά τους ακόμη και στις διάφορες πόλεις. Δεν είχαν εκδηλωθεί, δεν είχαν πάρει τα βουνά. Η πρώτη σημαντική εκδήλωσις, ήταν η μάχη του Φαρδυκάμπου, στην οποία πραγματικά, πολέμησαν όλοι οι Έλληνες, όλων των οργανώσεων και όλων των διαφόρων ονομασιών που είχαν πάρει τότε οι Έλληνες. Κακώς βέβαια, διότι όλοι πολεμούσαν τον ίδιο εχθρό.

Εκεί η υπόθεσις ήταν η εξής. Ξεκίνησε ένα τάγμα Ιταλών από τα Γρεβενά, να πάει να κάψει την Σιάτιστα, διότι οι Σιατιστείς ήταν, πώς το λένε, ακραιφνείς Έλληνες και αντάρτες, συνεργάζονταν με τους αντάρτες και τα λοιπά. Κάτω στο Φαρδύκαμπο. Ενώ έφτασαν δηλαδή στον κάμπο πριν ανέβουν πάνω στο βουνό, εκεί, ξεσηκώθηκαν αυτομάτως όλα τα γύρω χωριά, με επικεφαλής αξιωματικούς, ανωτέρους και κατωτέρους, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί αξιωματικοί μυημένοι στην ΥΒΕ, η οποία μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση και οι οποίοι ουσιαστικά, αυτοί οι κάτοικοι των χωριών, ήταν όλοι παλαιοί στρατιώται, πολεμισταί της Αλβανίας, έμπειροι δηλαδή άνθρωποι. Οι οποίοι, με τους Ιταλούς, είχαν προσωπικούς πλέον λογαριασμούς. Και είπαν: «Θα έρθουν οι Ιταλοί να μας κάψουν τη Σιάτιστα; Για όνομα του Θεού». Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι γύρω γύρω, τους έβαλαν, πήραν φαλάγγι και αιχμαλώτισαν όλο το τάγμα των Ιταλών. Έπιασαν 400 αιχμαλώτους, κάτι τέτοιο. Κι έναν διοικητή του τάγματος, τον Πασκονέλι, έναν, Παπασκονέλη τον λέγανε. Ο οποίος, νομίζω επιβίωσε. Αυτή η μάχη του Φαρδυκάμπου ήταν μια φοβερή αντιστασιακή πράξις και η οποία ήταν πράξις όλων των Ελλήνων. Τη διεκδικούν ο καθένας. Ότι αυτός ήταν ο πρωταγωνιστής. Διάφορα ονόματα. Διαφόρων οργανώσεων. Αλλά, ήταν μία μάχη, ολοκλήρου του ελληνικού λαού, με επικεφαλής Έλληνες αξιωματικούς.

Δυστυχώς μετά αρχίζει μια κακή σελίδα. Οι πρωταγωνισταί της μάχης του Φαρδυκάμπου, οι αξιωματικοί συκοφαντήθηκαν από δω, από κει κι είχαν κακό τέλος. Από Ελληνικά χέρια. Μεταξύ των ανθρώπων που σκοτώθηκαν εκεί, που εκτελέστηκαν από ελληνικά χέρια ήταν κι ένας αείμνηστος Μπουλογιάννης Κοσμάς, ο οποίος ήτανε υπολοχαγός του ελληνικού στρατού και είχε προαχθεί στην Αλβανία, δηλαδή πριν από λίγο καιρό, δύο φορές επί ανδραγαθεία. Είχε άτυχη τύχη, κακή μοίρα.

Να ρωτήσω κάτι;

Ο διχασμός δε φτάνει εκεί. Αυτοί οι οποίοι είχαν επεξεργαστεί την εκτέλεση των αξιωματικών, γυρίζοντας προς τη Θεσσαλονίκη, συνελήφθησαν από αντιφρονούντες Έλληνες. Και εκτελέστηκαν κι αυτοί. Ήταν, ήταν, πώς λέει κάποιος. Ε, στον Προυκόφσκι, ο οποίος ήταν και Σλαβομακεδόνας εκεί. Το Προύκας, το Προυκόφσκι, ένας άλλος. Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή τα ονόματά τους. Διάφοροι αυτοί. Και αυτές οι δύο εκτελέσεις, των αξιωματικών πρώτα και των άλλων κομουνιστών, δυστυχώς, ήταν η απαρχή ενός κακού και σκληρού κατοχικού εμφύλιου πολέμου. Για τον οποίο δε θα ήθελα να επεκταθώ.

Ε, ωραία, θέλω να σας ρωτήσω όμως κάτι πριν.

Ναι, βέβαια.

