ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Του Γιώργου ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ[1]

αναδημοσίευση από: http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5016449, Ριζοσπάστης, 29 Μαρτίου 2009.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1948 η κυβέρνηση της Αθήνας κατέθεσε επίσημη διαμαρτυρία προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την «αρπαγή» παιδιών από τους κομμουνιστές. Σύμφωνα με τους συντάκτες της διαμαρτυρίας η όλη επιχείρηση γινόταν με την πλήρη και ανοιχτή συνεργασία των γειτονικών προς την Ελλάδα κρατών, γεγονός που αποτελούσε κατάφωρη επέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας με τρόπο ιδιαίτερα προκλητικό. Από τους κυβερνητικούς κύκλους της Αθήνας η όλη επιχείρηση παρουσιάστηκε ως ένα ειδεχθές έγκλημα: η «αρπαγή» των παιδιών αποσκοπούσε, κατ' αυτούς, πρώτον, στην κατατρομοκράτηση των πληθυσμών της ελληνικής επαρχίας και, δεύτερο και σπουδαιότερο, στην αλλοίωση των εθνικών χαρακτηριστικών της χώρας. Η τελευταία κατηγορία εξειδικευόταν με δύο τρόπους. Κατ' αρχήν, τα παιδιά αυτά προορίζονταν να γίνουν ένα είδος «γενιτσάρων» που αργότερα θα στρέφονταν ενάντια στην πατρίδα τους, δηλαδή, αυτό δεν το έλεγε η διαμαρτυρία, ενάντια στο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της. Έλεγε πάντως ότι τα με τον τρόπο αυτό διαπαιδαγωγημένα παιδιά μπορούσαν να στραφούν ενάντια σε ολόκληρο τον «ελεύθερο κόσμο» και τις αξίες του. Για το σκοπό αυτό τα παιδιά αυτά μορφώνονταν και «κατηχούνταν» όχι μόνο κομμουνιστικά αλλά και «αντεθνικά» σε τρόπο ώστε να απειλήσουν τη φυλετική καθαρότητα του ελληνικού έθνους. Επιπρόσθετα, τα ίδια αυτά παιδιά θα μπορούσαν μεγαλώνοντας να στελεχώσουν το Δημοκρατικό Στρατό ή όποιο τέλος πάντων στρατιωτικό σχήμα θα απειλούσε τον καπιταλιστικό κόσμο στο επερχόμενο μέλλον.

Όλα αυτά είχαν τη σημασία τους σε μια εποχή που διακρινόταν ήδη η εποχή του ψυχρού πολέμου και θα μπορούσαν να συγκινήσουν το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα για το τι να περιμένει μέσα από αυτές τις πρακτικές.

Οπωσδήποτε η διαμαρτυρία της κυβέρνησης της Αθήνας ισχυριζόταν ότι έφερνε στο φως ένα τρομερά καταχθόνιο σχέδιο μακράς πνοής. Θέλοντας μάλιστα να του προσδώσουν διαχρονικά χαρακτηριστικά, να το εντάξουν στη διαρκή απειλή που η ελληνική φυλή αντιμετώπισε σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή της, έδωσαν σε αυτήν τη διαδικασία ένα «ιστορικό» όνομα: το είπαν «παιδομάζωμα».

Ο όρος παιδομάζωμα παρέπεμπε στις εποχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Α' (1362 - 1369) μέχρι τον 17ο περίπου αιώνα - η πρακτική καταργήθηκε με απόφαση του Μουράτ Δ' το 1638 και οριστικά γύρω στα 1699 - οι σουλτάνοι στρατολογούσαν τον προσωπικό τους στρατό, τους «Γενιτσάρους» από παιδιά επιφανών μη μουσουλμανικών - χριστιανικών δηλαδή - οικογενειών. Οι λόγοι γι' αυτό ήσαν «καθεστωτικοί»: ένας εκ γενετής μη μουσουλμάνος, όσο κι αν μετέπειτα ασπαζόταν το Ισλάμ, δεν μπορούσε να γίνει σουλτάνος της Αυτοκρατορίας. Με τον τρόπο αυτό οι ηγεμόνες της Κωνσταντινούπολης απέφευγαν το εσωτερικό στρατιωτικό πραξικόπημα, προκαλώντας όμως στους αλλόθρησκους από τους υπηκόους τους αρκετά προβλήματα. Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό «αποκεφάλιζαν», αν θέλετε, τις πλέον επικίνδυνες αριστοκρατικές οικογένειες, ειδικά στα ταραγμένα - λόγω γειτονίας με τη χριστιανική δύση - κεντρικά και βόρεια Βαλκάνια. Οι τοπικές αυτές αριστοκρατίες έριχναν, δικαίως, μαύρο δάκρυ για την τύχη των παιδιών τους και το «παιδομάζωμα» (devsirme) έφτασε να σημαίνει - ειδικά μετά την κατάργησή του (οι γενίτσαροι στο μεταξύ είχαν γίνει κλειστή στρατιωτική αριστοκρατία και δεν ήθελαν νεοφερμένους στις τάξεις τους) - αρπαγή παιδιών για θρησκευτικό, εθνικό ή πολιτικό λόγο.

