ΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

πρόλογος στο συλλογικό τόμο: Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΥΣΗΣ . Η ΔΕΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '40 ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΕΠΙΜ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ -ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ, ΕΣΤΙΑ, ΑΘΗΝΑ, 2008

αναδημοσίευση από: http://civil-wars.org/images/Files/Marantzidis-Antoniou_Eisagogi.pdf

Νίκος Μαραντζίδης-Γιώργος Αντωνίου

Ι

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό από τον πρώτο, υπήρξε σημαντικός όχι μόνο για τα εκατομμύρια των νεκρών, τις αναρίθμητες υλικές καταστροφές, τις εντυπωσιακές γεωπολιτικές μεταβολές αλλά και γιατί τα γεγονότα και η μνήμη της περιόδου επηρέασαν καθοριστικά τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις. Παρατηρώντας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες που αφιερώθηκαν στα χρόνια αυτά, μπορούμε πραγματικά να συμπεράνουμε πως η περίοδος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου είναι ένα παρελθόν που φαίνεται να έχει αρκετό μέλλον[1].

Η δημόσια συζήτηση για την ιστορία έγινε κατ’ επέκταση μέρος του

πολιτικού συστήματος. Η δεκαετία του ’40 υπήρξε κατεξοχήν το πεδίο όπου η δημόσια χρήση της ιστορίας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις: κράτος, κόμματα, θεσμοί κινητοποιήθηκαν προκειμένου να παράγουν ιστοριογραφικούς λόγους (discourses)με πρόθεση να υποστηρίξουν άλλους σκοπούς και άλλα είδη λόγων[2]. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός πως από τον πόλεμο αυτό αναδείχτηκαν νέες πολιτικές δυνάμεις, εξαφανίστηκαν ή συρρικνώθηκαν δραματικά κάποιες από τις παλιές και τελικά άλλαξε ο πολιτικός χάρτης των Ευρωπαϊκών χωρών.

Η Ελλάδα αποτελεί ένα γεωγραφικό χώρο όπου οι μεταπολεμικές συμπεριφορές καθορίστηκαν πολύ νωρίς, σαφώς νωρίτερα από την εξαγγελία του δόγματος Τρούμαν, από την κουλτούρα του ψυχρού πολέμου[3]· όμως, αντίθετα από αυτό που πιστεύει το ελληνικό ευρύ κοινό, όχι μόνο η Ελλάδα, η οποία βίωσε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (1943-1949), αλλά και ολόκληρη η Ευρωπαϊκή ήπειρος σπαράχτηκαν από εσωτερικές αντιθέσεις που αφορούσαν τις αιτίες, τον χαρακτήρα του πολέμου καθώς και τη φυσιογνωμία των δυνάμεων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα.

Στις περισσότερες δυτικές χώρες, για παράδειγμα, ασθενή κομμουνιστικά κόμματα κατά τον μεσοπόλεμο, εξελίχθηκαν σε πολιτικούς πρωταγωνιστές πρώτου μεγέθους και συμμετείχαν σε κυβερνήσεις Εθνικής Ενότητας ήδη πριν το τέλος του πολέμου ή αμέσως μετά τη λήξη του, λόγω της συμμετοχής τους στην Αντίσταση και της αίγλης που απέκτησε η ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σε αυτό το ζήτημα, η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια τα στελέχη του ΚΚΕ μετακόμισαν από τις φυλακές της Κέρκυρας και την Ακροναυπλία στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου χάρη στην ισχύ που έδωσαν στο κόμμα οι καπετάνιοι του στα χρόνια της κατοχής. Η βασική διαφορά της ελληνικής περίπτωσης βρίσκεται στη σημασία που απόκτησαν μεταπολεμικά γεγονότα (Δεκεμβριανά, Βάρκιζα, αποχή του ΚΚΕ από τις εκλογές του 1946, Δημοψήφισμα, εμφύλιος πόλεμος). Γενικότερα, ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, καθώς συνέβαλε σε πρώτη φάση στη συγκρότηση της εθνικόφρονης παράταξης, της εμφάνισης νέων πολιτικών δυνάμεων (ΕΠΕΚ, Ελληνικός Συναγερμός) και της σε σημαντικό βαθμό υπέρβασης της μεσοπολεμικής αντίθεσης βενιζελικών/ αντιβενιζελικών[4].

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί τα

ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα στο σύνολο τους, και μερικά από αυτά ακόμη εντονότερα, ενδιαφέρθηκαν να κυριαρχήσει η δική τους οπτική γωνία για το παρελθόν, το δικό τους βίωμα και οι δικές τους μνήμες. Η σύγκρουση για τη δημόσια μνήμη καταγράφηκε σε κάθε θεσμικό πλαίσιο. Από τη νομοθεσία μέχρι τα σχολικά εγχειρίδια και τις δημόσιες τελετουργίες οι πολιτικές δυνάμεις έδωσαν το αγώνα τους προκειμένου να καταγράψουν τη μνήμη τους στον επίσημο εθνικό κορμό.Ταυτόχρονα, συλλογικά και ατομικά υποκείμενα και οντότητες έδιναν τη δική τους, από τα κάτω, μάχη για να καθιερωθούν και οι δικές τους αναμνήσεις ως ισότιμες και εξίσου σημαντικές με τις κυρίαρχες στο δημόσιο λόγο.

ΙΙ

Από αρκετούς ερευνητές έχει διατυπωθεί η έκφραση πως η μνήμη του

δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είναι μια θρυμματισμένη, κατακερματισμένη μνήμη εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή αντανακλά διαφορετικές θέσεις κοινωνικής ιεραρχίας, διαφορετικές γεωγραφίες και διαφορετική συμμετοχή στα γεγονότα[5].

Άλλωστε οι ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν ένα περίπλοκο πλέγμα χωρών με βάση τη στάση και την τύχη τους κατά την περίοδο αυτή. Οι χώρες του Άξονα που κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, κάποιες από τις οποίες πέρασαν ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου στο συμμαχικό στρατόπεδο, χώρες που βίωσαν την σκληρή πραγματικότητα της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα (άλλες προβάλοντας ισχυρή αντίσταση και άλλες αποδεχόμενες αδιαμαρτύρητα τη ναζιστική τάξη πραγμάτων), χώρες που κατακτήθηκαν εναλλάξ από τους Ναζί και τους Σοβιετικούς, χώρες που παρέμειναν ουδέτερες ή που δεν κατακτήθηκαν ποτέ, όπως η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση. Την ίδια, όμως, στιγμή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μνήμη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ταυτότητας και μετέπειτα ενότητας, όπως τουλάχιστον εννοούνταν στη δυτική πλευρά του ευρωπαϊκού u963 συνόρου που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Συνεπώς, σε όλα τα κράτη διαμορφώθηκε μια κυρίαρχη αφήγηση των δραματικών γεγονότων της δεκαετίας του ’40, μια «κυρίαρχη μνήμη». Ως κυρίαρχη μνήμη αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια μνήμη έτσι όπως αναπαρίσταται στα μέσα επικοινωνίας. Πρόκειται για τη μνήμη που διαθέτει τα περισσότερα, αποτελεσματικότερα και ισχυρότερα μέσα διάδοσης στη δημόσια σφαίρα[6].

Η πολυαναμενόμενη, συνεπώς, αλλά και εξαιρετικά επισφαλής ειρήνη του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κόσμου βασίστηκε στην επαναδιαπραγμάτευση και εργαλειοποίηση των κρατικών, συλλογικών και ατομικών εμπειριών και μνημών του πολέμου. Έτσι, η δυτική εκδοχή της διαιρεμένης Γερμανίας όφειλε να μεταμορφωθεί σχεδόν εν μία νυκτί από τον απόλυτο εχθρό σε ένα πολύτιμο σύμμαχο, όπως άλλωστε και η καθημαγμένη, αλλά εξίσου πολύτιμη για τα αμερικανικά σχέδια στην Ασία, Ιαπωνία. Αντίθετα, η μεγάλος σύμμαχος εξ Ανατολών, η Σοβιετική Ένωση μέσα σε ελάχιστους μήνες αντιπροσώπευε πλέον το νέο και εξίσου (;) επικίνδυνο αντίπαλο.

Ασφαλώς το κυρίαρχο σχήμα που ένωνε τόσο το δυτικό όσο και το ανατολικό μπλοκ ήταν αυτό της παλλαϊκής αντίστασης στις δυνάμεις του Άξονα. Ο μεταπολεμικός ‘μύθος’ της δημοφιλούς και κυρίαρχης αντίστασης επικράτησε σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιταλία και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ταυτότητας, ως ένα κοινό γνώρισμα των ευρωπαίων πολιτών. Αργότερα, η ανάδυση της έννοιας της θυματοποίησης, επέτρεψε σε ομάδες πίεσης όπως οι βετεράνοι του πολέμου οι συγγενείς των θυμάτων και πάνω απ’ όλα οι επιζώντες του ολοκαυτώματος- ή σωστότερα οι εκπρόσωποί τους- να απαιτήσουν την αναγνώριση και αποζημίωση των θυσιών τους στη δημόσια σφαίρα. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ενοποίηση, σε αντίθεση με τα χρόνια του πολέμου, λάμβανε χώρα ειρηνικά και δημοκρατικά χάρη στις θυσίες ακριβώς αυτών των ομάδων (και, βεβαίως, αρκετών άλλων οι οποίες παρέμεναν χωρίς δημόσια έκφραση). Η συμβολική διαβεβαίωση ότι τα γεγονότα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου δεν πρέπει να επαναληφθούν ποτέ στο μέλλον αποτέλεσε μια από τις σταθερές της ευρωπαϊκής σύγκλισης σε ολόκληρο το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, είτε αναφερόμαστε στα δημοκρατικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης, είτε στα κομμουνιστικά καθεστώτα που προέκυψαν από την επέλαση του κόκκινου στρατού στην Ανατολική Ευρώπη, τα τραύματα που προκάλεσε ο πόλεμος επιχειρήθηκε να επουλωθούν στη βάση της αφήγησης των γεγονότων από την πλευρά των νικητών[7]. Κατά συνέπεια, η εξέλιξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και οι διεργασίες που επακολούθησαν στο εσωτερικό των

κρατών, κατά κάποιο τρόπο, στέρησαν από τους ηττημένους τις μνήμες τους, απονομιμοποίησαν ή και απαγόρεψαν τη δημόσια προβολή αυτών των μνημών[8].

Επιπλέον η επίκληση του κόστους του πολέμου έγινε αποκλειστικά στη βάση των θυμάτων της κάθε πλευράς και χώρας. Με την εξαίρεση της Γερμανίας, η οποία για πολύ καιρό μπορούσε να επικαλείται και να τιμά όλα τα θύματα του πολέμου εκτός από τα δικά της, όλες οι άλλες χώρες εστίασαν την προσοχή τους στις εσωτερικές

τους απώλειες, κατατμήτοντας έτσι με αυτόν τον τρόπο τη σύγκρουση σε πολλές παράλληλες μικρότερες συγκρούσεις και πολέμους.

Ο κυρίαρχος ιστορικός μεταπολεμικός λόγος για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αντανακλά, λοιπόν, το χαρακτήρα των μεταπολεμικών συστημάτων, τις ανάγκες νομιμοποίησης τους στην μεταπολεμική πραγματικότητα, και τους εσωτερικούς συσχετισμούς δύναμης[9]. Ιδιαίτερα μάλιστα, εκεί όπου υπήρχε η ανάγκη να ενισχυθεί η συνοχή της κοινωνίας, να αποκατασταθεί η αξιοπιστία του κράτους

και να σταθεροποιηθεί ένα νέο πολιτικό σύστημα μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς τότε ο ρόλος της δημόσιας ιστορίας αναδείχτηκε κομβικός (στα ολοκληρωτικά καθεστώτα ο μηχανισμός της προπαγάνδας υπήρξε αναμφίβολα περισσότερο αποτελεσματικός καθώς είχε το απόλυτο μονοπώλιο της ιστορικής γνώσης και της αναπαραγωγής της)[10]. Στην πραγματικότητα, στις δυτικές χώρες η κυρίαρχη και πολλές φορές επίσημη, ιστορική αφήγηση επιχείρησε να πετύχει δύο πράγματα: να λειτουργήσει υπέρ της εθνικής ενότητας που είχε διαρραγεί κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου λόγω των έντονων κοινωνικο-πολιτικών συγκρούσεων και της επιβολής σε αρκετές περιπτώσεις αυταρχικών καθεστώτων και δεύτερον να νομιμοποιήσει τη σύνδεση ανάμεσα στη Δημοκρατία και τα Κομμουνιστικά Κόμματα, σύνδεση που δεν ήταν διόλου αυτονόητη και που είχε αμφισβητηθεί έντονα στην προ του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου περίοδο[11]. Στην Ανατολική Ευρώπη η επίσημη μνήμη έπρεπε να «ξαναγράψει» την Ιστορία για να προσπαθήσει να θυματοποιήσει το έθνος και να το «ξεπλύνει» από αμαρτίες κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία, κ.α.), να ενισχύσει την τραυματισμένη ενότητά του (Γιουγκοσλαβία), να αποκρύψει δυσάρεστες όψεις (Πολωνία, Ουκρανία) και τέλος να κατασκευάσει σχεδόν εκ του μηδενός ένα ηρωικό παρελθόν (Τσεχοσλοβακία). Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, έπρεπε να βρεθούν νέες ισορροπίες.

Εντέλει, η μεταπολεμική συλλογική μνήμη διαμόρφωσε δύο βασικά σύνολα: την κυρίαρχη μνήμη των νικητών γεμάτη μύθους, σιωπές και ασυνέχειες, και την υποτελή, λογοκριμένη και αυτολογοκριμένη μνήμη των ηττημένων.

Στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, οι ηττημένοι του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου συγκροτούν ένα τεράστιο και εντελώς ανομοιογενές σύνολο που μπορούμε να το χωρίσουμε σε τέσσερις γενικές κατηγορίες: στην πρώτη κατηγορία υπάγονται οι αρνητικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας, οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές και οι Ιταλοί Φασίστες του Σαλό. Τη δεύτερη κατηγορία συγκροτούν οι σύμμαχοι όπως ο Horthy στην Ουγγαρία, ο Boris στη Βουλγαρία και τα καθεστώτα συνεργασίας όπως αυτό του Quisling στη Νορβηγία, το Vichy στη Γαλλία, ο Τσολάκογλου και ο Ράλλης στην Ελλάδα. Η τρίτη κατηγορία ηττημένων αποτελείται από εθνικιστές αυτονομιστές που είδαν τη νέα τάξη του Ράιχ ως ευκαιρία για την προώθηση των δικών τους θέσεων.

Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι εθνικιστές αυτονομιστές των Βαλτικών κρατών, της Σλοβακίας και της Κροατίας και οι διάφορες ενεργές μειονότητες όπως οι Σουδήτες της Τσεχοσλοβακίας, οι Τσάμηδες της Ελλάδας κ.α.. Την τελευταία κατηγορία ηττημένων συγκροτούν αντιστασιακές οργανώσεις με σαφή πολιτικά σχέδια που ενεπλάκησαν σε εσωτερικούς συγκρούσεις ή εξοντώθηκαν από την εισβολή του κόκκινου στρατού. Οι περισσότερες από αυτές είναι εθνικιστικής απόχρωσης αντιστασιακές οργανώσεις της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων όπως οι Σέρβοι αντάρτες του Μιχαϊλοβιτς και η πολωνική αντίσταση, ενώ η Αριστερά εκπροσωπείται σε αυτή την κατηγορία των ηττημένων από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ.

Με άλλα λόγια, αν ο παγκόσμιος πόλεμος που διαιρεί την Ευρώπη ανάμεσα στις δυνάμεις του άξονα και στους αντιπάλους τους συνιστά τη βάση για να κατανοήσουμε το γενικό πλαίσιο, δεν πρέπει να παραλείψουμε να επισημάνουμε πως οι διαφορετικές εμπειρίες που συνδέονται με την ιδιαίτερη επίδραση του πολέμου στο εσωτερικό του κάθε κράτους και τις εσωτερικές δυναμικές που αναπτύχθηκαν συνδιαμόρφωσαν τους όρους για την επιβολή ενός τύπου επίσημης μνήμης στα πλαίσια της κάθε χώρας. Για να το κατανοήσει κανείς αυτό καλύτερα δεν έχει παρά να δει πόσο διαφορετικές υπήρξαν οι επίσημες μνήμες του πολέμου στα δύο κράτη με το ίδιο έθνος και το ίδιο βίωμα του πολέμου: την Ομοσπονδιακή Γερμανία και την Λαοκρατική Γερμανία[12]. Υπό το παραπάνω πρίσμα, γίνεται ευκολότερα αντιληπτό γιατί στο μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος οι νικητές του εμφυλίου επέβαλαν τη μνήμη τους στο δημόσιο χώρο. Το αντίθετο θα ήταν το παράδοξο, ειδικά μετά τη λήξη ενός αιματηρού εμφυλίου, στα πλαίσια μάλιστα του Ψυχρού Πολέμου.

Αυτή η επιβολή της μνήμης των νικητών και η συνακόλουθη απονομιμοποίηση της μνήμης των ηττημένων στο δημόσιο λόγο συνδέεται άρρηκτα με προσπάθειες αναθεώρησης της επίσημης ιστορίας και της συλλογικής/ εθνικής μνήμης από την πλευρά των ηττημένων, καθώς, όπως σημειώνει ο Γάλλος ιστορικός Henry Rousso: είναι σύμφυτο για τους ηττημένους της Ιστορίας να είναι αναγκασμένοι να αναθεωρούν προκειμένου να νομιμοποιήσουν το παρελθόν τους και να επιβιώσουν πολιτικά[13]. Στους ηττημένους του ελληνικού εμφυλίου πολέμου για παράδειγμα, χρειάστηκε περίπου μια δεκαετία για να επιχειρήσουν μια συστηματική προσπάθεια αναθεώρησης της κυρίαρχης εικόνας της περιόδου της κατοχής μέσω της έκδοσης εντύπων και βιβλίων.

ΙΙΙ

Άλλοτε πάλι, πρωταγωνιστές στη σύγκρουση για τη μνήμη υπήρξαν οι ίδιοι οι ιστορικοί. Μελετώντας το παρελθόν και θέτοντας ερωτήματα στο παρόν, οι συγκρούσεις της ιστοριογραφίας αποτέλεσαν μέρος της συλλογικής μνήμης.

Στη Γερμανία του 1950-1960, για παράδειγμα, η ιστοριογραφία προσπάθησε να συμβάλει στην αυτοσυνειδησία της κοινωνίας ασχολούμενη κυρίως με την προσπάθεια να απαντήσει στο ερώτημα «πως κατάφεραν οι εθνικοσοσιαλιστές να κατακτήσουν την εξουσία;»[14]. Αρκετά χρόνια αργότερα, η πρόθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να ιδρύσει ένα μουσείο γερμανικής ιστορίας που οι διανοούμενοι της Αριστεράς καταδίκασαν σαν προσπάθεια να εμφανιστεί η γερμανική ιστορία ως κάτι το «κανονικό» μαζί με ένα άρθρο του ιστορικού Ernst Nolte με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ένα παρελθόν που δεν θέλει να παρέλθει» σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας της χώρας (στις 6 Ιουνίου 1986), πυροδότησαν μια διένεξη που έμεινε γνωστή ως διαμάχη των ιστορικών (Historikerstreit). Κατά τη διάρκεια αυτής της διετίας 1986-1988, της «διαμάχης των ιστορικών», δημοσιεύτηκαν περίπου 1200 άρθρα και μερικές δεκάδες βιβλία[15]. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση αυτή υπήρξε κάτι πολύ πέρα από διαμάχη των ιστορικών, όχι μόνο γιατί η αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε σε επιστημονικά επιχειρήματα αλλά συνοδεύτηκε από ύβρεις κάθε είδους ακόμη και βίαιες επιθέσεις και προπηλακισμούς[16], αλλά γιατί ενέπλεξε πολλά και διαφορετικά θέματα. Όπως σημειώνει ο Stephen Brockmann, ο καυγάς αυτός αποτέλεσε ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα για τους Γερμανούς ιστορικούς· ευλογία γιατί το αναγνωστικό κοινό έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την Ιστορία και την ανταλλαγή των απόψεων των ιστορικών και κατάρα γιατί το περιεχόμενο της συζήτησης δεν περιορίστηκε σε μια επιστημονική αντιπαράθεση με αντικείμενο ερμηνευτικά προβλήματα για τις αιτίες

ανόδου του Ναζισμού, τη φυσιογνωμία του φαινομένου και το δόκιμο της σύγκρισης Φασισμού- Κομμουνισμού αλλά στην ουσία επεκτάθηκε σε θέματα που αφορούσαν την πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Ομοσπονδιακής Γερμανίας[17]. Η διαμάχη έλαβε φαινομενικά τέλος, το φθινόπωρο του 1988, με την παρέμβαση του ιδίου του προέδρου της Γερμανικής Δημοκρατίας σε συνέδριο των Γερμανών ιστορικών.

Οδυνηρή, γεμάτη πάθη και αντιθέσεις, αποδείχτηκε και στη Γαλλία, η

συζήτηση για την ίδια περίοδο, αν και εκεί το ευρύ κοινό μυήθηκε αρχικά στα προβλήματα και τα ταμπού του παρελθόντος όχι τόσο από την ιστοριογραφία όσο από το κινηματογράφο. Ειδικά η ταινία του Ophuls, Le Chagrin et la Pitié, που βγήκε στους κινηματογράφους το 1971, υπήρξε σταθμός όσον αφορά στη ματιά των Γάλλων στο παρελθόν τους. Η ταινία αυτή υπήρξε ορόσημο και για την επιλογή της

κατοχής από τους Γάλλους κινηματογραφιστές ως θέμα στις ταινίες τους. Ανάμεσα μόνο στα χρόνια 1974-1978 παίχτηκαν στους κινηματογράφους 45 ταινίες εμπνευσμένες από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο[18].

Η βιβλιογραφία της γαλλικής αντίστασης, υπήρξε πάντως ιδιαιτέρως

παραγωγική. Συνολικά μέχρι τις αρχές του 2001, καταγράφηκαν 11.600 δημοσιεύσεις για την περίοδο 1939-1945, από τις οποίες 3250 αναφέρονται στην Αντίσταση στο εσωτερικό της χώρας και 1070 αναφέρονται στην γαλλική Αντίσταση εκτός γαλλικού εδάφους. Με άλλα λόγια περίπου μία στις τρεις δημοσιεύσεις σχετίζεται με την Αντίσταση, τη φυσιογνωμία των οργανώσεων και τη δράση σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, τις εσωτερικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς[19]. Η εξέλιξη αυτής της βιβλιογραφίας δεν είναι γραμμική. Την πρώτη φάση που χαρακτηρίζεται από την έξαρση της βιβλιοπαραγωγής (1944-1951), ακολουθεί μια ύφεση (1952-1963) και

στη συνέχεια (1964-1975) έρχεται μια νέα φάση ανάπτυξης που βασίζεται στην έκδοση μαρτυριών και αυτοβιογραφιών. Οι δύο δεκαετίες που ακολουθούν θα σηματοδοτήσουν την εμφάνιση νέων ερευνών, στηριγμένων σε μια νεότερη γενιά ερευνητών αναμφίβολα διαμορφωμένη από το αξιακό u954 κλίμα του Μάη του ’68. Το μεγάλο θέμα ταμπού, πάντως, για την ιστοριογραφία της περιόδου υπήρξε

αναμφίβολα η φυσιογνωμία του καθεστώτος του Vichy· ήδη από τη δεκαετία του 1960, ο Αμερικανός ιστορικός Robert Paxton, περιέγραψε, στην εισαγωγή του βιβλίου του, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην αρχή προκειμένου να ερευνήσει το φαινόμενο αυτό[20].

Τα θέματα ταμπού όμως δεν περιορίστηκαν μόνο στο καθεστώς Πεταίν. Η ισχυρή παρουσία του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος στη μεταπολεμική γαλλική πολιτική ζωή είχε ως συνέπεια τη μυθοποίηση μιας σειράς πτυχών της δράσης του. Χρειάστηκε για παράδειγμα, η εργασία του Philippe Buton, το 1993, προκειμένου να

αποσαφηνιστεί, πως το Γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα προετοιμάστηκε για μια δυναμική διεκδίκηση της εξουσίας στα τέλη της κατοχής και πως η αποδοχή της κοινοβουλευτικής νομιμότητας αντιμετωπίστηκε από το ίδιο όπως και από τους συντρόφους στις ανατολικές χώρες ως ήττα της στρατηγικής του και όχι ως σοφή επιλογή όπως καθιερώθηκε να θεωρείται εκ των υστέρων. Πολύ πρόσφατα μάλιστα είδε το φως εργασία γύρω από τους μηχανισμούς εξόντωσης των αντιφρονούντων

που συγκρότησε το ΓΚΚ, το αντίστοιχο της ελληνικής ΟΠΛΑ, δηλαδή[21].

Στην Ιταλία, η ιστοριογραφική παραγωγή, η εξέλιξη του μεταπολεμικού

πολιτικού συστήματος και η μνήμη του φασισμού και του πολέμου είναι στενά συνδεδεμένες[22]. Αυτό πρέπει να συσχετισθεί με το γεγονός της ήττας της χώρας στον πόλεμο[23] αλλά και την ασταθή και εύθραστη (τουλάχιστον στην αρχή) μεταπολεμική δημοκρατία που είχε ανάγκη νομιμοποιητικών ιδρυτικών μύθων. Διαμορφώθηκε, έτσι μια μεταπολεμική συναίνεση στη βάση του Αντιφασισμού και της Αντίστασης. Ένας τεράστιος όγκος απομνημονευμάτων και μαρτυριών με άξονα το δίπολο αντιφασισμός-αντίσταση σκέπασε στην κυριολεξία τη μνήμη των ηττημένων, ενώ η στενή σύνδεση της επιστημονικής κοινότητας με την πολιτική ζωή συνέβαλε αναμφίβολα στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου σχήματος και στον ακαδημαϊκό χώρο.

Το κυρίαρχο σχήμα άρχισε να αμφισβητείται όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ζωηρή αντιπαράθεση προκάλεσαν μέσα στους κύκλους των ιστορικών αλλά και ευρύτερα, οι παρατηρήσεις του De Felice για τον φασισμό και τον αντιφασισμό στην Ιταλία[24]. Έντονη συζήτηση προκάλεσε, επίσης, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η εργασία του Claudio Pavone, που παρουσιάζει την ιταλική αντίσταση, ως εμφύλιο πόλεμο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή στην Ιταλία μόνο οι ηττημένοι φασίστες αντιμετώπιζαν έτσι τα γεγονότα της περιόδου[25]. Τέλος, πολύ πρόσφατα, σημαντική αναταραχή, δημόσιες συζητήσεις στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, αλλά ακόμη και βίαιες αντιδράσεις από κύκλους της άκρας αριστεράς (με τη διακοπή εκδήλωσης της παρουσίασης του βιβλίου) προκάλεσε το βιβλίο του G. Pansa, Το Μεγάλο Ψέμα[26]. Ο συγγραφέας, γνωστός

δημοσιογράφος που έγραψε κι άλλα βιβλία για τα χρόνια του πολέμου, αναφέρεται στα χρόνια της απελευθέρωσης και ιδιαίτερα στον εμφύλιο πόλεμο και τη βία του κομμουνιστικού κόμματος προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις κυρίως των σύγχρονων εκπρόσωπων της. Παρόλα αυτά, η έρευνα και εδώ προχώρησε αναδεικνύοντας το θέμα της βίας και της απονομής δικαιοσύνης ως βασικής σημασίας για την κατανόηση της περιόδου[27].

Στην Ιταλία, περισσότερο από άλλες χώρες, ο ρόλος της τηλεόρασης στη διάδοση της συζήτησης για το φασισμό και τον πόλεμο στο ευρύ κοινό, υπήρξε καθοριστικός. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στο άνοιγμα μιας άλλης συζήτησης που έμοιαζε από καιρό ταμπού, αυτή των Fobie, δηλαδή των μαζικών εκκαθαρίσεων Ιταλών από γιουγκοσλάβους αντάρτες στις περιοχές της Σλοβενίας και της Κροατίας μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 και μέχρι το 1945. Η επαναφορά του γεγονότος αυτού στη δημόσια σφαίρα και συλλογική μνήμη της Ιταλίας προκάλεσε μάλιστα διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ιταλίας-Κροατίας, καθώς ο πρόεδρος Mesic κατηγόρησε τον πρόεδρο της Ιταλικής δημοκρατίας Napolitano, ο οποίος μίλησε για εθνοκάθαρση και επεκτατισμό, για ιστορικό αναθεωρητισμό και ρατσισμό[28].

Φυσικά, αυτός ο θορυβώδης τρόπος να συζητά κανείς για το παρελθόν, υπήρξε ένας κανόνας που είχε και τις εξαιρέσεις του. Σε κάποιες χώρες, μάλιστα, φαίνεται πως η σιωπή θεωρήθηκε χρυσός. Όπως για παράδειγμα στο Βέλγιο, όπου η απουσία εκ μέρους του επίσημου κράτους μιας σαφούς αντίθεσης στη γερμανική κατοχή και η κρατική συνεργασία με τις δυνάμεις του Ράιχ προκάλεσαν, μεταπολεμικά, αμηχανία και σιωπή. Η συνεργασία του Θρόνου, των Φλαμανδών και Βαλόνων εθνικιστών με τις δυνάμεις κατοχής αλλά και η διατήρηση ανέπαφου του κρατικού μηχανισμού δημιούργησαν μια μεταπολεμική ‘παγωμένη’ μνήμη, ένα «κενό μνήμης». Άλλοτε πάλι, η ‘παγωμένη’ αυτή μνήμη βασίζεται σε επιλεκτικές μνήμες, όπως για παράδειγμα της διάσωσης των Εβραίων της Δανίας, η οποία λειτούργησε ως η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την εν γένει στάση της χώρας, σαν ο πόλεμος και η κατοχή να μην είχαν συμβεί ποτέ[29].

