Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

αναδημοσίευση από: http://archive.enet.gr/online/ss3?q=%C5%C4%C5%D3&a=&pb=0&dt1=&dt2=&r=7&p=40&id=9039660

ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγο καιρό η Λίνα Βεντούρα σε ένα άρθρο της στο περιοδικό «Μνήμων» υπό τον εύγλωττο τίτλο «Συνηγορία υπέρ της σύγχρονης ιστορίας ή ιστορίας του παρόντος» τόνιζε την αξία και τις προϋποθέσεις της μελέτης της σύγχρονης Ιστορίας. Και πραγματικά, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική ιστοριογραφία παρήγαγε έναν σημαντικό αριθμό αξιόλογων μονογραφιών ή μικρότερων μελετών για την πρόσφατη ελληνική Ιστορία, ιδιαίτερα για την περίοδο μετά το 1936 έως και τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Στις σελίδες που ακολουθούν, τέσσερις νεότεροι ερευνητές παρουσιάζουν ισάριθμα βιβλία, μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες εκδόσεις των τελευταίων μηνών. Μια αυτοβιογραφία και ο παράλληλος σχολιασμός της από μια ιστορικό, ένα συνέδριο για την περίοδο 1936-1949 και ένας συλλογικός τόμος για την ανασυγκρότηση μετά τον πόλεμο (1943-1960) -δείγματα και τα δύο της αύξησης των μελετητών που ασχολούνται με την περίοδο-, ένα βιβλίο για τους πολιτικούς κρατούμενους στον Εμφύλιο. Τα δύο τελευταία κυκλοφόρησαν πρώτη φορά στα αγγλικά, καθώς το ενδιαφέρον ιδιαίτερα για τη δεκετία 1940-1950 δεν περιορίζεται εντός των ελληνικών συνόρων. Δεν είναι τα μόνα. Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η μετάφραση του βιβλίου της Μάργκαρετ Κένα «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στο Μεσοπόλεμο» («Αλεξάνδρεια») με σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ενώ η επιτυχία εκδόσεων όπως η μαρτυρία του Κυριάκου Αθανασίου «Υιός συμμορίτου» («Βιβλιόραμα»/ΑΣΚΙ) είναι ενδεικτική του ενδιαφέροντος για μια περίοδο η οποία, όπως δείχνουν και οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις στις εφημερίδες, θα βρίσκεται στο επιστημονικό και πολιτικό προσκήνιο για πολύ καιρό ακόμη.
MARK MAZOWER (ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ)

Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960

ΜΤΦΡ.: ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»
ΣΕΛ. 334, ΕΥΡΩ 20,8

Ο εμφύλιος πόλεμος μετά τον Πόλεμο αποτέλεσε τη συγκεκριμένη συνθήκη για την ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στον ελληνικό χώρο. Υπό αυτή την έννοια, κατά τη δεκαετία του 1940 η ελληνική Ιστορία διένυσε μια τροχιά ταυτόχρονων συγκλίσεων και αποκλίσεων από την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια Ιστορία. Αποτέλεσε ένα από τα θέατρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η εμφύλια σύγκρουση που την απομάκρυνε από τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ανοικοδόμηση υπήρξε συγχρόνως η πρώτη (θερμή) δοκιμή του ψυχρού πολέμου.

