ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ»

του Χρήστου Τυροβούζη

αναδημοσίευση από: περ. «ΘΕΣΕΙΣ», τεύχος 27, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1989,http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=250&Itemid=29,

Το «μακεδονικό», ως πρόβλημα εθνολογικό, γλωσσικό, εδαφικό, διπλωματικό, πολιτικό και ιδεολογικό υπήρχε και υπάρχει. Η «αντεθνική» αυτή θέση είναι δυνατό να θεμελιωθεί με δύο, κυρίως, τρόπους: α) με μια αναδρομή στην ιστορία των Σλαβομακεδόνων του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου β) με μια σύγχρονη (δημοσιογραφική, κοινωνιολογική ή άλλης υφής) έρευνα στις βορειοελλαδικές περιοχές στις οποίες πολλές δεκάδες χιλιάδες Σλαβομακεδόνων επιμένουν να υπάρχουν, εις πείσμα όσων προωθούν την προγραφή και τον πολιτικό τους θάνατο. Το σημείωμα που ακολουθεί βασίζεται στην πρώτη μέθοδο. Είναι, όμως, σύντομο, ελλειπτικό και - συνεπώς - ανεπαρκές[1]. Φιλοδοξεί, πάντως, να κινήσει το ενδιαφέρον για την ιστορική μέθοδο απόδειξης της ύπαρξης «μακεδονικού» και Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα. Το εγχείρημα θα ήταν άσκοπο, αν δεν του έδινε σημασία και επικαιρότητα η κλιμάκωση της ιδεολογικής επίθεσης του ελληνικού κράτους, η οποία βασίζεται στα μυθεύματα της «προαιώνιας συνέχειας του έθνους», της φυλετικής καθαρότητας και τις άλλες εκφάνσεις του (αναπαλαιωμένου) εθνικισμού.

Καταρχήν, μια στοιχειώδης αίσθηση της ιστορικότητας των κοινωνικών σχηματισμών - και μια βασική γνώση της εξέλιξης του αντίστοιχου νεοελληνικού - επιβάλλει να δεχτούμε ότι «κανένα Εθνικό Κράτος δεν έχει εξαρχής μία εθνική βάση. Αντίθετα, όλα τα Εθνικά Κράτη οφείλουν να συγκροτήσουν τη φαντασίωση μιας «φυσικής» κοινότητας, που θα εξασφαλίζει τη συνοχή των Εθνικών Κρατών και θα επιτρέπει την αλληλοαναγνώριση των μελών της κοινότητας...»[2]. Η ιδεολογική αυτή διαδικασία προϋποθέτει τον πόλεμο, τον οικονομικό έλεγχο των πληθυσμών και την αποικιοκρατία, ενώ προχωρεί παράλληλα με τη συγκρότηση μιας γλωσσικής κοινότητας, την αφομοίωση των πληθυσμών μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών, τη σύσταση μιας «φυλετικής» κοινότητας και την ανάδυση και εμπέδωση της ιδεολογίας της ενδογαμίας[3]. Οι πιο εμφανείς όψεις αυτών των σύνθετων διεργασιών και εξελίξεων είναι τα πολιτικά, διπλωματικά και πολεμικά δρώμενα που οδηγούν στην αναοριοθέτηση (και σταθεροποίηση) των συνόρων ενός εθνικού κράτους και στη διεθνή αναγνώριση του ως οργάνωση εξουσίας εδραιωμένης στη σχέση ακαταγώνιστου εξουσιαστικού «κέντρου» - λαού - εδαφικής επικράτειας. Η κυρίαρχη τάξη - και, συνήθως, η επικρατέστερη εθνότητα – καθορίζουν (σε τελευταία ανάλυση) τους όρους της συνύπαρξης, στα πλαίσια ενός έθνους - κράτους, των διαφόρων εθνικών, γλωσσικών, θρησκευτικών ή πολιτισμικών μειονοτήτων.