Με αυτόν λοιπόν τον βαριά καταδικασμένο από την ιστορία όρο οι εφημερίδες της Αθήνας και η κυβερνητική προπαγάνδα κατήγγειλαν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας τα όσα γίνονταν σε βάρος των παιδιών της ελληνικής επαρχίας από τα καταχθόνια σχέδια των κομμουνιστών. Οι καταγγελίες αυτές είχαν κυρίως εσωτερική απήχηση. Ο τότε διεθνής αντικομμουνισμός για πολύ μικρό μόνο διάστημα έκανε τις καταγγελίες αυτές μέρος της γενικότερης προπαγάνδας του. Μετά ξεχάστηκαν.

Μετά το 1952 δεν υπάρχει καμία μνεία στην αντικομμουνιστική φιλολογία, σ' αυτό το ζήτημα.

Ο ΟΗΕ ανέθεσε την έρευνα των καταγγελιών της κυβέρνησης της Αθήνας στην ειδική επιτροπή που είχε δημιουργήσει για τα Βαλκάνια, την ΟΥΝΣΚΟΜΠ, που ερευνούσε το κατά πόσο επενέβαιναν οι γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες στον ελληνικό εμφύλιο - αυτό κυρίως ενδιέφερε.

Το Νοέμβριο του 1948 το πόρισμα της ΟΥΝΣΚΟΜΠ ήταν αμήχανα ουδέτερο. Διαπίστωνε τη μεταφορά των παιδιών από ορισμένα χωριά στις γειτονικές χώρες συχνά με την ευθύνη και τη συνοδεία μέρους του γυναικείου πληθυσμού του ίδιου χωριού. Στο ερώτημα κατά πόσο η μεταφορά αυτή γινόταν με τη συναίνεση των γονέων ή όχι, η επιτροπή δεν μπορούσε να το απαντήσει στις τότε συνθήκες. Σε τελευταία ανάλυση, δυσκολευόταν από το ξεδίπλωμα μιας αντίστοιχης κυβερνητικής πολιτικής. Το 1948 ο κυβερνητικός στρατός είχε γενικεύσει τη μεταφορά των παιδιών από τις εμπόλεμες ζώνες στα ιδρύματα της Βασιλικής Πρόνοιας και ήταν μάλλον αστείο να ρωτά κανείς τέτοια πράγματα, τέτοια εποχή.

Σε απάντηση, την άνοιξη του 1949, οι υπηρεσίες της Αθήνας συνέταξαν έναν κατάλογο με πέντε χιλιάδες ονόματα παιδιών που είχαν «απαχθεί», όπως έλεγε το διάβημα, και φυγαδευτεί στο εξωτερικό χωρίς τη θέληση των γονιών τους. Οι επιτροπές του ΟΗΕ ερεύνησαν το ζήτημα με τη συνδρομή μάλιστα της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης που ήθελε τότε να πάρει αποστάσεις από τον ελληνικό εμφύλιο. Πολύ λίγα από τα παιδιά που βρίσκονταν στον κατάλογο βρέθηκαν και η αξιοπιστία του τελευταίου αμφισβητήθηκε έντονα.

Τα παιδιά που ήταν μαχητές

Μετά τη λήξη του πολέμου και ενώ το ζήτημα των παιδιών είχε πλέον μετατραπεί σε καθαρά διπλωματικό ζήτημα, οι κυβερνήσεις της Αθήνας εξακολουθούσαν να παράγουν καταλόγους ανεβάζοντας σε 9.300 τον αριθμό των - σύμφωνα με τις δικές τους απόψεις - «απαχθέντων» παιδιών - των εκπατρισθέντων δηλαδή ερήμην της θέλησης των κηδεμόνων τους. Ο ΟΗΕ ερεύνησε και πάλι και, μέχρι το 1952, μερίμνησε για τον επαναπατρισμό 538 παιδιών αυτής της κατηγορίας. Μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε ότι οι ελληνικές αρχές θεώρησαν σε πολλές περιπτώσεις το όριο λήξης της παιδικής ηλικίας στα 21 χρόνια και στην ουσία ζητούσαν τον επαναπατρισμό νεαρών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού. Ο ΔΣΕ ήταν ένας εξαιρετικά νεανικός στρατός και πάρα πολλοί από τους μαχητές του ήταν κάτω από αυτή την ηλικία. Κατά συνέπεια ζητούσαν να επιστρέψουν στα κρατητήρια και στην αιχμαλωσία ένα μεγάλο μέρος των μαχητών του ΔΣΕ.