Μισό λεπτό, να σας ρωτήσω. Όταν ιδρύθηκε η ΥΒΕ και μετά, που έγινε ΠΑΟ, έτσι; Ε, είχε συγκεκριμένο κομματικό προσανατολισμό;

Κοιτάξτε, σας είπα στην αρχή ότι η πρωτοβουλία όλη, ήταν πρωτοβουλία αξιωματικών. Οι αξιωματικοί τη εποχή εκείνη, ήθελαν να πολεμήσουν. Ήταν νικηταί της Αλβανίας και το θεωρούσαν πλέον προσωπικό το ζήτημα, να πολεμήσουν. Δεν είχαν καμία πολιτική επιδίωξη. Απολύτως καμία. Δεν είχαν πολιτικό πρόγραμμα. Κι αυτό ίσως τους έκανε και κακό, να πούμε. Τους έκανε και κακό.

Η μετονομασία, γιατί έγινε από ΥΒΕ;

Η μετονομασία έγινε, διότι, όσοι συκοφαντούσαν τη οργάνωση, τους κατηγόρησαν ότι είναι τοπικισταί. Βορείου Ελλάδος μονάχα. Και για αυτό οι άνθρωποι είπαν, Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση. Από τοπική, να πούμε, την έκαναν πανελλήνια. Και βέβαια, η έλλειψις πολιτικού, πώς το λένε, προγράμματος, ίσως τους έκανε κακό.

Με ποια έννοια;

Δεν είχαν μεγάλη ανταπόκριση στο λαό, διότι ορισμένοι άλλοι που είχαν διάφορα λαϊκά, να πούμε, λαϊκά συνθήματα, έπιαναν εκείνη την εποχή. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, ήτανε καταδιωγμένοι, στα βουνά, από δω, από κει. Και έπιαναν περισσότερο, να πούμε, από την καθαρή στρατιωτική αντίσταση και τον πόλεμο τον οποίο προέβλεπαν οι αξιωματικοί της ΥΒΕ.

Η ΠΑΟ είχε κάποια συνεργασία με τον ΕΔΕΣ;

Βεβαίως, με τον ΕΔΕΣ και με τον Ψαρό, με τον Ψαρό είχανε πολλές επαφές και μάλιστα, στο τέλος, είχε γίνει και μία κίνηση, να ενοποιηθούν οι δύο οργανώσεις. Αυτά τα γράφω και στο, σε ένα βιβλίο που έχω εκδώσει, αλλά δεν πήρε μπρος γιατί εν τω μεταξύ διελύθει και ο Ψαρός. Με τον ΕΔΕΣ κράτησαν επαφή και ο ΕΔΕΣ προσπάθησε να οργανώσει κάποια τμήματα εκεί πάνω, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Βέβαια, το τελευταίο τμήμα, το τελευταίο τμήμα της ΠΑΟ, διελύθει αυτοβούλως διότι δεν είχαν πυρομαχικά. Είχαν μείνει από πυρομαχικά, οι άνθρωποι.

Και μεν οι αξιωματικοί, τα στελέχη ήρθαν προς τη Θεσσαλονίκη, σε άλλες μεγάλες πόλεις και κρύφτηκαν, οι δε στρατιώται, οπλίτες, πήγαν στα χωριά τους. Όπου όμως εκεί, πολλοί από αυτούς υπέφεραν. Διότι είχαν έρθει σε αντίθεση με άλλους Έλληνες. Και αρχίζουν εκεί οι τραγωδίες της, του εμφυλίου κατοχικού πολέμου.

Μάλιστα.

Τελικά, η ομάδα των, η μεγαλύτερη ομάδα των αξιωματικών και των ηγητόρων, ας πούμε, της οργανώσεως, ήρθε σε επαφή με τους Άγγλους συνδέσμους, οι οποίοι ήταν στο Μποσντάγκ της Δράμας και αποφάσισαν και εκινήθησαν προς τις εθνικές ανταρτικές ομάδες της ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, όπου αρχικαπετάνιος ήταν ο Αντώνης Φωστερίδης. Αυτός ήτανε Πόντιος, σκληρός πολεμιστής και γερός πατριώτης, είχε το πολεμικό όνομα Αντώνης Τσαούσης. Αυτός ήτανε επιλοχίας στο, πώς το λένε, στο πυροβολικό. Και μετά την καταστροφή του στρατού είχε γυρίσει στο χωριό του, εκεί όμως, στο χωριό του, δεν μπορούσε να ζήσει με τους Βουλγάρους, πήρε τα βουνά, οργάνωσε ορισμένες, ορισμένα τμήματα, μεταξύ των οποίων, ένα από τα καλύτερα τμήματα, ήταν αυτό που το είχε ο πατέρας του, ο καπετάν Θόδωρος, αν θυμάμαι, ο οποίος ήτανε, είχε το στρατηγείο του στο Παγγαίο, στην Εικοσιφίνισα.

Στο μοναστήρι της Εικοσιφίνισσας, το οποίο το είχανε κάψει οι Βούλγαροι και όχι μοναχά το είχανε κάψει, αλλά πήραν και ορισμένα τιμαλφή και τα λοιπά του... του... μοναστηριού, τα οποία τα πήγαν στη Βουλγαρία. Και ακόμα τα εκθέτουν σε ορισμένα μουσεία που έχουν εκεί, ως βουλγαρική τέχνη και τρέχα γύρευε. Έγιναν κάνα δυο διαβήματα να επιστραφούν αυτά, δεν επεστράφησαν.

