ΟΙ ΔΙΠΛΑ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Η αλληλογραφία του Νίκου Π. Καραγιάννη φέρνει στο φως ιστορίες ανθρώπων που καταδιώχθηκαν από το ίδιο τους το κόμμα

Αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_13/04/2008_266353

Του Τάκη Καμπύλη

O Γ. Γαβριηλίδης βρέθηκε μετά τον Eμφύλιο στη Pουμανία. Kαι εκεί διέσωσε μια άλλη μνήμη. Aν και γλωσσολόγος (και άριστος γνώστης της ρωσικής φιλολογίας) φρόντισε όλα τα χρόνια μέχρι το '80 που επαναπατρίστηκε να συγκεντρώνει γραπτό υλικό (επιστολές, αυτοβιογραφικά κείμενα) από άλλους πολιτικούς εξόριστους. Kυρίως δε, από την ογκώδη αλληλογραφία του Nίκου Π. Kαραγιάννη, που πέθανε στη Pουμανία το 1968, καταδιωγμένος και από το ίδιο του το Kόμμα. H αλληλογραφία του Kαραγιάννη είναι με συντρόφους από τον Eμφύλιο της Iσπανίας και από τον ελληνικό, που βρίσκονται κι αυτοί μοιρασμένοι στις χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Kι αυτοί επίσης καταδιώκονται, άλλοι ως «Zαχαριαδικοί» και άλλοι απλώς ως «προδότες».

Oι επιστολές δεν είναι λογοτεχνικές. Είναι ένα σπάνιο είδος επιστολών. Mεταξύ συντρόφων. Eίναι δύσκολο σήμερα να μπούμε στην ψυχή των ανθρώπων μιας τόσο διαφορετικής εποχής. Πώς να νιώσουμε π.χ. τη ζωή του Kαραγιάννη; Πέρασε -πολεμώντας- με τον Σάββα τη μισή Ισπανία, μετά τη μισή Γαλλία, μετά κήρυξε εν μέσω πολέμου απεργία στα ελληνικά πλοία στην Αγγλία (!), μετά στην Iνδία, στην Aίγυπτο στη σύγκρουση με τους Aγγλους, μετά στο EAM και μετά ο ένας σε διάφορα χωριά των Kαρπαθίων και ο άλλος στην Tασκένδη… «Eίμαστε», έγραψε ο Kωνσταντίνος Tσουκαλάς, «οι ιδέες που πραγματευόμαστε, οι τόποι που πατάμε, οι άνθρωποι που γνωρίζουμε». Aυτοί οι άνθρωποι τότε ήταν «άλλοι». Άλλες διαδρομές, άλλες προτεραιότητες, άλλες σχέσεις. Συχνά απόλυτες, ακραίες. H φιλία δοκιμαζόταν, όπως και η συντροφικότητα, γι' αυτό και πόναγε πολύ όταν μεταστρεφόταν σε περιφρόνηση ή όταν ο θάνατος ερχόταν από συντροφικό χέρι.

Kαι αυτοί οι άνθρωποι, μέσα από τις επιστολές τους αναζητώντας το «γιατί» της απομόνωσης και των βασανιστηρίων που ζουν στις συντροφικές χώρες, χτίζουν μια δεύτερη μνήμη. Αποκαθηλώνοντας μιαν άλλη, επίσημη. Που ξεκινάει από τους πρώτες αγώνες των ναυτεργατών το '20.

O Γαβριηλίδης παρέδωσε τις επιστολές στον εκδότη Mπάμπη Γραμμένο («Φιλίστωρ») και τελικά με την επιμέλεια του Γ. Kόκκινου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Aιγαίου, του ιστορικού Γαβρίλη Λαμπάτου και της γλωσσολόγου Aθηνάς Aθανασοπούλου θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες το βιβλίο με τον τίτλο «Mατωμένη Oυτοπία - Γ. Γαβριηλίδης, N. Kαραγιάννης και άλλοι σύντροφοι» από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ».