Η απόφαση για το σώσιμο των παιδιών

Από την άλλη πλευρά του λόφου, το κατά την Αθήνα «καταχθόνιο σχέδιο» ανακοινώθηκε με εξαιρετικά επίσημο τρόπο.

Στις 7 Μαρτίου του 1948 το υπουργείο Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ανακοίνωσε μέτρα για τα παιδιά που βρίσκονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Στην ανακοίνωση αυτή διαπίστωνε ότι τα κυριότερα θύματα της πολιτικής που οι Αμερικανοί και η κυβέρνηση της Αθήνας εφάρμοζαν στην εμπόλεμη Ελλάδα ήσαν τα παιδιά. Έλεγε αυτή η ανακοίνωση: «Με το εγκληματικό πέταμα στου δρόμους των πόλεων 150.000 και πάνω παιδιών όπου καθημερινά δεκάδες από αυτά πεθαίνουν. Με την τελευταία διαταγή της Φρειδερίκης που διέταξε τους υποτακτικούς της να συγκεντρώσουν όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά στα κέντρα, για να τα μετατρέψουν σε γενιτσάρους και να τα βάλουν αναγκαστικά στις αγαπητές της χιτλερικές οργανώσεις νεολαίας. Ακόμα δε και με τους άνανδρους βομβαρδισμούς των ανυπεράσπιστων γυναικόπαιδων, από τους οποίους τον τελευταίο καιρό σκοτώθηκαν 120 παιδάκια...». Για τους λόγους αυτούς η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση αποφάσισε να εγκρίνει την αποστολή και παραμονή των παιδιών που προέρχονταν από τις απειλούμενες ζώνες στις γειτονικές χώρες μέχρι να κοπάσει η μανία του πολέμου. Για τη μεταφορά αυτή προχώρησε σε συνεννοήσεις με οργανισμούς πρόνοιας των αντίστοιχων χωρών υποδοχής.

Το Μάιο του 1948 η Δημοκρατική Κυβέρνηση ίδρυσε την ΕΒΟΠ, Επιτροπή βοήθειας στο Παιδί επικεφαλής της οποίας τοποθετήθηκαν ο Πέτρος Κόκκαλης, η Έλλη Αλεξίου, ο Γιώργος Αθανασιάδης, ο Θανάσης Μητσόπουλος και άλλοι εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί ή άνθρωποι των Γραμμάτων. Η επιτροπή αυτή συντόνισε τη μεταφορά των παιδιών στο εξωτερικό και την εκεί περίθαλψή τους καθώς πολλά από αυτά έπασχαν από τις χρόνιες τότε αρρώστιες της φτωχής ελληνικής επαρχίας αλλά και τις κακουχίες που ο πόλεμος προκαλούσε. Οργάνωσε και το εκπαιδευτικό σύστημα των παιδιών αυτών για τη μελλοντική όπως έλπιζαν τότε σοσιαλιστική Ελλάδα.

Τι προηγήθηκε

Το 1948 ο «πόλεμος των παιδιών» είχε πλέον γίνει βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, είτε αυτός αποτελούσε αντικείμενο συζήτησης στις αίθουσες συνεδριάσεων του ΟΗΕ, είτε καταγραφόταν στις εφημερίδες, είτε στην προπαγάνδα στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό. Ας δούμε λοιπόν πώς έφθασαν τα πράγματα ως εκεί.