Μάλιστα. Θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Λένε, κάποια βιβλία και θα τα έχετε υπόψιν σας, είμαι σίγουρη, γιατί έχετε ασχοληθεί πάρα πολύ, ότι μετά τη διάλυση της ΥΒΕ ΠΑΟ, στα τέλη του 1943 και μετά τη σύγκρουση με το ΕΑΜ ΕΛΑΣ, ζήτησαν βοήθεια από την κατοχική κυβέρνηση, απειλώντας ότι σε περίπτωση άρνησης, θα αναγκάζονταν να συμπράξουν κατευθείαν με τους Γερμανούς. Ορισμένα από τα μέλη της οργάνωσης εντάχθηκαν σε άλλες οργανώσεις, κυρίως της ΕΑΟ, άλλοι διέφυγαν στη Μέση Ανατολή, ενώ ορισμένοι αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση από τον ΕΛΑΣ, έστω και με γερμανικά όπλα. Θα ήθελα να μου το απαντήσετε αυτό.

Κοιτάξτε, η εποχή εκείνη ήταν μια τέτοια εποχή, που τα πάθη και τα μίση οδηγούσαν σε μεγάλες, σε μεγάλες λοξοδρομήσεις. Βέβαια, η οργάνωσις, δεν είχε καμία ενίσχυση με όλους αυτούς, υπάρχουν προκηρύξεις της οργάνωσης, της εποχής, που αποκηρύσσει κάθε τέτοια κίνηση και το επιτελείο της οργανώσεως και οι αρχηγοί και οι υπεύθυνοι αξιωματικοί, δεν είχαν απολύτως καμία επαφή με κανέναν από τους διαφόρους κατακτητάς.

Πολύ ωραία.

Το τελευταίο τμήμα, όπως σας είπα, διελύθει στην περιοχή, τη Νιγρίτης, και εκεί διελύθησαν, γιατί δεν είχαν πυρομαχικά, οι άνθρωποι, δεν είχαν πυρομαχικά.

Μάλιστα.

Τώρα, πώς πέρασαν και πήγαν στην Ανατολική Μακεδονία. Να σας πω την ιστορία του πατέρα μου, την προσωπική. Γύρισε στη Θεσσαλονίκη, μετά από διάφορες περιπλανήσεις, κρυβόμενος. Έγινε η επαφή με τον, με την Ανατολική Μακεδονία και έπρεπε να πάει. Συμφώνησαν να πάνε. Μαζί με τον συνταγματάρχη τον Αβδελλά και άλλους ορισμένος άλλους αξιωματικούς, υπάρχουν φωτογραφίες που τις έχω στα χέρια μου.

Ο πόλεμος της προπαγάνδας μεταξύ των διαφόρων οργανώσεων, την περίοδο εκείνη, ήταν ένας πόλεμος, ανηλεής. Ε, οι μεν κατηγορούσαν τους δε. Ε, διάφορες κατηγορίες. Συνεργάται των Βουλγάρων. Ε, συνεργάται των Γερμανών, συνεργάται των Ιταλών, συνεργάται των πλουσίων, των φτωχών και τα λοιπά, κυκλοφορούσαν, συνεχώς. Χαρακτηριστικό ότι, οι αξιωματικοί της ΠΑΟ και της ΥΒΕ, ζήτησαν ορισμένη χρηματική βοήθεια από πλουσίους της Θεσσαλονίκης. Όλοι αρνήθηκαν. Οι υπόλοιποι Έλληνες της εποχής, με απειλές, έπαιρναν πολλά λεφτά από τους πλουσίους, οι αξιωματικοί δεν πήραν δραχμή. Και αυτό δημιουργούσε πολύ μεγάλες δυσκολίες. Βέβαια, η φοβερή αυτή κατηγορία μεταξύ των Ελλήνων και ο κατοχικός εμφύλιος, όπως ξέρετε, οδήγησε και στη δημιουργία ταγμάτων ασφαλείας, ε, και τα γνωστά, τα οποία υπάρχουν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στον ελληνικό βορά, δε δημιουργήθηκαν τάγματα ασφαλείας του τύπου που δημιουργήθηκαν εδώ.

Εδώ και στην Πελοπόννησο υπήρχαν στρατιωτικές μονάδες, συγκροτημένες, με διοικητή, με σημαίες, με πράματα, με θάματα. Είχαν ορκιστεί εδώ και τα λοιπά. Τους είχε, είχαν δημιουργηθεί από τον Ράλλη, τον πρωθυπουργό. Λοιπόν, μάλλον, επί της πρωθυπουργίας του Ράλλη είχαν δημιουργηθεί. Στη Βόρειο Ελλάδα, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Υπήρχαν όμως ορισμένοι χωρικοί, διάσπαρτοι, οι οποίοι δια λόγους προσωπικούς πλέον, καθαρά προσωπικούς και όχι καν ιδεολογικούς, αναγκάστηκαν και έκαναν ορισμένες, πώς το λένε, υποχωρήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν κι ορισμένοι χωρικοί, ορισμένα χωριά, στην περιοχή της Κοζάνης. Στην περιοχή της Κοζάνης, όπου τους είχαν απειλήσει αρχικά οι Γερμανοί κι από δω, από κει, μερικά χωριά από αυτά εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς και κράτησαν μέχρι τέλους και εσφάγησαν τελικά. Εσφάγησαν.