Τη θεωρητική αυτή υπόθεση θεμελιώνει, με τον πιο αδιαφιλονίκητο τρόπο, το ελληνικό παράδειγμα. Αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι η νεοελληνική κοινωνία και πολιτεία καθορίζεται από δύο κρισιμότατα δεδομένα: α) τη διαρκή εδαφική αναοριοθέτηση (διεθνείς συμφωνίες της περιόδου 1826-1832, προσάρτηση των Επτανήσων και της Θεσσαλίας, πόλεμοι του 1912-13, περιπέτειες της φάσης 1919-1923, ξενική κατοχή, ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου κ.λπ.), β) τη συνύπαρξη, στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, Ελλήνων, Τούρκων, δυτικών, Αρβανιτών, Βλάχων, Βουλγάρων, λοιπών Σλάβων, Εβραίων, Αρμενίων κ.ά., πριν και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους και ως τις μέρες μας. Κατά συνέπεια, η διερεύνηση του ρόλου των Σλαβομακεδόνων στη συγκρότηση και εξέλιξη του σχηματισμού που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα ανακινεί, κατά λογική αναγκαιότητα, ζήτημα διερεύνησης της πορείας πολλών άλλων εθνοτήτων ή μειονοτήτων, ισχυρότερων μάλιστα από αριθμητική - τουλάχιστον - άποψη...

Ανεξάρτητα απ' αυτό, ήδη στις αρχές του αιώνα μας το ελληνικό κράτος - και η ορθόδοξη εκκλησία - βρέθηκαν σε οξύτατο ένοπλο ανταγωνισμό με τη βουλγαρική αστική τάξη (και τους Εξαρχικούς), με επίδικο αντικείμενο κάποια μακεδονικά εδάφη και στόχο τον εξελληνισμό ή εκβουλγαρισμό των Σλαβομακεδόνων της (σημερινής ελληνικής) Μακεδονίας και των περιοχών Μοναστηρίου, Γευγελή κ.ά. Ήταν μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για τη συγκεκριμένη μειονότητα: η πλευρά που επικρατούσε σε μια ορισμένη περιοχή υποχρέωνε τους Σλαβομακεδόνες να την ακολουθούν, πιέζοντας τους με ένοπλη βία και στρατολογώντας τους, ιδρύοντας σχολεία και εκκλησίες, ασκώντας προπαγάνδα κ.λπ. Αρκεί να σημειωθεί ότι «μακεδονομάχοι» (αλλά και ιστοριογράφοι του «μακεδονικού αγώνα») κάνουν λόγο για «ελληνομακεδόνες» (με ονόματα όπως Τράικο Σόβιτσε, Στόικο Μήτρε και Στογιάν Ζλάτε)[4] ή «σλαβόφωνους»[5] και σεμνύνονται ότι «αν τα πράγματα αφήνοντα (πριν το 1908, Χ.Τ.) άνευ της ελληνικής επεμβάσεως, τα εις ημάς σήμερα ανήκοντα σλαβόφωνα χωρία θα εμετρούντο επί των δακτύλων και ίσως ουδέν μας είχε απομείνει...»[6], ενώ (μετά από τους ελληνικούς βανδαλισμούς σε βάρος του χωριού Ζαγορίτσανη) ο Γερμανός Καραβαγγέλης δεν δυσκολεύεται να μνημονεύσει ότι «εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν εβδομήντα εννιά Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν, αλλά πολύτιμοι...»[7].

Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, το ελληνικό κράτος επιχείρησε την αφομοίωση των Σλαβομακεδόνων, ενώ και άλλα «εθνικά κέντρα» («Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων» από το 1918, Βουλγαρία) έδειχναν ενδιαφέρον γι' αυτούς, μολονότι ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοούσε πλέον την Ελλάδα. Το ζήτημα της διαμόρφωσης ή μη σλαβομακεδονικής εθνικής συνείδησης κατά την περίοδο ως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο[8] πρέπει, ίσως, να τίθεται σε συνάρτηση με τρία κρίσιμα δεδομένα: α) την ιστορία του σλαβομακεδονικού πληθυσμού, δηλαδή την οικονομική, κοινωνική και ευρύτερη πολιτισμική του παρουσία και εξέλιξη ως την περίοδο που μας ενδιαφέρει[9] β) την ύπαρξη ιδιαίτερης σλαβομακεδονικής διαλέκτου[10] γ) την ιστορική παραγωγή ιδιαίτερων θεσμικών μορφών, ικανών να διακρίνουν πολιτισμικά τους Σλαβομακεδόνες από άλλες εθνικές ομάδες των Βαλκανίων (Ζάντρουγκα ή πάτρια κ.ά.)[11].

Ο βίαιος εξελληνισμός των Σλαβομακεδόνων, που ακολούθησε, βασίστηκε και στο επιχείρημα ότι ο πληθυσμός τους αφενός είναι μικρός και αφετέρου έχει ελληνική συνείδηση[12]. Σχετικά με τον αριθμό τους, οι πληροφορίες έχουν μέτρια αξιοπιστία: η στατιστική του 1828 κάνει λόγο για 81.844, ενώ η αντίστοιχη του 1940 για 94.509 Σλαβομακεδόνες, ενώ το Γ' Σώμα Στρατού μειώνει τους αριθμούς και πιο ανεξάρτητοι ερευνητές τους διπλασιάζουν[13]. Φυσικά, η επίκληση του ποσοτικού επιχειρήματος εκ μέρους όσων συναριθμούσαν, κατά τον μεσοπόλεμο, τους Σλαβομακεδόνες στους Έλληνες δεν προσκρούει μόνο σε ηθικές, λογικές και ιδεολογικοπολιτικές ενστάσεις, αλλά και στο γεγονός ότι (ιδίως ως την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923) το ελληνικό στοιχείο, στη Μακεδονία, αποτελούσε μια ισχυρή μειονότητα[14] και σε καμιά περίπτωση δεν καθιστούσε αυτονόητες τις αξιώσεις της Αθήνας πάνω στο γεωγραφικό χώρο της σημερινής (ιδίως βορειοδυτικής, αλλά και ανατολικής) Μακεδονίας.

Αν αυτή ήταν η πολιτική του αστικού κράτους, το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα (απ' τη μικρασιατική καταστροφή και ως τα 1934-35) αρνήθηκε κάθε εκδοχή εθνικισμού, ιμπεριαλισμού και «σοσιαλπατριωτισμού». Σύμφωνα με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, το ΚΚΕ υποστήριξε (από τα τέλη του 1924, με Απόφαση του 3ου έκτακτου Συνεδρίου του)[15] το στόχο μιας ενιαίας Βαλκανικής Συνομοσπονδίας, δηλαδή ενός αυτόνομου πολυεθνικού κράτους στο μακεδονικό και θρακικό χώρο, που θα υλοποιούσε, κατά μια εκδοχή, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων. Βέβαια, οι πολεμικές, διπλωματικές και εθνολογικές ανακατατάξεις (του 1913 και ιδιαίτερα του 1922-23) συνέτειναν στη βαθμιαία επικράτηση του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας. Το στοιχείο αυτό, λόγοι τακτικής και - ενδεχομένως - διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και ιδεολογικοπολιτικές θέσεις κλόνισαν την ομοφωνία, γύρω απ' τη γραμμή στο «μακεδονικό», στο εσωτερικό και τον περίγυρο του ΚΚΕ. Οι διαγραφές του Μαρτίου του 1927 (Κορδάτος, Αποστολίδης)[16] αποτελούν οριακές εκδηλώσεις των σχετικών εσωκομματικών αντιπαραθέσεων.