Στην Ανατολική Ευρώπη αμέσως μετά τον πόλεμο, η ιστοριογραφία, όπως και όλες οι υπόλοιπες επιστήμες, τέθηκε στην υπηρεσία του κόμματος και του καθεστώτος. Η πολιτική ελίτ των καθεστώτων αντιμετώπισε την ιστορία ως πολιτική εστραμμένη στο παρελθόν που είχε διαθέσιμο ένα μόνο εργαλείο ανάλυσης: τον μαρξισμό[30]. Η κομμουνιστική αντίσταση στο ναζισμό και το φασισμό εντάχθηκε στο

πάνθεον του καθεστώτος ακόμη και σε περιπτώσεις όπου αυτή υπήρξε αμελητέα ή περιορισμένη. Τα καθεστώτα συνεργασίας χαρακτηρίστηκαν φασιστικά, όπως επίσης και οι αξιωματικοί του στρατού, αντίθετα οι (νεκροί) στρατιώτες που πολέμησαν εναντίον της ΕΣΣΔ στο ανατολικό μέτωπο καταγράφηκαν ως θύματα της φασιστικής πολιτικής[31]. Η κατάρρευση όμως του κομμουνισμού το 1989, συνέβαλε σε μια αναδιαμόρφωση της συλλογικής μνήμης, όπου τα γεγονότα της δεκαετίας του ’40 απέκτησαν νέες σημασίες. Παράλληλα άνοιξε το δρόμο προς την έρευνα. Ως αποτέλεσμα της απελευθερωμένης έρευνας και της ελεύθερης δημόσιας συζήτησης,

τα συλλογικά τραύματα και θέματα ταμπού ξεπήδησαν, συχνά μάλιστα με άγριο τρόπο, στην ιστοριογραφία της ανατολικής Ευρώπης.

Ένα από τα πλέον οδυνηρά ζητήματα για τη συλλογική συνείδηση των

κοινωνιών της ανατολικής Ευρώπης με το οποίο εμπλέκεται η ιστοριογραφία είναι το Ολοκαύτωμα. Στη μεταπολεμική Ουγγαρία, για παράδειγμα, το καθεστώς αγνοώντας το γεγονός της μαζικής εξόντωσης των Εβραίων, προσπάθησε να διαχειριστεί τη μνήμη του Ολοκαυτώματος και να διαλύσει τις όποιες ηθικές ευθύνες της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του καθεστώτος για την εξόντωση «των κομμουνιστών, προοδευτικών πατριωτών και άλλων θυμάτων του φασισμού» ευθύνονταν αποκλειστικά οι χιτλερικοί φασίστες και η ουγγρική κυρίαρχη τάξη. Στην κομμουνιστική, λοιπόν, ρητορική το μισό εκατομμύριο εξοντωμένων Εβραίων κατατάχτηκε στα άλλα θύματα. Χρειάστηκε να έρθει η δεκαετία του ’70 για να γίνει ένα πρώτο βήμα για τη μελέτη του ολοκαυτώματος από μια νέα γενιά ιστορικών[32].

Ακόμη πιο επώδυνη υπήρξε η συζήτηση του ολοκαυτώματος στην Πολωνία. To 1987, ο γνωστός Πολωνός διανοούμενος Jan Blonski δημοσίευσε ένα δοκίμιο όπου επεσήμανε την αδιαφορία των Πολωνών απέναντι στο εβραϊκό δράμα. Οι δημόσιες αντιδράσεις υπήρξαν έντονες[33]. Ακόμη εντονότερες υπήρξαν οι αντιδράσεις απέναντι στο έργο του Αμερικανού πολωνικής καταγωγής κοινωνιολόγου Jan Gross,

όταν το 2000 εξέδωσε τους Γείτονες (πρώτα στα πολωνικά και ένα χρόνο αργότερα στα αγγλικά). Πρόκειται για την ιστορία της εξόντωσης περίπου 1.600 Εβραίων σε μια κωμόπολη της Πολωνίας από τους ίδιους τους Πολωνούς συμπολίτες τους χωρίς καν τη συμβολή των Γερμανών. Οι Γείτονες αναδεικνύουν ουσιαστικά όχι μόνο την αδιαφορία αλλά ακόμη και την ενεργό συμμετοχή αρκετών Πολωνών στο Ολοκαύτωμα[34]. Το βιβλίο ταρακούνησε την πολωνική κοινωνία όσο κανένα άλλο από την πτώση του κομμουνισμού καθώς εκατοντάδες άρθρα και δημόσιες κριτικές γράφτηκαν γύρω από το θέμα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Άνοιξε μια άνευ προηγουμένου διαμάχη για τις σχέσεις Πολωνών και Εβραίων στο παρελθόν και το παρόν και προκάλεσε μια επαναξιολόγηση της πολωνικής εθνικής ταυτότητας[35]. Τρία χρόνια αργότερα οι Polonsky και Μιchlic επιμελήθηκαν ένα βιβλίο που με τον χαρακτηριστικό τίτλο Οι γείτονες απαντούν παρουσιάζει το εύρος των αντιδράσεων και της συζήτησης που προκάλεσε ο Gross[36]..

Εντέλει, η συζήτηση για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, για την Αντίσταση, τη Συνεργασία, το εύρος της αποδοχής του Φασισμού, τη σχέση των τοπικών κοινωνιών με το Ολοκαύτωμα, τις κρίσιμες πρώτες μεταπολεμικές συνθήκες ξεπέρασε τον περιορισμένο κύκλο των ειδικών και διαχύθηκε στη δημόσια σφαίρα. Ο αγώνας να γραφτεί η «αληθινή Ιστορία» υπήρξε από όλες πλευρές του πολιτικού συστήματος τιτάνιος. Οι ίδιοι οι ιστορικοί πήραν κεντρική θέση μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Αυτό αναμφίβολα σχετίζεται με την ιδιαίτερη θέση που κατέχουν οι ιστορικοί μέσα στο σύστημα της οργάνωσης της συλλογικής/ εθνικής μνήμης. Έχοντας τη νομιμοποίηση που τους προσδίδει η κοινωνικά αναγνωρισμένη γνώση αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης[37]. Τα πορίσματα των ερευνών των ιστορικών γίνονται λοιπόν μέρος της δημόσιας σκηνής. Καταγράφηκε όμως και η αντίστροφη διαδρομή: πολλοί ιστορικοί λειτουργούν ως ιμάντες μεταβίβασης ενός προπαγανδιστικού πολιτικού λόγου για το παρελθόν.

Ακολουθώντας με συνέπεια μια στρατευμένη πολιτική πορεία, πίστεψαν πως βρήκαν στο πεδίο της ιστοριογραφίας ένα πρόσφορο έδαφος για να ανθίσουν οι ιδέες τους.

Βλέποντας, λοιπόν κανείς, τα παραπάνω ευρωπαϊκά παραδείγματα μπορεί να διαπιστώσει εύκολα, πως οι ενδο-ελληνικές διαμάχες για τη δεκαετία του ’40, είτε αυτές διεξάγονται μεταξύ των πολιτικών φορέων είτε αυτές αφορούν κυρίως την επιστημονική κοινότητα αποτέλεσαν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το παρελθόν στοίχειωσε το παρόν θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούσαν όχι μόνο τα γεγονότα αυτά κάθε αυτά αλλά κυρίως το χαρακτήρα και τη συνοχή της εθνικής ταυτότητας και τη φυσιογνωμία του πολιτικού συστήματος.

IV

Πέρα από την διαμάχη των ιστορικών ή την πολιτική διαμάχη που μετουσιώθηκε συχνά σε έργα προπαγάνδας, η βιβλιογραφία για την περίοδο περιλαμβάνει ένα τεράστιο έργων που θα αδικούνταν αν υποχρεώνονταν να ενταχθούν είτε στις κατηγορίες επιστημονικό/πολιτικό, είτε στις κατηγορίες νικητές/ηττημένοι. Πρόκειται για βιογραφίες και μαρτυρίες γραμμένες συχνά για να αφηγηθούν μια προσωπική ιστορία που δεν εντάσσονται απαραίτητα στις προηγούμενες ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές δομές που περιγράψαμε. Πρόκειται επίσης για ημερολόγια, που καταγράφουν τα γεγονότα στο χρόνο που αυτά διεξάγονται, πολύ λιγότερο φιλτραρισμένα από τα γεγονότα και τις ερμηνείες που επακολούθησαν.

Η ελληνική βιβλιογραφική παραγωγή για τη δεκαετία του ’40 εμφανίστηκε πολύ νωρίς. Αμέσως μετά τον πόλεμο, μάλιστα, υπήρξε μια έξαρση της. Έτσι την πρώτη δεκαετία μετά τον πόλεμο εκδόθηκαν περισσότερα βιβλία από όσο τα επόμενα 20 χρόνια μαζί[38]. Στη συνέχεια, μετά από μια σχετικά μεγάλη περίοδο ύφεσης, η δεκαετία του ’80 θα σηματοδοτήσει μια νέα έκρηξη στο χώρο των εκδόσεων για τα χρόνια του πολέμου και του εμφυλίου. Συνολικά, από το 1945 μέχρι το 2003, που εμείς καταμετρήσαμε, εκδόθηκαν περίπου 1800 τίτλοι, εκ των οποίων οι 1600 από αυτούς αφορούν τη μη επιστημονική βιβλιογραφία[39]. Κάτι περισσότερο από το 50% των τίτλων εκδόθηκε μετά το 1981.

Τα έργα που είδαν το φως της ημέρας είναι κάθε περιεχομένου:

προπαγανδιστικού, πολιτικού, οικονομικού, κοινωνιολογικού ακόμη και ψυχιατρικού.

Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες και οι αυτοβιογραφίες. Ανάμεσα σε αυτές, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν αναμφίβολα, οι μαρτυρίες των Βρετανών που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του πολέμου[40]. Αργότερα, ειδικά μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών και κυρίως μετά το 1981, όταν

η πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης εκφράστηκε και μέσω της εξιδανίκευσης και μυθοποίησης των καπετάνιων του αντάρτικου[41], παρατηρήθηκε ένας πραγματικός πληθωρισμός από μαρτυρίες, κυρίως πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε καμία άλλη χρονική περίοδο, ο ρόλος των απομνημονευμάτων και των μαρτυριών στη διαμόρφωση της εικόνας για τα γεγονότα δεν είναι τόσο σημαντικός όσο στη δεκαετία του 1940. Πιθανόν αυτό να σχετίζεται με τη μέχρι πρόσφατα αδυναμία πρόσβασης σε οργανωμένα αρχεία[42].

Αυτών των βιβλίων προηγήθηκαν οι μαρτυρίες και τα απομνημονεύματα των ηγεσιών των δύο στρατοπέδων. Από τη μια πλευρά συγγραφείς είναι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού και από την άλλη πρώην ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ[43]. Μάλιστα, οι αναμνήσεις πρώην ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ (Ιωαννίδης, Μπαρτζιώτας, Βλαντάς, Γούσιας, Παρτσαλίδης, Βαφειάδης, Μαλτέζος) βρήκαν στο πεδίο των εκδόσεων μια θαυμάσια ευκαιρία να ξακαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους όχι μόνο με την ιστορία αλλά και με τους πρώην συντρόφους τους για μετέπειτα πολιτικά ζητήματα και προσωπικές επιλογές.

Εξετάζοντας τον ιδεολογικό προσανατολισμό της βιβλιογραφικής παραγωγής παρατηρούμε τη σαφή σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική συγκυρία και την εκδοτική παραγωγή. Στα χρόνια 1945-1974, το 63% περίπου των όσων εκδόθηκαν είναι δεξιάς, αντι-εαμικής ή αντικομμουνιστικής κατεύθυνσης. Αντίθετα την περίοδο 1974-2003,

το 79% των έργων έχουν αριστερό ή φιλοεαμικό περιεχόμενο. Η πρωτοφανής αυτή διχοτόμηση και μεταστροφή της συλλογικής μνήμης της χώρας υποδεικνύει επίσης ότι υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες προσλήψεις της κατοχής και του εμφυλίου στην ελληνική κοινωνία, η δεξιά, μεταπολεμική και η αριστερή μετα-δικτατορική.

Όπως οι μεταπολεμικές γενιές ενηλικιώθηκαν και πολιτικοποιήθηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο και αυστηρά οροθετημένο πλαίσιο ερμηνείας και χρήσης του παρελθόντος της ελληνικής κοινωνίας, έτσι και οι γενιές που ενηλικιώθηκαν από την μεταπολίτευση και εντεύθεν κινήθηκαν σε ένα εξίσου καταλυτικά καθοριστικό περιβάλλον. Ασφαλώς οι μαρτυρίες δεν αρκούν από μόνες τους για το παραπάνω

συμπέρασμα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη και άλλους παράγοντες όπως τις γιορτές μνήμης της περιόδου, την εικόνα της περιόδου στα σχολικά εγχειρίδια, τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, την πολιτική εργαλειοποίηση της περιόδου με συγκεκριμένο τρόπο, κοινωνικά αποδεκτό, από όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά

κόμματα, η εικόνα αυτή μάλλον επιτείνεται παρά ξεθωριάζει.

Η επιστημονική βιβλιογραφική παραγωγή χωρίς να αγγίζει τα μεγέθη της μη επιστημονικής βιβλιογραφίας, δεν είναι ασήμαντη. Μέχρι το 2001, καταγράφονται 171 τίτλοι[44] μονογραφιών. Περίπου το 40% της επιστημονικής βιβλιογραφίας εκδόθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια, σημάδι αναμφίβολα της άνθησης της έρευνας στην Ελλάδα.

Η εξέλιξη της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα σημάδεψε επίσης τη συζήτηση για τη δεκαετία του ’40 μέσα στην ελληνική επιστημονική κοινότητα. Έτσι από τη μια οι δύσκολες συνθήκες για διεξαγωγή έρευνας που επικρατούσαν στην Ελλάδα στο χώρο των κοινωνικών επιστημών μέχρι το 1974, και από την άλλη η έλλειψη Ελλήνων επιστημόνων διαθέσιμων να προσεγγίσουν την περίοδο αυτή, μετέφεραν το κέντρο της έρευνας στο εξωτερικό[45]. Είναι χαρακτηριστικό πως αρχικά η πλειονότητα των εργασιών είχε δημοσιευτεί σε γλώσσες πέραν της ελληνικής (κυρίως αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά). Μόλις το 1991 τα βιβλία που εκδόθηκαν στην

Ελλάδα θα ξεπεράσουν σε αριθμό αυτά που εκδόθηκαν στο εξωτερικό. Το 75% των έργων βρίσκεται στο πεδίο της Ιστορίας, ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονται άλλες επιστήμες όπως η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η κοινωνική ανθρωπολογία, η κοινωνονική ψυχολογία και η οικονομία.