Ετσι, και το κέντρο βάρος του τόμου αυτού είναι ο εμφύλιος πόλεμος και μέσα από τον οπτική του Εμφυλίου γίνονται οι συσχετίσεις με το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940. Πρόκειται για ένα έργο που απεικονίζει σε σημαντικό βαθμό το σημερινό επίπεδο της ιστοριογραφικής συζήτησης για τον Εμφύλιο, τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις που τη διακρίνουν. Μολονότι η θεματολογία των άρθρων καλύπτει σε μεμονωμένες περιπτώσεις ζητήματα και της δεκαετίας του 1950 (σε αντίθεση με τον υπότιτλο του έργου), η προοπτική των μελετών φτάνει συχνά στο παρόν, κυρίως μέσα από την προβληματική της προφορικής ιστορίας και της μελέτης της μνήμης του Εμφυλίου. Ο προβληματισμός που αναδύεται μέσα από την πλειονότητα των άρθρων σχετίζεται με γενικότερες τάσεις στη μελέτη της εποχής: τη στροφή από το επίπεδο των πολιτικών ελίτ σ' εκείνο των κοινωνικών δομών για τη διερεύνηση των αιτιών της κρίσης, την ένταξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε μια ευρύτερη συνέχεια συγκρούσεων και, επομένως, τη σύνδεσή του με την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, τη σημασία της τοπικότητας για την κατανόηση των ορίων της κεντρικής εξουσίας, την ανάδειξη των εθνοτικών διαστάσεων των εμφύλιων πολέμων.
Η κρίση νομιμότητας του ελληνικού κράτους, η στάση των θεσμών απέναντι στο πρόβλημα των δωσιλόγων, η ανασύσταση των κατασταλτικών δομών αποτελούν τους άξονες γύρω από τους οποίους κινούνται τα άρθρα των Mark Mazower, Ελένης Χαϊδιά, Προκόπη Παπαστράτη, Πολυμέρη Βόγλη, Σούζαν-Σοφίας Σπηλιώτη. Ο Mazower μελετά τις τρεις κύριες μορφές πολιτικής δικαιοσύνης, οι οποίες αντιλαμβάνονταν με διαφορετικό τρόπο την πολιτική εγκληματικότητα, συνδέθηκαν με τα ανταγωνιστικά οράματα για την κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση της χώρας και συγκρούστηκαν στο πλαίσιο του κενού εξουσίας που δημιουργήθηκε αμέσως μετά την Απελευθέρωση. Η πρώτη μορφή βασιζόταν στη συλλογική εκδίκηση ενάντια στον εθνοτικό εχθρό και ασκήθηκε από τον ΕΔΕΣ εναντίον των Τσάμηδων· η δεύτερη συγκροτήθηκε από τα νομικά πρότυπα της αριστερής αντίστασης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και εφαρμόστηκε στη λειτουργία των Λαϊκών Δικαστηρίων· η τρίτη ενσωματωνόταν στη δικαστική πολιτική που υιοθέτησε η επίσημη κυβέρνηση από την Απελευθέρωση και μετέπειτα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση αυτών των εναλλακτικών σχεδίων έως την τελική επικράτηση του αυξανόμενα στρατιωτικού χαρακτήρα της δικαιοσύνης από το 1946 και εξής. Η διαμάχη στο κενό εξουσίας αναδεικνύει ενδιαφέρουσες πλευρές του τρόπου με τον οποίο δικαιοσύνη και ιδεολογία συνδέονται σε τέτοιες ταραγμένες εποχές. Ωστόσο, στο έδαφος αυτής της διαμάχης, η πολιτική των επίσημων κυβερνήσεων φαίνεται να δέχεται απλώς τις αφόρητες πιέσεις από το δεξιό και το αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον η συγκεκριμένη διαπραγμάτευση μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η βίαιη αντεπίθεση της Δεξιάς μετά τα Δεκεμβριανά εντάχθηκε στις πολιτικές επιλογές για την ανασύσταση του κράτους. Τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο και οι επίσημες κυβερνήσεις συμμετείχαν στη διαμάχη που ξέσπασε πάνω στο κενό εξουσίας, εκμεταλλευόμενες τη δυναμική που αυτή δημιουργούσε ως προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση της κεντρικής εξουσίας.
Το άρθρο του Π. Βόγλη μας μεταφέρει σε μια διαφορετική πλευρά της συγκρότησης του εμφυλιοπολεμικού κρατικού μηχανισμού, εκείνη που αφορά τον αποκλεισμό και την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων. Εδώ η εστία του ενδιαφέροντος είναι οι άνθρωποι που υφίστανται τον αποκλεισμό, οι πολιτικοί κρατούμενοι. Μελετώντας, αφενός, το αποσιωπημένο θέμα των κρατουμένων που υπέγραψαν δηλώσεις μετανοίας και, αφετέρου, τους καταδικασμένους σε θάνατο, ο Βόγλης συνθέτει με υποδειγματικό τρόπο την ανάλυση των μηχανισμών εξουσίας (αρχές, κόμμα) με την ανάδειξη της υποκειμενικότητας, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την πραγματικότητα, τη νοηματοδοτούν και διαμορφώνουν τη στάση τους απέναντί της. Οι πολιτικοί κρατούμενοι γίνονται τα αντικείμενα μιας διπλής άρνησης, τόσο από τη στρατηγική του κράτους που απαιτεί τις δηλώσεις μετανοίας και ασκεί απόλυτο έλεγχο πάνω τους μέσα από τις θανατικές ποινές όσο και από την πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος, που μεταμορφώνει το μετανοημένο στον Αλλο της κομματικής ηθικής. Η διπλή αυτή άρνηση βιώνεται από τους κρατουμένους ως αυτο-άρνηση, η οποία παίρνει διάφορες μορφές και συνυφαίνεται, σε υλικό και συμβολικό επίπεδο, με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους.

