Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

Μια άγνωστη πτυχή του εμφυλίου

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν

Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών

Γ΄ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (2-4 Ιουνίου 2006),

Αναδημοσίευση από:

http://www.eens-congress.eu/?main__page=1&main__lang=de&eensCongress_cmd=showPaper&eensCongress_id=124

Στις αρχές Μαρτίου 1948, κατά την παραμονή μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ), η οποία είχε συσταθεί λίγους μήνες νωρίτερα, αποφάσισε να απομακρύνει μεγάλο αριθμό παιδιών ηλικίας 3-14 ετών από την εμπόλεμη ζώνη και να τα μεταφέρει σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Συνολικά μεταφέρθηκαν σύμφωνα με αυτό το πρόγραμμα, περίπου 17.000 παιδιά, ενώ άλλα 8-10.000 παιδιά πέρασαν τα σύνορα με τη συνοδεία συγγενών τους, οι περισσότεροι εκ των οποίων εγκαταστάθηκαν στην Γιουγκοσλαβία. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ελληνικός στρατός, ενεργώντας υπό την καθοδήγηση της Βασιλικής Πρόνοιας, μετέφερε αντίστοιχο αριθμό παιδιών σε παιδοπόλεις εντός της ελληνικής επικράτειας. Το φαινόμενο αυτό, που έγινε γνωστό, ανάλογα με την προοπτική του παρατηρητή, ως "παιδομάζεμα"/"παιδοφύλαγμα, αποτελεί ένα από τα πιο επίμαχα θέματα του ελληνικού εμφυλίου και εξακολουθεί να διχάσει την κοινή γνώμη[1]. Η έρευνα που ξεκίνησα για αυτό το θέμα το 1998 μαζί με τον Αμερικανό ανθρωπολόγο Loring Danforth, έχει σκοπό να προσεγγίσει το θέμα από τη σκοπιά των ίδιων των παιδιών και να μελετήσει τη μνήμη που έχουν συγκροτήσει για τις εμπειρίες τους αυτές. Στο πλαίσιο αυτό συγκεντρώσαμε περίπου 140 αφηγήσεις ζωής με τα ίδια τα παιδιά, τους δασκάλους και γονείς τους, καθώς και με τους συνοδούς τους. Η σημερινή μου ανακοίνωση αφορά την τύχη των παιδιών που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη και εστιάζει στην προσπάθεια του Δημοκρατικού Στρατού να στρατολογήσει ορισμένα απ' αυτά και να τα στείλει πίσω στο πεδίο των μαχών ως νεαρούς αντάρτες.

Η επιχείρηση απομάκρυνσης των παιδιών καταγγέλθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ενώπιον του ΟΗΕ ως "γενοκτονία" και "έγκλημα κατά της ανθρωπότητας", με το επιχείρημα ότι τα παιδιά αυτά αρπάχτηκαν με τη βία από τις οικογένειές τους. Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση υπαγορευόταν από ανθρωπιστικούς λόγους, με κύριο σκοπό να σωθούν τα παιδιά από τον πόλεμο. (Baerentzen 1987)

Δεν έχω το χρόνο να αναλύσω σε βάθος την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών με βάση τα ιστορικά τεκμήρια που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας. Θα τονίσω μόνο ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με το πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια (UNSCOB), δηλαδή ότι ορισμένα παιδιά μετακινήθηκαν κατά τη θέληση των γονιών τους, σε ορισμένες περιπτώσεις και με τη χρήση βίας, αλλά ότι πολλά άλλα παιδιά στάλθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών τους. Η σχετική έκθεση της UNSCOB έγραφε

"While a number of parents have agreed under duress to the removal of their children, and some children have in fact been forcibly removed, other parents have consented, or at least failed to object, to such removal. It has not been possible for the Special Committee to determine the exact number of children removed under these categories"[2].