Η εξέλιξη της έρευνας σημαδεύτηκε επίσης από τη κυριαρχία διαφορετικών υποδειγμάτων σε διαφορετικές περιόδους. Κατά τη δεκαετία του 1950 και 1960 μια σειρά από εργασίες μεταφέροντας αναλύσεις από το χώρο των διεθνών σχέσεων και της παραδοσιακής σοβιετολογίας, αναμφίβολα κάτω από την επίδραση των σχημάτων και των αναλύσεων του ψυχρού πολέμου επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση του ρόλου του ΚΚΕ στα γεγονότα της δεκαετίας του ’40. Ο βασικός κορμός αυτών των αναλύσεων επιχειρεί να συνδέσει τα γεγονότα της δεκαετίας με την επαναστατική φυσιογνωμία του κομμουνιστικού κόμματος. Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση διαρκής επιθυμία του ΚΚΕ είναι να καταλάβει την εξουσία και να επιβάλει τη δικτατορία του προλεταριάτου, όπως έκαναν και τα αδελφά κόμματα στα Βαλκάνια και κάθε κίνησή του πρέπει να αναλυθεί υπό αυτό το πρίσμα[46].

Αργότερα, η δεκαετία του ’60 έφερε αλλαγές, στην εικόνα της κατοχής καιτου εμφυλίου. Από την πλευρά του το ΚΚΕ της μεταζαχαριαδικής εποχής αποφάσισε να δώσει έμφαση στην Αντίσταση. Έτσι αποφασίστηκε το 1959 η συγκρότηση κύκλου ιστορίας για τη μελέτη του 20ου αιώνα με ιδιαίτερο στόχο την προβολή της εαμικής Εθνικής Αντίστασης. Σύμφωνα μάλιστα με γράμμα του υπεύθυνου του ιστορικού κύκλου Α. Παπαναγιώτου, η σχετική καθυστέρηση εκ μέρους του κόμματος να αναδείξει την εαμική αντίσταση «οφείλεται βέβαια στην κατάσταση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά στη χώρα μας και στην πολιτική Ζαχαριάδη που έκανε ό,τι μπόρεσε για να σβήσει και να συκοφαντήσει το υπέροχο αυτό κίνημα»[47]. Το 1962 το ΚΚΕ εξέδωσε το περιοδικό Εθνική Αντίσταση και ένα χρόνο αργότερα, από 21 Ιουλίου 1963 μέχρι 12 Ιανουαρίου 1964, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Αυγή, το Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης[48]. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε το τετράτομο έργο Στ’ άρματα, Στ’ άρματα ιστορία της εθνικής αντίστασης[49] που στην ουσία αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια, στα πρότυπα της πολιτικής άλλων κομμουνιστικών κομμάτων της δυτικής Ευρώπης να προβάλουν και να

προπαγανδίσουν την δική τους οπτική των πραγμάτων για την περίοδο 1939-1945.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε πως η πορεία κατασκευής της μνήμης της αντίστασης από την πλευρά του Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος μοιάζει να ακολουθεί την διαδρομή του ΚΚΕ. Χρειάστηκε σχεδόν να επέλθει ο θάνατος του γενικού γραμματέα του PCF, Maurice Thorez το 1964 προκειμένου να υπάρξει μια μεταβολή στην ιστοριογραφική γραμμή του κόμματος και το ΓΚΚ να ξαναθυμηθεί την Αντίσταση.

Κοινό στοιχείο και των δύο κομμάτων ήταν πως οι ηγέτες τους δεν είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση, καθώς στα χρόνια του πολέμου ο ένας βρισκόταν στο Νταχάου (Ζαχαριάδης) και ο άλλος στην ΕΣΣΔ (Τορέζ)[50].

Αυτήν την ανακατασκευή της εικόνας της δεκαετίας του ’40 στη βάση μιας νέας εθνικιστικής γραμμής την οποία διαμόρφωσε το ΚΚΕ τα χρόνια του ’60, ακολούθησε την επόμενη δεκαετία η εμφάνιση μιας νέας γενιάς στο χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας που αμφισβήτησε και αναθεώρησε βασικά σχήματα και αποδοχές των προηγούμενων ετών. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία, πως η γενιά αυτή συνδέεται με την ριζοσπαστικοποίηση των ετών του ’60, την αίγλη της

Αριστεράς και κυρίως σε ότι αφορά τη χώρα μας, την απονομιμοποίηση του αντικομμουνισμού εξαιτίας της απριλιανής δικτατορίας. Ταυτόχρονα αποτελούσε την ελληνική εκδοχή της διεθνούς τάσης της διπλωματικής ιστορίας να γυρίσει σελίδα και από τις ψυχροπολεμικές αφηγήσεις της ‘παραδοσιακής’ σχολής να περάσει στη σχολή των ‘αναθεωρητών’, που εξέταζαν κριτικά το ρόλο της Μ.Βρετανίας και των ΗΠΑ στη διαμόρφωση του πλαισίου του Ψυχρού Πολέμου.

Η γενιά αυτή έθεσε νέα ερωτήματα τόσο για τον ρόλο των συμμάχων

(Μ.Βρετανία, ΗΠΑ) που μέχρι εκείνη την στιγμή θεωρούνταν δεδομένα ως απελευθερωτές, έστω και αν αντιμετωπίζονταν με αμφιθυμία κυρίως για την άρνησή τους να ικανοποιήσουν τις ελληνικές διεκδικήσεις μετά τον πόλεμο, αλλά και για τον ρόλο του ΚΚΕ μέσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αναζητώντας περισσότερο πολύπλοκα σχήματα ερμηνείας από τα προγενέστερα[51]. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές τους, οι ‘αναθεωρητές’, όπως διεθνώς ονομάστηκαν, είχαν ένα κοινό μεθοδολογικό γνώρισμα: την έρευνα και την ανάδειξη της σημασίας των διπλωματικών και στρατιωτικών αρχείων της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Γερμανίας[52].

Χρησιμοποιώντας κατά βάση το υλικό των διαφόρων αρχείων, οι ιστορικοί αυτοί επιχείρησαν να εντάξουν το ελληνικό πλαίσιο μέσα στο διεθνές πλαίσιο, εξετάζοντας την αλληλεπίδραση και διάδραση των κρατικών ελίτ μέσα στις συνθήκες του β’ παγκοσμίου πολέμου και του ψυχρού πολέμου. Εκ των πραγμάτων, το βάρος δόθηκε στο διεθνές σκηνικό, τις στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων, τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τους μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτός ο συσχετισμός επιβλήθηκε σε περιφερειακά κράτη όπως η Ελλάδα. Ταυτόχρονα όμως επιχειρήθηκε η σύζευξη ανάμεσα στη «Μεγάλη Ιστορία» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου με τη «Μικρή Ιστορία» της περιορισμένης γεωπολιτικά Ελλάδας. Με αυτόν

τον τρόπο έγινε δυνατή η εξέταση της σχέσης ανάμεσα στη διεθνή συγκυρία και τον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό αναδεικνύοντας τα όρια της αυτονομίας που έχει η εθνική πολιτική σκηνή σε σχέση με τη διεθνή κατάσταση[53].

Η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 και τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981 συνέβαλε αναμφίβολα στην αλλαγή της κυρίαρχης μνήμης και αφήγησης για τη δεκαετία του ’40. Όπως είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς, αξιοσημείωτες μεταβολές στη φυσιογνωμία των πολιτικών συστημάτων έχουν ως αποτέλεσμα αλλαγές –ασφαλώς όχι απαραίτητα γραμμικές- στο περιεχόμενο της κυρίαρχης μνήμης. Μάλιστα, όσο πιο δραματικές είναι αυτές οι συστημικές μεταβολές, τόσο ριζικότερες είναι οι ανατροπές που εμφανίζονται στο χώρο της συλλογικής μνήμης και της δημόσιας ιστορίας. Το παράδειγμα του ισπανικού εμφύλιου πολέμου είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά. Η

πτώση του φρανκισμού επέτρεψε την ανάδυση και την κυριαρχία μιας εντελώς διαφορετικής κυρίαρχης μνήμης για τον ισπανικό εμφύλιο[54]. Όπως επίσης και η πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη, οδήγησε στην κυριαρχία μιας άλλης ματιάς σε σχέση με το παρελθόν[55]. Η «ρεβάνς των ηττημένων»[56] λοιπόν παράγει νέες ιστορικές ματιές, ανακατασκευάζει, αναθεωρεί αλλά ταυτόχρονα οικοδομεί νέες ορθοδοξίες, όχι απαραίτητα λιγότερο απομακρυσμένες από την πραγματικότητα σε σχέση με το παρελθόν.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία όχι ακριβώς την μνήμης των ηττημένων αλλά μιας αφήγησης πολύ κοντά στην δική τους[57]. Το θέμα της Κατοχής και της Αντίστασης, ειδικά αυτής της τελευταίας τέθηκε πολύ ψηλά στην πολιτική ατζέντα του ΠΑΣΟΚ[58]. Η Αριστερά αναγνωρίζεται ως η δύναμη που σήκωσε στις πλάτες της το βάρος της Αντίστασης, ο ρόλος του Κέντρου προοδευτικά ξεχνιέται, ενώ η Δεξιά σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με το δωσιλογισμό ή την απουσία από τους εθνικούς αγώνες. Ο εμφύλιος πόλεμος θεωρείται προϊόν ξένων επεμβάσεων κυρίως των Αγγλο-αμερικανών. Με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982, και την συνακόλουθη επίδοση συντάξεων σε αντιστασιακούς της περιόδου, το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε όχι μόνο να «ξαναγράψει» την ιστορία της περιόδου αλλά κυρίως να κερδίσει πολιτικά από τα γεγονότα[59]. Στις νεότερες γενιές, η ιδεολογικοποιημένη ματιά της μεταπολίτευσης και ο αέρας ρομαντισμού που διαπερνά τους νέους οδήγησε στην «εξιδανίκευση του Άρη Βελουχιώτη σε μορφή προδρομικού (ή αναδρομικού) Τσε Γκεβάρα»[60].

Φυσικά, η χρήση της ιστορίας ως εργαλείο προώθησης πολιτικών σκοπών παρουσιάζει μερικές φορές ενδιαφέρουσες εκπλήξεις. Η συγκυβέρνηση της ΝΔ με το ΚΚΕ το καλοκαίρι του 1989, είχε ως αποτέλεσμα μια ακόμη «αναθεώρηση» της ματιάς για τον εμφύλιο και μάλιστα στο κρίσιμο θέμα της περιοδολόγησης του εμφυλίου. Εν προκειμένω με πρωτοβουλία της κυβέρνησης ψηφίστηκε το 1989 νόμος για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου. Ο νόμος προσδιόριζε ως εμφύλιο πόλεμο την χρονική περίοδο αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων δηλαδή από το 1944 μέχρι το 1949. Έτσι, με αυτόν το νόμο της συγκυβέρνησης ΝΔ-Συνασπισμού, όλες οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και των ταγμάτων ασφαλείας στην Πελοπόννησο και τις διάφορες ένοπλες ομάδες στην Βόρεια Ελλάδα γινόταν τώρα αποδεκτές από την θεσμική μνήμη της χώρας ως εμφυλιοπολεμικές. Μία από τις εκπλήξεις της συγκυβέρνησης ήταν η καύση των εκατομμυρίων φακέλλων ελλήνων πολιτών που διατηρούνταν στις αρχές ασφαλείας, ενάντια της οποίας αντέδρασαν ορισμένοι μόνο ακαδημαϊκοί.

Σε ερευνητικό και ακαδημαϊκό επίπεδο, η δεκαετία του ’80 σηματοδότησε την αλλαγή παραδείγματος, την κυριαρχία της αναθεωρητικής γενιάς ιστορικών πάνω στους παραδοσιακούς. Αυτό είχε άμεσες επιπτώσεις καταρχήν πάνω στα σχήματα και τις αναλυτικές κατηγορίες που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να ταξινομηθούν και να ερμηνευθούν τα γεγονότα της δεκαετίας του ’40. Για παράδειγμα, από το σχήμα των τριών γύρων του εμφυλίου πολέμου, της παραδοσιακής ιστοριογραφίας, περάσαμε στην παρακάτω περιοδολόγηση: Αντίσταση 1941-1944, Λευκή τρομοκρατία 1945-1946, Εμφύλιος πόλεμος: 1946-1949. Αναμφίβολα πρόκειται για

μια ταξινόμηση βολική ταυτόχρονα στον εθνικισμό της Αριστεράς και στην αντιιμπεριαλιστική θέση της γιατί μπορεί έτσι να συνεχίζει να τοποθετεί τον εαυτό της στη θέση του εκφραστή και του «έθνους» και του «λαού» και να αποδίδει τις αιτίες του εμφυλίου πολέμου στην λευκή τρομοκρατία και την βρετανική επέμβαση.

Ταυτόχρονα η εξιδανικευμένη αντίσταση συνοδευόταν σταθερά από τα επίθετα ‘ενιαία’, δηλαδή άνευ εσωτερικών συγκρούσεων και ‘εθνικοαπελευθερωτική’, δηλαδή άνευ κοινωνικών και πολιτικών διακυβευμάτων. Η νέα οπτική κυριάρχησε στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, στα ΜΜΕ[61] ακόμα και στα σχολικά εγχειρίδια της δεκαετίας του ’80, όπου η επιρροή των αναθεωρητών αριστερής απόκλισης είναι κάτι παραπάνω από εμφανής[62]. Το μόνο ίσως που παρέμεινε σταθερό από τη μια φάση στην άλλη, είναι η διαρκής αναζήτηση του ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο αναπόφευκτος υπήρξε αυτός[63]; Τα δύο αυτά ερωτήματα παρέμειναν οι

σταθερές ιστοριογραφικών ρευμάτων που αναμφίβολα συνομιλούσαν ενεργά με την πολιτική συγκυρία και τους πολιτικούς μηχανισμούς κινητοποίησης, όπως ίσως η εποχή επέβαλε.

V

Η δεκαετία του ’90 και το συνακόλουθο τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφεραν νέες αλλαγές. Διεθνώς το κυρίαρχο παράδειγμα της μελέτης των διαφορετικών εθνικών, πολιτικών, πολιτισμικών και άλλων ταυτοτήτων έδωσε τη θέση του σε μια περισσότερο κατακερματισμένη έρευνα που πλέον εστίαζε σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις κάποιων νέων θεματικών όπως αυτή της μνήμης και των αναπαραστάεων του παρελθόντος στον πολιτικό λόγο, την τέχνη, την κοινωνία εν γένει. Στην Ελλάδα αυτές οι –υποτιθέμενες ή πραγματικές- ‘μεταμοντέρνες’ τάσεις(όρος που στην Ελλάδα συνοδεύεται απαραιτήτως από αρνητικούς χαρακτηρισμούς) αντιμετωπίστηκαν φοβικά και απέκτησαν ένα εξ ορισμού αρνητικό πρόσημο που συνδεόταν με υποτιθέμενα ελλείμματα επιστημονικότητας και πολιτικοποίησης.