Τη διαπλοκή μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, τη συγκρότηση της, συλλογικής κυρίως, μνήμης και τους μετασχηματισμούς των οικογενειακών θεσμών αφορούν τα άρθρα της Μαντώς Δαλιάνη και του Μ. Mazower, όπου καταγράφονται πρωτότυπα ερωτήματα και συμπεράσματα γύρω από τις εμπειρίες των παιδιών που έζησαν με τις μητέρες τους-κρατούμενες σε φυλακές, της Τασούλας Βερβενιώτη και της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν. Η Βερβενιώτη διερευνά το μεταπολεμικό δίλημμα των γυναικών της Αντίστασης ανάμεσα στην πολιτική και την οικογένεια και συμπεραίνει τον οδυνηρό επανεγκλωβισμό τους στον ιδιωτικό χώρο. Ο επανεγκλωβισμός αφορά τόσο την κυρίαρχη εθνικοφροσύνη, η οποία είτε με την προπαγάνδα είτε με τη βία επιδίωκε την επαναφορά των γυναικών στα παραδοσιακά καθήκοντα, όσο και τις αντιφάσεις στη γραμμή του κομμουνιστικού κόμματος. Στο άρθρο αναδεικνύονται σοβαρά προβλήματα της προφορικής ιστορίας, όπως αυτό της διαμόρφωσης μιας ενοποιημένης και εξιδανικευμένης μνήμης και των ρωγμών που εμφανίζονται σε αυτήν υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Η διάλυση και η ανασύσταση της ορεινής κοινότητας του Ζιάκα Γρεβενών, καθώς και η ενεργητική διαδικασία θεώρησης του παρελθόντος και συγκρότησης της συλλογικής μνήμης είναι τα θέματα που πραγματεύεται το άρθρο της Μπουσχότεν, μια σημαντική συμβολή από την άποψη του τρόπου με τον οποίο η μεθοδολογία συνυφαίνεται με το πραγματολογικό υλικό. Το 1948 το 90% των κατοίκων του Ζιάκα εγκαταστάθηκαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, όπου η κοινότητα και οι οικογένειες διασπάστηκαν εκ νέου. Προκειμένου να κατανοήσει πώς οι άνθρωποι αντιμετώπισαν το χωρισμό, η συγγραφέας εστιάζει στη σημασία της κουλτούρας και αναζητά συλλογικές στάσεις και εκτιμήσεις, οι οποίες διαμορφώνονται προπολεμικά, γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας ανάλογα με τις νέες καμπές του βίου και απολήγουν σε αμυντικές στρατηγικές επιβίωσης και προσαρμογής. Προβαίνοντας σε οξυδερκείς παρατηρήσεις για τις διαστρωματώσεις της μνήμης και τα ιστοριογραφικά προβλήματα που εγείρουν, καταλήγει σε ορισμένα καίρια συμπεράσματα για τη μνήμη της κοινότητας στο παρόν. Σε αντίθεση με την «αποστειρωμένη ερμηνεία της πρόσφατης ιστορίας», η οποία συγκροτεί τον πυρήνα μιας δημόσιας συναίνεσης που αποσιωπά τις συγκρουσιακές διαστάσεις της Αντίστασης, για τους Ζιακιώτες το κοινωνικό μήνυμα του ΕΑΜ συνεχίζει να λειτουργεί ως κεντρικό σημείο αναφοράς και τροφοδοτεί τη συμφιλίωσή τους με το παρελθόν και μια πιο ισορροπημένη σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον.
Τοπικές διαστάσεις της Κατοχής και του Εμφυλίου, μολονότι από διαφορετικές οπτικές γωνίες, μελετούν τα άρθρα των Στάθη Καλύβα, Γιάννη Σακκά, Λη Σαράφη και Ξανθίππης Κοτζαγεώργη-Τάσου Χατζηαναστασίου. Ο Καλύβας μελετά την τρομοκρατία που ασκήθηκε από την Αριστερά κατά την περίοδο της Κατοχής στην περιοχή της Αργολίδας. Ως στόχο του θέτει την αμφισβήτηση της θέσης ότι η Αριστερά ήταν το κυρίως θύμα της βίας και, επομένως, την αποκατάσταση της αλήθειας, καθώς και τη συμβολή σε μια συγκριτική ανάλυση των χρήσεων της τρομοκρατίας. Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι για την πλειονότητα των βίαιων θανάτων που συνέβησαν στην Αργολίδα από το Σεπτέμβριο του 1943 έως το Σεπτέμβριο του 1944 ευθύνεται το ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ, το οποίο οργάνωσε την πρώτη συστηματική εκστρατεία δολοφονίας αμάχων στην προσπάθειά του να μονοπωλήσει τη συγκρότηση εξουσίας στην περιοχή. Μάλιστα σημειώνει ότι η συστηματική τρομοκρατία αποτελούσε μια κεντρικά σχεδιασμένη πολιτική την οποία με συνέπεια επιδίωξαν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ σε όλη την Ελλάδα. Η γενίκευση στην οποία προβαίνει ο συγγραφέας δεν υποστηρίζεται από το υλικό που εκθέτει. Εντάσσεται, ωστόσο, στη γενεαλογία της εμφύλιας σύγκρουσης, την οποία συγκροτεί η αφήγησή του. Σύμφωνα με αυτή, ο Εμφύλιος ξεκινά ήδη από την Κατοχή με την τρομοκρατική δράση τού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που προκαλεί τα αντίποινα των Γερμανών και εξωθεί ανθρώπους να συνεργαστούν μαζί τους. Η ερμηνεία ολόκληρης της δεκαετίας του 1940 ως μιας διαρκούς εμφύλιας σύγκρουσης είναι πολλαπλά προβληματική. Κατ' αρχάς παραπέμπει στο σχήμα των «τριών γύρων» (ορολογία την οποία χρησιμοποιεί και ο Mazower στον τόμο αυτόν), που η εθνικόφρων ιδεολογία είχε υιοθετήσει για την απόδοση ευθυνών στο ΚΚΕ και την τεκμηρίωση της εξύφανσης συνωμοσίας από μέρους του και το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και όχι εργαλείο ερμηνείας. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως η απουσία διάκρισης ανάμεσα στις δύο περιόδους υποβαθμίζει το κεντρικό πολιτικό ζήτημα -δηλαδή τη διεκδίκηση, από τη μια, και την υπεράσπιση, από την άλλη, της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής τάξης πραγμάτων-, στο έδαφος του οποίου επιμέρους αντιθέσεις μπορούν να εκδηλωθούν σε εμφύλιο πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κατοχή δεν συνδέεται με τον Εμφύλιο, αλλά ότι αποτελεί την προϋπόθεση μάλλον παρά την πρώτη φάση του. Δεν σημαίνει επίσης ότι όλες οι επιμέρους αντιθέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον παραδοσιακό αναγωγισμό στην κεντρική πολιτική. Αλλά ότι, ειδικά για περιόδους μαζικής πολιτικής κινητοποίησης και έντονης κοινωνικής πόλωσης, εκείνο που μας βοηθά να κατανοήσουμε είτε τη βία ως ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνική πρακτική είτε τα κίνητρα της πολιτικής δράσης είναι η διερεύνηση των όρων με τους οποίους τοπικές πρακτικές συναρθρώνονται με ευρύτερες ιδεολογικές αναφορές, πολιτικές συγκρούσεις και προγραμματικούς σχεδιασμούς. Στη μελέτη του Καλύβα υπάρχουν οι γενικές παραδοχές μιας τέτοιας λογικής, όχι όμως και οι πρακτικές εφαρμογές της. Για παράδειγμα, το συμπέρασμά του για τη σχέση που οι ντόπιοι ανέπτυσσαν με τους πολιτικούς οργανισμούς είναι ότι οι πρώτοι χειραγωγούσαν τους δεύτερους προκειμένου να κανονίσουν δικούς τους λογαριασμούς. Ετσι, όμως, εξαφανίζονται από τον ορίζοντα της ιστορικής κατανόησης το σύνθετο και το πολλαπλό του χαρακτήρα των κοινωνικών υποκειμένων και των πράξεών τους.