Στις αρχές του 1947 ο ελληνικός εμφύλιος άρχισε να μεταβάλλεται σε έναν «πειραματικό», θα λέγαμε, πόλεμο για τις ισχυρές δυνάμεις του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Δύο χρόνια μετά το τέλος του παγκόσμιου πολέμου οι δύο αυτές μητροπόλεις του «δυτικού» κόσμου αντιλαμβάνονταν ότι έμπαιναν σε μία νέα εποχή συγκρούσεων και σε ένα νέο τύπο αναμέτρησης. Πλήθος λαών βρίσκονταν ακόμα κάτω από καθεστώς αποικιοκρατίας και ο ξεσηκωμός τους απειλούσε να ανατρέψει σταθερές της βασισμένης στον ιμπεριαλισμό καπιταλιστικής οικονομίας. Την επαύριο του πολέμου, ακόμα και στην Ευρώπη, οι λαοί ζητούσαν τα δικά τους δικαιώματα, την εφαρμογή των αξιών για τις οποίες πολέμησαν μέσα από τα κινήματα Αντίστασης. Αυτό που γινόταν στην Ελλάδα δεν έπρεπε να εξαπλωθεί στην Ευρώπη, ενώ η αναχρονιστική αποικιοκρατική οργάνωση του κόσμου έπρεπε να διατηρηθεί τόσο όσο χρειαζόταν για να οργανωθεί μία διάδοχη κατάσταση σε όφελος πάλι του συστήματος. Δεν έπρεπε η εθνική απελευθέρωση λαών να σημαίνει και κοινωνική τους απελευθέρωση. Για όλα αυτά ο κομμουνισμός έπρεπε να ανασχεθεί, να περιοριστεί, τα σοσιαλιστικά κράτη, η Σοβιετική Ένωση να περικυκλωθούν, να κλειστούν μέσα σε αυτό που τότε στην Αγγλία όρισαν ως το «σιδηρούν παραπέτασμα». Ολα αυτά προμήνυαν νέες συγκρούσεις, είτε θερμές, είτε «ψυχρές».

Για την ανάσχεση του κομμουνισμού

Ο ελληνικός εμφύλιος ήταν ένας θερμός πόλεμος στην ευαίσθητη και σημαντική Ευρώπη. Η έκβασή του είχε καίρια σημασία για το δυτικό στρατόπεδο, για τη Μεγάλη Βρετανία και για τις ΗΠΑ. Στα τέλη του 1946, όταν ο πόλεμος αυτός γενικεύτηκε, στην Ουάσιγκτον η κυβέρνηση του Προέδρου Τρούμαν βρέθηκε μπροστά σε μία αναπάντεχη εξέλιξη: Η Μεγάλη Βρετανία παραδέχτηκε την αδυναμία της να συνεχίσει την εμπλοκή της στα ελληνικά πράγματα. Η Αυτοκρατορία είχε εξαντληθεί στον αγώνα της ενάντια στην ελληνική Εθνική Αντιφασιστική Αντίσταση, είχε κερδίσει μάχες για να καταλήξει να παραδεχτεί ότι έχασε τον πόλεμο. Οι Βρετανοί δεν μπορούσαν παρά να φύγουν από την Ελλάδα αποδεχόμενοι δημόσια την πρώτη μεγάλη ήττα της Αυτοκρατορικής τους πολιτικής και ισχύος. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτές οι εξελίξεις σήμαναν κόκκινο συναγερμό. Η ανάσχεση του κομμουνισμού, ο «Ψυχρός Πόλεμος» έπρεπε άμεσα να αρχίσει. Από την Ελλάδα δε, σε προτεραιότητα...

Σε αυτόν τον πόλεμο που οι Ηνωμένες Πολιτείες κληρονόμησαν επιβάλλονταν ιδιαίτερες προδιαγραφές. Η μαζική στρατιωτική επέμβαση ξένων στρατευμάτων αποκλειόταν στις τότε συνθήκες. Η Ελλάδα βρισκόταν στην Ευρώπη και ακόμα περισσότερο, στα πάντα ευαίσθητα Βαλκάνια. Ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα μετείχαν ακόμα σε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας στα δυτικά κράτη - στη Γαλλία και την Ιταλία για παράδειγμα - και οι λαοί της ηπείρου δε θα έβλεπαν με καλό μάτι μια αμερικανική στρατιωτική ανάμειξη για την ανάσχεση του κομμουνισμού σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ο ίδιος ο αμερικανικός λαός δύσκολα θα δεχόταν μία εκστρατεία για την προάσπιση βρετανικών, όπως το έβλεπαν τότε, θέσεων και συμφερόντων. Στον ελληνικό λοιπόν εμφύλιο πόλεμο η λύση έπρεπε να προέλθει από μέσα και η Αμερική θα έπρεπε να βρει τρόπους που θα απέτρεπαν τη δική της άμεση στρατιωτική εμπλοκή, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγούσαν στο επιθυμητό για τα συμφέροντα του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου αποτέλεσμα.