Η έλευση αυτών των τάσεων στην έρευνα της δεκαετίας του 40 ανέδειξε ένα νέο κύμα εργασιών που αμφισβήτησαν την ικανότητα του ‘παραδοσιακού’ και του ‘αναθεωρητικού’ υποδείγματος να δώσουν μια πλήρη και όχι χοντροκομμένη εικόνα της δεκαετίας του ’40. Οι μετα-αναθεωρητικές αυτές εργασίες αμφισβητούν τόσο το παραδοσιακό όσο και το αναθεωρητικό παράδειγμα και επιχειρούν από πολλές διαφορετικές αφετηρίες να αναδείξουν νέα πεδία έρευνας, να συγκροτήσουν νέες υποθέσεις εργασίας χρησιμοποιώντας νέα μεθοδολογικά εργαλεία.

Βασικό πρόβλημα τόσο των παραδοσιακών όσο και των αναθεωρητικών προσεγγίσεων της δεκαετίας του ’70 κα ’80 υπήρξε η μονομερής σχεδόν επικέντρωση τους στη δράση και τον λόγο των πολιτικών ελίτ και η αδυναμία τους να κατανοήσουν πως οι απλοί άνθρωποι έδρασαν μέσα στη δίνη των γεγονότων. Η αδυναμία αυτή οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους, έναν τεχνικό και ένα μεθοδολογικό: α) ο τεχνικός συνδέεται με τη δυσκολία του εγχειρήματος, τις δυσκολίες να μιλήσει κανείς με απλούς ανθρώπους για τα θέματα αυτά (ειδικά πριν τη δεκαετία του ’80) ή να εντοπίσει γραπτές πηγές που να μην προέρχονται από πρωταγωνιστές και γενικότερα ανθρώπους των μηχανισμών. β) Ο μεθοδολογικός – και πιο ουσιαστικός- δεν είναι άλλος από την υπερπολιτικοποιημένη αφετηρία, την έμφαση στη δράση των πολιτικών ελίτ, την υπερτίμηση των διπλωματικών αρχείων, την υποτίμηση της τοπικής διάστασης. Ουσιαστικά, τόσο η παραδοσιακή όσο και η αναθεωρητική ιστοριογραφία θεώρησαν δεδομένο και αυτονόητο πως οι πολιτικές διεργασίες μεταφέρονται αυτούσιες από τα πάνω προς τα κάτω, μετατρέποντας έτσι τα υποκείμενα σε ιμάντες μεταβίβασης αποφάσεων απομακρυσμένων πολιτικών μηχανισμών και ελίτ.

Ένα πρώτο κοινό χαρακτηριστικό, λοιπόν, των νέων ερευνών, η στροφή στο μαζικό επίπεδο. Πρόκειται αναμφίβολα για πολλές και διαφορετικού χαρακτήρα αλλά σε κάθε περίπτωση φρέσκιες και ανήσυχες ματιές πάνω στα πράγματα. Οι εργασίες αυτές εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το μαζικό επίπεδο θα προέλθει από ερευνητές που προκρίνουν την από τα κάτω οπτική[64]: κοινωνική ιστορία, μικροϊστορία ή προφορική ιστορία[65], κοινωνική ανθρωπολογία[66]. Χρησιμοποιώντας μεθοδολογικά εργαλεία από το χώρο της ιστορίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, οι νέες έρευνες έδωσαν έμφαση είτε στην ανάλυση των πολιτικών

και κοινωνικών δυναμικών που διαμορφώνονται σε μίκρο επίπεδο είτε στην εξέταση θεμάτων όπως οι μειονότητες και οι εθνοτικές ομάδες, τα παιδιά, οι γυναίκες, οι πολιτικοί κρατούμενοι, κα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε επίσης σε επιφαινόμενα όπως ο λόγος, η μνήμη, η αναπαράσταση των γεγονότων[67]. Σε αντίθεση επίσης με τις προηγούμενες ερευνητικές γενιές η υποκειμενικότητα δεν απορροφήθηκε από τη συλλογικότητα, αλλά το υποκειμενικό εξετάστηκε άλλοτε συμπληρωματικά και άλλοτε αντιθετικά με τις συλλογικές ταυτότητες μέσα στις οποίες θεωρούνταν αυτό ενταγμένο[68].

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό των νέων ερευνών είναι η έμφαση στη διεπιστημονικότητα. Έχοντας να εξετάσουν ένα πυκνό δίκτυο κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων, οι νέες έρευνες άντλησαν τις υποθέσεις εργασίας τους και τα εργαλεία ελέγχου τους από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών επιστημών (Ιστορία, Πολιτική Επιστήμη, Κοινωνιολογία, Κοινωνική Ψυχολογία)[69].

Το τρίτο κοινό στοιχείο των μετα-αναθεωρητικών προσεγγίσεων είναι η μη σύνδεσή τους με συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, παράταξη ή κόμμα. Αν δηλαδή το παραδοσιακό παράδειγμα συνδέθηκε με τους νικητές του εμφυλίου, ενώ το αναθεωρητικό παράδειγμα με την Αριστερά και τους ηττημένους της εμφύλιας σύγκρουσης[70], το μετα-αναθεωρητικό παράδειγμα δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τους μεν ούτε με τους δε, γιατί οι ερευνητές αυτού του παραδείγματος έχουν

διαφορετικές ευαισθησίες, ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικού βαθμού πολιτικά ενδιαφέροντα ώστε τελικά να είναι αδύνατον να υπαχθούν στη μια ή στην άλλη πλευρά του πολιτικού άξονα. Αυτό, υπήρξε και το κοινό στοιχείο όσων συμμετείχαν μέσα στις ερευνητικές δραστηριότητες, τα συνέδρια και τις επιστημονικές συναντήσεις του Δικτύου για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων. Το Δίκτυο, μια άτυπη επιστημονική ομάδα με ειδικό ενδιαφέρον τη μελέτη των εμφυλίων πολέμων και κυρίως του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, σχηματίστηκε το 2000 στη Θεσσαλονίκη. Έκτοτε έχει οργανώσει περισσότερα από δέκα συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις που επικεντρώθηκαν σε θέματα εμφυλίων πολέμων[71].

Χαρακτηριστικό αυτών των συνεδρίων η συνύπαρξη διαφορετικών επιστημονικών και μεθοδολογικών παραδόσεων.

Η εμφάνιση αυτού του μετα-αναθεωρητικού κύματος εργασιών προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις από διαφορετικές πλευρές. Θα μπορούσαμε να ταξινομήσουμε τις κριτικές και τις επιθέσεις σε τρεις κατηγορίες: α) αυτές που μπορούν να ονομαστούν μεθοδολογικού και επιστημολογικού χαρακτήρα (π.χ. κριτική στη «μικρο» προσέγγιση και στη διεπιστημονικότητα ή κριτική στον υποτιθέμενο ή μη μεταμοντερνισμό), β) εκείνες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «συντεχνιακού» χαρακτήρα (αμφισβήτηση του δικαιώματος των μη ιστορικών να ασχοληθούν με την περίοδο), και γ) εκείνες που έχουν ιδεολογικό και πολιτικό χαρακτήρα (κατηγορία για αντικομμουνισμό, για επαναφορά του ψυχρού πολέμου, για αποιδεολογικοποίηση, για ηθικό σχετικισμό, κ.α.)[72]. Αυτή η τρίτη κατηγορία αποτελεί την πλειονότητα την κριτικών, δείγμα από τη μια του αυξημένου πολιτικού ενδιαφέροντος για την Ιστορία και από την άλλη της έλλειψης επαρκούς αυτονομίας της ιστορικής επιστήμης από την πολιτική ζωή στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα μάλιστα αρκετές από τις άλλες

δύο κατηγορίες κριτικών εκπορεύονται από ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες.

Οι πιο βίαιες, άδικες και γεμάτες προκατάληψη από τις επιθέσεις που

δέχτηκαν ορισμένοι μόνο από τους φορείς των νέων ερευνών ήταν αναμφισβήτητα αυτές που πήγαζαν από ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα και διατυπώθηκαν μέσα από την αρθρογραφία σε ημερήσιες εφημερίδες. Πιο γνωστή είναι η συζήτηση που διεξήχθη στην εφημερίδα Τα Νέα. Αυτή ξεκίνησε με δύο άρθρα που δημοσιεύτηκαν

την ίδια ημέρα. Το πρώτο ήταν του Στ. Καλύβα και του Ν. Μαραντζίδη, με τίτλο «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», και το δεύτερο του Μ. Μαζάουερ, με τίτλο «Κανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον»[73]. Η συζήτηση μέσω της εφημερίδας κράτησε δέκα μήνες περίπου και δημοσιεύτηκαν κείμενα επιστημόνων και μη, ειδικών και μη για τη δεκαετία του ’40. Η συζήτηση επεκτάθηκε και σε

άλλες εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Βήμα, Αυγή, Ριζοσπάστης, κα) και έμεινε γνωστή ως «Διάλογος για την Ιστορία» αν και για αρκετούς από τους συμμετέχοντες ήταν μάλλον μια πολιτική συζήτηση με αφορμή την Ιστορία.

Ο δημόσιος αυτός διάλογος συνετέλεσε αναμφισβήτητα στο να βρεθεί ξάφνου η δεκαετία του 40 ξανά στην επικαιρότητα, μια διαδικασία που είναι εν εξελίξει.

Όμως ο βίαιος χαρακτήρας του, με λίγες λαμπρές εξαιρέσεις, είχε ένα σαφές αρνητικό αντίκτυπο στην έρευνα. Οι ερευνητές πλέον κρίνονται με βάση τα υποτιθέμενα κίνητρα και όχι το επίπεδο και τα πορίσματα της έρευνάς τους. Κάποιες καριέρες εξαρτώνται από το βαθμό της στράτευσης στη σταυροφορία ενάντια στη «νέα Θεολογία»[74] και η νέα γενιά ερευνητών, σε πολλές περιπτώσεις χωρίς μόνιμες θέσεις εργασίας, βρέθηκε αναγκασμένη να επιλέξει προσεκτικά τα θέματα έρευνας και κυρίως τα συμπεράσματά της. Η διαίρεση σε ανύπαρκτα στρατόπεδα και ‘πλευρές’ επανέφερε έναν ιδιότυπο μανιχαϊκό λόγο εντός της επιστημονικής κοινότητας και το χειρότερο απ’ όλα τυφλούς οπαδούς χωρίς κριτική ικανότητα[75]. Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφής υπαναχώρηση από τα ερευνητικά κεκτημένα των προηγούμενων περιόδων αλλά και μια θλιβερή ‘ποδοσφαιροποίηση’ του διαλόγου η

οποία τείνει να κυριαρχήσει, εκτός των άλλων λόγω και των χαμηλών

αντανακλαστικών της ιστορικής κοινότητας σε τέτοιου είδους παθογένειες.

Παρά πάντως τις προκαταλήψεις, τα ταμπού και τις αντιδράσεις, σήμερα βρισκόμαστε σε μια φάση όπου, οι μεθοδολογικές οπτικές (διεπιστημονικότητα και στροφή στο μαζικό επίπεδο και στα υποκείμενα) και τα ζητήματα που θέτει η νέα μετα-αναθεωρητική βιβλιογραφία (συμμετοχή, βία, κοινωνικές ταυτότητες, ιδεολογική αποφόρτιση των υπο μελέτη υποκειμένων, κα) αποτελούν για την επιστημονκή κοινότητα που ασχολείται με τη δεκαετία του ‘40 όλο και περισσότερο αντικείμενα προς συζήτηση. Σημαντική πρόοδος αποτελεί επίσης και το γεγονός ότι η δεκαετία του ’40 μπήκε ως μάθημα στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα. Αναμφίβολα, ο ρόλος των μετα-αναθεωρητών υπήρξε καθοριστικός σε αυτό.

VI

Ο ανα χείρας τόμος επιχειρεί να παρουσιάσει την εξέλιξη της βιβλιογραφίας για την κατοχή και τον εμφύλιο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία). Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται στη χώρα μας μια τέτοια συνθετική κριτική παρουσίαση της σχετικής βιβλιογραφίας.

Στόχος των επιμελητών ήταν η θεματική παρουσίαση της βιβλιογραφίας της δεκαετίας του ’40. Ο τόμος γεννήθηκε από μια ιδέα του Γιάννη Ιατρίδη την άνοιξη του 2003. Έμμεσα μάλιστα γεννήθηκε εξ’ αιτίας της δουλειάς του Γιάννη Ιατρίδη και της πρώτης γενιάς ερευνητών που ασχολήθηκε συστηματικά με τη δεκαετία του 1940

στην Ελλάδα. Παρά την κριτική του ματιά απέναντι σε αυτές τις δουλειές, αλλά και τις μεταγενέστερες, αποτελεί ταυτόχρονα μια πράξη ανταπόδοσης στους ερευνητές που έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη της έρευνας γύρω από την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Ενδεικτικό της δυσκολίας του εγχειρήματος είναι το γεγονός ότι χρειάστηκαν πάνω από τέσσερα χρόνια για την ολοκλήρωση του τόμου. Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί ότι κάποιες θεματικές αλλά και κάποια πρόσφατα έργα απουσιάζουν από τις σελίδες του τόμου. Παρότι έγινε μεγάλη προσπάθεια από τους επιμελητές, ορισμένες θεματικές στάθηκε αδύνατον να καλυφθούν είτε λόγω έλλειψη ειδικών σε αυτές τις θεματικές είτε λόγω αναπάντεχων προβλημάτων κάθε είδους. Επίσης, παρότι οι περισσότεροι συγγραφείς επιχείρησαν να ενημερώσουν τα άρθρα τους, αυτό δεν κατέστη δυνατόν σε πολλές περιπτώσεις. Ο τόμος ξεκίνησε να σχηματοποιείται προτού ο δημόσιος διάλογος για τη δεκαετία του ’40 επισκιάσει το δημόσιο χώρο. Συνεπώς, οφείλει να διαβαστεί ανεξάρτητα από αυτόν, όσον αφορά τουλάχιστον το σκεπτικό της έκδοσης του. Αναπόφευκτα πλέον όμως αποτελεί και μια έμπρακτη προσπάθεια επαναφοράς του διαλόγου εντός της επιστημονικής κοινότητας, με όρους και κανόνες που συνάδουν με αυτή. Ο δημόσιος διάλογος για το παρελθόν είναι εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας επαναδιαπραγμάτευσης της εθνικής και πολιτικής ταυτότητας της χώρας και ως τέτοιος είναι απόλυτα απαραίτητος, όπως έδειξε και η πρόσφατη ιστορία του βιβλίου της έκτης δημοτικού. Όμως πιστεύουμε πως εάν το πεδίο συζήτησης μεταφερθεί αποκλειστικά στο δημόσιο χώρο, η επιστημονική κοινότητα θα έχει εθελοντικά απεμπολήσει μια σειρά από δικαιώματα, καθήκοντα και υποχρεώσεις που απορρέουν

από τους εσωτερικούς νόμους της και που συχνά οφείλουν να στέκονται κριτικά, αντιτίθενται, ανατρέπουν τις δημόσιες εκφάνσεις του παρελθόντος.

