ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΕΡΑΚΚΗ «ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ»[ και ένας διάλογος…]

αναδημοσίευση από: http://www.epikentro.gr/

Στάθης Ν. Καλύβας

New Haven, 15 Φεβρουαρίου 2010

Γνώρισα τον Στέλιο Περράκη όταν επικοινώνησε μαζί μου αναφορικά με ένα άρθρο μου για την εμφύλια βία στην Αργολίδα[1]. Με ρώτησε τότε αν είχα υπόψη μου τη δολοφονία

του Ναυπλιώτη αδελφού της μητέρας του, του Μίλτη Μελισσηνού, το 1944. Ο ίδιος, οικονομολόγος με πολύχρονη σταδιοδρομία στον Καναδά, γνώριζε ελάχιστα πράγματα για το τραγικό αυτό περιστατικό πέρα από τη λακωνική αναφορά του άλλου θείου του, πως, δηλαδή, τον είχαν σκοτώσει οι κομμουνιστές μέσα στη κατοχή.

Γαλουχημένος στην πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα του Μπέρκλεϋ όπου βρέθηκε για το διδακτορικό του στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και με δεδομένη (και εκδηλωμένη) την αντίθεσή του στη Χούντα, ο Περράκης αντιμετώπιζε τη σκοτεινή αυτή στιγμή του οικογενειακού του παρελθόντος με σκεπτικισμό: μάλλον κάποιο λάθος θα είχε γίνει, ιδιαίτερα μέσα στοχάος της ταραγμένης εκείνης εποχής. Το μυστήριο, όμως,παρέμενε. Πράγματι, το πέπλο σιωπής που συνήθως περιβάλλει συμβάντα αυτού του είδους οφείλεται λιγότερο στη δυσκολία της διαπίστωσής του τι ακριβώς έγινε και περισσότερο στο γεγονός πως όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα αποφεύγουν να αναφέρονται σ’ αυτά, ακόμα και στους στενότερους συγγενείς τους. Προτιμούν, μ’ άλλα λόγια, να ξεχάσουν.

Έχοντας μόλις ολοκληρώσει μια εκτεταμένη έρευνα για την κατοχή και τον εμφύλιο στην Αργολίδα, έτυχε να γνωρίζω κάποια πράγματα για το φόνο του Μίλτη Μελισσηνού και,έτσι, μεταβίβασα στον Περράκη τις πληροφορίες που είχα. Δεν μπορούσα, βέβαια, να φανταστώ πως η επικοινωνία αυτή θα κατέληγε στη συγγραφή ενός βιβλίου και μάλιστα αυτού του βιβλίου. Πράγματι, επιδεικνύοντας μιαν ασυνήθιστη επιμονή, κατόρθωσε όχι μόνο να ερευνήσει ενδελεχώς το φόνο του θείου του αλλά πέτυχε να ανασυνθέσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχτηκε. Από την άποψη αυτή, ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας οικογενειακής ιστορίας, γράφοντας ουσιαστικά ένα βιβλίο για την εμφύλια εμπειρία μιας ολόκληρης περιοχής.

Τα γεγονότα που περιγράφει το βιβλίο είναι τραγικά και φαντάζουν απίστευτα, είναι όμως πέρα για πέρα πραγματικά. Ας σκεφτούμε μόνο πως η Αργολίδα είναι ένας νομός που βρίσκεται κυριολεκτικά δίπλα στην Αθήνα. Πόσοι όμως από όσους κάνουν την κυριακάτικη βόλτα τους μπροστά στο Δικαστικό Μέγαρο του Ναυπλίου γνωρίζουν πως εκεί ακριβώς είχε διαδραματιστεί ένα λυντσάρισμα; Πως λίγο πιο πέρα από το μαγευτικό Πόρτο Χέλι, στις σπηλιές των Διδύμων, γίνονταν ομαδικές σφαγές; Ή πως μπροστά στο εντυπωσιακό Ποσειδώνιο των Σπετσών είχαν στηθεί κρεμάλες;