Καθώς το μονοπώλιο στα πυρηνικά δε φαινόταν να μπορεί να αντιμετωπίσει τη δικαίως αναμενόμενη οργή των λαών, το χρήμα ήταν το βασικό όπλο, το συγκριτικό πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών εκείνο το διάστημα. Άξονας της αμερικανικής πολιτικής θα ήταν ακριβώς αυτό. Η πολιτική της ανάσχεσης του κομμουνισμού εξειδικεύτηκε σε μία σειρά πολιτικές διακηρύξεις που στην ουσία τους έμοιαζαν με οικονομικά προγράμματα. Το Δόγμα Τρούμαν με ειδική αναφορά στην Ελλάδα και τη γειτονική της Τουρκία και το περίφημο Σχέδιο Μάρσαλ ήταν ο παρονομαστής αυτής της νέας πολιτικής. Τα δολάρια θα στήριζαν καθεστώτα ή θα μετέβαλαν όσα από αυτά δεν ήταν της αρεσκείας των ΗΠΑ. Στις χώρες της δυτικής Ευρώπης οι κυβερνήσεις εθνικής ενότητας καταργήθηκαν και οι κομμουνιστές απομονώθηκαν καθώς απαράβατος όρος για την εκταμίευση της αμερικανικής βοήθειας ήταν η μη συμμετοχή κομμουνιστών στα κυβερνητικά σχήματα των κρατών που θα μετείχαν στο πρόγραμμα. Ήταν ο πρώτος μεγάλος πολιτικός εκβιασμός, η πρώτη ωμή επέμβαση. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε επιχειρησιακά αρχίσει.

Για την Ελλάδα και το δικό της θερμό πόλεμο, οι επιλογές αυτές της αμερικανικής πολιτικής είχαν τεράστια σημασία. Στις 20 Ιουνίου 1947 η ελληνο-αμερικανική συμφωνία άνοιξε το δρόμο στις νέες εξελίξεις. Η χώρα θα γινόταν ένα πεδίο ασκήσεων όπου οι δυνατότητες των αμερικανικών επιλογών - αυτό το «νέο είδος πολέμου» - θα δοκιμάζονταν σε έναν πραγματικό, ευρωπαϊκό πόλεμο.

Έσβησαν ολόκληρα χωριά απ' το χάρτη

Την άνοιξη του 1947, πριν ακόμα ολοκληρωθούν θεσμικά και οργανωτικά οι αμερικανικοί σχεδιασμοί, ο κυβερνητικός στρατός άρχισε να εφαρμόζει στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Ρούμελη, δοκιμαστικά τα νέα σχέδια. Ο στόχος ήταν απλός: ολόκληροι οι πληθυσμοί των ορεινών χωριών καθώς και οι αντίστοιχοι των «ύποπτων» ή αμφισβητούμενων περιοχών θα έπρεπε προοδευτικά να μεταφερθούν σε ελεγχόμενους από τις κυβερνητικές δυνάμεις χώρους. Η μέθοδος ήταν απλή. Οταν οι στρατιώτες έφθαναν σε ένα χωριό ανακοίνωναν στους κατοίκους ότι σε δύο, τρεις ή τέσσερις ώρες ή κάτι τέτοιο, όφειλαν να τους ακολουθήσουν. Οι πρώτες εικόνες από καραβάνια αιφνίδια ξεσπιτωμένων χωρικών άρχισαν να εμφανίζονται στο έκπληκτο κοινό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Για να εξωραΐσουν την επιχείρηση αυτή βάπτισαν τα καραβάνια αυτά της δυστυχίας ως «συμμοριόπληκτους» ακριβώς για ν' αποκρύψουν ότι αυτά ήσαν τα πρώτα θύματα του νέου πειράματος με στόχο την υποταγή ενός ατίθασου λαού που μόλις είχε νικήσει και τη Βρετανία.

Οι βομβαρδισμοί των χωριών, ειδικά όσων βρίσκονταν κοντά στα σύνορα ή κατοικούνταν από μειονοτικούς πληθυσμούς, σλαβομακεδονικούς στην περιοχή εδώ, συμπλήρωναν την πίεση και καλούσαν έμπρακτα τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Νέα είδη τρομοκρατικών πολεμοφοδίων επιστρατεύτηκαν, μεταξύ τους οι βόμβες βενζίνης, πρόδρομοι των «Ναπάλμ», που προκαλούσαν τρομερά εγκαύματα, κατέκαιγαν τα χωριά μαζί με τους κατοίκους τους.

Οι αριθμοί των εκτοπισθέντων αυτών συμμοριόπληκτων εκπλήσσουν ακόμα και σήμερα. Στην αιχμή της εφαρμογής αυτών των σχεδίων, στο τέλος του 1948 και το 1949, οι αριθμοί τους έφθασαν τις 700.000, οι οποίοι προστιθέμενοι στις 300.000 «μη υποχρεωτικά» μετακινηθέντες πρόσφυγες (στην Πελοπόννησο όπου εξαπλωνόταν η τρομοκρατία της «Χ» ίσως εκατό χιλιάδες άτομα έφυγαν, προς την Αθήνα κυρίως) φθάνουν αθροιστικά το ένα εκατομμύριο άτομα: το 10 - 15% του τότε συνολικού πληθυσμού της χώρας δηλαδή ή το 20 με 25% του πληθυσμού της υπαίθρου. Όλα αυτά τα καραβάνια της δυστυχίας κατέληξαν στις παραγκουπόλεις των «προσφυγικών» στις παρυφές των πόλεων κάτω από το άγρυπνο βλέμμα στρατιωτών και Χωροφυλάκων. Τα φυλάκια και τα συρματοπλέγματα στο όνομα της μη επικοινωνίας των εκτοπισθέντων με τους συμμορίτες, έκαναν αυτές τις αυτοσχέδιες συνοικίες να μοιάζουν με εβραϊκά γκέτο της ναζιστικής Νέας Ευρώπης.