Οι προφορικές μαρτυρίες όμως φωτίζουν καλύτερα ορισμένα από τα κίνητρα που οδήγησαν γονείς να αποφασίσουν να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό ή και τα ίδια τα παιδιά να φύγουν παρά τη θέληση των γονιών τους. Οι λόγοι αυτοί δεν ήταν πάντα ανθρωπιστικοί, ούτε πάντα πολιτικοί. Εξίσου σημαντικοί παράγοντες ήταν η φτώχεια, η άσκηση ψυχολογικής βίας, ο φόβος που προκάλεσε η αντίστοιχη επιχείρηση εκ μέρους της Βασίλισσας Φρειδερίκης, και για τα παιδιά η ελπίδα να μορφωθούν και η επιθυμία τους να μη χωριστούν από τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο του θέματος που εξετάζουμε εδώ ήταν ο φόβος της επιστράτευσης από το Δημοκρατικό Στρατό. Γι' αυτό το λόγο, όπως θα δούμε παρακάτω, στάλθηκαν στο εξωτερικό και πολλά παιδιά που ήταν άνω των 14 ετών.
Η επιστράτευση παιδιών από την Ανατολική Ευρώπη μπορεί να θεωρηθεί μια από τις πιο μελανές σελίδες του λεγόμενου "παιδομαζώματος" και υπονομεύει εν μέρει την αξιοπιστία του επιχειρήματος της ΠΔΚ ότι τα παιδιά απομακρύνθηκαν από την Ελλάδα για να σωθούν από τον πόλεμο. Πολλά από τα παιδιά αυτά σκοτώθηκαν στις πρώτες ημέρες και λίγοι έζησαν για να αφηγηθούν την ιστορία τους.

Η UNSCOB εξέτασε το θέμα αυτό στην τρίτη έκθεσή της, στην οποία αναφέρεται ότι μετά τον Μάρτιο 1949 η επιτροπή συγκέντρωσε "συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία ότι το ελληνικό αντάρτικό κίνημα χρησιμοποιεί παιδιά ακόμα και 14 ετών, αγόρια και κορίτσια, σε μάχιμα τμήματα". (United Nations 1949: 15). Ενώ οι ελληνικές αριστερές πηγές τηρούν σιγή ιχθύος για το θέμα αυτό, κάποια πρόσθετα στοιχεία έχουν δημοσιευτεί στο έργο σλαβόφωνων ιστορικών. Αυτό συσχετίζεται αφενός με το γεγονός ότι πολλά από τα επιστρατευμένα παιδιά ήταν σλαβόφωνοι και αφετέρου με τις έντονες διαμαρτυρίες που προκάλεσε η επιστράτευση στους σλαβόφωνους γονείς, ιδίως στην περιοχή της Πρέσπας. Ο Πέτρε Νάκοφσκι αναφέρει ότι στο διάστημα από το καλοκαίρι 1948 μέχρι το Φλεβάρη 1949 περίπου 1200 παιδιά ηλικίας 14-15 ετών στρατολογήθηκαν από την Ανατολική Ευρώπη και στάλθηκαν πίσω στην Ελλάδα. (Nakovski 1987: 23). Η Φάνα Μαρτίνοβα-Μπούτσκοβα, η οποία ήταν και η ίδια ένα από τα προσφυγόπουλα, καταγόμενη από την Καστοριά, αναφέρει αρχειακά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία στις αρχές του 1949 μια ομάδα 120 παιδιών στρατολογήθηκε από το παιδικό σταθμό του Τούλγκες στη Ρουμανία, με επικεφαλής τον αδελφό της, το Βάσιλ Μαρτινόφσκι. Η ομάδα αυτή αποτελούταν από εθελοντές όπως τεκμηριώνεται από την επιστολή που έστειλαν στα "αδέλφια" τους στο Τούλγκες" Το γράμμα έλεγε "επιστρέψαμε στην πατρίδα μας για να πραγματοποιήσουμε τα ιδανικά μας ... σας στέλνουμε αγωνιστικούς χαιρετισμούς από τους πατεράδες σας, τις μανάδες σας και τα αδέλφια σας, μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού ... φροντίσετε να μάθετε γράμματα, μελετάτε, μελετάτε και πάλι μελετάτε!" (Martinova-Buckova 1998: 73)