Στην έρευνά του, ο Περράκης βασίστηκε σε δεκάδες πρωτογενείς πηγές και μαρτυρίες για να τεκμηριώσει ως πρόσφατα άγνωστα γεγονότα που στοιχειοθετούν ένα εφιαλτικό σκηνικό εμφυλίου πολέμου μέσα στην καρδιά της κατοχής. Οι έρευνές του έδειξαν πως ο θάνατος του Μίλτη Μελισσηνού, αλλά και άλλων πολλών, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αναπόφευκτο σε καιρό πολέμου, όπως πίστευε ο ίδιος προτού καταπιαστεί με την έρευνα. Δεν ήταν ούτε αποτέλεσμα της δράσης μερικών ανεξέλεγκτων, ακραίων στοιχείων, όπως εξακολουθούν να υποστηρίζουν ορισμένοι. Ο θάνατος εκεί νος ήταν, αντίθετα, αποτέλεσμα μιας συντονισμένης εκστρατείας του ΕΑΜ εν μέσω μιας σφοδρής εμφύλιας σύγκρουσης με στόχο την τρομοκράτηση του πληθυσμού της περιοχής, ενός πληθυσμού που είχε έναν βασικό στόχο: την επιβίωση.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να σημειώσω πως η δημοσίευση του βιβλίου αυτού με χαροποιεί και για έναν επιπλέον, και κάπως ιδιοτελή, λόγο και αυτό γιατί η έρευνα που διεξήγαγα στην Αργολίδα αποτέλεσε την αφορμή για τη μεγαλύτερη ίσως ιστορική διαμάχη της τελευταίας εικοσαετίας[2]. Η έρευνα που πραγματοποίησε ο Περράκης μπορεί να ειδωθεί και ως ένας επιπρόσθετος, ανεξάρτητος εμπειρικός έλεγχος σε σχέση με τη δική μου έρευνα, πάνω στη λογική της βασικής επιστημονικής αρχής της αναπαραγωγής ή επανάληψης (replication). Άλλωστε, μια σειρά πρόσφατων δημοσιεύσεων και μαρτυριών, ιδιαίτερα από το χώρο της Αριστεράς, επιβεβαιώνουν πλήρως τα γεγονότα που ανέδειξε η δική μου έρευνα, και αυτό παρά την έντονη κομματική τους τοποθέτηση[3].

Αλλά τι ακριβώς συνέβη στην Αργολίδα του 1943-44; Πρώτον, ένας άγριος εμφύλιος μεταξύ Ελλήνων εν μέσω Κατοχής και με τους Γερμανούς σε ρόλο κομπάρσων. Δεύτερον, ένα άγριο και μαζικό κύμα βίας που εκπορεύθηκε και από τις δύο πλευρές συχνά εναντίον αθώων. Τρίτον, λογικές συγκρούσεων που δεν συνδέονταν πάντοτε με τα ιδεολογικά διακυβεύματα του πολέμου. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το τι έγινε αρκούμενοι σε μια απλή καταγραφή των ιδεολογικών ταυτοτήτων θυτών ή θυμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ιδεολογία δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο. Γι’ αυτό ακριβώς, ο Περράκης προσεγγίζει τον εμφύλιο λιγότερο σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ιδεολογίες ή σαν ένα αποκλειστικά πολιτικό γεγονός και περισσότερο σαν μια κοινωνική διαδικασία που κινείται στη λογική μιας αδυσώπητης εσωτερικής λογικής η οποία συχνά ξέφευγε από τις αρχικές προθέσεις των ίδιων των εμπλεκομένων, οδηγώντας σε ολέθρια αποτελέσματα και μετατρέποντας γείτονες και φίλους σε ορκισμένους εχθρούς που τους χώριζε η άβυσσος του αίματος. Όπως γράφει, ο εμφύλιος λειτούργησε σαν «ένας κατήφορος με αυξανόμενη κλίση που παρέσυρε και τα δύο μέρη ώσπου ήταν πια πολύ αργά για οπισθοχώρηση». Γι’ αυτό ακριβώς, οι χαρακτήρες που σκιαγραφεί δεν ήταν απαραίτητα «κακοί» άνθρωποι. Ήταν, στην πλειοψηφία τους, κοινοί, καθημερινοί άνθρωποι που είχαν την ατυχία να ζουν σε άσχημους καιρούς.

