Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΥΑΣ ΒΡΥΣΗΣ (11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1944)

Καραπάνος Χρήστος

αναδημοσίευση από: http://baltosgiannitsa.blogspot.com/2011/02/blog-post_27.html

Φωτο.1

Φωτορεπόρτερ: Τέσσεντορφ ,Κείμενο: Ντρέζεν, Τόπος Κρύα Βρύση 27/7/44

Κείμενο: «Πεισματικό οχυρό των Ελλήνων γεωργών. Η νεολαία του χωριού πρέπει να γαλουχείται με το πνεύμα του αγώνα για την ελευθερία. Με ενθουσιασμό οι νέοι μαθαίνουν αυτό πού πρέπει αργότερα να ξέρουν, ώστε να υπερασπίσουν το χωριό τους εναντίον των συμμοριτών».

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

Τους τελευταίους μήνες του1944,ενώ οι γερμανικές δυνάμεις βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης και προετοιμάζονται, με εντολή του Χίτλερ προς τον στρατάρχη φον Βάικς από την 26η Αυγούστου, για την υποχώρηση, η περιοχή του κάμπου των Γιαννιτσών αποτέλεσε το επίκεντρο μίας σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ των εξοπλισμένων από τους Γερμανούς αντιεαμικών τμημάτων και του ΕΛΑΣ. Οι απαρχές της σύγκρουσης αυτής εντοπίζονται στις αρχές 1943, όταν η γερμανική στρατιωτική ηγεσία άρχισε να στρατολογεί Έλληνες και παίρνει διαστάσεις μετά το φθινόπωρο, όταν ο γερμανικός στρατός αδυνατώντας να καλύψει το κενό των Ιταλών που εγκαταλείπουν την Ελλάδα έπειτα από την συνθηκολόγησή τους, υπόσχεται επέκταση της βουλγαρικής κατοχής δυτικά του Στρυμόνα, συγχρόνως ο γερμανικός στρατός διαπράττει μαζικές εκτελέσεις αμάχων . Σκοπός του εγχειρήματος ήταν να διαρρήξει την κοινωνική συνοχή δια της διχαστικής προπαγάνδας, διασπώντας εκ των έσω την ενότητα του αντιστασιακού κινήματος και το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί οι Έλληνες και για ποιο λόγο επέλεξαν να βρεθούν με τα γερμανικά όπλα στο πλευρό των κατακτητών; Επιπλέον, σε τι ήλπιζαν;

Οι αναφερόμενοι οπλαρχηγοί είναι δυνατό να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: α΄) πίστεψαν ιδεολογικά στην εθνικοσοσιαλιστική-αντικομουνιστική προοπτική της Ελλάδας και πολέμησαν μέχρι τέλους για τη νίκη των γερμανικών όπλων, β΄) σε όσους χρησιμοποίησαν τον αντικομμουνισμό ως προκάλυμμα της καιροσκοπικής και ενίοτε εγκληματικής τους δράσης, γ΄) σε όσους αρνήθηκαν να συνεργαστούν ή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τον ΕΛΑΣ, αντιτάχθηκαν στην εκ αριστερών κατευθυνόμενη οργάνωση της αντίστασης και εξοπλίστηκαν εναντίον της .

Αδιαμφισβήτητος ηγέτης στον κόσμο των ενόπλων αντιπάλων του ΕΛΑΣ θεωρείται ο Γεώργιος Πούλος, απότακτος Αντισυνταγματάρχης του Μηχανικού[1]. Για τον Πούλο δεν ετίθετο ζήτημα συνεργασίας με τους Γερμανούς, όταν είχε απέναντί του τον «εγκληματικό και αντεθνικό» ΕΑΜ- ΕΛΑΣ. Άλλωστε, όπως διατείνονταν και ο ίδιος θα συνεργάζετο με τον καθένα και θα έπαιρνε όπλα ακόμα και από τους Κινέζους για να πολεμήσει εναντίον των κομμουνιστών και των Βουλγάρων, διάκριση που για τον εν λόγω δεν υφίστατο[2]. Στις αρχές του 1943, με γερμανική πρωτοβουλία, συγκρότησε το πρώτο ελληνικό εθελοντικό τμήμα, με άντρες ποικίλης κοινωνικής προέλευσης. Οι εξάψεις των περιπετειών, η προσμονή του πλουτισμού, οι απειλές των ανταρτών και το αδιέξοδο της καθημερινής ζωής ήταν ορισμένοι από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάταξη. Το τμήμα αυτό εξοπλίστηκε από τις γερμανικές αποθήκες, οι δε άντρες του φορούσαν στολές της Βέρμαχτ. Μετά από αρκετούς μήνες ένοπλης δράσης σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, το Εθελοντικό Τάγμα του Πούλου μετακινήθηκε στην Κεντρική Μακεδονία και εγκαταστάθηκε το Μάιο του 1944 στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών. Εγκαταλείποντας την Βέροια όπου τον προηγούμενο μήνα δέχθηκε αιφνιδιαστικό χτύπημα από τον ΕΛΑΣ την ώρα του καταυλισμού στο Δημοτικό σχολείο της πόλης.