Μερικά από τα επιστρατευμένα παιδιά συμμερίζονταν τις απόψεις αυτές, αλλά πολλά άλλα ούτε ρωτήθηκαν ή δέχθηκαν μεγάλη ψυχολογική πίεση για να συμφωνήσουν (Nakovski 1987: 24). Άλλοι ξεγελάστηκαν και έφυγαν από το παιδικό σταθμό με την εντύπωση ότι θα πήγαιναν κάπου αλλού για να συνεχίσουν τις σπουδές τους.

Η επιστράτευση παιδιών από την Ανατολική Ευρώπη εγείρει δύο σημαντικά ερωτήματα: α) σε ποιο βαθμό η προοπτική της ανεξέλεγκτης επιστράτευσης ήταν εξαρχής ένας από τους στόχους που επιδίωκε ο Δημοκρατικός Στρατός με την μεταφορά των παιδιών εκτός των ελληνικών συνόρων; και β) σε ποια ηλικία μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα παιδιά που μεγάλωσαν στην ελληνική ύπαιθρο σε συνθήκες πολέμου ήταν αρκετά ώριμα για να μπουν σε μάχιμα τμήματα, να έχουν πολιτικές απόψεις, και να αποφασίσουν μόνοι τους για την τύχη τους;

Οι προφορικές μαρτυρίες είναι πολύτιμες για να βρούμε κάποιες πρώτες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Συναντήσαμε προσφυγόπουλα που επιστρατεύτηκαν και επέζησαν, παιδιά που στρατολογήθηκαν, αλλά που τελικά δεν στάλθηκαν στην Ελλάδα και άλλα παιδιά που μας μίλησαν για συγχωριανούς στην ηλικία τους που επιστρατεύθηκαν και σκοτώθηκαν.

Ένα από τα πιο επιτακτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Δημοκρατικός Στρατός την άνοιξη του 1948 ήταν η έλλειψη εφεδρειών. Όπως ήδη αναφέραμε, μερικά από τα παιδιά που έφυγαν με το παιδομάζωμα είχαν ξεπεράσει το όριο ηλικίας των 14 ετών που είχαν ορίσει οι αντάρτες για την απομάκρυνση τους και μερικά ήταν σχεδόν ενήλικες (18-19 ετών). Δεδομένου ότι ήταν σε μια ηλικία που μπορούσαν να επιστρατευτούν από τους αντάρτες, γονείς ή συγγενείς που είχαν τις σωστές διασυνδέσεις είχαν κατορθώσει να τους γράψουν στον κατάλογο των παιδιών που θα έφευγαν, αλλάζοντας την ημερομηνία γέννησής τους. Αυτά ήταν τα πρώτα παιδιά που στρατολογήθηκαν, ήδη κατά το ταξίδι προς την Ανατολική Ευρώπη. Ήταν κυρίως παιδιά 15, 16 ετών ή μεγαλύτερα. Συχνά ξεχωρίστηκαν από τα μικρότερα παιδιά με βάση το μπόι: μερικά είχαν την εξυπνάδα να χαμηλώσουν και έτσι γλίτωσαν.