Γεγονότα σαν κι αυτά που περιγράφει ο Περράκης έχουν, σε γενικές γραμμές, παραμεριστεί καθώς δύσκολα εντάσσονται στην πολιτικά ορθή ιστορική αφήγηση που κυριαρχεί. Οι αφηγήσεις στις οποίες μας έχει συνηθίσει η πλειοψηφία των μαρτυριών, αλλά και ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι της ιστοριογραφικής παραγωγής κινούνται συνήθως μέσα σε ένα «ηρωικό» πλαίσιο με σαφώς οριοθετημένους ήρωες και εγκληματίες, πατριώτες και προδότες, θύτες και θύματα. Ο Περράκης, αντίθετα, σκιαγραφεί με μεγάλη ευαισθησία έναν αμφίσημο κόσμο γεμάτο γκρίζες ζώνες και ηθικά διλήμματα που ναρκοθετούν πολλές κυρίαρχες αλλά επίπλαστες «αλήθειες». Διακρίνουμε, έτσι, κάποιους να διαπράττουν μαζικά εγκλήματα εναντίον αθώων στο όνομα της αντίστασης, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, άλλους να επιλέγουν την οδό της συνεργασίας με τους κατακτητές, όχι εξαιτίας ιδεολογικής ή άλλης συμπάθειας, αλλά στο όνομα της εκδίκησης, και πολλούς να μετατρέπονται από θύματα της βίας σε θύτες. Αλλά γινόμαστε συγχρόνως και μάρτυρες απροσδόκητων πράξεων μεγάλου

θάρρους και αξιοπρέπειας.

Ο αναγνώστης ενδεχομένως να θέσει ένα εύλογο ερώτημα: πόσο γενικεύσιμα είναι τα γεγονότα που περιγράφει το βιβλίο; Σε ένα πρώτο, αφηρημένο, επίπεδο η απάντηση είναι απλή: τα βιώματα και οι πρακτικές που αναδεικνύει ο Περράκης είναι πανανθρώπινα και ξεφεύγουν από το στενό πλαίσιο του ελληνικού εμφυλίου. Τα συναντάει, δυστυχώς, κανείς και στις μέρες μας, από το Κόσσοβο ως το Κονγκό και από το Ιράκ ως τη Σρι Λάνκα. Σε ένα δεύτερο, καθαρά ελληνικό επίπεδο, η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Γεγονότα αντίστοιχα με αυτά της Αργολίδας θα συναντήσει κανείς και αλλού (π.χ., στην Πελοπόννησο ή την Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία), αλλά όχι παντού. Το στοιχείο αυτό δεν μειώνει τη σημασία των γεγονότων με τα οποία καταπιάνεται ο Περράκης. Το αντίθετο: μέσα απ’ αυτά αναδεικνύεται η πολυμορφία του ιστορικού γεγονότος που συμβατικά αποκαλούμε «ελληνικό εμφύλιο πόλεμο». Η πολυμορφία αυτή θέτει μια μεγάλη πρόκληση στους ερευνητές: αυτήν της χρήσης της συγκριτικής έρευνας για την ερμηνεία της και μέσω αυτής της βαθύτερης κατανόησης του εμφυλίου.

