ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Ή ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ;

αναδημοσίευση από: http://www.servianet.gr/articles.php?id=37

του Νίκου Χατζηδημητράκου

Πενήντα πέντε χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, που στις προηγούμενες δεκαετίες προσπάθησαν να καταστήσουν κυρίαρχη ιστορική άποψη τα «κομμουνιστικά κονσερβοκούτια» που «κατάσφαξαν τους αθώους εθνικόφρονες ταγματασφαλίτες», επανέρχονται με νέες προσπάθειες ιστορικής τεκμηρίωσης (βλέπε παραχάραξης), με το μανδύα μάλιστα κάποιων δυτικοθρεμμένων (σε αμερικάνικα, αγγλικά και γαλλικά πανεπιστήμια καθώς και κάτω από την υποστήριξη- οικονομική και δημοσιογραφική- του ιδρύματος SOROS) καθηγητών πανεπιστημίου.

Κοινός στόχος τους είναι- έτσι επαγγέλλονται- να ξαναγράψουν την σύγχρονη ιστορία μας. Στην ουσία, να παραχαράξουν την ιστορική αλήθεια. Να περιφρονήσουν τον ηρωικό, γεμάτο θυσίες, αγώνα του ελληνικού λαού. Να αποσιωπήσουν και να συκοφαντήσουν την απελευθερωτική δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και να ευλογήσουν τη δωσιλογική δράση των ελλήνων συνεργατών του κατακτητή. Να συγκαλύψουν τις ευθύνες των αγγλοαμερικάνων για τον εμφύλιο πόλεμο και να τις χρεώσουν στον πρωτεργάτη της αντιστασιακής εποποιίας, στο ΚΚΕ.

Η άθλια και αντιεπιστημονική προσπάθεια αυτή δεν είναι μια «ελληνική ιδιαιτερότητα». Ενταγμένη σε μια πανευρωπαϊκή κίνηση «αναθεώρησης της ιστορίας» και αποκατάστασης των δοσίλογων, άλλες φορές με ξεδιάντροπη ηρωοποίηση τους και άλλες με εξισωτική λογική για τη βία που χρησιμοποιήθηκε από την κάθε πλευρά, αναμασά στη χώρα μας επιχειρήματα που παραπέμπουν στις μεταεμφυλιακές δεκαετίες. Χρησιμοποιεί «έρευνες», δήθεν επιστημονικές, τοπικού χαρακτήρα, περιορισμένες σε «μαρτυρίες» της μίας πλευράς- εκείνης των δοσίλογων- τις περισσότερες φορές ανώνυμες ή στην καλύτερη περίπτωση ατόμων που φύγανε από τη ζωή. Αλήθεια, με βάση ποία επιστημονική δεοντολογία οι εν λόγω ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες στοιχειοθετούν την «έρευνά» τους; Πού βασίζουν την επαλήθευση των επιχειρημάτων τους, όταν η έλλειψη του λόγου της άλλης πλευράς και η παρατεταμένη ανωνυμία των συνεντεύξεων που επικαλούνται δημιουργεί, έτσι κι αλλιώς, αδυναμία επιστημονικού ελέγχου των διαπιστώσεων τους και υποψία πολιτικής σκοπιμότητας του όλου εγχειρήματος;