Να ρωτήσω κάτι πριν προχωρήσουμε στην Ανατολική Μακεδονία; Ποιό άγαλμα είχανε βάλει στο Βαθύλακκο και το λέγανε το;

Στο Βαθύλακκο είχανε βάλει ένα άγαλμα ενός, αν θυμάμαι καλά. Παπαδόπουλος λεγότανε. Αυτός είχε αυτώσει ένα πολεμικό όνομα Μιχαλ αγάς. Αυτό το είχανε βάλει εκεί, διότι εκεί, στο Βαθύλακκο, οι του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και τα λοιπά, είχανε σφάξει πάρα πολλούς. Εκατοντάδες ανθρώπους, αντιφρονούντες. Και μετά την απελευθέρωση είχανε κάνει ένα πρόχειρο άγαλμα ήταν, δεν ήταν κάνα σπουδαίο πράγμα, δηλαδή. Μη νομίζετε ότι ήταν κανένας.

Όχι, εγώ θυμάμαι που είχε γίνει μεγάλος ντόρος.

Ναι, είχε γίνει ντόρος, φασαρία, κακό και τελικά το έβγαλαν και καλά έκαναν και το έβγαλαν τελικά.

Καλά έκαναν και το έβγαλαν;

Καλά έκαναν και το έβγαλαν .

Δεν τον ξέρω καθόλου τον Μιχάλ αγά και δεν ξέρω καθόλου την ιστορία του.

Ναι, ναι, αυτή είναι η ιστορία αυτή είναι η ιστορία. Αυτός βέβαια είχε, ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος αρχικά ήταν στο ΕΑΜ. Και που όχι μόνον αυτό, αλλά από ό,τι ξέρω, όταν υπ[χωρούσαν οι Άγγλοι, είχε πάρει ορισμένα όπλα. Αγγλικά όπλα και αγγλικά πυρομαχικά, τα οποία, τα είχε κρύψει.

Από δική του πρωτοβουλία. Τα οποία τα έδωσε στο ΕΑΜ. Με τους εαμίτες όμως μετά ήρθε σε διαπληκτισμούς, διότι αυτός είχε και δικά του πρόβατα. Του πήραν ορισμένα πρόβατα να τα σφάξουν αυτοί, για να επιβιώσουν, οι αντάρτες του ΕΑΜ, έφτασε σε, πώς το λένε, σε διαφορές κι από κει ακολούθησε ο καθένας το δρόμο του, με πολύ κακό αποτέλεσμα τελικά, διότι χύθηκε πάρα πολύ αδελφικό αίμα τότε, τσάμπα και βερεσέ. Τσάμπα και βερεσέ.

Δηλαδή, αυτό;

Οι μεν κατηγορούσαν τους δε, ως Βουλγάρους, οι άλλοι τους κατηγορούσαν ως Γερμανούς και τα λοιπά.

Ε, πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, ως όρος, ο κατοχικός ο εμφύλιος.

Ναι, ο κατοχικός ο εμφύλιος. Μα, είναι ένας όρος, ο οποίος έχει καθιερωθεί, νομίζω, από ιστορικούς, δεν είναι από μένα.

Πολύ σημαντικός. Ωραία, να πάμε τώρα στην ανατολική Μακεδονία.

Ο πατέρας μου, λοιπόν, έπρεπε να πάει από κει. Στο σπίτι μας υπήρχε, εγώ ήμουν Πρόσκοπος, είχα θυμάμαι, είχα ένα σακίδιο. Οι Πρόσκοποι τότε είχαν σακίδια και τώρα τα έχουν. Και αυτό το σακίδιο βρέθηκε ότι θα ήταν πολύ κατάλληλο να το πάρει μαζί του στο βουνό. Βάλαμε λοιπόν εκεί πέρα διάφορα πράματα, τι έπρεπε να βάλει, αλλαξιές πράματα, η μητέρα μου, η καημένη, πάλι τα ετοίμασε και τα ετοίμαζε στο σπίτι, ο πατέρας μου ήταν κρυμμένος αλλού και τα λοιπά.