Το γνωστό «ιδιώνυμο» (Νόμος 4229, από 25 Ιουλίου 1929), με βάση το οποίο επρόκειτο να καταδικαστούν (κατά την περίοδο 1929-1937) 3.031 άτομα[17], στρεφόταν και εναντίον όσων επιδίωκαν «την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν... την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας»[18]. Η οργανωτική (και ηθικοπολιτική) φθορά του ΚΚΕ, πριν και μετά τη θέσπιση του «ιδιώνυμου», συνέτεινε στην αναθεώρηση της γραμμής του, η οποία όμως δεν αποκρυσταλλώθηκε παρά στο πλαίσιο των ουσιωδών πολιτικοστρατηγικών μετατοπίσεων του της περιόδου 1934-1936. Αν το ΚΚΕ της προηγούμενης περιόδου είναι αντιπολεμικό και διεθνιστικό, αν δεν διστάζει να εισχωρήσει στο στρατό, να προτείνει τη λιποταξία και ν' αντιπαρατεθεί στην ιδεολογία του έθνους - κράτους, το ΚΚΕ του «ενιαίου» και του «λαϊκού μετώπου» είναι αντιδικτατορικό και εθνικοανεξαρτησιακό. Δέχεται να παρέμβει στα «ρεφορμιστικά» συνδικάτα, προσανατολίζεται σε συνεργασία με τα «λιγότερο αντιδραστικά κομμάτια» της αστικής πολιτικής εκπροσώπησης και, εκτός των άλλων, εγκαταλείπει τη γραμμή της «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης», υιοθετώντας (από τον Απρίλιο του 1935) το σύνθημα των ίσων πολιτικών και εθνικών δικαιωμάτων για όλες τις μειονότητες του ελληνικού χώρου[19].

Τα στοιχεία που υπάρχουν μαρτυρούν ότι, στη διάρκεια του μεσοπολέμου, οι Σλαδομακεδόνες εμφανίζονταν πολιτικά συντηρητικοί: ακολουθούσαν, γενικά, την αντιβενιζελική παράταξη, ενώ το 1935 εκφράστηκαν και μέσα από τη «Μακεδονική Ένωση», (έναν σχηματισμό που προέκυψε από το Λαϊκό Κόμμα), που στις εκλογές του 1935 (με αρχηγό τον Σ. Γκοτζαμάνη και φιλομοναρχικό στίγμα) συγκέντρωσε το 14,80% των ψήφων της Μακεδονίας. Το κόμμα αυτό (αλλά και η «Μακεδονική Ομάδα» της Κοζάνης και της Δράμας) προσανατολιζόταν προς τη διοικητική αυτονόμηση της Μακεδονίας και την απομάκρυνση των προσφύγων[20]. Η συνθηματολογία του ΚΚΕ για «εθνική αυτοδιάθεση μέχρις αποχωρισμού των καταπιεζόμενων Μακεδόνων και θρακών» και η εκ μέρους του αναγνώριση ότι υπάρχει «εθνική καταπίεση του πληθυσμού της Μακεδονίας και της Θράκης»[21] (αλλά και η ταξική ανάλυση του γύρω απ' την «καταπιεσμένη αγροτιά») δεν εξασφάλισε σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης μεταξύ ΚΚΕ και σλαβομακεδονικαύ πληθυσμού. Εξάλλου, οι παραπάνω θέσεις ίσχυσαν ως το 1935, οπότε υιοθετήθηκε η γραμμή της «ισοτιμίας». Ως τότε, το ΚΚΕ συναριθμούσε τις εθνικές μειονότητες στις «κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης στην Ελλάδα», της οποίας ο χαρακτήρας προδιαγραφόταν αστικοδημοκρατικός, «με τάση γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση»[22].