Αν και δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός, ο Περράκης δεν είναι ερασιτέχνης ερευνητής. Ως διακεκριμένος οικονομολόγος γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει εμπειρική έρευνα και διαθέτει κοφτερή αναλυτική ικανότητα. Ταυτόχρονα, δεν δίστασε να μάθει το χειρισμό νέων ερευνητικών εργαλείων, της αρχειακής έρευνας και της συλλογής προφορικών στοιχείων. Πάνω απ’ όλα, όμως, διαθέτει δύο σημαντικά χαρίσματα που δυστυχώς δεν είναι τόσο διαδεδομένα όσο θα έπρεπε: την ικανότητα αποστασιοποίησης και την αποφυγή αναχρονιστικών ερμηνειών.

Κατ’ αρχάς δεν ξεκίνησε την έρευνα έχοντας προδικάσει τα αποτελέσματά της και με στόχο να αποδείξει τα όσα ήδη πίστευε. Αντίθετα, η έρευνα τον οδήγησε στο να αναθεωρήσει αρκετές από τις απόψεις του. Όπως σημειώνει, «η τελική εικόνα που σχημάτισα μετά απ’ τις έρευνες αυτές απέχει πάρα πολύ απ’ τις αρχικές μου εικασίες». Επιπλέον, απέφυγε την παγίδα της αναχρονιστικής προσέγγισης. Ο Περράκης μας υπενθυμίζει ότι «η συμπεριφορά των ανθρώπων που έχουν να αντιμετωπίσουν ασυνήθιστες καταστάσεις δεν μπορεί να κρίνεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά που χρησιμοποιούμε σε ομαλούς καιρούς».Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό δεν μπόρεσα να μην το παραλληλίσω με το μικρό αριστούργημα του Tzvetan Todorov, Une tragédie française: Eté 44, scenes de guerre civile (Seuil, 1993) [Μια γαλλική τραγωδία: Καλοκαίρι 44, σκηνές ενός εμφυλίου πολέμου].

Ο Todorov αφηγείται τις περιστάσεις που τον ώθησαν να ασχοληθεί με μια σειρά σχετικά άγνωστων εκτελέσεων και αντιποίνων που έλαβαν χώρα στη μικρή γαλλική πόλη Saint- Amand-Montrond το καλοκαίρι του 1944. Ερευνώντας τα γε γονότα αυτά, συνειδητοποίησε πως οι εκτελέσεις εκείνες «δεν είχαν γίνει τυχαία εκεί όπου έγιναν και στον χρόνο που έγιναν, αλλά αντίθετα αποτέλεσαν την κατάληξη μιας σειράς δραματικών γεγονότων που είχαν προηγηθεί εκείνο το καλοκαίρι». Οι αρχικές του έρευνες τον οδήγησαν να αμφισβητήσει τις υπάρχουσες αφηγήσεις: «Μετά από λίγο άρχισα να μην είμαι πια ευχαριστημένος με το διάβασμα των λίγων γραπτών που περιέγραφαν τα διάφορα επεισόδια αυτής της ιστορίας». Γράφει λοιπόν πως, «με τη βοήθεια ενός φίλου απ’ την περιοχή αποφάσισα να υποβάλλω ερωτήσεις και να αναζητήσω απαντήσεις από τους αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Έτσι ανακάλυψα μερικά αδημοσίευτα χειρόγραφα.

Διάβασα τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τύπο της εποχής και πέρασα αρκετές μέρες λύνοντας τους σπάγκους που έδεναν τους σκονισμένους φακέλους στα εθνικά και στα τοπικά αρχεία. Δεν μπορούσα πια να ξεκολλήσω απ’ την υπόθεση». Στην τελευταία φάση προχώρησε στην ανασύνθεση των στοιχείων και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα αντίστοιχο με του Περράκη: διαβάζοντας για την τύχη των διαφόρων προσώπων που εί-χαν ανάμειξη στην υπόθεση απέκτησε την πεποίθηση ότι όσα γράφονται για εκείνη την περίοδο πρέπει να ξεπεράσουν και τις αγιογραφίες των «νικητών» (που είναι μόνο χρήσιμες για δημόσιες εκδηλώσεις) και την αντίθετη όψη, τη συστηματική απαξίωση. Τα ίδια ισχύουν και για την πλευρά των «ηττημένων». Αντί για έναν ασπρόμαυρο κόσμο, προσθέτει, «αυτό που βρήκα ήταν μία αλληλουχία ιδιαζόντων καταστάσεων και πράξεων, που χρειάζονταν η καθεμιά τη δικιά της αξιολόγηση». Να ένα χρήσιμο μάθημα!