Αν και κατά τον ΕΛΑΣ είχε ξεριζωθεί ο σπόρος της αντίδρασης εντός του χωριού, οι εκτελέσεις από την ΟΠΛΑ, σε μια νύχτα, επτά χωρικών ως δήθεν μελών της ΠΑΟ, και αργότερα άλλων ένδεκα, εξέθρεψαν τα αισθήματα εκδίκησης κυρίως αυτών που είχαν θρηνήσει για την απώλεια δικών τους προσώπων. Οι περισσότεροι από εκείνους που αποφάσισαν να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον του κατευθυνόμενου από το ΚΚΕ, ΕΛΑΣ, επανεξοπλίστηκαν και εντάχθηκαν στα τμήματα του Σκαπέδρα και του Πούλου ζητώντας την προστασία τους.

Φωτο.2 Φωτορεπόρτερ: Τέσσεντορφ Κείμενο: Ντρέζεν Κρύα Βρύση 27 /7 / 44 οδός 25ης Μαρτίου

«Οι Εθελοντές τού Συν/χου Πούλου. Η συστηματική υγειονομική περίθαλψη από τους γερμανούς γιατρούς γίνεται ευχάριστα αποδεκτή. Εμβολιάζονται κατά της χολέρας και του τύφου».Λοχαγός Έλτερ.Η πινακίδα ΑΣΚΛΗΠΙΟ (sic)διακρίνεται πάνω στον τοίχο.

Έκτοτε η Κρύα Βρύση μετατράπηκε σε απόρθητο αντικομμουνιστικό φρούριο και τόπο εκτελέσεων. Ο οπλίτης Τ.Α. αναφέρει πως υπήρχαν δύο εκτελεστές ο ένας εκτελούσε τους κομουνιστές και ο άλλος τους βουλγαρόφρονες. Όταν ο Πούλος σήκωνε τα μανίκια του κοιτώντας κάποιον, αυτό σήμαινε θανατική εκτέλεση. Νότια του χωριού κοντά στα νεκροταφεία και το κτήμα Δεμερτζή, έπλεναν τα χέρια τους στην επονομαζόμενη και «βρύση του αίματος». Με χαρακώματα και συρματοπλέγματα περιμετρικά αλλά και πολλά φυλάκια στα οποία δόθηκαν ονόματα όπως Σαγγάριος, Ερμακιά, (εντόπικα) Σούλι και Κλεισούρα(βλάχικα), Καρατάσος, Πόντος (τουρκοφώνικα), Ασκληπιείο (ιατρείο), ονοματοδοσία που υπενθύμιζε την ‘προσήλωση’ στα εθνικά ιδεώδη σε αντίθεση με τους ‘απάτριδες’ και ‘ξενοκίνητους’ αντιπάλους[3].Οι νέοι του χωριού, εκόντες άκοντες, κατατάχθηκαν στο τάγμα ως οπλίτες εκτελώντας τουλάχιστον περιπολίες και σκοπιές.

Η παρακάτω μαρτυρία κατοίκου της Κρύας Βρύσης για το ‘βίο και την πολιτεία’ ενός Πουλικού συγχωριανού του αποτυπώνει στο ελάχιστο την εν γένει δράση του τμήματος στην ευρύτερη περιοχή του κάμπου των Γιαννιτσών και την ιδιαίτερα δυσχερή θέση στην οποία βρέθηκαν τα χωριά

«Οπλίστηκε τον Ιούνιο του 1944 εθελοντικά στο Σώμα του Πούλου. Αργότερα όταν σχηματίσθηκε το σώμα του Σκαπέδρα κατατάχθηκε σ΄ αυτό με στολή Σκαπερδέικη. Πήρε μέρος στην επιχείρηση του Λιπαρού. Επίσης, πήρε μέρος στην κύκλωση των Γαλατάδων όπου κυνήγησε έφιππος τον στρατιωτικό υπεύθυνο των Γαλατάδων. Τον συνέλαβε στο Παλαίφυτο και αφού τον έδεσε πίσω από το άλογο και τον έφερε στην πλατεία των Γαλατάδων τον εκτέλεσαν. Πήρε μέρος και στις επιχειρήσεις Γιαννιτσών, Νησιού, Σκυλίτσι, απ΄ όπου πλιατσικολόγησε πολλά σπίτια και έφερε πολλά πράγματα στο σπίτι του, δηλαδή βελέντζες, ρούχα και πολλά άλλα. Στην επιχείρηση της Κρύας Βρύσης ήταν στο φυλάκιο ‘Καρατάσος’, πολέμησε μέχρι την τελευταία στιγμή και πιάστηκε με το όπλο στο χέρι στο φυλάκιο»[4].