Η εργασία του Γιάννη Ιατρίδη προβαίνει σε μια επισκόπηση της αγγλόφωνης βιβλιογραφίας περί διεθνών διαστάσεων του εμφυλίου. Ο Ιατρίδης, ένας από τους πρωτοπόρους σε αυτό το πεδίο, εξετάζει σε βάθος όχι μόνο τα έργα που αναφέρονται αποκλειστικά στην Ελλάδα αλλά και τις εργασίες που προσεγγίζουν την ελληνική περίπτωση ως ένα από τα καθοριστικά σημεία της, ακόμη υπό διαμόρφωση, δυτικής-

ανατολικής διελκυνστίδας που επικράτησε να περιγράφεται ως ψυχρός πόλεμος. Ο Ιατρίδης σχολιάζει αντιπροσωπευτικά έργα από τις διαφορετικές σχολές προσέγγισης των ‘παραδοσιακών’, ‘αναθεωρητών’, και ‘ρεαλιστών’ ή ‘μετα-αναθεωρητών’, επισημαίνοντας τη συμβολή και τις παραλείψεις κάθε σχολής αλλά και των επιμέρους έργων. Από πολλές απόψεις, το συγκεκριμένο ζήτημα αποτέλεσε τη μήτρα από όπου γεννήθηκε το σύνολο της βιβλιογραφίας περί ελληνικού εμφυλίου, συνεπώς πολλά από τα εσωτερικά χαρακτηριστικά της προσέγγισής του έχουν διαμορφώσει το πεδίο

και συναντώνται έως σήμερα στη βιβλιογραφία.

Το άρθρο του Στράτου Δορδανά, σε αντίθεση με του Ιατρίδη, μελετά μια ελάχιστα γνωστή και αξιοποιημένη από τους έλληνες ερευνητές βιβλιογραφική παραγωγή περί της δεκαετίας του 1940, αυτή της Γερμανίας. Ο αναγνώστης ενδεχομένως θα εκπλαγεί από τη σχετικά μικρή, ποσοτικά, παραγωγή έργων της κατακτήτριας Γερμανίας (τόσο Δυτικής, Ανατολικής αλλά και ενιαίας) σε σχέση με την κατοχική και εμφυλιακή Ελλάδα. Πιθανόν οι λόγοι εντοπίζονται στις δραματικές μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις στο έδαφος της Γερμανίας καθώς και στις σιωπές και παραλείψεις της γερμανικής βιβλιογραφίας εν γένει σε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν της. Ωστόσο, η στροφή από τα πονήματα στρατιωτικών που έδρασαν στην Ελλάδα στα αντίστοιχα έργα επαγγελματιών ιστορικών στη δεκαετία του 1970 απέδωσε γόνιμους καρπούς και συνεισέφερε καθοριστικά στη θεμελίωση των

σταθερών γύρω από τις οποίες κινήθηκε η ελληνική ιστοριογραφία έως σήμερα. Η εξέταση, τέλος, από τον Δορδανά των προσφάτων διδακτορικών και μεταπτυχιακών διατριβών που εκπονήθηκαν σε γερμανικά πανεπιστήμια είναι ενδεικτική μιας σχετικής διεύρυνσης των γερμανικών ακαδημαϊκών τάσεων που κανείς μπορεί να ελπίζει ότι θα συνεχιστεί στο μέλλον.

Η γιουγκοσλαβική συμμετοχή αλλά και ερμηνεία του ελληνικού εμφυλίου αποτέλεσε ένα από τα σημεία κλειδιά στη μεταπολεμική ακαδημαϊκή και πολιτική αρένα τόσο του εμφυλίου όσο και του μακεδονικού ζητήματος. Παραδόξως, εκτός από ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως του Ε. Κωφού, ελάχιστοι έλληνες ερευνητές επιχείρησαν να συνδιαλλαγούν με αυτήν την παραγωγή ή έστω u941 έδειξαν να τη λαμβάνουν υπόψη. Το σύντομο, αλλά πυκνό, άρθρο των Ι. Μιχαηλίδη και Κ. Κατσάνου αναδεικνύει με ευκρίνεια τους αντικρουόμενους παράγοντες διαμόρφωσης μιας πολιτικά κατευθυνόμενης ιστοριογραφικής παραγωγής που θα μπορούσε να διαβαστεί ως το αντίπαλο δέος της πολιτικά κατευθυνόμενης ελληνικής

παραγωγής έως το 1974. Η παγκόσμια συγκυρία, τα εκατέρωθεν αλυτρωτικά οράματα, οι ομάδες πίεσης προσφύγων και εθνικιστών δεν αποτέλεσαν προνόμια μόνο της γείτονος χώρας.

Το άρθρο του Τάσου Χατζηαναστασίου περί βουλγαρικής ιστοριογραφίας και του ελληνικού ζητήματος μπορεί να διαβαστεί συμπληρωματικά με το άρθρο της γιουγκοσλαβικής περίπτωσης. Εάν στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας η έμφαση, για ευεξήγητους λόγους, δόθηκε στα γεγονότα του κυρίως εμφυλίου πολέμου των ετών 1946-1949 και το μειονοτικό ζήτημα, στην αντίστοιχη βουλγαρική παραγωγή η έμφαση δίνεται στα γεγονότα της βουλγαρικής κατοχής περιοχών της Ελλάδας. Εκεί όπου οι ιστορικοί της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας περιέγραφαν σλαβομακεδονικά αλυτρωτικά οράματα εθνικιστικού χαρακτήρα, οι Βούλγαροι συνάδελφοί τους ‘κατασκεύαζαν’ κοινά αντιφασιστικά, σοσιαλιστικά κινήματα μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας. Το άρθρο του Χατζηαναστασίου πέρα από την υπερμεγέθη ανάδειξη της αντίστασης ως όχημα εξαγνισμού της Βουλγαρίας εστιάζει στις ‘βαθιές συνέχειες’ της βουλγαρικής ιστοριογραφίας, στην υιοθέτηση δηλαδή των εθνικιστικών και αναθεωρητικών προταγμάτων περί συνοριακών μεταβολών και από τη σοσιαλιστική Βουλγαρία. Αυτή η τάση αποενοχοποιήθηκε με την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος εξελίχθηκε σε κυρίαρχη έκτοτε, ακόμη και στις εργασίες των πλέον καταξιωμένων Βούλγαρων ιστορικών.

Η Οντέτ Βαρών-Βασάρ αναλύει με σαφήνεια την εξέλιξη του ζητήματος της εβραϊκής γενοκτονίας στην Ελλάδα. Η συγγραφέας περιγράφει τα κύρια έργα στα οποία οφείλουμε τις βασικές γνώσεις μας για το ζήτημα και παράλληλα ερμηνεύει ψύχραιμα, χωρίς εύκολους αφορισμούς, τους λόγους για την ελλιπή ενσωμάτωση του

ζητήματος στους κόλπους της ελληνικής ιστοριογραφίας. Παρά την προφανή ιδιαιτερότητα του ζητήματος η Βαρών-Βασάρ καταφέρνει να εντάξει και ερμηνεύσει την υπάρχουσα παραγωγή και τα δομικά χαρακτηριστικά της μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας και ιστοριογραφικής παραγωγής της

Κατοχής.

Ένα ζήτημα το οποίο απέσπασε αξιοσημείωτη προσοχή με το τέλος του πολέμου είναι το ζήτημα του στρατιωτικού σκέλους του πολέμου. Ο Ντέιβιντ Κλόουζ προβαίνει σε μια οξυδερκή ανάλυση των έργων που ανέλυσαν και ερμήνευσαν τις στρατιωτικές πτυχές της σύγκρουσης ξεκινώντας από τα αντικομμουνιστικά έργα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και περνώντας σε κριτική παρουσίαση των σχετικών απομνημονευμάτων των πρωταγωνιστών της περιόδου αλλά και στα διεθνή έργα που παρουσιάζουν και κρίνουν την βρετανική και

αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη χώρα. Ο Κλόουζ δε ξεχνά να τοποθετεί τα αναφερόμενα έργα στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από το οποίο ξεπήδησαν, υποδεικνύοντας τη σημασία της πολιτικής συγκυρίας για την παραγωγή της ιστορικής γνώσης. Το άρθρο του Κλόουζ κλείνει προσφέροντας μια απαραίτητη όσο και ακριβή επισήμανση των κενών της έρευνας και των δρόμων που οφείλει η ερευνητική κοινότητα να ακολουθήσει στο μέλλον.

Ο Στάθης Καλύβας εξετάζει με κριτικό τρόπο τη νέα μόδα της εποχής που είναι η παραγωγή «συνθετικών» έργων ιστορίας μέσω της έκδοσης εγκυκλοπαιδειών που στις περισσότερες των περιπτώσεων προωθούνται από εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Όπως δείχνει ο Καλύβας, η έκδοση αυτών των εγκυκλοπαιδειών δείχνει ένα αυξημένο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για θέματα ιστορίας αλλά και ένα ζήλο παρέμβασης των ιστορικών στο χώρο της u948 δημόσιας ιστορίας. Ο ζήλος αυτός δεν είναι άσχετος με τη δυναμική που απόκτησαν τα τελευταία χρόνια οι νέες έρευνες. Βέβαια, οι εγκυκλοπαίδειες αυτές παρουσιάζουν μερικά βασικά μειονεκτήματα που συνδέονται αναμφίβολα με τους περιορισμούς που θέτει το είδος

της δημόσιας ιστορίας στην διαπραγμάτευση θεμάτων πολιτικά φορτισμένων

Ο Νίκος Μαραντζίδης παρουσιάζει στην εργασία του την έννοια κλειδί της τρέχουσας τάσης μελέτης της περιόδου, αυτή της τοπικής προσέγγισης. Οριοθετεί τη γέννηση της εν λόγω προσέγγισης και εστιάζει τη προσοχή του τόσο στη συμβολή των καινούριων ερευνητικών εργασιών από μια νέα γενιά ελλήνων ιστορικών όσο και

στην εκ του πονηρού πολιτικοποίηση των μεθοδολογικών τους επιλογών από τους επικριτές της μεθόδου. Ο Μαραντζίδης επισημαίνει τα μεθοδολογικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της μεθόδου καθώς και την ελλιπή συνομιλία αυτών των εργασιών με αντίστοιχες του εξωτερικού. Καθώς η τάση αυτή της ελληνικής ιστοριογραφίας είναι μάλλον στο ξεκίνημά της, το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί μια ‘ενδιάμεση’ κριτική αποτίμηση αυτών των πρώτων βημάτων της συγκεκριμένης μεθοδολογίας στον ελληνικό χώρο και ως τέτοια οφείλει να διαβαστεί.

Η Τασούλα Βερβενιώτη παρουσιάζει μια ομάδα έργων ελάχιστα γνωστή ακόμη και μεταξύ των ειδικών της περιόδου. Η μελέτη των γυναικείων απομνημονευμάτων επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση του πως βιώθηκαν τα ταραγμένα γεγονότα της δεκαετίας από την οπτική γωνία των έμφυλων σχέσεων, το βαθμό διαφοροποίησης της γυναικείας εμπειρίας από την ανδρική και τους τρόπους αναπαράστασης μιας εμπειρίας που παρότι, όπως εύστοχα επισημαίνει η Βερβενιώτη, κινήθηκε σε ‘ανδρικές’ δομές αποτέλεσε από μόνη της παράγοντα κοινωνικής ανατροπής και ‘πρόοδου’. Η Βερβενιώτη αναλύει σε βάθος τις πολιτικές της μνήμης που συνετέλεσαν στην έκδοση συγκεκριμένων μαρτυριών για συγκεκριμένα θέματα στη συγκεκριμένη χρονική και πολιτική συγκυρία θέτοντας ισχυρές μεθοδολογικές βάσεις στην προσέγγιση ενός τόσο ευαίσθητου και περίπλοκου σώματος πηγών όπως οι προσωπικές μαρτυρίες.

Το άρθρο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου παρουσιάζει μια σχεδόν έως

πρόσφατα άγνωστη σελίδα, τουλάχιστον για τις γενιές που μεγάλωσαν μέσα στον υπερπολιτικοποιημένο κόσμο της μεταπολίτευσης και εντεύθεν, της κατοχικής αντίστασης. Ο κόσμος των μη-εαμικών αντιστασιακών οργανώσεων της Αθήνας διέλαθε της προσοχής τόσο της συλλογικής μνήμης όσο, κυρίως, της ιστορικής έρευνας, όταν δεν ερμηνεύθηκε ως συλλήβδην δοσιλογικός από στρατευμένους ιδεολογικά ερευνητές εθισμένους σε απλουστευτικούς αφορισμούς. Η μη εαμική αθηναϊκή Αντίσταση ‘κατατμημένη σε μία σειρά μικρών και συχνά αμοιβαία ανταγωνιστικών ομάδων’ χωρίζεται, σύμφωνα με το ΧατζηΒασιλείου σε πολιτικές, στρατιωτικές και οργανώσεις δολιοφθορών. Το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί ένα συναρπαστικό πεδίο έρευνας όπου αναδεικνύονται μια σειρά από θέματα-κλειδιά της περιόδου όπως οι διαφορές των οργανώσεων πόλεων με αυτές της υπαίθρου, η ιδεολογική πολυμορφία των οργανώσεων, ο κατοχικός εμφύλιος μεταξύ των οργανώσεων στην κατεχόμενη πρωτεύουσα, η πολιτική και στρατιωτική κληρονομιά

των οργανώσεων στην απελευθερωμένη Ελλάδα, κτλ.

Η εργασία της Κατερίνας Τσέκου ασχολείται με τη δύσκολη, αν όχι

ανεπιθύμητη, κληρονομιά της πολιτικής προσφυγιάς στη συλλογική μνήμη της αριστεράς αλλά και στην ιστοριογραφία. Σχεδόν αναπόφευκτα το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ στρατευμένων ιστοριογραφιών- η σχετική βιβλιογραφία περί ‘παιδομαζώματος’ είναι χαρακτηριστική, ενώ οι λεπτές και ευαίσθητες ισσοροπίες μεταξύ των ίδιων των πολιτικών προσφύγων αποτυπώθηκαν στις ιστορικές τους αποτιμήσεις ως πολεμική ενάντια στους αντιπάλους τους. Η φτωχή επιστημονική ενασχόλιση με το ζήτημα είναι εξαιρετικά πρόσφατη κάτι που γίνεται αντικείμενο ερμηνείας από την Τσέκου η οποία κλείνει το άρθρο με μια εκτενή αναφορά στα κενά της έρευνας αλλά και στις νέες αρχειακές διαθεσιμότητες γύρω από το σημαντικότατο αυτό ζήτημα.