Η ανάδειξη των ηθικών αμφισημιών και η αποφυγή της επιβράβευσης ή του στιγματισμού δεν συνεπάγονται την απουσία της ηθικής κρίσης. Είναι παρούσα, αλλά με έμμεσο τρόπο: ο προσεκτικός αναγνώστης θα τη βρει στη λεπτομερή, προσεκτική και τίμια καταγραφή των γεγονότων, πράγμα που πρέπει να αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της ιστορικής έρευνας. Το αντίθετο, η έντονη ηθικολογία με την απουσία πραγματολογικής έρευνας, είναι που οδηγεί στη κατάσταση που ο Todorov περιγράφει ως επιβάρυνση της φρίκης με ανοησία.

Ο Περράκης δεν αποφεύγει τους σκοπέλους, δεν αποσιωπά και δεν συγκαλύπτει. Εδώ δεν θα συναντήσει κανείς τους γνώριμους ευφημισμούς και τις ιδεολογικές σκοπιμότητες που περισσεύουν σε αρκετές ιστοριογραφικές μελέτες. Αντίθετα, καταπιάνεται με τα πλέον δύσκολα και ευαίσθητα ζητήματα, όπως η συνεργασία με τους κατακτητές, η έννοια και το περιεχόμενο της αντίστασης, η τρομοκρατία, η δικαιοσύνη, η εκδίκηση, η σχέση μέσων και στόχων, ζητήματα, δηλαδή, που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της Αργολίδας, αλλά και της Ελλάδας, και θέτουν τις βάσεις για έναν πολύ ευρύτερο προβληματισμό.

Φαντάσματα του Εμφυλίου

Tου Στεφανου Κασιματη / kassimatis@kathimerini.gr

αναδημοσίευση από:http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/11/2010_422831

Ο Στέλιος Περράκης είναι 72 ετών. Γεννήθηκε στον Πειραιά, σε μια οικογένεια ευκατάστατων αστών, πολιτικά βενιζελικών και φιλελεύθερων, οι οποίοι όμως μετά τον Ιούνιο του 1944 γίνονται δεξιοί. Ο ίδιος, προφανώς ανήσυχο πνεύμα, μεγαλώνοντας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και σπουδάζοντας ηλεκτρολόγος -μηχανολόγος στο ΕΜΠ, ασπάσθηκε τις ιδέες της ευρύτερης, δημοκρατικής Αριστεράς. Αυτή η πολιτική κλίση του εμπεδώθηκε στα χρόνια των μεταπτυχιακών σπουδών του, καθώς στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έφυγε να σπουδάσει Οικονομικά στο φημισμένο Berkeley της Καλιφόρνιας. Εκεί, στον Νέο Κόσμο, έκανε οικογένεια και σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός. Σήμερα είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Conco-rdia του Μοντρεάλ.

Ο Περράκης είχε έναν θείο, από τον πλευρά της μητέρας του, τον δικηγόρο Τάκη Μελισσηνό εκ Ναυπλίου. Ηταν ο αγαπημένος θείος του και τους έδενε αυτό το είδος της αυθόρμητης, αμοιβαίας συμπάθειας, που δημιουργεί τους ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, όταν η κουβέντα άγγιζε τα πολιτικά, πάντα κατέληγαν σε καυγά, με τον ανιψιό Στέλιο να υπερασπίζεται την Αριστερά και τον θείο Τάκη να θυμάται τη δολοφονία του μικρού αδελφού του Μίλτη (Μιλτιάδη) από την ΟΠΛΑ, τον Μάιο του 1944 στην Αργολίδα, και να φωνάζει έξαλλος: «Δεν τον σκότωσαν σαν άνθρωπο. Τον έκαναν κομμάτια, σαν σφαχτό».