Φωτο.3 Παρέλαση ένοπλων εθνικιστών στην Κρύα Βρύση.(Εθνικό Μουσείο Λουμπλιάνας)

Πολλές φορές η Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και προσωπικά ο Βένγκερ στάθηκαν μάρτυρες της αιματοβαμμένης πορείας των αντρών του Πούλου, με θύματα ως επί το πλείστον αμάχους. Στον Βένγκερ άρχισαν να καταφτάνουν τους τελευταίους μήνες της Κατοχής καθημερινές αναφορές. Ο Βένγκερ υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής των Γιαννιτσών τον Σεπτέμβριο του 1944. Η πόλη είχε μετατραπεί σε θέατρο των συγκρούσεων μεταξύ Γερμανών και των αντρών των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη μία πλευρά και του ΕΛΑΣ από την άλλη. Ο πανικός και η απελπισία είχε καταλάβει τους κατοίκους .Όταν η Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού προσπάθησε να βάλει ένα τέλος στα δεινά των αμάχων, βρέθηκε προ αδιεξόδου:

«Εφτάσαμεν στην Κρύαν Βρύσην περί την 17.30΄. Το χωρίον μεταβληθέν εις Φρούριον χρησιμοποιείται ως επισταθμία των αντρών του Πούλου. Μετ΄ ολίγον εισήχθημεν παρά τω Συνταγματάρχη. Παρίσταντο και έτεροι αξιωματικοί ως και σύνδεσμος Γερμανός αξιωματικός. Ανεκοινώσαμεν εις τους κυρίους τούτους τον σκοπόν της επισκέψεώς μας και τοις εζητήσαμεν όπως ει δυνατόν, αποφευχθούν αι πυρπολήσεις των χωρίων και η καταδίωξις των πολιτών και προ παντός των γυναικοπαίδων. Ο Πούλος μας απήντησε πολύ ευγενώς. Ηρνήθη ό,τι του κατεγγείλαμεν και μας παρεκάλεσεν όπως απευθύνωμεν τα παράπονά μας εις τους αντάρτες, οι οποίοι είναι οι υπαίτιοι όλης αυτής της κατάστασης […] Ιδόντες ότι δεν υπάρχει τρόπος συνεννοήσεως με τους ανθρώπους αυτούς, διεκόψαμεν αμέσως την συνομιλίαν μας και ανεχωρήσαμεν δια Βέροιαν»[5].

Δίπλα στο μονολιθικό και άτεγκτο Πούλο διεκδίκησε επάξια θέση ο φερόμενος ως διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας της περιφερείας Γιαννιτσών, Ανθυπολοχαγός της Βέρμαχτ Κύρος Γραμματικόπουλος. Ο Πόντιος πρόσφυγας, κάτοικος Δράμας, είχε κερδίσει δικαίως την καθ΄ όλα τιμητική αυτή θέση στον κόσμο των ενόπλων αντιπάλων του ΕΛΑΣ, πολεμώντας με το γερμανικό στρατό στη Φιλανδία, στην Κρήτη, στην Αφρική, στο ρωσικό μέτωπο. Εκθέτει τις απόψεις του για τον ‘επάρατο εβραιομπολσεβικισμό’ αρθρογραφώντας στον προπαγανδιστικό τύπο. Ο Γραμματικόπουλος με τον Παπαβασιλείου ήταν μάλιστα αυτοί που τον Μάρτιο εγκαινίασαν τον κύκλο βίας και έδωσαν μια πρόγευση στους κατοίκους της Κρύας Βρύσης για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει δύο μήνες αργότερα με την εγκατάσταση του Πούλου στο χωριό. Μετά δε την επίσκεψή τους στο χωριό, ο πρόεδρος της κοινότητας αναγκάστηκε να γράψει στο γερμανικό φρουραρχείο της Έδεσσας, ζητώντας προστασία

«Κύριε Φρούραρχε, Ημείς δεν δυνάμεθα δια μολυβδίδος να περιγράψωμεν τα μεσαιωνικά μέσα άτινα μετήλθον οι Έλληνες ένοπλοι έναντι τιμίων και αθώων ανθρώπων. Εκείνο όπερ σας γνωρίζομεν είναι το ότι αν δεν υπήρχον Γερμανοί Στρατιώται και Αξιωματικοί θα είχομεν πολλά θύματα από το Ελληνικόν απόσπασμα […] Οι κάτοικοι έχουσιν απόλυτον εμπιστοσύνην εις τα Γερμανικά Στρατεύματα, ουδεμίαν δε τοιαύτην εις τους ακολουθούντας αυτά Έλληνας ενόπλους ή μεμονωμένους, οίτινες ανεξελέγκτως και αδιστάκτως προβαίνουσιν εις κακοποιήσεις, φόνους και λεηλασίας των περιουσιών των κατοίκων»[6].

Μέχρι τέλους πολέμησε και ο Βλάχος οπλαρχηγός Στέργιος Σκαπέδρας υπερασπιζόμενος το δικαίωμα στην επιλογή, αν τελικά υφίστατο τέτοιο δικαίωμα σε καιρούς δύσκολους. Παρά το γεγονός ότι ο Σκαπέδρας βρέθηκε τους τελευταίους μήνες της Κατοχής κοντά στον Πούλο, εντούτοις διέφερε από αυτόν τόσο στην ιδεολογική αφετηρία, όσο και στα κίνητρα που τον οδήγησαν στην ένοπλη σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ. Με άλλα λόγια, δεν επιδίωξε τη γερμανική συμπάθεια και προστασία, αλλά αναγκάστηκε να προστρέξει σε αυτήν όταν αντέδρασε στη μονοπώληση της αντίστασης από τον ΕΛΑΣ. Το 1943 πρωταγωνίστησε στη συγκρότηση των πρώτων ομάδων του ΕΛΑΣ στο Πάικο, όμως το γεγονός ότι πίσω από τον ΕΛΑΣ ευρίσκετο το ΚΚΕ, οδήγησε τον συντηρητικό Σκαπέδρα στην απόφαση να αποχωρήσει, ξεκινώντας παράλληλα επαφές με μία άλλη οργάνωση, την ΠΑΟ. Η διάλυση της τελευταίας το φθινόπωρο του 1943 από τον ΕΛΑΣ σηματοδότησε και την απαρχή της δικής του σκληρής αντιπαράθεσης με τους πρώην συναγωνιστές του.