Από τον Οκτώβριο του 1940 το ΚΚΕ έδωσε προτεραιότητα στο ανεξαρτησιακό ζήτημα και τη συμμαχική αντιφασιστική αλληλεγγύη, αποφεύγοντας, ουσιαστικά, να τοποθετηθεί ή να παρέμβει στο πρόβλημα των μειονοτήτων. Ούτε όμως και το ΕΑΜ επρόκειτο να επεξεργαστεί κάποιες συγκεκριμένες σχετικές θέσεις. Η συγκυριαρχία και οι ωμότητες των Βουλγάρων στον ελλαδικό μακεδονικό χώρο υποχρέωναν τις ΕΑΜικές οργανώσεις να εκφράζουν την αγανάκτηση τους και την αλληλεγγύη τους προς τον (θεωρούμενο συμπαγή) «μακεδονικό λαό»[23], αποφεύγοντας ανακίνηση του μειονοτικού. Εξάλλου, ο ΕΛΑΣ Μακεδονίας ανέλαβε - τόσο με τη βία όσο και με ιδεολογικά μέσα - να εξισορροπήσει το βουλγαρικό «ενδιαφέρον» για τους Σλαβομακεδόνες[24], διακηρύσσοντας την πίστη του στην «αγωνιστική και αδελφική ενότητα των Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων, που χέρι με χέρι παλεύουν για την απελευθέρωση της κοινής τους πατρίδας, της Ελλάδας» και δίνοντας την υπόσχεση ότι «οι Σλαβομακεδόνες θα απαλλαγούν από τις τιμωρίες και τις ταπεινώσεις, για να αρνηθούν τη γλώσσα τους, θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους αδελφούς τους τους Έλληνες»[25].

Επειδή όμως αρκετοί ήσαν οι Σλαβομακεδόνες (και πολύ περισσότερο οι τουρκόφωνοι) που δέχθηκαν ή αναγκάστηκαν να οπλιστούν από τους κατακτητές ή να προσχωρήσουν στην ΠΑΟ και σε άλλες αντιδραστικές οργανώσεις, ο ΕΛΑΣ δεν απέφυγε τις βιαιότητες σε βάρος τους. Ενδεικτική είναι η σύλληψη και δολοφονία εννέα Σλαβομακεδόνων «προεστών» της Γουμένισσας, το Πάσχα του 1944, η οποία έστρεψε ηγετικούς παράγοντες της μειονότητας αυτής (που προηγουμένως συμπαθούσαν το ΕΑΜ) προς τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους[26]. Πάντως, από τον Ιούνιο του 1944, το ΕΑΜικό συγκρότημα ανέλαβε να διαχειριστεί το εθνικό - μειονοτικό πρόβλημα σε όφελος της συνοχής και ομοιογενοποίησης του ελληνικού έθνους - κράτους, αλλά με τρόπο που δεν θα ενέκριναν ποτέ οι «φυσικοί» πολιτικοί εκπρόσωποι του αστισμού: ίδρυσε το SNOF[27], καθαρά σλαβομακεδονική οργάνωση, η οποία καταρχήν συγκροτήθηκε από δύο τάγματα, στις περιοχές Καστοριάς και Έδεσσας. Όταν όμως το δεύτερο απ' αυτά αποσχίστηκε απ' το ΕΑΜικό δίκτυο[28] και κατέφυγε στους (πρόθυμους να το δεχτούν) Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, Επειδή αρνήθηκε ν' αποδεχθεί τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας[29], η ηγεσία του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ (και του ΚΚΕ) υποχρεώθηκε να επανεξετάσει τη γραμμή της στο θέμα των Σλαβομακεδόνων... Κατά την περίοδο του Εμφυλίου, πάντως, το ΝΟΦ (σλαβομακεδονικό παράρτημα του ΔΣΕ) αναδείχθηκε σε ρυθμιστικό παράγοντα, με δεδομένο ότι τα ορμητήρια του ΔΣΕ (Γράμμος - Βίτσι) βρίσκονταν σε περιοχές στις οποίες οι Σλαβομακεδόνες - αν δεν πλειοψηφούσαν - αποτελούσαν ισχυρό κοινωνικοοικονομικό (και στρατιωτικόπολιτικό) παράγοντα. Πιθανότατα, ο ένας στους τρεις μαχητές του ΔΣΕ, στο χώρο της ελληνικής Μακεδονίας, ήταν Σλαβομακεδόνας[30]. Αν μάλιστα αληθεύει η πληροφορία ότι μερικές χιλιάδες Σλαβομακεδόνισες διώχθηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν κατά τον Εμφύλιο και ότι ήσαν 1000 τουλάχιστον οι γυναίκες σε σύνολο 11.000 Σλαβομακεδόνων αγωνιστών του ΔΣΕ[31], η απόφαση του ΚΚΕ (κατά το 1949) να επανέλθει στη γραμμή της αυτοδιάθεσης, αν δεν προέρχεται από πειθαναγκασμό[32], προκύπτει από μια ορθολογική εκτίμηση της σημασίας του σλαβομακεδονικού στοιχείου για τον αγώνα του Δ.Σ.Ε. Τόσο μάλλον όταν οι πλέον αμετανόητοι εκφραστές της «εθνικοφροσύνης» φαίνεται να κατανοούν τη ροπή του σλαβομακεδονικού στοιχείου προς το ΚΚΕ, εξαιτίας των διώξεων που είχαν υποστεί απ' το προπολεμικό κράτος[33].