Ο Μάρκο ήρθε στην Γιουγκοσλαβία με την πρώτη αποστολή παιδιών στα τέλη Μαρτίου 1948. Εγκαταστάθηκαν στο Μπούλκες, το περιβόητο ελληνικό χωριό κοντά στο Βελιγράδι που λειτουργούσε ως στρατόπεδο προσφύγων και εκπαίδευσης ανταρτών από το 1946. Μόλις έφτασαν εκεί, όλα τα αγόρια που γεννήθηκαν πριν από το 1935 χωρίστηκαν από τα υπόλοιπα παιδιά και στάλθηκαν πίσω στην Ελλάδα. Αλλά όταν οι ομαδάρχισσες, οι γυναίκες που επιλέχτηκαν από το χωριό να συνοδέψουν τα παιδιά στον τελικό προορισμό τους, έμαθαν τι επρόκειτο να γίνει, κατόρθωσαν να γλιτώσουν πολλά παιδιά, αλλάζοντας την ημερομηνία γέννησης. Ο Μάρκο που είχε γεννηθεί το 1934, δηλώθηκε ένα χρόνο μικρότερος και έφερε την νέα του ηλικία μέχρι την Τσεχοσλοβακία, και αργότερα στον Καναδά[3].

Οι περισσότερες επιστρατεύσεις όμως φαίνεται ότι έγιναν την άνοιξη του 1949, όταν η κατάσταση του Δημοκρατικού Στρατού είχε γίνει ιδιαίτερα απελπιστική και τα παιδιά είχαν ήδη μείνει στην Ανατολική Ευρώπη επί ένα χρόνο. Φαίνεται επίσης ότι τα περισσότερα παιδιά επιστρατεύτηκαν από τη Ρουμανία, όπου βρισκόταν και η έδρα της ηγεσίας του ΚΚΕ. Επιστρατεύτηκαν και παιδιά από την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Η απόπειρα επιστράτευσης από την Πολωνία απέτυχε λόγω της αρνητικής στάσης των πολωνικών αρχών (Nakovski 1987: 74).

Οι προφορικές μαρτυρίες δεν αφήνουν αμφιβολίες για την ευθύνη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, έκανε περιοδεία στους παιδικούς σταθμούς, έλεγε στα παιδιά ότι ο Δημοκρατικός Στρατός τους χρειάζεται και τους ζήτησε να γραφτούν εθελοντές. Μερικά παιδιά αριστερών γονιών ήταν πρόθυμα και αισθάνονταν περήφανα ότι θα γίνουν μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Είχαν πιστέψει ότι σύντομα οι αντάρτες θα νικήσουν, ταυτίζονταν με τους γονείς τους που ήταν επίσης αντάρτες και έλπιζαν ότι βοηθώντας τους αντάρτες θα μπορούσαν να γυρίσουν στο σπίτι και στην οικογένειά τους μια ώρα αρχύτερα. Η Σοφία Τσούλεβα, μέλος μιας επιτροπής "μανάδων" που περιόδευσε τους παιδικούς σταθμούς της Αν. Ευρώπης το 1949, άφησε στο ημερολόγιό της μια δραματική αφήγηση για το κλίμα που επικρατούσε ανάμεσα στα προσφυγόπουλα Για την επίσκεψή της σε ένα παιδικό σταθμό στη λίμνη Μπάλατον της Ουγγαρίας, τον Μάρτη 1949 έγραψε τα εξής:

"Πήγαμε στα δομάτια, τα είδαμε πος κημούντε με τα κρεβατάκια με τα σενδόνια με τα παπλόματα πλάγιαζαν, και κάθε ένα είχε από ένα βιβλίο, και διάβασαν, με γελαστά μας μιλούσαν. Τους ήπαμε ήρθαμε να διαλέξουμε από 2-3 από κάθε δομάτιο. 'Ολοι με μια φωνή φόναξαν "θαρθούμε όλη" και σήκοσαν τα δάχτηλα τους σαν αγγελούδια από κάτο από τα σενδόνια. Μερικά τους έλεγε ο δάσκαλος "εσή δεν μπορίς ,φοβάσε" "όχη δάσκαλε εγό βαστάω πολιβόλο, ή άλη εγώ μυδράλιο, η άλη αυτόματο". Γελάσαμε πολύ και τα παιδιά τα ήπα, "εγώ σύνδεσμος", "εγό ελεύθερος σκοπευτής"[4].