Στα πλαίσια αυτά, της παρακμής του ακαδημαϊκού λόγου, η τελευταία εκδοτική προσπάθεια των ελλήνων εκπροσώπων του «ιστορικού ρεβιζιονισμού» με τον τίτλο «Οι άλλοι καπετάνιοι» έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη λιθαράκι στο οικοδόμημα της παραχάραξης που επιχειρείται. Στο σύνολό του, το επιμελημένο από τον κ. Μαραντζίδη έργο, προσπαθεί να εντάξει τους βορειοελλαδίτες τοπικούς εκπροσώπους του δωσιλογισμού (Μιχάλαγα, Κισά Μπατζάκ, Αντών Τσαούς κ Σια) στο καθαρτήριο σχήμα των «πεπλανημένων παρθένων» που η όποια συνεργασία τους με τους γερμανούς, ιταλούς και βουλγάρους κατακτητές έγινε εξαιτίας της «αριστερής βίας» -τον όρο επινόησε ο γκουρού της ελληνικής «ιστορικής αναθεώρησης», συνεπώνυμος του κατοχικού υπουργού εργασίας κ. Καλύβας. Τα σαθρά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν την όλη προσπάθεια δεν ξεφεύγουν από την «επιστημονική μεθοδολογία» των ανώνυμων συνεντεύξεων, των πρακτικών από τα στημένα δικαστήρια σε βάρος αγωνιστών της εθνικής αντίστασης που στήθηκαν στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου και της μεροληπτικής καταμέτρησης πτωμάτων- πάντα φυσικά από την πλευρά των δοσίλογων. Ούτε λόγος φυσικά για την ηθική πλευρά του ζητήματος. Ούτε κουβέντα για την έννοια του πατριωτισμού και την στάση της κάθε πλευράς την περίοδο της κατοχής. Αυτά για τους «μεταμοντέρνους ιστορικούς» του εμφυλίου πολέμου είναι ψηλά γράμματα. Γι’ αυτούς το 1943 δεν είχαμε κατοχή, τότε απλώς άρχιζε ο εμφύλιος και ο εξοπλισμός των «άλλων καπεταναίων» από τους γερμανούς ήταν μια απλή λεπτομέρεια στην προσπάθειά τους να «προστατέψουν τα χωριά τους και τις περιουσίες τους από τους κομμουνιστές αντάρτες» ή να «αποφύγουν την βίαια επιστράτευσή τους στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εκδηλώνοντας έτσι τον παραδοσιακό αντικομουνισμό τους». Φυσικό επόμενο των παραπάνω είναι η παρουσίαση των εαμικών δυνάμεων με τα εμφυλιοπολεμικά κακέκτυπα των «αιμοσταγών δολοφόνων», των «πρακτόρων της Μόσχας και των σλάβων» κ. ά.

1)Καπνόπουλος, 2)Μιχάλαγας, 3)Κισά Μπατζάκ, 4) Δαδούλης

καμαρωτοί φωτογραφίζονται με ποιους άλλους, με τους γερμανούς συνεργάτες τους.

Με τη χαρακτηριστική αμετροέπεια και παραχάραξη που διακρίνει όλο το εγχείρημα των «άλλων καπεταναίων», αντιμετωπίζει ο κ. Καλλιανιώτης την ιστοριογραφική «αποκατάσταση» των δοσίλογων της περιοχής μας. Έχοντας υπ’ όψιν του όλα εκείνα τα στοιχεία- όπως οι φωτογραφίες που δημοσιεύουμε- που καθιστούν τους δοσίλογους της περιοχής μας υπόλογους απέναντι στην ιστορία και εκείνους που τους αποκατάστησαν μετά την κατοχή συνυπεύθυνους στην εθνική μειοδοσία που συντελέστηκε, τα προσπερνά με χαρακτηριστική αδιαφορία, εντάσσοντας τα στην λογική της «αναγκαστικής προσαρμογής» απέναντι στον κύριο εχθρό, που δεν ήταν άλλος από την «εαμική βία» και την «κομμουνιστική συνομωσία» που επιχειρήθηκε στο όνομα της εθνικής αντίστασης.