Μετά τον Αύγουστο και αφού πολλές χιλιάδες Σλαβομακεδόνων κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία, το σλαβομακεδονικό στοιχείο παρέμεινε (ή εγκαταστάθηκε) στους νομούς Φλώρινας, Καστοριάς, Πέλλης, Κιλκίς κ.ά. Αν το ελληνικό κράτος δεν επέτρεψε, εφεξής, την έγερση οποιασδήποτε έντασης γύρω απ' την ιδιαιτερότητα και τα δικαιώματα αυτής της μειονότητας, είναι βέβαιο ότι και το ηττημένο ΚΚΕ δεν μπορούσε (ούτε και ήθελε) ν' ανοίξει οποιοδήποτε σχετικό διάλογο. Ανεξάρτητα απ' αυτό, σήμερα είναι λογικά και ηθικοπολιτικά αδύνατο να αγνοεί κανείς ότι: α) οι Σλαβομακεδόνες αποτέλεσαν και αποτελούν ιδιαίτερη (γλωσσική, πολιτισμική, εθνική) έκφραση στην Ελλάδα του 20ου αιώνα β) το ελληνικό κράτος, με ποικίλα μέσα, επιχείρησε να τους αφομοιώσει ή να τους αφανίσει γ) το ΚΚΕ τους είχε αντιμετωπίσει ως εθνική μειονότητα, η οποία είχε δικαίωμα - αν όχι αυτονομίας - τουλάχιστον ισοπολιτείας κ.λπ. δ) το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ οφείλουν πολλά στους Σλαβομακεδόνες, ενίοτε όμως τους αντιμετώπισαν είτε ωφελιμιστικά είτε μέσα από το πρίσμα της ιδεολογίας του (ομογενοποιημένου) έθνους - κράτους ε) Σλαβομακεδόνες υπάρχουν και σήμερα στην Ελλάδα, εκτός αν παλαιότερα έχει επιχειρηθεί (και τελεσφορήσει) κάποια γενοκτονία σε βάρος τους στ) κάποιοι υποκριτές (όχι μόνον αστοί) πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι σήμερα το θέμα των Σλαβομακεδόνων δεν τίθεται, ίσως, σε επίπεδο αυτοδιάθεσης (ή προσάρτησης εκ μέρους των Σκοπίων) αλλά με βάση το σκεπτικό ότι η μειονότητα αυτή δικαιούται αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων της και - αν μη τι άλλο - όσα «απολαμβάνουν» οι άλλοι «Έλληνες πολίτες»[34].



[1] Το ίδιο, δυστυχώς, ισχύει και για τις - λιγοστές ως τώρα - δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Βλ. ενδεικτικά, κείμενα της Ελευθερίας Παναγοπούλου στο «Σχολιαστή» του Δεκεμβρίου 1988 και του Ιανουαρίου 1989.