Οπωσδήποτε μία μετακίνηση πληθυσμών σε αυτή την έκταση δεν ήταν δυνατό να γίνει χωρίς την αμερικανική χρηματοδότηση. Μη φανταστεί κανείς ότι τα αμερικανικά δολάρια, μετεξελιγμένα σε «δραχμές ανοικοδομήσεως» δόθηκαν ως ενίσχυση στους αναξιοπαθούντες εκτοπισμένους. Το αντίθετο συνέβη. Η χρηματοδότηση αυτή δόθηκε σε τοπικούς εργολάβους, εργοστασιάρχες, επιχειρηματίες για να απασχολούν με την κατώτατη δυνατή αμοιβή και χωρίς πολλές πολλές υποχρεώσεις αυτό το εξαθλιωμένο εργατικό δυναμικό στις δικές τους επιχειρήσεις. Από τη σκοπιά αυτή η χώρα γύρισε πίσω στα χρόνια της Κατοχής, στα 1942, όταν σχεδόν τριακόσιες χιλιάδες εργαζόμενοι απασχολούνταν, για μια μπουκιά ψωμί, σε ελληνικές εταιρείες, υπηρεσίες ή εργολάβους που δούλευαν για τις ανάγκες του κατακτητή, άμεσα ή έμμεσα. Με τον τρόπο αυτό συνεχιζόταν το κτίσιμο ενός αρπακτικού ελληνικού καπιταλισμού για να κυβερνήσει μεταπολεμικά τη χώρα.

Οι «παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης

Τον Ιούλιο του 1947, την ίδια πάνω κάτω εποχή που η αμερικανική χρηματοδότηση επέτρεψε το άνοιγμα του στρατοπέδου «αναμόρφωσης» στο Μακρονήσι, ολοκληρώθηκε και η επεξεργασία των ειδικών εκείνων σχεδίων που αφορούσαν τα παιδιά. Η νέα βασίλισσα από τον Απρίλιο μόλις του ίδιου έτους, βασίλισσα Φρειδερίκη επικεφαλής 72 «κυριών» της καλής αθηναϊκής κοινωνίας - πολλές από τις οποίες ήσαν κυρίες επί των τιμών των ανακτόρων ενώ ανάμεσά τους διακρίνονταν μέλη των πλέον διάσημων οικογενειών του ελληνικού καπιταλισμού - δημιούργησαν το Βασιλικό Οργανισμό Προνοίας με διακηρυγμένο στόχο την περίθαλψη των παιδιών της χώρας. Εξυπακούεται ότι για να τα περιθάλψουν οι φιλεύσπλαχνες αυτές κυρίες τα παιδιά θα έπρεπε πρώτα να τα συγκεντρώσουν, να τα αποσπάσουν από τις οικογένειές τους και από τον τόπο όπου γεννήθηκαν και κατοικούσαν. Από τη βασιλική πρόνοια ανατέθηκε πολύ γρήγορα στον κυβερνητικό στρατό ένα αληθινό «σαφάρι» παιδιών από τις «ύποπτες» ειδικά περιοχές της χώρας. Η Βασιλική Πρόνοια πολύ γρήγορα έγινε ένας τεράστιος οργανισμός, ένα αληθινό κράτος μέσα στο κράτος.

Οι συνολικοί αριθμοί των παιδιών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στάλθηκαν στα διάφορα ιδρύματα της Πρόνοιας παραμένει εφτασφράγιστο μυστικό - όπως συμβαίνει εξάλλου και με το συνολικό αριθμό οπλιτών ή πολιτών που «αναμορφώθηκαν» στο στρατόπεδο της Μακρονήσου. Τα σχετικά αρχεία είναι κλειστά και οι αριθμοί που έχουν δοθεί κατά καιρούς από τις κρατικές υπηρεσίες δύσκολα μπορεί να γίνουν πιστευτοί. Οι «απολογητές» του συστήματος (Μανούκας) δηλώνουν ότι ο αριθμός των παιδιών αυτών κυμάνθηκε γύρω στις 20.000, ενώ ο ίδιος αριθμός (που ενίοτε έφθασε ως 25.000) προβλήθηκε στις διάφορες επετειακές κυρίως εκδηλώσεις για το ζήτημα αυτό. Πίσω από αυτές τις μετρήσεις διακρίνουμε την πολιτική ανάγκη να παρουσιαστεί μικρότερος ο αριθμός των παιδιών που εκτοπίστηκαν με τα κυβερνητικά μέτρα από τον αντίστοιχο των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες και ο οποίος κυμάνθηκε ανάμεσα στις 25 και 28.000 άτομα.