Λοιπόν, και θυμάμαι ότι επέμενε να του βάλουν κι ένα ψαλιδάκι, για να κόβει τα νύχια του. Τα γένια δεν τον ενδιέφεραν. Βάλαμε και το ψαλιδάκι μέσα. Πήραμε και το σακίδιο και έπρεπε να το πάω τώρα, χωριστά. Πάλι, όπως σας είπα πριν, την ιστορία με τα μπουκάλια. Πάλι, μπρος ο μπαμπάς, πίσω ο γιος, πήγαμε στου, στο Βαρδάρη. Προχωρούσαμε, περπατούσαμε, περπατούσαμε αρκετά. Ε, πολύ δρόμο. Πριν να φτάσουμε εκεί, περάσαμε από το σπίτι μιας θείας μου και θυμάμαι ότι όταν πήγαμε, η θεία μου κάτι μαγείρευε. Λέει: «Γεια σου Γιάννη, καλωσόρισες.» και τα λοιπά και ο καημένος ο πατέρας μου, της λέει, Κατίνα. « Κατίνα». Της έκανε μια χειρονομία με το χέρι, ότι «πάω προς τα βουνά». Και δε θα ξεχάσω ποτέ ότι η Κατίνα πάγωσε. Άφησε και το τηγάνι και κάηκε το τηγάνι και δε μιλούσε καθόλου.

Μετά από κει, φύγαμε. Μπρος ο μπαμπάς, πίσω ο γιος. Να μην είμαστε μαζί. Ο γιος κρατούσε το σακίδιο, με τα ρούχα του μπαμπά. Προχωρήσαμε αρκετό δρόμο, κουράστηκα κι εγώ να περπατώ. Φθάσαμε σε ένα καφενείο. Χωριστά ο μπαμπάς, χωριστά ο γιος. Για μια στιγμή στην ανηφόρα, βλέπουμε ένα αυτοκίνητο. Τότε τα αυτοκίνητα είχαν ένα γκαζοζέν. Δεν ξέρω, αν ξέρετε τι είναι γκαζοζέν, κινούντο με ξύλα. Τσακ τσακ, μόλις και μετά βίας περπατούσε το αυτοκίνητο, ήταν και ανήφορος. Σταματάει το αυτοκίνητο κει, σηκώνεται ο πατέρας μου από το άλλο τραπέζι που κάθονταν, περνάει σαν αστραπή από μένα, αρπάει το σακίδιο και πάει στο αυτοκίνητο. Και μου είπε μία φράση μονάχα: «Να προσέχεις τη μητέρα σου». Ξεχνιέται; Και την πρόσεχα την καημένη τη μητέρα μου πάντοτε.

Τελικά, ο πατέρας σας;

Γιατί ήταν μια, ήταν μια μητέρα πολύ γερή, που άντεξε πάρα πολλά κοντά στον πατέρα μου, λόγω του επαγγέλματος και μια μητέρα από ελληνική οικογένεια της Θεσσαλονίκης, δεν ξέρω αν ενδιαφέρει κι αυτό να σας το πω, η οποία πήγε και υπεδεχθεί τον ελληνικό στρατό. Τον απελευθερωτικό στρατό. Πήραν ένα κάρο που είχανε. Είχαν κάτι κτήματα εκεί, γεωργικά, με λαχανόκηπους και τα λοιπά. Ο παππούς μου ήταν χτηματίας, λοιπόν, ήταν Έλλην υπήκοος και πήγαν, υπεδέχθησαν τους Έλληνες στρατιώτες, τους πήγαν ψωμί, ψωμί και λαχανικά. Μοίραζαν λοιπόν, με το καρότσι επάνω τα παιδιά αγγούρια, ντομάτες και ψωμί, στο στρατό.

Όταν επέστρεφε ο στρατός πίσω;

Όταν ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη, το 1912.

Α, ιστορική οικογένεια.

Ναι, θέλω να πω ότι ήταν τέτοια οικογένεια, η οικογένεια Βαγγελίδη.

Ωραία, λοιπόν.

Η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ θαρραλέα γυναίκα. Ήταν πάρα πολύ θαρραλέα. Θυμάμαι, πάλι στην κατοχική ζωή, σε ένα μπλόκο ένα βράδυ. Μπήκαν οι Γερμανοί στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου πάντα πρόσεχε την πόρτα, την αυλόπορτα και εκτός που ήταν μαύρη και κλείδωνε με ένα κλειδί, έβαζε και μία αλυσίδα. Ήρθαν λοιπόν οι Γερμανοί, χτυπάν την πόρτα να μπούνε μέσα, δεν, η πόρτα άνοιξε μεν, αλλά, η αλυσίδα κρατούσε. Ώσπου να, άκουσε το θόρυβο, σηκώνεται, φεύγει από την κουζίνα, πηδάει τη κουζίνα, τον κήπο και τα λοιπά και εξαφανίζεται. Και η μητέρα μου ήταν τόσο θαρραλέα, που πήρε το πιάτο του, τρώγαμε τραχανά, και το έβαλε κάτω από το δικό της.

Ήρθαν λοιπόν οι Γερμαναράδες, ήταν κάποιοι της Φάρτσανταμερί, πεταλάδες τους λέγαμε, μαζί με ένα Έλληνα, άθλιο, διερμηνέα. Θα σας το πω αυτό, διότι αξίζει. Είναι παιδική εντύπωσις. Ο οποίος είχε ένα υπεροπτικό ύφος, φορούσε κάτι μαύρες μπότες και μια κιλότα για μαρκί κι ένα πολιτικό σακάκι. «Που είναι ο άντρας σου, κυρά μου;» Λέει, «ο άντρας μου δεν ήρθε απόψε». «Πώς δεν ήρθε κυρά μου; Ξέρω ότι ήρθε κι ότι ήταν εδώ» και της τραβάει ένα χαστούκι. Εγώ, ήμουνα δίπλα, να πούμε. «Τον κερατά», λέω.