Kεντρικό πρόσωπο αυτής της διασωζώμενης μνήμης εκείνων που έχασαν δύο φορές στον ελληνικό Eμφύλιο είναι ο Nίκος Kαραγιάννης. Πέθανε σε πλήρη απομόνωση στη Pουμανία, το 1968. Eίχε προλάβει να ολοκληρώσει ένα σύντομο βιογραφικό του, που διασώθηκε από τον Γαβριηλίδη και συμπεριλαμβάνεται αυτούσιο στο υπό έκδοση βιβλίο.

«Υπηρέτησα στις Διεθνείς Ταξιαρχίες από τις 6.10.36. Πολέμησα σε διάφορους τομείς του μετώπου. Τραυματίστηκα τρεις φορές, έμεινα με αναπηρία στο δεξί χέρι. Συγκεκριμένα έκαμα στα εξής τμήματα:

1. Στο 15ο γαλλοβελγικό τάγμα

2. Με τη δημιουργία του τάγματος Τζούτο Ντιάκοβιτς υπηρέτησα πολιτικός επίτροπος στον ελληνικό λόχο «Νίκος Ζαχαριάδης».

3. Στο τάγμα «Λίνκολν» της μεραρχίας που διοικούσε ο Ούγγρος στρατηγός Λούκατς Γκεόργκι.

4. Στον λόχο διαβιβάσεων της 45ης Μεραρχίας - πολιτικός επίτροπος

5. Στο τάγμα Δημητρώφ - πολιτικός επίτροπος.»

Η πορεία του Ν. Καραγιάννη είναι από κει και πέρα σε πολλά μέτωπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε όλες τις θάλασσες (συνδικαλιστής ναυτεργάτης) σε όλες τις «πατρίδες».

Για ανθρώπους σαν αυτόν η δικαίωση ακόμη δεν έχει έρθει. Όχι με την έννοια της μετά θάνατον ρητορείας αλλά με την ανάληψη της ευθύνης απέναντί του. Και απέναντι σε εκατοντάδες άλλους. Η μοναδική προσπάθεια έγινε από στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '80…

Ήταν και οι πρώτοι που διάβασαν το τέλος της βιογραφίας του Ν. Καραγιάννη: «Η βαριά ηθική δοκιμασία των τελευταίων χρόνων δεν συγκρίνεται καν με τη φυλάκιση από το αστικό κράτος. Σ' εκείνη τη φυλακή νιώθεις περήφανος, είσαι ψυχικά ισορροπημένος. Εδώ σε περιφρονούν, σε ταπεινώνουν, σε θεωρούν ύποπτο, σ' έχουν υπό μόνιμη παρακολούθηση οι ομόφρονές σου. Μολονότι η κατάσταση αυτή δεν μου δημιούργησε αίσθημα κατωτερότητας, ωστόσο επηρέασε άσχημα την ψυχική υγεία και το νευρικό μου σύστημα. (Ρουμανία 1968)».

Δουλεύοντας στους μείον 30°

Χωριό «Πρωτομαγιά», 19.2.66

Αγαπητέ Νίκο, γεια σου!

Στις 15.2.66 πήρα το από 8.2.66 γράμμα σου, ύστερα από 17 χρόνια... Το τελευταίο γράμμα σου το πήρα στη Βαρσοβία. Ηταν γραμμένο στη Θεσσαλία με γραφομηχανή. Εχει ημερομηνία 13-2-49. Το γράμμα σου αυτό το έσερνα μαζί μου σ’ όλη την μακρόχρονη και πολυτάραχη αυτή περίοδο. Τώρα το έχω μαζί μου στη Δυτική Σιβηρία...

Στο γράμμα σου, αγαπητέ Ν., ποιητική αδεία με αποκαλείς «Μιχαήλ Στρογκώφ». Δεν είχα την τιμή να γνωρίσω αυτόν τον κύριο. Στο Κάιρο τον έβλεπα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, όμως δεν μου «γέμιζε το μάτι». Ετσι δεν γνωρίστηκα μαζί του. Πάντως δέχουμε αδιαμαρτύρητα τον τίτλο που μου απονέμεις. Σ’ ευχαριστώ.