Η δολοφονία του Μίλτη ήταν το γεγονός που είχε σφραγίσει την οικογένεια του Στέλιου Περράκη και την πολιτική τάση της. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, γύρω στο 2000, ο Περράκης, επισκεπτόμενος κάθε χρόνο την Αργολίδα, τόπο καταγωγής των Μελισσηνών, άρχισε να ερευνά το γεγονός της δολοφονίας. Συμβουλευόμενος ειδικούς, ξεκίνησε με τη συλλογή μαρτυριών, προχώρησε στην μελέτη της ιστοριογραφίας και των αρχείων, και το 2006 εξέδωσε την περιπέτεια της αναζήτησής του σε ένα βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά και εφέτος στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Επίκεντρο», με τον τίτλο «Φαντάσματα του Εμφυλίου» και πρόλογο του καθηγητή στο Yale και αρθρογράφου της «Καθημερινής» Στάθη Καλύβα.

Αυτό που κάνει το βιβλίο συναρπαστικό (και έκανε εμένα να ξενυχτώ για να το τελειώσω) είναι η αντικειμενικότητά του -όσο, φυσικά, κάτι τέτοιο είναι δυνατόν στα ανθρώπινα μέτρα. Ερευνά και καταγράφει με την ίδια ευαισθησία και την άλλη πλευρά, εκείνη των δολοφόνων του θείου του. Ετσι, ενώ ξεκινά από το οικογενειακό του ζήτημα, καταλήγει να περιγράφει το γενικότερο, αυτό δηλαδή που είναι πολύτιμο σε όλους μας. Συνοψίζοντας, λ.χ., το κεφάλαιο για τη δολοφονία των προκρίτων των Σπετσών και τα επακόλουθά της, γράφει: «Οι πιο ενδιαφέρουσες από αυτές τις σκηνές αφορούν γυναίκες, κάτι που φαίνεται παράξενο για την παραδοσιακή ανδροκρατία της Ελλάδας στη δεκαετία του 1940: η Θέμις Πασαμήτρου που θηλάζει το μωρό της πριν αντιμετωπίσει το εκτελεστικό απόσπασμα, η Βενετία Διαμαντοπούλου και η Ασπασία Κόχειλα να ακολουθούν με το καΐκι τους ανθρώπους που απήγαγαν τους άνδρες τους, οι ίδιες γυναίκες πάλι να οδηγούν σαν Ερινύες τον όχλο για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους των συζύγων τους». Σημειωτέον, ότι η μεν πρώτη ήταν κομμουνίστρια, ενώ οι δύο άλλες σύζυγοι μελών της τοπικής επιτροπής του ΕΑΜ, που παρ’ όλα αυτά δολοφονήθηκαν από την ΟΠΛΑ και αργότερα μετείχαν στο λυντσάρισμα των Πασαμήτρων, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τις δολοφονίες.

Η αξία του βιβλίου έγκειται στο ότι, περιγράφοντας τις απαρχές του εμφύλιου σπαραγμού στην Αργολίδα του 1944, ο Περράκης μάς δίνει μια σπάνιας καθαρότητος εικόνα, στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας, του πώς η απόπειρα μιας οργανωμένης και αποφασισμένης πολιτικής δύναμης να καλύψει ένα πολιτικό κενό στην κοινωνία καταλήγει σε ένα κουβάρι δράσης και αντίδρασης, που κατρακυλά σε έναν ολοένα και πιο απότομο κατήφορο, ώσπου είναι αδύνατο πια να υπάρξει επιστροφή. Το βιβλίο παρουσιάζεται αύριο στις 7.30 στη Στοά του Βιβλίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο συγγραφέας του, ο καθηγητής Στάθης Καλύβας και ο συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης.