Γεγονός είναι ότι ανάμεσα στα 1947 και το 1950 λειτούργησαν 53 «παιδουπόλεις», πολλές από τις οποίες ήταν πραγματικές πόλεις ή μάλλον πραγματικά και πολυάνθρωπα στρατόπεδα εγκλεισμού (Φιλιππιάδα, όπου οι εγκαταστάσεις φαίνονται ακόμα). Συμπληρωματικά δε, δίπλα σε αυτές λειτούργησαν ποικιλώνυμα άλλα ιδρύματα «παιδικές στέγες» κλπ. χωρίς να συμπεριλάβουμε τα ιδρύματα για τα παιδιά των πολιτικών φυλακισμένων, για τα ορφανά ή το ειδικό στρατόπεδο ανήλικων αιχμαλώτων που λειτούργησε στη Λέρο όπου στέλνονταν όσοι αιχμάλωτοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού δεν είχαν συμπληρώσει το 21ο έτος. Προφανώς, ένας μηχανισμός αυτού του μεγέθους δεν μπορεί να έγινε για να φιλοξενήσει απλά και μόνο είκοσι χιλιάδες άτομα (λιγότερα από τετρακόσια δηλαδή για κάθε παιδόπολη).

Θα ήταν ίσως περιττό να περιγράψουμε τη ζωή αυτών των παιδιών που από κοντά γνώρισαν τη Βασιλική Πρόνοια. Οι τύχες τους ήταν κυμαινόμενες αλλά πάντοτε ανάλογες με την τύχη του λαού τους. Τα πιο τυχερά ήσαν όσα μπόρεσαν το ταχύτερο να επανενωθούν με τις οικογένειές τους και να βγουν από αυτό το σύστημα, έστω για να ζήσουν μέσα στη φτώχεια. Πολλά ακούγονται σήμερα ακόμα για τις «υιοθεσίες» στο εξωτερικό, για τη χρησιμοποίηση των παιδιών αυτών ως φθηνό εργατικό δυναμικό (μαθητευόμενοι βλέπετε) σε επιχειρήσεις ή ακόμα για τα «προξενιά» διαμέσου των ιδρυμάτων της Πρόνοιας (και τη συμβολή στην προικοδότηση της Βασιλίσσης) που οδήγησαν σε ένα τεράστιο κύμα αφύσικων γάμων τα επόμενα χρόνια: με τεράστιες λόγου χάρη διαφορές ηλικίας μεταξύ του γαμπρού και της αποκτηθείσας από το ίδρυμα συζύγου... Όταν προχωρήσει - όταν αφεθεί να προχωρήσει - η σχετική έρευνα στη χώρα μας (με πρόσβαση στα αρχεία λόγου χάρη) πολλά θα ξέρουμε για τον κοινωνικό κόσμο των νικητών του εμφυλίου πολέμου, για τις αξίες του. Τα περισσότερα δε θα είναι ευχάριστα υποπτεύομαι... ούτε για τους απολογητές αυτού του συστήματος.

Γύρισαν μορφωμένα και βοήθησαν την πρόοδο της πατρίδας τους

Από τα παιδιά που βρέθηκαν στο εξωτερικό (Λαϊκές Δημοκρατίες) περίπου 5.000 έφυγαν από τις χώρες υποδοχής για να συναντηθούν με τις οικογένειές τους, είτε πίσω στην Ελλάδα, είτε σε χώρες μετανάστευσης, την Αυστραλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη δυτική Ευρώπη. Από τα υπόλοιπα, ένα μεγάλο ποσοστό μορφώθηκε και όταν μετά το 1974 επέστρεψε στην Ελλάδα, βρήκε, παρά τις δυσκολίες που ακόμα και η μεταπολίτευση έβαζε στην επιστροφή και στην επανένταξή τους, τρόπους να βοηθήσει την πρόοδο της πατρίδας τους.