Φωτο.4 Έξοδος του τάγματος από την Κρύα Βρύση.Προπορεύονται οι δύο σαλπιγγτές Μπάβας και Τρύπατζης,ακολουθεί ο Πούλος με τον παπά Γιώργη Βαλλίδη.

Μετά την κάθοδό του στη Θεσσαλονίκη ο Σκαπέδρας επέστρεψε στην περιοχή και στρατολόγησε άντρες από τα γύρω χωριά για το ένοπλο τμήμα του, ξεκινώντας έναν αγώνα μέχρις εσχάτων. Η παρουσία του ίδιου και των αντρών του στην Κρύα Βρύση, τα μεμονωμένα περιστατικά συλλήψεων στελεχών του ΕΑΜ και η μετέπειτα συμμετοχή του στα γεγονότα των Γιαννιτσών είχαν ήδη χαράξει το μοναχικό τους δρόμο και προανήγγειλαν τη μετέπειτα σφοδρή σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ. Άλλωστε, και ο ίδιος γνώριζε ότι δεν υπήρχε γι΄ αυτόν άλλη διέξοδος από τη στιγμή που είχε πάρει το όπλο στα χέρια του. Αν και του δόθηκε η δυνατότητα να προστατεύσει τον εαυτό του, βρίσκοντας προστασία σε όσους είχαν ευεργετηθεί από τον ίδιο, δεν το έκανε γιατί προτίμησε να μην εγκαταλείψει τους άντρες του[7].

Από τις αρχές Οκτωβρίου οι δύο αντίπαλες πλευρές προετοιμάζονταν για την τελική και σίγουρα άνιση σύγκρουση, άνιση για την πλευρά εκείνη που είχε απολέσει τη γερμανική υποστήριξη, καθώς και την ενίσχυση εκείνων που είχαν επιλέξει να συνεχίσουν τον πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Αν για τον Πούλο, τον Γραμματικόπουλο και άλλους η φυγή από την πατρίδα ήταν αυτονόητη, καθώς καλούνταν πλέον να υπερασπιστούν τα ‘πάτρια’ εδάφη του Γ΄ Ράιχ από τους ‘εισβολείς’ συμμάχους, για τους άλλους η παραμονή στην πραγματική πατρίδα ήταν εξίσου αυτονόητη, αλλά διόλου εύκολη. Η μοναδική τους ελπίδα· η σύγκρουση μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Δυτικών, ώστε να αποκτήσει ξανά υπόσταση ο αντικομουνισμός τους. Δεν γνώριζαν βέβαια πως την ίδια στιγμή υπογραφόταν στη Μόσχα μεταξύ Τσώρτσιλ-Στάλιν η συμφωνία των «ποσοστών», για τις σφαίρες επιρροής στα Βαλκάνια.

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΛΑΙΣΙΟ

Φωτο.5 Σ' αυτό το μικρό κομμάτι χαρτί αριστερά ο Ουίνστων Τσώρτσιλ μοίρασε σε σφαίρες επιρροής τα Βαλκάνια και βρήκε σύμφωνο τον Ιωσήφ Στάλιν δεξιά, στις 11 Οκτωβρίου 1944.

Στις 9 του Οκτωβρίου το βράδυ το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ ξεκινάει. Και στις 11 Οκτωβρίου, ξημερώνοντας, η Κρύα Βρύση βρισκόταν κυκλωμένη. Είναι αξιοσημείωτο πως την ίδια στιγμή δίδεται λύση στο ελληνικό ζήτημα, όταν ο Στάλιν και Τσώρτσιλ υπογράφουν στη Μόσχα τη γνωστή συμφωνία των σφαιρών επιρροής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη(Φωτο.5).Ο Τσώρτσιλ κατευθυνόμενος στη Μόσχα, σταμάτησε στη Νάπολη και συνάντησε τον Έλληνα πρωθυπουργό Γ.Παπανδρέου, τρείς ημέρες πριν αυτός αποβιβασθεί στην απελευθερωμένη Αθήνα. Ο Τσώρτσιλ, παρόλα τα πλεονεκτήματα που του έδινε η συμφωνία της Καζέρτα(26 Σεπτεμβρίου 1944), να έχει κάτω από Βρετανικό έλεγχο όλες τις ανταρτικές δυνάμεις της Ελλάδας,φοβόταν ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ θα επιχειρούσαν να καταλάβουν το κενό που θα δημιουργούσε η αποχώρηση των Γερμανών , αν οι Βρετανοί δεν έσπευδαν να στείλουν στρατεύματα στην Ελλάδα αμέσως. Για να ελπίζει σε επιτυχία, ο Τσώρτσιλ έπρεπε να εξασφαλίσει εκ των προτέρων την ανοχή της Σοβιετικής 'Ενωσης, της οποίας τα στρατεύματα βρίσκονταν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη βρισκόταν ολόκληρο σώμα του πρώην κατοχικού και τώρα συμμαχικού βουλγαρικού στρατού.. Η αγγλοσοβιετική συμφωνία ήταν μια απελπισμένη ενέργεια του Τσώρτσιλ να περισώσει ό,τι μπορούσε, δηλαδή την Ελλάδα. Για την Ελλάδα η συμφωνία αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις. Άνοιξε το δρόμο στη βρετανική επέμβαση και αποτέλεσε τη βάση για τον καθορισμό της εδαφικής περιοχής όπου τα βρετανικά στρατεύματα θα μπορούσαν να αποβιβαστούν και να ασκήσουν τον έλεγχο για τον οποίο είχαν συμφωνήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες και τον οποίο είχε παραχωρήσει η Σοβιετική Ένωση. Η συμφωνία αποκατέστησε για την Ελλάδα τα προηγούμενα σύνορά της. Ο Στάλιν διέταξε τα βουλγαρικά στρατεύματα να αποχωρήσουν από τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία[8].