Εθνικό φαντασιακό και μειονοτική ταυτότητα αποτελούν τους άξονες των άρθρων της Αναστασίας Καρακασίδου και της Bea Lewkowicz. Η Καρακασίδου μελετά τους εθνικούς εορτασμούς στη Βόρεια Ελλάδα και εκθέτει λεπτομερώς τη συστηματική προσπάθεια του μεταπολεμικού κράτους για την εθνικοποίηση της πρόσφατης εμπειρίας του πολέμου, η οποία συντελείται μέσα από τα «θεάματα εθνικής ταυτότητας». Φτάνοντας μέχρι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία το 1992, αναδεικνύει πώς, αφενός, η έννοια της ενσωμάτωσης και, αφετέρου, ο ορισμός του έθνους σε σχέση με τους εχθρούς του συμβάλλουν τόσο στην ελαστικότητα όσο και στη δυναμικότητα των εθνικών εορτασμών. Η Lewkowicz επικεντρώνεται στη μνήμη τής άλλοτε ακμαίας εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Επισημαίνει ότι μία από τις στρατηγικές που ακολούθησαν οι Εβραίοι για να προσαρμοστούν στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη ήταν η δημιουργία μιας κοινότητας με χαμηλό δημόσιο προφίλ, το οποίο συμβάδισε με τη γενικότερη αποσιώπηση της εβραϊκής παρουσίας από τη δημόσια μνήμη της πόλης.

Η αξιόλογη αυτή συλλογή δοκιμίων μάς προσφέρει, ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις, έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα χάρτη της Ελλάδας στη δεκαετία του 1940 και σίγουρα αρκετά και προκλητικά ερωτήματα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 28/05/2004