Πολλά άλλα παιδιά όμως, δεν ήταν εθελοντές και επιστρατεύτηκαν χωρίς εξήγηση ή δυνατότητα επιλογής. Ο Κρστε, γεννημένος το 1932, είχε κι αυτός αλλάξει την ημερομηνία γέννησής του για να μην τον πάρουν οι αντάρτες και για να μπορέσει να φύγει για την Ρουμανία. Αλλά λίγους μήνες αργότερα τον χώρησαν από τα μικρότερα παιδιά και τον στείλαν πίσω στην Ελλάδα. Υπηρέτησε με τους αντάρτες ως σαμποτέρ και κατέληξε στην Πολωνία[5].

Η επιστράτευση ανήλικων παιδιών και ο υψηλός φόρος αίματος στους άπειρους αυτούς μαχητές προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών ανάμεσα στις μητέρες τους στην περιοχή των Πρεσπών, όπως φαίνεται και από τις επιστολές που έστειλε ο σλαβόφωνος υπουργός της ΠΔΚ, Πάσκαλ Μιτρόφσκι (Πασχάλης Μητρόπουλος) προς το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ[6]. Υπό την πίεση αυτή, η κομμουνιστική ηγεσία αναγκάστηκε να σταματήσει την επιστράτευση και έστειλε πίσω όλα τα παιδιά στα σχολεία τους στην Ανατολική Ευρώπη. Εκείνη τη στιγμή περίπου 250 παιδιά βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο κοντά στην Μπρατισλάβα της Τσεχοσλοβακίας για να εκπαιδευτούν στο ανταρτοπόλεμο. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Άλκης, ένα αγόρι 15 ετών από την περιοχή του Γράμμου. Ήθελε πολύ να γίνει αντάρτης, όπως ο πατέρας και ο μεγαλύτερος αδελφός του, και είχε δηλώσει μεγαλύτερη ηλικία για να γίνει δεκτός. Ενώ περίμεναν την αναχώρησή τους, είχαν βοηθήσει Τσέχους στρατιώτες για να στήσουν το Σιδηρούν Παραπέτασμα μεταξύ Τσεχοσλοβακίας και Αυστρίας. Το Μάιο 1949 ο Πέτρος Κόκκαλης, Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας και Παιδείας στην ΠΔΚ, επισκέφθηκε το στρατόπεδο και τους είπε ότι ο Δημοκρατικός Στρατός δεν χρειάζεται άλλους μαχητές, αλλά τεχνικούς και επιστήμονες και ότι επομένως πρέπει να γυρίσουν στο θρανίο. Πολλοί υπάκουσαν με μισή καρδία, καθώς έλπιζαν να γίνουν ήρωες του ελληνικού λαού, όπως οι πατεράδες τους...[7]

Συμπεραίνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω στα δύο ερωτήματα που έθεσα στην αρχή αυτής της ανακοίνωσης. Τα στοιχεία που παρουσιάσαμε φαίνεται να δείχνουν ότι η δυνατότητα απρόσκοπτης στρατολόγησης παιδιών χωρίς να μπορούν να φέρουν αντιρρήσεις οι γονείς τους, θα μπορούσε όντως να ήταν ένας από τους λόγους για την όλη οργάνωση της απομάκρυνσης των παιδιών. Εξάλλου, πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι ένας άλλος λόγος ήταν η δυνατότητα στρατολόγησης γυναικών, οι οποίες θα ήταν πλέον απαλλαγμένες από τη φροντίδα των παιδιών τους. Βέβαια, είναι γεγονός ότι το 1948 μόνο ένα σχετικά μικρός αριθμός παιδιών στρατολογήθηκε και σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας επρόκειτο για παιδιά που είχαν εξαιρεθεί από το αρχικό σχέδιο απομάκρυνσης (ήταν άνω των 14 ετών). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι θα επιστρατεύονται έτσι κι αλλιώς. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είχε καθορίσει ως στόχο της, ήδη το Μάρτιο του 1948, να δημιουργήσει ένα έμπιστο εφεδρικό δυναμικό ανάμεσα στα προσφυγόπουλα που διαπαιδαγωγούνταν στην Αν. Ευρώπη κάτω από τη δική της καθοδήγηση. Κι αυτό ακριβώς έγινε την άνοιξη του 1949. Ας σημειώσουμε ακόμα εδώ ότι, σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες , η επιστράτευση έγινε σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς δυνατότητα επιλογής, αλλά συχνότερα οι κομμουνιστές στρατολόγοι την παρουσίαζαν ως μια εθελοντική προσφορά στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Η προθυμία που έδειξαν ορισμένα παιδιά - κυρίως αγόρια - να προσχωρήσουν στο Δημοκρατικό Στρατό "εθελοντικά" φαίνεται να συνδέεται με τρεις κυρίως παράγοντες: με την ιδεολογική διαπαιδαγώγηση που δέχτηκαν στους παιδικούς σταθμούς, με την συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς τους όταν αυτοί ήταν ήδη μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, και με μια αρρενωπή κουλτούρα της βίας με την οποία είχαν εξοικειωθεί σε ολόκληρο το διάστημα του εμφυλίου, εντός και εκτός Ελλάδας.

Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, την ηλικία κρίσης, αυτό συνδέεται με την αντίληψη της παιδικής ηλικίας που επικρατεί σε συγκεκριμένα πολιτισμικά περιβάλλοντα και σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Αυτό το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί διεξοδικά εδώ. Είναι φανερό ότι τα παιδιά που συνάντησε η Σοφία Τσούλεβα στη Λίμνη Μπάλατον δεν είχαν την ωριμότητα ούτε να φέρουν όπλο ούτε να λάβουν αυτόνομες αποφάσεις, αλλά άλλα μεγαλύτερα παιδιά, 14 ετών και άνω, όπως ο Βάσιλ Μαρτινόφσκι, θα μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν ως αυτόνομα πολιτικά υποκείμενα παρά το μικρό της ηλικίας τους. Η αγροτική κοινωνία από την οποία κατάγονταν έδινε σοβαρές ευθύνες σε παιδιά αυτής της ηλικίας και σε ορισμένες περιοχές τους αναγνώριζε και το δικαίωμα να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Με αυτήν την έννοια, ακολουθώντας τη σκέψη του Αριές στους Αιώνες Παιδικής Ηλικίας, (Aries 1970) θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα 14-χρονο αγροτόπαιδο της ελληνικής υπαίθρου το 1948 είχε μια διαφορετική ωριμότητα από ένα συνομήλικο του σήμερα που μεγαλώνει σε αστικό περιβάλλον. Αλλά και ο ίδιος ο πόλεμος ανέθεσε διαφορετικές ευθύνες στα παιδιά απ' ο,τι σε καιρούς ειρήνης. Και σε καιρούς πολέμου αλλάζουν και οι κοινωνικές προσλήψεις τόσο για την ίδια την έννοια της παιδικής ηλικίας όσο και για τις ευθύνες που μπορεί να αναλάβει ένα κοινωνικό υποκείμενο ανάλογα με την ηλικία του. Ας αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά ότι στη διάρκεια του εμφυλίου εκτελέστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση και παιδιά 15 ή 16 ετών και ότι στην Αγγλία, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου παιδιά 13 έως 15 ετών προσχώρησαν στο πολεμικό ναυτικό και ότι ορισμένα απ' αυτά σκοτώθηκαν, χωρίς να προκληθούν κοινωνικές αντιδράσεις γι' αυτό. (Gardener 2005: 71-74). Με αυτά δεν θέλω να πω ότι καλώς ο Δημοκρατικός Στρατός επιστράτευσε αυτά τα παιδιά - κάθε άλλο -. Εξάλλου, οι μανάδες της Πρέσπας έδειξαν με τη στάση τους ότι δεν θα συμφωνούσαν με την άποψη αυτή. Απλώς θεωρώ ότι δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το φαινόμενο αυτό ετεροχρονικά και ότι πρέπει να το εντάξουμε στα συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενά του.