Η προσπάθεια που γίνεται, από τον κ. Καλλιανιώτη, για την ηθική αποκάθαρση του Μιχάλαγα και των υπόλοιπων δοσίλογων έχει διττό χαρακτήρα. Είναι κοινό χαρακτηριστικό άλλωστε όλων των εκπροσώπων του «αναθεωρητισμού». Από τη μία να παρουσιαστεί η συνεργασία με τον κατακτητή σαν ένα «αναγκαίο αμάρτημα» ανθρώπων που τους διέκρινε μια ιδιόμορφη πολιτισμικά αντίληψη του εθνικού χρέους!!! Από την άλλη να φανεί η δράση των εαμικών δυνάμεων στη Δυτική Μακεδονία σαν μια αντίδραση βίαια στρατολογημένων και κατσικοκλεφτών που άλλοι από αγνές προθέσεις παρασυρμένοι και άλλοι από ιδιοτέλεια προσωπική οργάνωσαν ένα κίνημα αντίστασης που όχι μόνο δεν είχε νόημα και δεν έκανε μεγάλο κακό στον κατακτητή, αλλά και χρησιμοποιήθηκε για να καταπιέσει και να πλιατσικολογήσει σε βάρος εκείνου του τμήματος του πληθυσμού που κοιτούσε τη δουλειά του και ήθελε την ησυχία του, αναγκάζοντάς το τελικά να συμμαχήσει και να εξοπλιστεί από τον κατακτητή για λόγους ασφαλείας.

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι το λιγότερο έωλα. Η δολοφονική δράση του Μιχάλαγα και του ΕΕΣ όχι μόνο έμειναν αποτυπωμένες στη μνήμη των ανθρώπων που τις ζήσανε αλλά είναι ομολογημένες ακόμη και από στελέχη της ΠΑΟ, που σίγουρα μόνο για φιλοκομμουνιστική άποψη δεν μπορούν να κατηγορηθούν. Είναι αποτυπωμένη στη δολοφονία στελεχών του ΚΚΕ (στα Ίμερα) και της εθνικής αντίστασης αλλά και σε ανάλογες πράξεις σε βάρος Άγγλων και συντηρητικών πολιτών που καμία σχέση δεν είχαν με το ΚΚΕ. Η ελεύθερη δράση τους σε βάρος της αντίστασης και υπέρ των γερμανών είναι γνωστή, όχι μόνο στα χωριά που υποτίθεται πως ήθελαν να προστατέψουν αλλά και μέσα στην Κοζάνη που διατηρούσαν γραφεία και φορολογούσαν το λαό. Να ποιοι ήταν οι πλιατσικολόγοι και οι μαυραγορίτες της κατοχής.

Γνωστά είναι στο λαό της περιοχής μας, και σίγουρα και στον κ. Καλλιανιώτη που κάνει μια απλή αναφορά στο εν λόγω πόνημά του οι φιλοχιτλερικές ομιλίες του Μιχάλαγα και η σπουδή του να στείλει μαζί με τους «άλλους καπεταναίους» συγχαρητήριο μήνυμα στον Φύρερ για την αποφυγή της δολοφονίας του. Γνωστό είναι το ταξίδι του στη Βιέννη, προσκεκλημένος μαζί με άλλους αστέρες του δωσιλογισμού από τους κατακτητές και οι καμαρωτές φωτογραφίσεις του και τα γεύματα μαζί τους.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία όμως είναι απλώς «αποτελέσματα του αναγκαστικού συμβιβασμού που επέβαλλε το πρωταρχικό καθήκον αντιμετώπισης του κομμουνιστικού κινδύνου». Ηθικές διαστάσεις στη δράση των δοσίλογων δεν πρέπει να αναζητούνται σύμφωνα με τον κ. Καλλιανιώτη και τους υπόλοιπους συγγραφείς του βιβλίου. Είναι μια περιττή πολυτέλεια στην «εθνοτοπική αναθεώρηση» που επιχειρούν. Και φυσικά σύμφωνα με τους συγγραφείς, όλοι εκείνοι που αντιστάθηκαν στον κατακτητή απλά κυνηγούσαν χίμαιρες παρασυρμένοι από μια σέχτα συνωμοτών του ΚΚΕ και διάφορων τυχοδιωκτών που απλώς βρήκαν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν παλιούς προσωπικούς λογαριασμούς ή να επωφεληθούν για λόγους επιβίωσης και μελλοντικών μωροφιλοδοξιών.