Η ΜΑΧΗ

Υστέρα από ολονύχτια πορεία, το 30ο Σύνταγμα, από το Γυψοχώρι, στις 1Ο του μήνα φθάνει βόρεια της Κρύας Βρύσης, στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά Οι ενέδρες στους γύρω δρόμους ήταν έτοιμες να περιφρουρήσουν την επιχείρηση από ενισχύσεις των Γερμανών, που ίσως έσπευδαν από τα γύρω κέντρα τους.

Στην επιχείρηση αυτή πήραν μέρος το ΙΙΙ/3Ο τάγμα, ο λόχος Μηχανημάτων, ο λόχος Δυναμιτιστών, ο ανεξάρτητος λόχος Σλαβομακεδόνων[9], ο λόχος της ΕΠΟΝ του Συντάγματος, ένας λόχος του Ι/3Ο τάγματος, η υποδειγματική Διμοιρία ανταρτισσών[10], και τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Οδηγός της φάλαγγας ήταν ο Ουγγρίνος Δημήτρης από το Γυψοχώρι. Το σύνθημα ήταν: Τσαλί-Λιπαρό Πριν το χάραμα έγιναν διεισδύσεις επίλεκτων ομάδων ως το κεντρική πλατεία με σκοπό την περικύκλωση των ένοπλων εστιών και τον ανεφοδιασμό. Σε μια τέτοια επιχείρηση συμμετείχε και ο ελασίτης Ιωάννης Τριανταφύλλου, που αναφέρει πως αφού υπερφαλάγγισαν τα φυλάκια της Δυτικής πλευράς(βλάχικα)·Κασαβέτη, Σκαπέρδα και Καμίνι Κοσμά, έφθασαν, περνώντας μέσα από κήπους και αυλές, μέχρι το σπίτι που χρησιμοποιούσε ως φρουραρχείο ο Πούλος.

Με το χάραγμα άρχισε η μάχη και όπως την περιγράφει ο καπετάνιος Θ. Μητσόπουλος: Ήταν μια ωραιότατη φθινοπωρινή μέρα. Ο Σταθμός διοίκησης του Συντάγματος είχε εγκατασταθεί λίγο έξω από το χωριό και παρακολουθούσε και καθοδηγούσε τη μάχη. Τα τμήματα προωθούνται. Κολλούν στα σπίτια. Εξουδετερώνουν μια σειρά θέσεις των αντιπάλων. Εκείνοι συμπτύσσονται σε καλύτερα οργανωμένες θέσεις κι εξακολουθούν να αμύνονται. Για να βγουν από εκεί έπρεπε να ανατιναχθούν τα οχυρά τους. Τα μέσα υπήρχαν. Ήταν τα αμερικάνικα «μπαζούκας», οι ομαδικοί όλμοι, και τα «μπουρλότα», αντάρτικη παραγωγή. Ο λόχος των Δυναμιτιστών ήταν ειδικευμένος στην κατασκευή και χρησιμοποίηση των μπουρλότων. Αλλά όπως αναφέρει ο καπετάνιος του 30ου Συντάγματος Θανάσης Μητσόπουλος: «Αν και είχαμε τα μέσα να τους εξοντώσουμε. Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλύτερα να βρισκόταν τρόπος να μην εξοντώνονταν. Να γλύτωναν τη ζωή τους και ύστερα ο λαός θα τους έκρινε. Πίσω από έναν όχτο βλέπουμε δυο παιδάκια, ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι 1Ο -12 χρονών, που έβοσκαν τα βόδια τους. Μάλλον είχαν βγει το πρωί από το χωριό, γιατί εμείς, το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, όσους βγήκαν έξω στα χωράφια τους με τα ζώα τους κ.λ.π. τους αφήσαμε να βγούνε. Μας ήταν χρήσιμοι γιατί μας έδιναν πολύτιμες πληροφορίες για τη δύναμη και την οχύρωση του εχθρού. Έτσι φαίνεται είχαν βγει και τα παιδάκια αυτά. Τα φωνάξαμε και τους δώσαμε ένα γράμμα για τους αρχηγούς των αμυνομένων πουλικών όπου τους λέγαμε ότι: Οι δυνάμεις μας είναι τόσες που είμαστε σε θέση να τους τινάξουμε στον αέρα. Όμως δε θέλουμε να το κάνουμε αυτό και τους προτείνουμε να παραδοθούν. Τους εγγυόμασταν τη ζωή τους. Δώσαμε στο κάθε παιδί από μια άσπρη σημαιούλα, που ανεμίζοντας τες ξεκίνησαν για το χωριό. Εμείς σταματήσαμε τα πυρά. Σταμάτησαν και κείνοι». Τα δυο παιδάκια με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία βάδιζαν προς το χωριό. Τους είχαμε πει: «Προσέχτε παιδιά, αυτό το γράμμα να το πάτε γιατί τους γράφουμε να σταματήσει πόλεμος για να μην καεί το χωριό σας και σκοτωθούν οι γονείς σας, τα αδέλφια σας, όλοι οι χωριανοί. Να μη φοβηθείτε. Θα σταματήσουμε τον πόλεμο».