[2] Ε. Balibar «Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό», περιοδικό «θέσεις» τεύχος 25, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1988, σελ. 81.

[3] Πρβλ. στο ίδιο, σελ. 80-81.

[4] Κ.Α. Βακαλόπουλου «Μακεδόνικος Αγώνας». Η ένοπλη φάση, 1904-1908» θες νίκη 1987, σελ. 220.

[5] Στο ίδιο, σελ. 38 και 254.

[6] Από Έκθεση Έλληνα Προξένου Μοναστηρίου, στα Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών, Προξενεία Μακεδονίας, Μοναστήρι 27.2.1908, αρ. 216 και στον Κ.Α. Βακαλόπουλο, ό.π. σελ. 48.

[7] Παράθεμα του Βακαλόπουλου, ό.π. σελ. 127.

[8] Στο ερώτημα αυτό απαντά αρνητικά ο Γιάννης Μηλιός, «Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην οικονομική ανάπτυξη», Αθήνα 1988, σελ. 303. Πάντως τα στοιχεία της έννοιας «εθνική συνείδηση» δεν έχουν θεωρητικά συγκεκριμενοποιηθεί, ενώ η διαμόρφωση μιας μεγάλης πληθυσμιακής ομάδας με κοινά «εθνικά» χαρακτηριστικά (γλώσσα, ιστορία, θεσμοί, προτίμηση της ενδογαμίας, ιδεολογικοποίηση της εθνικής ιδιαιτερότητας) δεν εκφράζεται αναγκαστικά με κάποιο εθνικό κίνημα, δεν οδηγεί νομοτελειακά στο σχηματισμό εθνικού κράτους ούτε αποκλείει, φυσικά, το «ενδιαφέρον» και τον επεκτατισμό κάποιου ήδη συγκροτημένου κράτους. Πρβλ. και τις παρατηρήσεις του Ε. Balibar, ό.π., ιδίως σελ. 78-82.

[9] Μια πρώτη προσέγγιση επιχειρεί ο Αλκής Ρήγος «Η Β' Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής», Αθήνα 1988, σελ. 204.

[10] Δεν την αρνούνται ούτε οι πιο ακραιφνείς εθνικόφρονες, ούτε το επίσημο κράτος. Βλ. ενδεικτικά Κ.Ι. Μαζαράκη - Αινιάν «Η λύσις του Βαλκανικού ζητήματος», Αθήνα 1919, σελ. 16 και απογραφές του 1928 και του 1940.

[11] Την Ζάντρουγκα είχε μελετήσει, κατά τον μεσοπόλεμο, ο Κ. Καραβίδας («Αγροτικά...», Αθήνα 1931, ιδίως σελ. 201 επομ.).

[12] Ενδεικτικά: Ρήγος, ό.π., σελ. 208 και Μηλιός, ό.π., σελ. 30-67.

[13] Mavrogordatos G. «Mass Cleavages and Party Strategies in Interwar Greece», London 1981, σελ. 321, Ρήγος, ό.π., σελ. 206 και σημ. 44 και 63, Μηλιός, ό.π., σελ. 307-12, Γ' Σώματος Στρατού «Δύο χρόνια πολέμου της Ελλάδος κατά του κόκκινου φασισμού», θες νίκη 1948, σελ. 89, Christides Ch. «Le Camouflage Macedonien, A La Lumiere des Fails et des Chiffres», «Societe Hellenique d' Editions», Athenes 1949, p. 64-65 και Mavrogordatos, ό.π., σελ. 352 και 651.

[14] Μεταξύ πολλών, Γ. Μηλιός, ό.π., σελ. 308 επόμ.

[15] ΚΚΕ, Τα Επίσημα Κείμενα, τόμος 1, σελ. 513 επόμ.

[16] Στο ίδιο, τόμος 2, σελ. 250 και άρθρο του Γιάννη Κορδάτου στον «Ριζοσπάστη» της 25.2.1927.

[17] Το στοιχείο παραθέτει ο Ν. Αλιβιζάτος «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση», 1922-1947. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας», Αθήνα 1983, σελ. 360.