Σημειώνω ότι τα ιδρύματα που τους φιλοξένησαν εκεί, σε πάρα πολλές από αυτές τις χώρες, ήταν ιδρύματα που οικονομικά στηρίζονταν στην κατάσχεση περιουσιών δωσιλόγων, συνεργατών των Γερμανών στη διάρκεια του πολέμου. Πολλά από αυτά τα παιδιά φιλοξενήθηκαν σε απρόσμενα καλούς χώρους. Η ταινία «η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδος» που γύρισε τότε ο ΔΣΕ, όταν δείχνει τα παιδιά να φιλοξενούνται σε πύργους δε λέει ψέματα. Είναι οι πύργοι που κατασχέθηκαν στη Τσεχοσλοβακία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, από αριστοκράτες οι οποίοι φυσικά τον καιρό των δυσκολιών είχαν ταχθεί με τους εχθρούς της πατρίδας για να προστατέψουν τα δικαιώματα της δικής τους κοινωνικής τάξης.

(...) Τα πειράματα των ΗΠΑ με τα παιδιά της Ελλάδας δεν είχαν συνέχεια. Ένα τσουνάμι πολέμων της αποαποικιοποίησης, θα λέγαμε, ακύρωσε τέτοιου είδους πρακτικές. Δεν ήταν δυνατόν σε πολέμους που συμβαίνουν ταυτόχρονα σε τέσσερα σημεία του ορίζοντα να μαζεύονται τα παιδιά. Στο κάτω κάτω, την ίδια εποχή με τον ελληνικό εμφύλιο διεξαγόταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Κίνα και θα ήταν μάλλον αστείο να μαζέψουν τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα παιδιά. Άλλαξαν αυτές οι τακτικές και αν θέλετε σε τέτοιο βαθμό, σε τέτοια έκταση ποτέ δεν ξαναείχαμε στην ιστορία εφαρμογή παρόμοιων μεθόδων.

Με τον τρόπο τους, τα παιδιά αυτά μετείχαν της πολιτικής εξέλιξης της Ελλάδας. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος έληξε με διαφορετικό τρόπο από ό,τι έληξαν οι περισσότεροι εμφύλιοι πόλεμοι του καιρού μας. Συνήθως στους εμφύλιους πολέμους, το στρατόπεδο που χάνει τον πόλεμο συνθλίβεται, εξαφανίζεται, καταστρέφεται πλήρως. Στον ελληνικό εμφύλιο, ο ΔΣΕ και ένα μεγάλο μέρος του μηχανισμού του ΚΚΕ, της πολιτικής έκφραση της κοινωνίας που αντιστάθηκε τόσα χρόνια στους κατακτητές και στην άρχουσα τάξη, έφυγε συγκροτημένα, υποχώρησε, στις ανατολικές χώρες. Μαζί και μεγάλο μέρος της κοινωνίας και τα παιδιά που αναφέραμε. Έτσι δεν είχαμε μια εξέλιξη όπως, π.χ., στον ισπανικό εμφύλιο, ή στον αμερικανικό εμφύλιο, να καταστραφεί, να εξαφανιστεί ο κόσμος του ηττημένου. Ο κόσμος του «ηττημένου», η πολιτική του έκφραση έμεινε ζωντανή και αυτό αν θέλετε λειτούργησε σαν φάντασμα, σαν απειλή για το μεταπολεμικό κόσμο των νικητών στην Ελλάδα. Δίκιο είχανε. Το μέρος αυτό της κοινωνίας μπόρεσε να διατηρήσει τους πολιτικούς του μηχανισμούς και σήμερα ακόμη να τους έχουμε να διαφεντεύουν τα δικαιώματα του λαού της Ελλάδας. Η παρουσία αυτών των παιδιών, ο τρόπος που μορφώθηκαν, που ακτινοβόλησαν στους της εξορίας τόπους όπου βρέθηκαν, είχε καίριες πολιτικές επιπτώσεις και για την εξέλιξη εδώ.

Ο πόλεμος ενάντια στο λαό της Ελλάδας, εξακολούθησε ανοιχτός μέχρι το 1974.

Και κάτι τελευταίο που πρέπει να αναφέρουμε. Πολλά από τα παιδιά, όπως και πολλοί από τους πληθυσμούς που φύγανε, ειδικά από την περιοχή στην οποία μιλάμε σήμερα ανήκανε σε μια ιδιαίτερη ομάδα της ελληνικής κοινωνίας, τους Σλαβομακεδόνες. Ακόμα και σήμερα ένα μέρος αυτών των τότε προσφύγων εξακολουθεί να είναι ανεπιθύμητο στον τόπο μας. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανείς λόγος για να διαιωνίζεται αυτό το κατάλοιπο αυτής της σκοτεινής εποχής και αυτών των αποτυχημένων σε τελευταία ανάλυση πολιτικών.



[1] Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