Τα παιδάκια μπήκαν στο χωριό. Παντού ησυχία γύρω. Σε μισή ώρα από τη στιγμή που θα έμπαιναν τα παιδιά στο χωριό θα έπρεπε να ξανάβγαιναν με την απάντηση. Αν όχι θα ξανάρχιζε η μάχη. Πραγματικά σε μισή τα παιδάκια βγαίνουν πάλι με τις σημαιούλες στα χέρια. Οι μαχητές βλέπουν τα δυο παιδιά με τις άσπρες σημαιούλες να προχωρούν προς το Σταθμό Διοίκησης και περιμένουν με αγωνία: Θα παραδοθούν ή θα τους χτυπήσουμε ; Τα παιδάκια με πολύ σοβαρό ύφος μα και γεμάτα αθωότητα και απορία για όλα όσα συνέβαιναν, Έλληνες από τη μια μεριά και Έλληνες από την άλλη , να χτυπιούνται με τα όπλα και να σκοτώνονται, έφθασαν στο Σ.Δ. και έδωσαν ένα μικρό σημείωμα. Το σημείωμα αυτό ήταν υπογραμμένο από τον ταγματάρχη Παπαϊωάννου, αρχηγό των ενόπλων χωρικών έπειτα από τη φυγή του Πούλου και έγραφε: «Μολών λαβέ!» την περίφημη απάντηση που έδωσε ο Λεωνίδας στον Ξέρξη στις Θερμοπύλες !

Όμως, συνεχίζει ο Μητσόπουλος, η απάντηση του μας έβαλε σε μια άλλη σκέψη. Για να λέει αυτός το «Μολών λαβέ» φαίνεται θα είναι ισχυρός και ελπίζει να κρατήσει ώσπου να φθάσουν οι Γερμανοί ή ώσπου να νυχτώσει οπότε υπολογίζει ότι εμείς θα αναγκαστούμε να συμπτυχθούμε εγκαταλείποντας την πολιορκία. Αυτή η σκέψη μας έκανε καλό γιατί προσέξαμε και οργανώσαμε καλά την επίθεση που θα κάναμε. Εξηγήσαμε καλά σε μαχητές και στελέχη πώς έχει το ζήτημα. Ώρα 12 και 2Ο' το μεσημέρι ξαπολήσαμε την τελική επίθεση. Κυρίως με μπουρλότα και μπαζούκας. Ο καπεταν Πέτρος με τον καπεταν Στάθη είναι αεικίνητοι και καθοδηγούν την επίθεση. Οι εκπυρσοκροτήσεις διαδέχονται δαιμονισμένα η μια την άλλη. Τα σπίτια ανατινάζονται. Όγκοι καπνού και σκόνης σηκώνονται στον αέρα και αιωρούνται πάνω από το χωριό, παίρνοντας διάφορα σχήματα. Οι φλόγες άρχισαν να ροκανίζουν αχόρταγα τα οχυρά των αντιπάλων. Οι εστίες αντίστασης τους εξουδετερώνονται η μια ύστερα από την άλλη. Οι αντάρτες σέρνονται όλο και πιο κοντά τους. Αυτοί συγκεντρώνονται όλο και σε λιγότερα σπίτια, ώσπου περιορίζονται σε ένα συγκρότημα από 3-4 σπίτια τα πιο οχυρωμένα και πιο μεγάλα. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ κάνουν μια ακόμα προσπάθεια να τους σώσουν έστω και την τελευταία στιγμή.

-Παραδοθείτε να γυρίσετε στα σπίτια σας, τους φωνάζουν. Μην φοβάστε!

Εκείνοι εξακολουθούν να αντιστέκονται.

-Σας καλούμε για τελευταία φορά να παραδοθείτε. Σας εγγυόμαστε την ζωή σας. Η αντίσταση σας δεν έχει κανένα νόημα.

Μέσα στα σπίτια που ήταν οχυρωμένοι ακουγόταν θόρυβος μεγάλος. Δεν καταλαβαίναμε τι έλεγαν μα φαίνονταν ότι τσακώνονταν για το αν έπρεπε να παραδοθούν η όχι. Και ο θόρυβος όσο πήγαινε και μεγάλωνε.

Ο τηλεβόας τους λέει ότι αν δεν παραδοθούν, σε δέκα λεπτά το πολύ, δεν θα υπάρχουν.