Τώρα, τι να κάνεις; Δίπλα οι Γερμανοί. Ψάξαν όλο το σπίτι, τα δέντρα, τα, πώς τα λένε τα κρεβάτια από κάτω μήπως τον βρουν, δεν τον βρήκαν, ευτυχώς, είχε φύγει. Ένας Γερμανός ήταν κει που έτρωγε και έβλεπε τα ψίχουλα. Αλλά, δεν του έκοψε να δει το πιάτο το άλλο. Να μη σας τα πολυλογώ, φύγανε. Και η μάνα μου ήταν τόσο ψύχραιμη, που εγώ, της λέω: «Βρε μαμά», λέω, «το πιάτο». « Μπα, κι αν το έβρισκαν θα τους έλεγα ότι είχα φάει εγώ σε δύο πιάτα». Ήτανε παλικάρι, πολύ παλικάρι. Πολύ παλικάρι.

Ο πατέρας σας, μέχρι πότε έμεινε στο βουνό;

Έφυγε στο τέλος του σαράντα, στις αρχές του, ναι αρχές 1944 και πήγε κει και έμεινε μέχρι την απελευθέρωση.

Μιλήστε μου λίγο για την απελευθέρωση.

Ναι, να σας πω για την απελευθέρωση; Με την απελευθέρωση στη Θεσσαλονίκη ήρθε ο ΕΛΑΣ. Η Θεσσαλονίκη, βέβαια, ελευθερώθηκε από τον ΕΛΑΣ. Αλλά, το αποτέλεσμα ήταν, μόλις μπήκαν αυτοί μέσα, άρχισαν να συλλαμβάνουν όλους τους αντιφρονούντες. Γέμισαν πάλι τα στρατόπεδα από προδότες εντός εισαγωγικών, δηλαδή, ήταν όλοι αντιφρονούντες. Εγώ έμενα στο σπίτι μιας θείας μου, δια λόγους προστασίας, στην οδό Ρωμανού 7, πίσω από τη στρατιωτική λέσχη. Ο πατέρας μου στη, στην ανατολική Μακεδονία, εγώ εκεί, η μητέρα μου μόνη της και εκεί άκουσα τα περίφημα χωνιά που είχαν αυτοί τότε εκεί. Ένα χωνί έλεγε ότι «Στη ανατολική Μακεδονία διαλύσαμε τις ληστοσυμμορίες των φασιστών» και τα λοιπά.

Τους αντιφρονούντες τους βάφτιζαν με διάφορα ονόματα. « Και συλλάβαμε τον Γιάννη Παπαθανασίου» και τα λοιπά, τους αξιωματικούς. Ε, λέω, θα τον σκότωσαν τον άνθρωπο. Βέβαια, δεν τους είχανε συλλάβει. Αλλά, όχι μόνο δεν τους είχανε συλλάβει, είχανε αντεπιτεθεί και είχανε, ήτανε στη Ραβίκα, από έξω από τη Δράμα κι είχαν φτάσει έξω από τη Δράμα.

Οπότε, επενέβησαν οι Άγγλοι, οι οποίοι τους διέκοψαν τον εφοδιασμό. Δεν τους έδωσαν πυρομαχικά. Και πήγαν οι καπεταναίοι στον πατέρα μου που ήταν επιτελάρχης εκεί και διοικητής στη Ραβίκα με τα πολυβόλα στο χέρι. «Αφεντικό, δεν έχουμε πυρομαχικά». Επειδή δεν είχαν πυρομαχικά, ξαναπήραν πάλι τα βουνά και όταν ήρθαν η κυβέρνησις και τα λοιπά, κατέβηκαν από τα βουνά. Έχω διάφορες φωτογραφίες από κει, τις οποίες μπορώ να σας δώσω. Έχω και στο βιβλίο μου δημοσιευμένα τέτοια.

Εσείς κρυβόσασταν;

Α, εγώ ήμουν κρυμμένος, μόλις άκουσα αυτήν αυτό το χωνί, λέω «Έμεινες μόνος σου Παρμενίων». Δε θα γλίτωνε. Αλλά, είχαν πει ψέματα, είχαν πει ψέματα. Ψέματα.

Σε ένα άλλο σπίτι;

Και για δεύτερη φορά, ο πατέρας ξαναγύρισε πίσω. Επίσης, ένα άλλο χαρακτηριστικό, με τον πατέρα μου. Βλέπεις, δεν θα θυμάται κανείς. Στο Γρηγόρη τον Παλαμά της Θεσσαλονίκης, επί κατοχής, οι Γερμανοί είχαν βάλει κάτι φωτογραφίες του πατέρα μου, «καταζητείται», όπως είναι wanted , που βλέπουμε τους καουμπόηδες. Φας, προφίλ. «Καταζητείται ο τέως ταγματάρχης». Εγώ τότε, δεν ήξερα τι θα πει τέως.