«Φαντάσματα του Εμφυλίου»

αναδημοσίευση από; http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_24/11/2010_423552

Κύριε διευθυντά

Η προβολή της εκδήλωσης για την παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Περράκη «Τα φαντάσματα του Εμφυλίου» σε άρθρο της «Καθημερινής» (18/10) μας παρακίνησε να παραστούμε στη Στοά του Βιβλίου την επόμενη μέρα. Στόχος μας ήταν να σχηματίσουμε, ως νέοι ιστορικοί, μια δική μας γνώμη για το βιβλίο και κατ' επέκταση για το ιδεολογικό πιστεύω του αυτοαποκαλούμενου «Νέου Κύματος», καθώς χρόνια παρακολουθούσαμε τις σχετικές αντιπαραθέσεις σε συνέδρια και ΜΜΕ, αλλά δεν είχαμε την ευκαιρία να παραστούμε σε κάποια «καθαρόαιμη» εκδήλωση με δύο από τους πιο προβεβλημένους εκπροσώπους του. Ο καθηγητής Στ. Καλύβας ως τρόπον τινά «ηθικός αυτουργός» της συγγραφής του βιβλίου, ενέταξε το νέο βιβλίο στους κόλπους του εν λόγω «Κύματος». Μετά, ο πολύπλευρος συγγραφέας Απ. Δοξιάδης υποστήριξε πως, αν και δεν πρόκειται για ένα «καθαρά» ιστορικό έργο, εντούτοις έρχεται να ανατρέψει τα ιστοριογραφικά δεδομένα και στερεότυπα. Άλλωστε, κατά τον ίδιο, η δεκαετία του 1940 έχει μελετηθεί από «κατ' επίφαση» επιστήμονες (ειπώθηκε επακριβώς)! Δεδομένου ότι οι απόψεις των δύο ομιλητών ήταν ήδη γνωστές, τη μεγαλύτερη έκπληξη αποτέλεσε ο Περράκης. Ξεκαθαρίζοντας την «αντικειμενική του κρίση» για την περίοδο προχώρησε στη διατύπωση μιας σειράς αξιοπερίεργων θέσεων.

Επιγραμματικά κάποια από τα λεγόμενά του: 1) Ο Τσώρτσιλ είναι μεγάλος ευεργέτης της Ελλάδας, αφού μας γλίτωσε από τον κομμουνισμό που θα έκανε την Ελλάδα παράρτημα της Μόσχας. Οταν κάνουμε τον σταυρό μας, πρέπει μετά το «Αγιος ο Θεός» να λέμε «άγιος Τσώρτσιλ». 2) Χαρακτήρισε το ΚΚΕ (και κατ' επέκταση το ΕΑΜ) εγκληματική οργάνωση, παράρτημα μιας μεγάλης πολυεθνικής με έδρα τη Μόσχα. 3) Υπερηφανευόταν συνεχώς για την καταγωγή του, σε αντίθεση με τους «άξεστους και αμόρφωτους κομμουνιστές». 4) Ο ίδιος πάντως εν μέρει ανασκεύασε τις δριμείες τοποθετήσεις του για το εγκληματικό ΕΑΜ, παραδεχόμενος πως «ένα καλό το έκανε το ΕΑΜ, γλίτωσε αρκετούς Εβραίους από το Ολοκαύτωμα κρύβοντάς τους στα βουνά»… Το κοινό -κατά πλειοψηφία σε λίαν «ώριμη» ηλικία- πήρε τη σκυτάλη. Επευφημούσε ενθουσιωδώς τους ομιλητές, υπερθεματίζοντας τις θέσεις τους και χωρίς να επιτρέψει διαφοροποιήσεις στην άλλη κατεύθυνση… Ετσι, ξαφνικά, κάτω από τη βαριά σκιά των «πολλαπλών» φαντασμάτων (επιστρατεύτηκαν και εκείνα της Πηγάδας του Μελιγαλά) αισθανθήκαμε πως επιστρέψαμε με τη μηχανή του χρόνου στη ψυχροπολεμική δεκαετία του '50! Μόνο διέξοδο από την ιδεολογικοποίηση και «αντικειμενική κρίση» της ιστορίας μας δεν πρότεινε αυτή η «φρέσκια» ματιά του κατ' επίφαση «Νέου» Κύματος. Προβληματιστήκαμε έντονα στην αρχή της (όποιας) σταδιοδρομίας μας ως ιστορικοί, πόσο καιρό ακόμα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοια φαντάσματα.