Και τη στιγμή εκείνη ένα μπαζούκας ρίχνει στο μεγαλύτερο «οχυρό». Το μπαζούκας έκανε μια τρύπα στο ισόγειο του σπιτιού. Μέσα από τους καπνούς και τις σκόνες της έκρηξης πρόβαλε από το παράθυρο μια άσπρη σημαία. Και από το δεύτερο και από το τρίτο σπίτι. Ως το μεσημέρι όλα είχαν τελειώσει.

Μέσα στο χωριό ο ΕΛΑΣ δεν προέβη σε αντίποινα, εμπρησμούς κατοικιών και εκτελέσεις. Αυτό οφείλεται στον ελασίτη, καπετάν Γιαγκιόζη, ο οποίος υπηρέτησε ως γραμματέας της κοινότητας Κρύας Βρύσης πριν την κατοχή.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

Ήταν ώρα 2 το απόγευμα όταν 45Ο αιχμάλωτοι και 5Ο κάρα φορτωμένα 55Ο όπλα και πυρομαχικά και διάφορα είδη από κείνα που είχαν ληστέψει από τα γύρω χωριά, βρίσκονταν πια στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Η φάλαγγα ξεκίνησε. Στη μέση οι αιχμάλωτοι. Πάνω σε ένα κάρο τραυματίας ο αρχηγός τους, ταγματάρχης Παπαϊωάννου, που είχε δώσει την απάντηση : «Μολών λαβέ». Ήταν σπασμένο το κάτω σαγόνι του και είχε και άλλα σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο. Τον είχε επιδέσει ο γιατρός Χρήστος Δάμκας. Δεν μπορούσε καθόλου να μιλήσει. Ο άλλος ο αρχηγός τους ο Σκαρπέρδας κατάφερε και το έσκασε με μια ομάδα, κατά τη διάρκεια της μάχης, ντυμένος γυναικεία.

Η φάλαγγα προχωρούσε απλωμένη στον κάμπο. Περνούσε μέσα από χωράφια με πανύψηλα καλαμπόκια, που άλλα ήταν μαζεμένα και άλλα αμάζευτα ακόμα. Πέρασε και μέσα από τα χωριά Γαλατάδες, Τριφύλλι, Γυψοχώρι. Η νίκη στην Κρύα Βρύση μαθεύτηκε αστραπιαία στα γύρω χωριά..

Τα πλήθη είχαν καταφθάσει και πλημμυρίσει το μέρος πάνω στον άξονα της πορείας . Οι κρατούμενοι βάδιζαν στη μέση και γύρω-γύρω οι αντάρτες με τα όπλα στα χέρια. Και έτσι η φάλαγγα άνοιγε δύσκολα δρόμο μέσα από το πλήθος. Οι άνθρωποι αυτοί –κι ήταν όλων των ηλικιών άνδρες και γυναίκες -δεν είχαν έρθει για να διασκεδάσουν με το θέαμα. Κατέφθαναν τρεχάτοι από παντού, με βαριά και πληγωμένη την ψυχή για τους ανθρώπους που χάσανε.

Και όσο προχωρούσε η φάλαγγα οι φωνές αποδοκιμασίας μεγάλωναν. Με χίλια βάσανα έφθασε μέχρι το χωριό Γυψοχώρι και εκεί κλείσθηκαν μέσα στην εκκλησιά. Το άλλο βράδυ τους παραδόθηκαν στις αρχές της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης.

Ο Παπαϊωάννου βαριά τραυματισμένος στο στόμα με τα σαγόνια και τη γλώσσα του λιώμα, ούτε να φάει, ούτε να μιλήσει μπορούσε. Η πληγή του ήταν κατάμαυρη από γάγγραινα. Τη μεθεπόμενη πέθανε.

Λίγες ημέρες αργότερα οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο κρατουμένων της Αριδαίας(Μπάχοβο),όπου υπήρχαν οι κατάλληλες κτηριακές εγκαταστάσεις, χτισμένες από τους Γάλλους κατά διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι 33 νεκροί Ελασίτες της μάχης της Κρύας Βρύσης μεταφέρθηκαν και αυτοί στο Γυψοχώρι όπου θάφτηκαν με στρατιωτικές τιμές.

Ο δε Σκαπέδρας, και άλλοι καπετάνιοι της περιοχής με τους άντρες τους κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη στην Κρύα Βρύση και να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Στα μέσα Οκτωβρίου πήραν το δρόμο για το Κιλκίς. Στις 4 Νοεμβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ μέσα σε λίγες ώρες κατέλαβε την πόλη και συνέλαβε όσους είχαν γλιτώσει από τον ορυμαγδό της μάχης. Ανάμεσα στους εκατοντάδες νεκρούς και των δύο πλευρών, ως απώλειες της μάχης, ήρθαν να προστεθούν και αρκετές εκατοντάδες κρατουμένων που εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, μεμονωμένα ή ομαδικά, σε διάφορα σημεία εκτός της πόλης.