Πάω λοιπόν αμέσως στο σπίτι και λέω: «Μαμά», λέω, « Τέως. Τι θα πει τέως;» Η μητέρα μου η οποία ήξερε και ήτανε παλικάρι λέει: «Ο πατέρας σου είναι ταγματάρχης του ελληνικού στρατού. Κι ο ελληνικός στρατός θα γυρίσει πίσω και ο πατέρας θα είναι πάλι ταγματάρχης και θα γίνει και στρατηγός». « Τι είναι αυτά που λες;». Και τότε κατάλαβα, να πούμε, κάτι κατάλαβα, τι θα πει τέως. Οι Γερμανοί τον είχαν πει τέως, διότι…

Τον είχαν προκηρύξει, τον είχαν επικηρύξει τον πατέρα σας;

Τον καταζητούσαν, ναι. Τον καταζητούσαν τότε ως εχθρό, ως πράκτορα των Άγγλων. Τότε, να ήσουν πράκτορας των Άγγλων και των Αμερικάνων, ήταν τιμητικό, να πούμε. Μιλάμε για την εποχή εκείνη, δε μιλάμε για τώρα.

Μάλιστα. Μου λέγατε την προηγούμενη φορά που είχα έρθει εδώ, διορθώστε με, αν κάνω λάθος, ότι στην οδό που κρυβόσασταν, στη Ρωμανού.

Ναι.

Εσείς κρυβόσασταν από το, από τον ΕΑΜ ΕΛΑΣ.

Ναι, ναι.

ΣΕ ένα σπίτι όμως παραδίπλα, κρυβόταν και μια άλλη κυρία, που γνωρίσατε πολύ αργότερα.

Ναι, μια άλλη κυρία, η Μαργαρίτα η Λαζαριδου. Το έμαθα μετά, έβγαλε ένα ωραιότατο βιβλίο, να πούμε, εις το οποίο λέει ότι αυτή ήταν κρυμμένη λίγο πιο πριν από μένα, να πούμε, από τους χωροφύλακες κι από τους άλλους, με τους οποίους δεν τα πήγαινε καλά, να πούμε. Έχει γράψει ένα ωραιότατο βιβλίο.

Να σας πω, δεν έχουμε ξεχάσει κάτι, νομίζω ότι τα έχουμε πει όλα.

Τώρα, στην ανατολική Μακεδονία έχω πολλά να σας πω.

Τι; Πείτε μου κάποια πράγματα.

Ναι.

Εμείς έχουμε πάει στη Δράμα, έχουμε πάρει κάποιες συνεντεύξεις.

Έχετε βρει ανθρώπους, εκεί.

Κάποιους ανθρώπους που ήταν στο Τσάους και τα λοιπά, έχουμε κάποιες μαρτυρίες.

Ναι, έχετε βρει.

Αλλά, θέλω να μου πείτε και για τον πατέρα σας, αν γνωρίζετε.

Κοιτάξτε, όταν πέρασαν οι αξιωματικοί προς τα κει και τα στελέχη της ΠΑΟ πήγαν στον Τσαους Αντον. Πήγαν και κατετάγησαν σε διάφορα συντάγματα. Οι, πώς το λένε, οι αντάρτες πριν, του Φωστερίδη, είχαν ορισμένα συγκροτήματα, αν θυμάμαι. Προσπάθησαν λοιπόν να τους δώσουν μία στρατιωτική, στρατιωτική μορφή και ορισμένα συγκροτήματα αυτά, τα ονόμασαν με τα ονόματα των στρατιωτικών συνταγμάτων, των συνταγμάτων του ελληνικού στρατού Σε κάθε σύνταγμα, λοιπόν, του ελληνικού στρατού, που αναδιοργάνωσαν, υπήρχε ο καπετάνιος, οι καπεταναίοι του Φωστερίδη ήτανε πολεμιέται πρώτης κατηγορίας, όλοι, ανεξαιρέτως και σπουδαιότερος ήταν ο πατέρας του κι ένας καπετάν Αναστάσης, από το Κρινίδι, όχι Κρινίδι, πώς το λένε ένα χωριό εκεί. Όλο το ξεχνώ. Κοντά στους Παπάδες, που έγινε η μάχη, ο οποίος, ο καπετάν Αναστάσης ήταν ο καλύτερος και ο τολμηρότερος, μαζί με τον πατέρα του Φωστερίδη και ο Φωστερίδης, ο ίδιος.