Η Μαρία Νικολοπούλου παρουσιάζει λεπτομερώς την αποτύπωση της περιόδου στο πεδίο της λογοτεχνίας. Η συμβολή της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας της περιόδου είναι αυτονόητα καθοριστική, για έναν επιπλέον λόγο. Σε μια σειρά από ζητήματα, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της εβραϊκής γενοκτονίας η λογοτεχνία προηγήθηκε των ιστορικών αποτιμήσεων, ανοίγοντας νέους γόνιμους δρόμους και θέτοντας ιστορικούς προβληματισμούς πολύ πιο άμεσα, ρηξικέλευθα και αποτελεσματικά από τις ιστορικές εργασίες. Εξίσου αυτονόητα καθοριστική ήταν και η επίδραση της πολιτικής συγκυρίας στη λογοτεχνική παραγωγή Όπως και στην ιστοριογραφία η μεταπολίτευση αποτέλεσε μια σημαντική τομή, την οποία το παρόν άρθρο μόνο συμπερασματικά σχολιάζει καθώς η αποτίμηση σταματά στο 1974.

Πέρα από όλους τους συντελεστές του τόμου θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά για τη βοήθεια τους το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Γέηλ που ανέλαβε τα έξοδα μετάφρασης των δύο αγγλικών άρθρων, το Σπύρο Κακουριώτη και την Ελένη Πασχαλούδη για την πολύτιμη μεταφραστική τους βοήθεια και όχι μόνο, και τους Γιάννη Ιατρίδη και Μαρκ Μαζάουερ που συνέδραμαν κατά διαστήματα στο δύσκολο συντονισμό της συγγραφής των άρθρων.



[1] Βλ. Eric Conan, Henry Rousso, Vichy, un passé qui ne passe pas, Paris, Fayard, 1994.

[2] Paolo Pezzino, “The Italian Resistance between History and Memory”, Journal of Modern Italian

Studies, 2005, 10(4), σελ. 397.

[3] Mark Mazower, “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”, East

European Politics and Societies, 1995, 9(2), σελ. 272.

[4] Βλ. Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, κόμματα και εκλογές 1944-1967, Αθήνα,

Πατάκης, σελ 25-50.

[5]5Βλ. για παράδειγμα, Giovanni Contini, La memoria divisa, Milano, Rizzoli, 1997. Filippo Focardi, La

guerra de la Memoria. La Resistenza nel dibattito politico italiano dal 1945 a oggi, Roma, Laterza,

2005.

[6] Paloma Aguilar Fernandez, Μνήμη και λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου, Δημοκρατία, Δικτατορία και

Διαχείριση του Παρελθόντος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005 [1996], σελ. 17.

[7] Filippo Focardi, οπ.παρ. σελ. 78.

[8] Paolo Pezzino, οπ.παρ.,σελ. 396

[9] Η συγκριτική πολιτική ανάλυση από πολύ νωρίς παρατήρησε αυτή τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο

και τις εσωτερικές πολιτικές διεργασίες. Βλ. για παράδειγμα, Gabriel Almond, “The Resistance and the

Political Parties of Western Europe”, Political Science Quarterly, 1947, 62(1): 27-61.

[10]Tony Judt, “The Past is Another Country: Myth and Memory in Postwar Europe”, στο István Deák,

Jan T. Gross, and Tony Judt, (επ.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its

Aftermath, Princeton, Princeton University Press, 2000, σελ. 299. Francesca Cappelletto, “Introduction”, στο Fr. Cappelletto, (επ.), Memory and World War II, An Ethnographic Approach,

Oxford, Berg, 2001, σελ. 1.

[11] συμμετοχή των κομμουνιστικών κομμάτων της Γαλλίας και της Ιταλίας κυρίως σε κυβερνήσεις

εθνικής ενότητας δεν έγινε ούτε χωρίς αντιδράσεις, ούτε χωρίς τη σαφή παρότρυνση της ηγεσίας της

ΕΣΣΔ. Ξέρουμε σήμερα πως πολύ περισσότερο από έκφραση και διάθεση πολιτικής και εθνικής

ενότητας από την πλευρά των κομμουνιστικών κομμάτων, η συμμετοχή τους σε αυτές τις κυβερνήσεις

υπήρξαν υπολογισμένες κινήσεις υπαγορευμένες από τον ίδιο τον Στάλιν. Βλ. Joan Barth Urban,

Moscow and the Italian Communist Party, London, Tauris, 1986, σελ. 191. Renzo de Felice, Rosso e

Nero, Milano, Baldini & Castoldi, 1995, σελ. 72-73. Stéphane Courtois, Le PCF dans la guerre, Paris,

Ramsay, 1980. Stéphane Courtois, Marc Lazar, Histoire du Parti Communiste Français, Paris, PUF,

2000 [1995], σελ. 203-204. Maud Bracke, Which socialism? whose détente?: West European

communism and the Czechoslovak crisis, 1968 , New York : Central European University Press, 2007

[12] Για το θέμα αυτό βλ. για παράδειγμα, Bodo von Borries, “The Third Reich in German History,

textbooks since 1945”, Journal of Contemporary History, 2003, 38(1): 45-62.

[13] Henry Rousso, Vichy: L’événement, la mémoire, l’ histoire, Paris, Gallimard, 2001 [1992], σελ. 354.

[14] Ernst Nolte, Entre les lignes de front. Entretien avec Siegfried Gerlich, Paris, Editions du Rocher,

2008, σελ. 23.

[15] Ernst Nolte, La guerre civile européenne 1917-1945, Paris, Editions des Syrtes, 2000 [1987].

[16] Ernst Nolte, Entre les lignes de front , οπ.παρ., σελ. 38-41.

[17] Βλ. Stephen Brockmann, “The politics of German History”, History and Theory, 1990, 29(2): 179-

189.

[18] Για τον γαλλικό κινηματογράφο και τη σχέση του με τα χρόνια 1940-1945 βλ. Henry Rousso, Le

Syndrome de Vichy: de 1944 à nos jours, Paris, Seuil, 1987, σελ. 258-275.

[19] Laurent Douzou, La Résistance Française : une histoire douloureuse, Paris, Editions du Seuil, 2005,

σελ. 13.

[20] Robert Paxton, La France de Vichy, Paris, Editions du Seuil, 1997 [1972].

[21] Philippe Buton, Les lendemains qui déchantent. Le Parti Communiste français à la Libération, Paris,

Presses de la Fondation Nationale des Sciences Politiques, 1993. Jean-Marc Berlière, Franck Liaigre,

Liquider les traîtres. La face cachée du PCF 1941-1943, Paris, Robert Laffont, 2007.

[22] Βλ. Filippo Focardi, οπ.παρ.

[23] Ένα συνέδριο στη Γερμανία το 2000 με θέμα, την κουλτούρα της μνήμης σε Γερμανία, Ιταλία και

Ιαπωνία μετά το 1945, υπήρξε σημαντικό για την παραγωγή εργασιών γύρω από το θέμα αυτό στις

ηττημένες χώρες.

[24] Borden Painter, “Renzo De Felice and the Historiography of Italian Fascist”, The American

Historical Review, 1990, 95(2): 391-405. Renzo De Felice, Rosso e Nero, Milano, Baldini & Castoldi,

1995.

[25] Claudio Pavone, Una Guerra civile. Saggio storico sulla moralita nella Resistenza, Turin, Bollati

Boringhieri, 1991. Paolo Pezzino, “The Italian Resistance between history and memory”, Journal of

Modern Italian Studies, 2005, 10(4): 396-412.

[26] Giampaolo Pansa, La grande bugia. Le sinistre italiane e il sangue dei vinti, Milano, Sperling &

Kupfer, 2006.

[27] Βλ. για παράδειγμα, Mirco Dondi, La Lunga Liberazione. Giustizia e violenza nel dopoguerra

italiano, Roma, Riuniti, 2004.

[28] Για το διπλωματικό επεισόδιο Ιταλίας-Κροατίας βλ. Commemoration of WWII massacres by

Yugoslav partisans sparks Italy-Croatia dispute”, The Associated Press, 13/2/2007. Για τα Fobie βλ.

για παράδειγμα, Guido Rumici, Infoibati, Milano, Mursia, 2002. Claudia Cernigoi, Operazione

Foibe—Tra storia e mito, Udine, Kappa Vu, 2005.

[29] Antoon Van den Braembussche, “The silence of Belgium: Taboo and trauma in Belgian Memory”,

Yale French Studies, 2002, 102, σελ. 48. Επίσης βλ. Για τη Δανία, N. Sorensen, ‘Narrating the Second

World War in Denmark since 1945’, Contemporary European History, 14, 3 (2005), 295–315 . Για

την εξίσου προβληματική περίπτωση της ‘ουδέτερης’ Ελβετίας, βλ. Isabel Vincent, Hitler’s Isabel

Vincent, Hitler’s Silent Partners. Swiss Banks, Nazi Gold, and the Pursuit of Justice (New York: W.

Morrow, 1997)

[30] Maria Todorova, “Historiography of the Countries of Eastern Europe: Bulgaria”, The American

Historical Review, 1992, 97(4), σελ. 1109.

[31] Jasna Dragovic-Soso, ‘Saviours of the Nation’: Serbia’s intellectual opposition and the revival of

Nationalism, McGill-Queen’s University Press, Montreal, 2002, σελ. 70. Istvan Deak, “A fatal

Compromise? The Debate over Collaboration and Resistance in Hungary”, στο István Deák, Jan T.

Gross, and Tony Judt, (επ.), oπ. παρ. σελ. 41, 62. Richard J. Crampton, A concise history of Bulgaria,

Cambridge, Cambridge University Press, 1997, σελ. 178-179. Richard S. Esbenshade, Remembering

to Forget: Memory, History, National Identity in Postwar East-Central Europe”, Representations, 1995,

49: 72-96.

[32] Istvan Deak, οπ.παρ., σελ. 64

[33]Antony Polonsky (επ.), “My Brother’s Keeper” Recent Polish Debates on the Holocaust, London,

Routledge, 1990. Jan Gross, “A Tangled Web: Confronting Stereotypes Concerning Relations between

Poles, Germans, Jews and Communists”, στο István Deák, Jan T. Gross, and Tony Judt, (επ.), οπ.παρ.,

σελ. 75

[34] Jan Gross, Neighbors: The destruction of Jewish community in Jedwabne Poland, Princeton,

Princeton University Press, 2001.

[35] Wojciech Roszkowski, “After "Neighbors:" Seeking Universal Standards”, Slavic Review, 2002,

61(3), σελ. 461. Janine P. Holc, “Working through Jan Gross’s Neighbors”, Slavic Review, 2002,

61(3), σελ. 453.

[36] Βλ. Antony Polonsky, Joanna B. Michlic (επ.), The Neighbors Respond: The controversy over

Jedwabne Massacre in Poland, Princeton, Princeton University Press, 2004.

[37] Daniel Levy, “The Future of the Past: Historiographical Disputes and Competing Memories in

Germany and Israel”, History and Theory, 1999, 38(1), σελ. 51.

[38] Giorgos Antoniou, Nikos Marantzidis, “The Greek Civil War Historiography, 1945-2001, Toward a

New Paradigm”, Columbia Journal of Historiography, 2003, 1.

[39] Τα στοιχεία προήλθαν από τους δύο κύριους βιβλιογραφικούς καταλόγους της περιόδου (Φλάισερ

και Κουλούρης) καθώς και από εκτεταμένη έρευνα μας σε βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία και

ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Χωρίς να φιλοδοξούμε ότι καλύψαμε το σύνολο των εκδόσεων αυτού

του χαρακτήρα, πιστεύουμε ότι η συνολική εικόνα, όπως προκύπτει στο παρόν άρθρο, αντανακλά την

εκδοτική μοίρα της δεκαετίας του 1940 στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Τα στοιχεία βασίζονται σε

δύο δημοσιευμένες εργασίες μας σε ξένα περιοδικά, όμως περιέχουν νέα στοιχεία και ενημερωμένους

πίνακες, που σκιαγραφούν την εκδοτική εικόνα με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια και λεπτομέρεια. Από

την παρούσα ανάλυση και καταμέτρηση εξαιρούνται τα πολυάριθμα απομνημονεύματα του ελληνο-

ιταλικού πολέμου. Η μη-επιστημονική βιβλιοπαραγωγή της περιόδου μπορεί να διαχωριστεί σε δύο

μεγάλες κατηγορίες, κάθε άλλο παρά στεγανές μεταξύ τους. Η πρώτη είναι τα έργα προπαγάνδας και η

δεύτερη τα έργα βιωματικού χαρακτήρα. Τα έργα προπαγάνδας αφορούν α) κομματικές εκδόσεις που

εξετάζουν την περίοδο, ήδη από την εποχή του Εμφυλίου ως και σήμερα, β) εκδόσεις επίσημων

κρατικών φορέων που ενεπλάκησαν με κάποιον τρόπο στη σύγκρουση, γ) ‘ιστοριογραφικές’ απόπειρες

πρωταγωνιστών της περιόδου οι οποίες γράφηκαν με σκοπό την προβολή και επιβολή μιας παγιωμένης

–για την παράταξη- εικόνας και εξιστόρησης της περιόδου. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις μαρτυρίες,

απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες, χρονικά ατόμων που έζησαν οι ίδιοι τα γεγονότα που περιγράφουν, και έχουν ως πρωταρχικό στόχο την αφήγηση της βιωμένης εμπειρίας του συγγραφέα.

Βλ. Hagen Fleisher, Steven Bowman, Greece in the 1940s. A Bibliographic Companion, Hanover and

London, University Press of New England, 1981. Νίκος Κουλούρης, Ελληνική βιβλιογραφία του

εμφυλίου πολέμου (1945-1949), αυτοτελή δημοσιεύματα 1945-1999, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000. Giorgos

Antoniou, Nikos Marantzidis, “The Greek Civil War Historiography, 1945-2001, Toward a New

Paradigm”, Columbia Journal of Historiography, 2003, 1. Nikos Marantzidis Giorgos Antoniou, “The

Axis Occupation and Civil War: Changing Trends in Greek Historiography 1941-2002”, Journal of

Peace Research, 2004, 41(2): 223-231.

[40] Mark Mazower, “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”, οπ.

παρ., σελ. 272-294.

[41] Βλ. Αντώνης Λιάκος, «Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα», στο Χάγκεν

Φλάισερ (επ.), Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη δικτατορία στον Εμφύλιο, τομές και ασυνέχειες, Αθήνα,

Καστανιώτης, 2003, σελ. 29.

[42] Mark Mazower, “Historians at War: Greece, 1940-1950”, The Historical Journal, 38, 2, σελ. 499.

[43] Για το θέμα των στρατιωτικών αναμνήσεων βλ. Πολυμέρης Βόγλης, Νίκος Μαραντζίδης, Ελένη

Πασχαλούδη, «Στρατός και Αντάρτες στη δεκαετία του 1940: Εισαγωγή», Κλειώ, 2006, 3, σελ.7-8.

Ενδεικτικά βλ. Θρασύβουλος Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος. Πως εκερδίσαμε τους

αγώνες μας 1940-1949, Τυπογραφείον Ακροπόλεως, Αθήνα, 1960. Θρασύβουλος Τσακαλώτος,

Γράμμος, Αθήνα, 1970. Αλέξανδρος Τσιγγούνης, Η μεταπολεμική (ΙΙ) Μεραρχία Αθηνών και ο

συμμοριτοπόλεμος, Αθήνα, 1966. Παυσανίας Κατσώτας, Η δεκαετία 1940-1950, Αθήνα, 1981.

Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα, 1946. Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις, προβλήματα της πολιτικής

του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977. Γιώργης Βοντίτσος-Γούσιας, Οι

αιτίες για τις ήττες, τη διάσπαση του ΚΚΕ και της ελληνικής αριστεράς, Αθήνα, 1977. Μήτσος

Παρτσαλίδης, Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Θεμέλιο, 1978. Δημήτρης

Βλαντάς, Εμφύλιος πόλεμος 1945-1949, Αθήνα, Γραμμή, 2 τόμοι, 1979-1981. Μάρκος Βαφειάδης,

Απομνημονεύματα, 5 τόμοι, 1984-1992. Γεράσιμος Μαλτέζος, ΔΣΕ, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας,

ζητήματα στρατηγικής και τακτικής της ηγεσίας του, Αθήνα, 1984. Βασίλης Μπαρτζιώτας, Ο αγώνας του

Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1985.

[44] Δεν περιλαμβάνονται άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες. Βλ. Giorgos Antoniou,

Nikos Marantzidis, ‘Changing Trends in Greek Historiography’, οπ.παρ., σελ. 226.

[45]Mark Mazower, “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”, οπ.

παρ., σελ. 288.

[46] Bλ μεταξύ άλλων για παράδειγμα, F. Voigt, The Greek sedition, London, 1949. Dimitrios

Kousoulas, Revolution and Defeat. The Story of the Greek Communist Party, London, 1965. Edgar

O’Balance, The Greek civil war (1944-1949), London 1966.

[47] Άννα Ματθαίου – Πόπη Πολέμη, Η εκδοτική εμπειρία των Ελλήνων κομμουνιστών, από το βουνό

στην υπερορία 1947-1968, Αθήνα, Βιβλιόραμα-ΑΣΚΙ, 2003, σελ. 104.

[48] Αννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, οπ.παρ. σελ. 120.

[49] Το βιβλίο παρουσιάζεται ως συλλογική εργασία αγωνιστών με επιμελητή τον στρατηγό Γεράσιμο

Αυγερόπουλο και τίτλο, Στ’ άρματα, Στ’ άρματα ιστορία της εθνικής αντίστασης, Αθήνα, Γιαννίκος,

1964. Στο εσωτερικό του βιβλίου παρατίθεται ένας κατάλογος με ονόματα ανθρώπων που χαιρετίζουν

την έκδοση. Πρώτος σε αυτόν τον κατάλογο ο Ι. Πασαλίδης, πρόεδρος της ΕΔΑ ενώ αναφέρονται

επίσης τα ονόματα των Κ. Βάρναλη, Μ. Γλέζου, Κ. Δεσποτόπουλου, Α. Μπριλλάκη, Μ. Σβώλου, Μ.

Θεοδωράκη, κ.α. Πέραν των άλλων αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Αντίσταση

στην Ευρώπη ως έργο κατεξοχήν των κομμουνιστικών κομμάτων. Στην ειδική εισαγωγή του Μ.

Παναγιωτόπουλου με τίτλο «το κίνημα αντίστασης των λαών στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο» (σελ.

37-53) μαθαίνουμε μεταξύ άλλων για παράδειγμα πως η αντίσταση στη Γαλλία ξεκίνησε με

πρωτοβουλία του κομμουνιστικού κόμματος, το 1941, ενώ δεν γίνεται ούτε καν νύξη για τον Ντε

Γκολ.

[50] βλ. Stéphane Courtois, “Luttes politiques et élaboration d’ une histoire: le PCF historien du PCF dans

la deuxième guerre mondiale”, Communisme, 1983, 4: 5-26.

[51] Mark Mazower, “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation” οπ.παρ.,

σελ. 288.

[52] Ενδεικτικά η αναθεωρητική βιβλιογραφία περιλαμβάνει: Dominique Eudes, Les Kapetanios, La

guerre civile grecque de 1943 à 1949, Paris, Fayard, 1970. John Iatrides, Revolt in Athens. The Greek

Communist “Second Round” 1944-1945, Princeton, Princeton University Press, 1972. John Iatrides,

(επ.), Greece in the 1940s. A nation in crisis, Hanover and London, University Press of New England,

1981. Prokopes Papastrates, British Policy towards Greece during the Second World War 1941-1944,

Cambridge, Cambridge University Press, 1984. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της

Κατοχής και της Αντίστασης, Αθήνα, Παπαζήσης, χ.χρ., δύο τόμο

[53] Νίκος Μαραντζίδης, «Τοπικές διαστάσεις του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1943-1945:

μεθοδολογικές επισημάνσεις», Αρχειοτάξιο, 2003, 5, σελ. 112.

[54] Βλ για παράδειγμα, Paloma Aguilar Fernandez, οπ.παρ.

[55] Αντώνης Λιάκος περιέγραψε την νέα οπτική που αναδείχτηκε στις χώρες της Ανατολικής

Ευρώπης και ιδιαίτερα στις Βαλτικές χώρες στο άρθρο του με τον προκλητικό και έξυπνο τίτλο,

«Ποιός κέρδισε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;», Το Βήμα, 13 Ιουλίου 2003.

[56] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Η ρεβάνς των ηττημένων», Το Βήμα, 17 Οκτωβρίου 1999

[57] Για την ‘εκδοχή’ ΠΑΣΟΚ’ της περιόδου χαρακτηριστικό είναι το: Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Η

Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Γερμανών-Ιταλών και Βουλγάρων καταχτητών 1941-1944 και

η αναγνώρισή της από το κράτος (Νόμος 1285/1982), Αθήνα, Εκδόσεις Τσιβεριώτη, 1999.

[58] Ειδικά μάλιστα ο φιλικά προσκείμενος τύπος στο ΠΑΣΟΚ, κυρίως τα Νέα και η Αυριανή, διατηρούν

το θέμα ψηλά από τις αρχές του 1982, είτε με δημοσιεύματα ιστορικού περιεχομένου για την περίοδο

και προσωπικές μαρτυρίες, είτε με αναφορές σε γιορτές μνήμης, είτε τέλος με ενημερωτικά άρθρα για

την πορεία των εργασιών του νομοσχεδίου. Έτσι, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 1982,

οπότε και ψηφίζεται ο νόμος για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, εμφανίζονται 93

δημοσιεύματα στα Νέα και 32 στην Αυριανή. Τα Νέα αφιερώνουν κυρίως άρθρα ιστορικού

περιεχομένου ενώ η Αυριανή επικεντρώνεται περισσότερο στην προβολή των νομοσχεδίων της

κυβέρνησης που αφορούν θέματα όπως η ρύθμιση της επανένταξης των πολιτικών προσφύγων, η

κατάργηση των ΤΕΑ, κα. Βλ. Λαμπρινή Ρόρη, «Από το «δωσίλογο» Μητσοτάκη στη «νέα Βάρκιζα

του ’89» : η μνήμη της δεκαετίας του ’40 στον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ», Ανακοίνωση στο

Συνέδριο του Δικτύου για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, με θέμα «Μνήμες των Εμφυλίων

Πολέμων: τόποι και Εργαλεία», Καστοριά, 2006.

[59] Ο 1285/1982 ψηφίστηκε στις 23 Αυγούστου 1982 από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Ο Νόμος αυτός

ορίζει τον όρο «Εθνική Αντίσταση» και καταγράφει επίσης τις οργανώσεις που αναγνωρίζονται. Αυτές

είναι: Εθνική Αλληλεγγύη (ΕΑ), Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), Εθνικός Δημοκρατικός

Στρατός (ΕΔΕΣ), Εθνική Δημοκρατική Ελληνική Νεολαία (ΕΔΕΝ), Εθνική και Κοινωνική

Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ), Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ), Εθνική Δημοκρατική

Ένωση Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ), Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), Ελληνικό

Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ), Ελληνόπουλα, Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών

(ΕΟΕΑ), Ενιαία Πανελλαδική Ένωση Νέων (ΕΠΟΝ), Εφέδρων Αξιωματικών Πατριωτική Οργάνωση

(ΕΑΠΟ), Ιερή Ταξιαρχία, Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Ενώσεων (ΟΕΝΟ), Πανελλήνια

Ενωση Αγωνιζομένων Νέων (ΠΕΑΝ), καθώς και όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις Κρήτης και όσες

άλλες έχουν αναγνωρισθεί με τα Β.Δ. που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Α.Ν. 971/1949

[60] Αντώνης Λιάκος, «Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα», οπ.παρ. σελ. 29.

[61]Ντοκιμαντέρ όπως αυτό που πρόσφατα επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Στ. Κούλογλου για

λογαριασμό της ΝΕΤ είναι χαρακτηριστικά αυτού του πνεύματος.

[62] Στάθης Καλύβας, «Εμφύλιος Πόλεμος (1943-1949): Το τέλος των μύθος και η στροφή προς το

μαζικό επίπεδο», Επιστήμη και Κοινωνία, 2003, 11, σελ. 39. Το κεφάλαιο του βιβλίου της τρίτης

λυκείου για τη δεκαετία του ’40 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κυριαρχίας.

[63] Προκόπης Παπαστράτης, «Η Ιστοριογραφία της δεκαετίας 1940-1950», Σύγχρονα Θέματα, 1988, 35-37, σελ. 187.

[64] Στάθης Καλύβας, οπ.παρ., σελ. 42.

[65] Τασούλα Βερβενιώτη, «Προφορική Ιστορία και έρευνα για τον Εμφύλιο: η πολιτική συγκυρία, ο

ερευνητής και ο αφηγητής», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 2002, 107 Α’: 157-181.

[66] Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε πως σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται: Mark Mazower,

Inside Hitler’s Greece: The experience of Occupation 1941-1944. New Haven, Yale University Press,

1993. Stathis Kalyvas, “Red Terror: Leftist Violence during the Occupation”, in Mark Mazower (ed.),

After the war was over. Reconstructing the family, nation, and the state in Greece 1943-1960,

Princeton and Oxford, Princeton University Press, 2000. Ρίκυ Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια.

Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Αθήνα, Πλέθρον, 1997. Polymeris

Voglis, Becoming a subject: Political Prisoners During the Greek Civil War, New York, Berghahn

Books, 2002. Nίκος Μαραντζίδης, Οι Μικρές Μόσχες. Πολιτική και εκλογική ανάλυση της παρουσίας

του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Αθήνας, Παπαζήσης, 1997. Νίκος Μαραντζίδης,

Γιασασίν Μιλλέτ, Ζήτω το Έθνος. Προσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική

συμπεριφορά στους Τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές

Εκδόσεις Κρήτης, 2001. Νίκος Μαραντζίδης (επ.), Οι άλλοι καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα

χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα, Εστία, 2005. Τασούλα Βερβενιώτη, Διπλό Βιβλίο,

Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2003. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, ΠΕΑΝ (1941-1945). Πανελλήνιος Ένωσις

Αγωνιζόμενων Νέων, Αθήνα, 2004. Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των

Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2006.

[67] Στάθης Καλύβας, οπ.παρ., σελ. 43.

[68] Γιώργος Αντωνίου, «Τοπικές διαστάσεις στην έρευνα της δεκαετίας του 1940. Όψεις του

φαινομένου της μαζικής κινητοποίησης των πληθυσμών στο Βόιο την περίοδο της Κατοχής»,

Επιστήμη και Κοινωνία, 2003, 11, σελ. 114.

[69] Αν και η αξία της διεπιστημονικότητας για τη μελέτη της δεκαετίας του ’40 είχε ήδη τονιστεί στον

τόμο που είχε επιμεληθεί ο John Iatrides, (επ.), Greece in the 1940s. A nation in crisis, οπ.παρ., πολύ

λίγα είχαν γίνει ως προς αυτόν τον τομέα μέχρι την δεκαετία του ’90. Είναι χαρακτηριστικό για

παράδειγμα, πως ελάχιστος ήταν ο αριθμός των πολιτικών επιστημόνων που όλα τα προηγούμενα

χρόνια είχαν θέσει ως αντικείμενο της έρευνας τους την κατοχή ή τον εμφύλιο πόλεμο. Βλ. Χρήστος

Λυριντζής, «Η πολιτική επιστήμη στην Ελλάδα: μια σταθερή και χωρίς εξάρσεις ανάπτυξη», Σύγχρονα

Θέματα, 2002, 81, σελ. 28

[70] Η ταύτιση αυτή των αναθεωρητών με την Αριστερά οδήγησε τον Γ. Μαυρογορδάτο στη

διαπίστωση πως πρόκειται για «ρεβάνς των ηττημένων» και να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «δεν

υπάρχουν ακόμα οι προϋποθέσεις για μια αποστασιοποιημένη και (κατά τούτο τουλάχιστον)

επιστημονική συζήτηση για τον ελληνικό εμφύλιο, παρά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από

την τυπική λήξη του». Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Η Ρεβάνς των ηττημένων» Στο (συλλογικό),

Πενήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, Αθήνα, Ερμής, 1999, σελ. 40. Ο Γιάννης Ιατρίδης αφηγείτο πως

ένας αμερικανός καθηγητής φίλος του, ακούγοντας τις ανακοινώσεις στο συνέδριο του Modern Greek

Studies Association, το 1978 στην Ουάσιγκτον που ήταν αφιερωμένο στην δεκαετία του ’70 του είπε:

«Τζων μας έφερες τους Νότιους για να μας πουν πως έχασαν. Γιατί δεν έφερες τους Βόρειους για να

μας πουν πως κέρδισαν;»

[71]Μερικά από τα συνέδρια οδήγησαν στην έκδοση συλλογικών τόμων. Βλ.Εφη Βουτυρά, Βασίλης

Δαλκαβούκης, Νίκος Μαραντζίδης, Μαρία Μποντίλα, Το όπλα παρά πόδα: οι πολιτικοί πρόσφυγες του

ελληνικού εμφυλίου πολέμο στην ανατολική Ευρώπη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις του Πανεπιστημίου

Μακεδονίας, 2005. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Χάγκεν Φλάισερ, Εχθρός εντός των

τειχών, όψεις του δοσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2006.

Πολυμέρης Βόγλης, Νίκος Μαραντζίδης, Ελένη Πασχαλούδη (επ.) «Αφιέρωμα: Στρατός και Αντάρτες

στη δεκαετία του 1940», Κλειώ, 3, 2006.

[72] βλ. και Giorgos Antoniou, ‘The Lost Atlantis of Objectivity: The Revisionist Struggles between the

Public and Academic Spheres’, History and Theory, 2007, 46(4): 92-112

[73] Τα Νέα, 20 Μαρτίου, 2004.

[74] Βλ. Βασίλης Κρεμμυδάς, «Ερήμην της κοινωνίας: η νέα θεολογία του ανορθολογισμού», Τα Νέα, 4

Μαίου 2004.

[75] Αρκεί να δει κανείς τις εκφράσεις και τα επίθετα που εκστομίζονται σε διάφορα «φόρουμ»

προκειμένου να καταλάβει κανείς αυτήν την οπαδοποίηση του διαλόγου.