Η αντιφατική πολιτική που εξυπηρετεί η συγγραφή και η έκδοση αυτού του βιβλίου δεν είναι άλλη από την κυρίαρχη αντίληψη που επιθυμεί την ακροδεξιά στροφή στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Η θεωρητική εξίσωση φασισμού- κομμουνισμού που επαγγέλλεται στην κατά καιρούς αρθρογραφία της η ομάδα αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από μια υπεκφυγή απέναντι στον επιστημονικό έλεγχο και τον πολιτικό διάλογο.

Το βιβλίο που εκδόθηκε εκφράζει την παραπάνω αντίφαση με τον καλύτερο τρόπο. Η προσπάθεια, σε συνέχεια προηγούμενων εκδόσεων και άρθρων, να θεμελιωθεί μια ερμηνευτική της ιστορίας, δανειζόμενη ότι πιο άθλιο έχει να επιδείξει η ακροδεξιά , που στοχεύει στην απομυθοποίηση δήθεν της ιστορικής μνήμης του λαού μας, οδηγεί ηθελημένα τους συγγραφείς του στην ιδεολογική απολογία του νεοφασισμού. Όσο κι αν η «αστυνομική αφέλεια» των συγγραφέων στην προσπάθεια τους να δομήσουν μια-υποτίθεται- νέα μεθοδολογία επιστημονικής διερεύνησης της ιστορίας, φαίνεται απλά σαν μια ερασιτεχνικού τύπου αποτυχία των επιδιώξεών τους, η τελική πολιτική τους αφέλεια μόνο ακίνδυνη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Η στρατιωτικού τύπου λαγνεία της βίας, που όταν προέρχεται από τους κομμουνιστές ενάντια στους κατακτητές και στους δωσίλογους καταγγέλλεται ενώ όταν πρόκειται για εκείνη των δωσίλογων γίνεται πεδίο κοινωνιολογικής έρευνας και πολιτικής αποκάθαρσης, είναι το εξωτερικό περίβλημα του αυγού του φιδιού. Η συγκαλυμμένη αποκάθαρση του φασισμού, κάτι που πολλοί κύκλοι και της σημερινής δεξιάς ακόμη θέλουν να αποβάλουν, είναι το τελικό «επιστημονικό» επίτευγμα των συγγραφέων.

Η επανάληψη των εμφυλιοπολεμικών επιχειρημάτων από τους συγγραφείς του βιβλίου «Οι άλλοι καπετάνιοι» είναι για τους ίδιους μια ακροβασία επιστημονικής κατάπτωσης, ακόμη κι αν ανοίγει δρόμους λαμπρούς για καριέρες έμμισθων απολογητών της νέας τάξης πραγμάτων. Έτσι κι αλλιώς στη συνείδηση του ελληνικού λαού, πέρα από τις όποιες πολιτικές διαφορές, ο δωσιλογισμός ήταν και είναι κατάπτυστος. Έτσι κι αλλιώς η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης είναι χαραγμένη στη συνείδησή του με τις πιο λαμπρές παραδώσεις. Ο κύκλος φάνηκε να κλείνει με την ψήφιση του ν. 1285/82 που επίσημα αναγνώρισε το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την Εθνική Αλληλεγγύη και την ΕΠΟΝ σαν οργανώσεις και κύριο κορμό της Εθνικής Αντίστασης. Με τον ίδιο νόμο καταργήθηκαν οι χουντικές διατάξεις που αναγνώριζαν τους ταγματασφαλίτες σαν «αντιστασιακούς».

Όλα τα πιο πάνω φαίνεται ότι ξέχασε η νομαρχία Κοζάνης (με νομάρχη ΠΑΣΟΚ) που συμμετέχει στην παρουσίαση ενός έργου που αμφισβητεί την κοινή συνείδηση του λαού μας.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΠΑΡΑΠΟΙΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ. ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΝ ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΛΑΟ

Το κείμενο μοιράστηκε στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου που έγινε στην Κοζάνη.