Για μία ακόμη φορά ο Σκαπέδρας γλίτωσε και λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ. Στις 20 Νοεμβρίου, αφού είχε προηγουμένως βασανιστεί, βρήκε τραγικό θάνατο απαγχονισμένος μπροστά από την πύλη του «Παύλου Μελά», πληρώνοντας με τη ζωή του την απόφασή του να αποχωρήσει από τον, εμφορούμενο από κομμουνιστές αρχές, ΕΛΑΣ και στη συνέχεια να αντιταχθεί στους παλαιούς συντρόφους του μέχρι τέλους[11].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ ΑΝΤΙΚΟΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΕΝΟΠΛΟΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

2.Το 30ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ του ΕΛΑΣ

Θανάσης Μητσόπουλος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

3.Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα

Ιάκωβου Π. Χονδροματίδη. Αθήνα: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

4.ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

ΤΑΚΗ Δ.ΨΑΡΑΚΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

5.Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Δορδανάς Ευστράτιος, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας)

6.«Οι αντίπαλοι του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Γιαννιτσών», Δορδανάς Στράτος, ανακοίνωση στην ημερίδα των Γιαννιτσών 17.10.04 (έντυπη προσφορά του συγγραφέα)



[1] Ο Γ. Πούλος, ήταν ομογενής από τη Ράσσα της Ρουμανίας. Συμμετείχε ως αξιωματικός στη Μικρασιατική εκστρατεία. 'Υστερα από τη συμμετοχή του στο κίνημα του 1935 αποτάχθηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη.Η δράση του Γεωργίου Πούλου,άρχισε λίγο μετά την είσοδο των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη. Ανασύστησε την αντισημιτική οργάνωση "Εθνική 'Ενωσις Ελλάδας" που έδρασε την περίοδο του μεσοπολέμου γνωστή ως "Ε.Ε.Ε.". Μετονόμασε την οργάνωση σε Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έγινε στόχος βομβιστικών επιθέσεων το γραφείο και σπίτι του στην οδό Π.Μελά. 'Υστερα από αυτό, ο Γεώργιος Πούλος συνεργάσθηκε με τις μυστικές γερμανικές υπηρεσίες και έδρασε αθόρυβα. Μέσα από τις γερμανικές εκθέσεις η δημιουργία του τάγματός του χρονολογείται από το Φεβρουάριο του 1943. Ως το Μάιο του ιδίου έτους στρατολόγησε 250-300 εθελοντές. Οι εθελοντές του Γ. Πούλου, κατάγονταν κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη και ήταν κυρίως άνεργοι, τυχοδιώκτες, κακοποιά στοιχεία και καταδιωκόμενοι ή παθόντες από τον Ε.Λ.Α.Σ. Το Σεπτέμβριο του 1944 κατά την οπισθοχώρηση των Γερμανών το τάγμα του προωθήθηκε στη Χαλκηδόνα. Στη συνέχεια αποχώρησε από την Ελλάδα. Πρώτος σταθμός του ήταν η Σλοβενία και αργότερα προωθήθηκε στην Αυστρία. Αρνούμενος να πολεμήσει κατά των Αμερικανών συνελήφθη από αυτούς και εκδόθηκε στην Ελλάδα όπου δικάστηκε και εκτελέσθηκε στις 11 Ιουνίου 1949 στο Γουδί Αθηνών. Ευστράτιος Δορδανάς "0 Γεώργιος Πούλος και το εθελοντικό τάγμα του"

[2] Εφετείο Θεσσαλονίκης(κατάθεση Γ.Πούλου)

[3] Υπεύθυνος του Λόχου προπαγάνδας στο εθελοντικό τάγμα ήταν ο δημοσιογράφος της Κατερίνης Ξενοφών Γιοσμάς, κατηγορούμενος μετέπειτα ως ηθικός αυτουργός στη δίκη Λαμπράκη.

[4] Πρωτοδικείο Βέροιας (αταξινόμητο υλικό), Ένορκη εξέταση μάρτυρα Βασιλείου Κ.’, ο Προανακριτής του 30ου Συντάγματος Πεζικού ΕΛΑΣ, Κρύα Βρύση 22 Νοεμ. 1944.

[5] Δορδανάς Αντίποινα, σ. 746.

[6] Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, 1945, Διεύθυνση Μελετών, φακ. 5, 3ος υποφ.: “Προς το Γερμανικόν Φρουραρχείον εις Έδεσσαν”, Κρύα Βρύση 20 Μαρ. 1944.

[7] Χρήστος Σκαπέρδας, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, Δροσερό 3 Σεπτ. 2004.

[8] Βασίλης Κόντης, Η Αγγλοαμερικανική πολιτική και το ελληνικό πρόβλημα, 1945-1949,Θεσσαλονίκη Ι986.

[9] Την επόμενη 12-10-1944 και τα δύο σλαβόφωνα τάγματα του ΕΛΑΣ αυτομολούν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Σπυρίδων Σφέτας, Αυτονομιστικές κινήσεις Σλαβόφωνων κατά το 1944.

[10] Στην άγρια οκτάωρη μάχη οι αντάρτισσες έδειξαν υπέροχη ψυχική αντοχή. Τραυματισμένες αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης πριν την οριστική συντριβή των αντιπάλων. Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης.

[11] Για την εκτέλεση του Σκαπέδρα από τον ΕΛΑΣ βλ. Ληξιαρχείο Δήμου Σταυρούπολης (Θεσσαλονίκης), Ληξιαρχική πράξη θανάτου Στέργιου Σκαπέδρα, τόμ. Λ (1.4.1943-29.7.1948), Αριθ. 56, Σταυρούπολη 4 Αυγ. 1945.