Λοιπόν, πολεμούσαν μαζί με τους αντάρτες, οι αξιωματικοί, Ε, όταν ήρθαν, όταν πήγε, όταν ήρθε η κυβέρνησις του Γεωργίου Παπανδρέου, η κυβέρνησις της απελευθερώσεως, ένας συνταγματάρχης Πρόκος, του τακτικού στρατού και ένας υπουργός, νομίζω Πορφυρογένης, του κομουνιστικού κόμματος, ο οποίος συμμετείχε στην κυβέρνηση. Πήγαν εκεί, τους υπεδείχθησαν κανονικά, πήγαν στο, ήταν στρατοπεδευμένοι έξω από τη Δράμα, οι, οι μη κομουνισταί αντάρτες του Φωστερίδη, με στρατηγείο τη Ραβίκα, το Καλλίφυτο, ένα πολύ ωραίο χωριό. Εκεί λοιπόν πήγαν, τους έδωσαν αναφορά και είχανε ομαλές σχέσεις. Μετά όμως ήρθε ο Δεκέμβριος, εις το οποίο, για τον οποίο Δεκέμβριο, ακόμη κι ο Βαφειάδης γράφει στα απομνημονεύματά του ότι «δώσαμε εντολή να χτυπήσουν τον Φωστερίδη, με την κομματική γραμμή». Δηλαδή, όχι με το στρατηγείο του ΕΛΑΣ, να πούμε, το κανονικό στρατηγείο.

Αλλά, κίνησαν ένα τάγμα από την ανατολική, από τη δυτική Μακεδονία να πάει εκεί και να τους χτυπήσει. Όπερ και εγένετο. Αλλά, οι άλλοι όμως, είχαν τα μάτια τους ανοιχτά. Και το αποτέλεσμα ήταν να αντεπιτεθούν και θυμάμαι ένας εύελπης Ξανθάκης κι ένας άλλος ο Ιορδάνης, ο Ιορδάνης, αυτοί έφτασαν μέχρι τη Δράμα από έξω. Αλλά, οι Άγγλοι, οι οποίοι φαίνεται θέλαν να περιορίσουν τον αγώνα στην Αθήνα, να μη τον επεκτείνουν πολύ, τους έκοψαν τα πυρομαχικά και οι άνθρωποι πήραν πάλι τα βουνά.

Μάλιστα.

Κρυβόμενοι.

Ήταν τρομερό που οι αντιστασιακές οργανώσεις είχανε φτιαχτεί με σκοπό να πολεμήσουν έναν εχθρό, ένα εχθρό κοινό, αλλά, τελικά, πολεμούσαν μεταξύ τους;

Είναι λυπηρό. Όπως σας είπα και πριν, υπήρχε ένας εμφύλιος κατοχικός. Βέβαια, πρέπει να πω όμως, ότι, για μένα προσωπικά, όλοι αυτοί οι οποίοι πολεμούσαν τους κατακτητάς ήταν πολλοί καλύτεροι από αυτούς οι οποίοι ήταν κρυμμένοι ή από αυτούς οι οποίοι συνεργάζονταν με τους κατακτητάς. Δηλαδή, δεν έχει σημασία η πολιτική τους τοποθέτηση, καμία, προσωπικά, για μένα. Όλοι αυτοί που πολέμησαν τους κατακτητάς και μάτωσαν με τους κατακτητάς, είναι το ίδιο πατριώτες και πράγματι, ο αγών ήταν ολόκληρου του ελληνικού λαού. Κλασικό παράδειγμα είναι η μάχη του Φαρδυκάμπου. Ήρθαν όλοι οι χωριάτες από τα χωριά. Οργανωμένοι και ανοργάνωτοι, να πούμε. Να νικήσουν τους Ιταλούς, να μην πάρουν τη Σιάτιστα.

Πολύ ωραία.

Και πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα. Η μάχη του Φαρδυκάμπου είναι, είναι νομίζω, οδηγός, παρόλο που ακόμη υπάρχει μια, μια εκμετάλλευσις, ας πούμε, αλλά εγώ, που έχω ασχοληθεί πάρα πολύ και είδα ανθρώπους από όλες τις πλευρές, πήγα εκεί, μίλησα κι εγώ με χωρικούς, με το ένα με το άλλο, με ανθρώπους ιστορικούς. Στο Φαρδύκαμπο πολέμησε ο ελληνικός λαός. Με επικεφαλής τους διαφόρους αξιωματικούς, εφέδρους και μονίμους. Ήταν πολύ καλό αυτό, κι ορισμένοι τοπικοί, έτσι, καπεταναίοι, παλικάρια, δηλαδή, δεν ήταν καπεταναίοι ακόμα, παλικάρια ήταν.

Παλικάρια ήταν.

Οι οποίοι, όπως σας είπα και πριν, ήταν παλαιοί στρατιώτες, από το Βόιο επάνω και τα λοιπά. Κάτι αξιωματικοί, ο Κοντονάσιος, ο Τσοχατζής και πολλοί άλλοι, οι οποίοι γλίτωσαν και συνέχισαν και τη σταδιοδρομία τους μετά και έφτασαν σε καλό σημείο, ας πούμε.

Πολύ ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε Παπαθανασίου.



[1] Τα κείμενα που δημοσιεύονται αποτελούν την ακριβή απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, χωρίς καμία επεξεργασία.