Βιβλιογραφία

Aries, Philippe 1970 Centuries of Childhood: A Social History of Family Life. New York 3rd ed.

Brouskou, Aigli & Voutira, Effie2000 Borrowed Children in the Greek Civil War. In Panter-Brick, Catherine and Malcolm, Smith (eds) Abandoned Children CUP
Baerentzen, Lars1987 The "Paidomazoma" and the Queen's Camps. In L.Baerentzen, J.Iatrides and O.Smith (eds), Studies in the History of the Greek Civil War, 1945-1949. Copenhaguen: Museum Tusculanum Press, 127-158
Gardener, Juliet2005 The Children's War. The Second World War Through the Eyes of the Children of Britain. London: Portrait
Kiriazovski R. & Buckova-Martinova, F. (eds)
1983 Egejska Makedonija vo NOB, vol. VI (1949). Skopje: Archiv na Makedonija
Manoukas, Giorgos1961
Παιδομάζωμα, το μεγάλο έγκλημα κατά της φυλής. Αθήνα: Έκδοση Συλλόγου Επαναπατρισθέντων εκ του παραπετάσματος
Martinova-Buckova, Fana1998 I nie sme detsa na majkata zemja...
Skopje
Mitsopoulos, Thanasis1979 Μείναμε Έλληνες. Τα σχολεία των ελλήνων πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες. Αθήνα: Οδυσσέας
Nakovski, Petre1987 Makedonski Detsa vo Polska. Skopje: Mlad Borets.
Ristovic, Milan 2000 A Long Journey Home. Greek Refugee Children in Yugoslavia 1948-1960. Thessaloniki: Institute for Balkan Studies.
UNITED NATIONS 1948 Report of the United Nations Special Committee on the Balkans, General Assembly, Official Records: Third Session, Supplement No. 8 (A/574), New York

UNITED NATIONS 1949 Report of the United Nations Special Committee on the Balkans, General Assembly, Official Records: Fourth Session, Supplement No. 8 (A/935), New York.
Wittner, Lawrence1982 American Intervention in Greece, 1943-1949. New York: Columbia University Press.



[1] Η σχετική βιβλιογραφία εξακολουθεί να είναι έντονα επηρεασμένη από το πολιτικό κλίμα της εποχής. Ενδεικτικά, για μια προσέγγιση από τη σκοπιά της αριστεράς, βλέπε Μητσόπουλος 1979, για μια προσέγγιση από τη δεξιά Μανούκας 1961. Για πιο πρόσφατες επιστημονικές προσεγγίσεις, βλέπε Baerentzen 1987, Ristovic 2000, Brouskou & Voutira 2000. Για την τύχη των σλαβόφωνων παιδιών, βλέπε Martinova-Buckova 1998.

[2] United Nations 1948: 19. Για τη στάση των Αμερικανών, βλέπε Baerentzen 1987, Wittner 1982: 162.

[3] Συνέντευξη με τον Μάρκο (ψευδ) από τον Loring Danforth στις 11.8.2000 στο Τορόντο.

[4] Ημερολόγιο Σοφίας Τσούλεβας, 3 Μαρτίου 1949, Archiv na Makedonija (Σκόπια), 997.1.75/147-187. Διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά έχουν προστεθεί σημεία στίξης που έλειπαν εντελώς στο χειρόγραφο.

[5] Συνέντευξη με τον Κρστε (ψευδ.) από τον Loring Danforth, στις 15.8.2000 στο Τορόντο.

[6] Επιστολές της 8 Μαρτίου και 14 Απριλίου 1949. Kiriazovski & Buckova 1983: 118-120, 211-213

[7] Συνέντευξη με τον Άλκη (ψευδ) από τη Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, στις 1.10.2000 στο Βόλο.