[18] Στο ίδιο, σελ. 355-356 και, γενικότερα για το «ιδιώνυμο» σελ. 350-361.

[19] Μεταξύ πολλών: Β.Α. Νεφελούδη «Ακτίνα θ' Αναμνήσεις 1930-1940», Αθήνα 1974, σελ. 69-73 και 79-81. Επίσης, «Επίσημα κείμενα...», ό.π., τόμος 4ος, σελ. 166 και 296-7. Η νέα γραμμή επικυρώθηκε από το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τον Δεκέμβριο του 1935.

[20] Για όλα αυτά: Ρήγος, ό.π., σελ. 20910, Mavrogordatos, ό.π., σελ. 35-48 και Σπ. Λιναρδάτου «Πώς φθάσαμε στην 4η Αυγούστου», Αθήνα 1965, σελ. 623.

[21] Απόφαση της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ (Ιανουάριος 1934), παραθέματα του Νεφελούδη, ό.π., σελ. 56.

[22] Στο ίδιο σημείο.

[23] Ενδεικτική η απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ «για την εισβολή των Βουλγάρων φασιστών στη Μακεδονία», σε έκτακτη έκδοση της εφημ. «Ελεύθερη Ελλάδα», 8.7.1943.

[24] Αρκετές πληροφορίες προκύπτουν απ' το βιβλίο του Θανάση Μητσόπουλου «το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ», δ' έκδοση Αθήνα 1987, ιδίως σελ. 199 επόμ. 246-7, 260-4 και 361-5.

[25] Στο ίδιο, σελ. 363.

[26] Στο ίδιο, σελ. 28-89. Ο Μητσόπουλος, πάντως, προσπαθεί να συγκαλύψει τις ευθύνες του ΕΛΑΣ και υποβαθμίζει το όλο ζήτημα...

[27] Βλ. πρόχειρα τον «Ριζοσπάστη» της 31.1.1946, ο οποίος ανεβάζει τα μέλη του ΣΝΟΦ σε 6.000, σ' ένα σύνολο 70.000 ανταρτών του ΕΛΑΣ.

[28] Μητσόπουλος, ό.π., σελ. 388 επόμ.

[29] Ο Ν. Ζαχαριάδης θα μιλήσει αργότερα για «συκοφαντία» των Γιουγκοσλάβων, οι οποίοι - κατά τη γνώμη του - κακώς μίλησαν στους Σλαβομακεδόνες για «προδοσία του ΚΚΕ» στην περίπτωση του Λιδάνου... («Νίκου Ζαχαριάδη, Επιλογή Έργων», Αθήνα, χ.χρ., έκδοση Πρωτοπόρος, σελ. 90 και, γενικότερα, σελ. 88 επόμ.).

[30] Ε. Κωφός, «Nationalism and Communism in Macedonia» θες νίκη 1964, σελ. 176.

[31] Τα στοιχεία προέρχονται απ' τη δίγλωσση (ελληνογαλλική) έκδοση «Η γυναίκα της Ελλάδας στον Αγώνα», Αθήνα 1975 σελ. 54.

[32] Πρβλ. Αχ. Παπαϊωάννου «Η διαθήκη του Νίκου Ζαχαριάδη», Αθήνα 1986, σελ. 523.

[33] Πρβλ. έκδοση Γενικού Επιτελείου Στρατού, Δ/νση Πληροφοριών «Καταθέσις "Φάνη", Ταγματάρχου Α2 Γραφείου Γ.Α. Συμμοριτών», Ανατύπωσις Αθήνα 1949, σελ. 30-31 και 44 επόμ.

[34] Για τις διακρίσεις σε βάρος των Σλαβομακεδόνων της Β.Δ. Μακεδονίας και τις πρώτες αντιστάσεις τους, βλ. πρόχειρα άρθρο της Ε. Παναγοπούλου, στο «Σχολιαστή» του Ιανουαρίου 1989.