Γιάννης Παπακονδυλης, Άννα Μαρία Δρουμπούκη - Ιστορικοί, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Φαντάσματα του Εμφυλίου

αναδημοσίευση από:http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_30/11/2010_424260

Κύριε διευθυντά

Διάβασα στο φύλλο της «Κ» (24/11/2010) επιστολή των «νέων ιστορικών», όπως αποκαλούνται, κ. Γιάννη Παπακονδύλη και κ. Αννας Μαρίας Δρουμπούκη, σχετικώς με το περιεχόμενο του βιβλίου «Φαντάσματα του Εμφυλίου». Δεν μπόρεσα να αντιληφθώ τι ακριβώς ενόχλησε τους επιστολογράφους σας. Το ότι γίνανε τα γεγονότα ή το ότι γράφονται; Εάν τους ενοχλεί το ότι γράφονται, τότε μάλλον δεν κάνουν για ιστορικοί. Εάν τους ενοχλεί το ότι γίνανε, τότε συμφωνώ απολύτως μαζί τους.

Χρηστος Μπολωσης / Νέο Ψυχικό

ΙΙ

Κύριε διευθυντά

Διάβασα την επιστολή «Φαντάσματα του Εμφυλίου» και με έκπληξη διαπίστωσα ότι ακόμη υπάρχουν άτομα που ονειρεύονται τον κόκκινο παράδεισο του παραπετάσματος και θέλουν να λέγονται προοδευτικοί; Καλά, είναι τόσο εμπαθείς που δεν βλέπουν την κατάντια όλων αυτών των λαών; Θα ήταν ευχαριστημένοι εάν η ομάδα Ζαχαριάδη-Μάρκου κ.λπ. επικρατούσε τότε στον εμφύλιο και ακολουθούσαμε αναγκαστικά το άρμα των Σοβιέτ; Χρειάζεται να ευγνωμονούμε τους συμμάχους μας που μας βοήθησαν για να απαλλαγούμε από το κομμουνιστικό καθεστώς και να ζήσουμε σε μια ελεύθερη δημοκρατική κοινωνία.

Τζωρτζης Αθανασιαδης / Θεσσαλονίκη



[1] Στάθης Ν. Καλύβας, «Κόκκινη Τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή». Στο Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 161-204.

[2] Αναφέρομαι κυρίως στο άρθρο μου για την κόκκινη τρομοκρατία. Για μια γενικότερη προσέγγιση βλ. Stathis N. Kalyvas, The Logic of Violence in Civil War, New York: Cambridge University Press, 2006 και Στάθης Ν. Καλύβας, Μορφές, διαστάσεις και πρακτικές της βίας στον Εμφύλιο (1943-1949): Μια πρώτη προσέγγιση, στο Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος και Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.), Από την Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945- Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο, 188-207.

[3] Βλέπε ιδίως: Ηλίας Παπαδημητρίου, Απάντηση, Αθήνα: Αλήθεια, 2004, Γιόνα Μικέ Παϊδούση, Κόκκινος Επιτάφιος, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008 και Γιάννης Πριόβολος, Μόνιμοι αξιωματικοί στον Ε.Λ.Α.Σ. οικειο-

θελώς ή εξ ανάγκης, Αθήνα: Αλφειός, 2008.