Διαβάζοντας (όταν ακόμα ήμουνα νέος) τον Φ. Ντοστογέφσκι, τον Λ. Τολστόι, τον Λ. Αντρέεφ, τον Μ. Γκόρκυ, καθώς και τις εφημερίδες κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, είχα αποκτήσει μια ιδέα για τον ρούσικο χειμώνα... Από τον Οκτώβρη όμως του 1962, που βρίσκομαι εδώ, κατάλαβα ότι από τα βιβλία και τις εφημερίδες ελάχιστα έμαθα γι’ αυτό το πράγμα.

Παρά το σεβασμό που τρέφω για τον μεγάλο ποιητή και φιλέλληνα Α. Πούσκιν, ωστόσο είμαι πυρ και μανία μαζί του για το περίφημο ποίημά του «Ρούσκαγια ζημά» («Ο ρούσικος χειμώνας»). Ηταν κι εκείνος εξόριστος, όμως κάπου στον Καύκασο ή στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Αν τον είχανε φέρει εδώ, αν τον έβαζαν να δουλεύει, για να κερδίσει το ψωμί του, στους σταύλους, ταΐζοντας και καθαρίζοντας αγελάδες, αν δούλευε φορτοεκφορτωτής με κορμούς δέντρων, όπως δουλεύω εγώ με παγωνιά 25, 30 βαθμούς κάτω από το μηδέν, μέσα σε τρομερές χιονοθύελλες, τότε ασφαλώς ο αγαπητός μου Πούσκιν δεν θα έγραφε αυτό το ποίημα...

Από υγεία, παρά τα γερατειά μου, είμαι καλά. Αυτό βοηθάει ν’ αντιμετωπίσω τις κλιματολογικές συνθήκες. Εξάλλου, όταν το κρύο ξεπεράσει τους 30 β., τότε δεν δουλεύουμε, είναι αδύνατο να δουλέψουμε, τα μάτια δακρύζουν και ζαλίζεσαι. Μόλις βγήκα σήμερα έξω, ζαλίστηκα και δάκρυσα...

Παρά την τραγικότητα της θέσης μου, νοιώθω ωστόσο τον εαυτό μου καλύτερα από σένα... Διερωτώμαι, πώς ο βράχος αυτός αρρώστησε... Εύχουμαι ολόψυχα να σε κάμει καλά η επιστήμη, που έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο αυτού που είσαι...

Η μάνα μου πέθανε το 1960 χωρίς να με δει και να τη δω. Τι να γίνει; Αυτή είναι η ζωή μας.

Με αγάπη

Σάββας

«Δεν ξεσκόνιζα και δεν υμνολογούσα»

Χωριό «Πρωτομαγιά», 20.4.66

Αγαπητέ Νίκο, γεια!

Γράφεις ότι το 53 ή 54 πήρα γράμμα από τον άσπονδο φίλο σου αρχιεγκληματία Βλαντά –που βαρύνεται όχι μόνο με πολιτικά, αλλά και με εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου– όπου ζητούσε να του πεις ό,τι ξέρεις για μένα. Μήπως ήθελε να μάθει μόνο για την απόδρασή μου από την ιταλική περίπολο;

Οπως είναι γνωστό, τότε με την ανακαταγραφή το κόμμα ζητούσε πληροφορίες για πολλούς συντρόφους... Ο Ερυθριάδης μού είχε πει να γράψω για όλους τους ναυτεργάτες που γνωρίζω, εκτός από σένα και τον Αρτέμη, αν και σε ανάφερνα [sic] σε όλες τις βιογραφίες μου από την Ισπανία και πέρα.

Στην κομματική ανακαταγραφή με ψήφους 124 υπέρ και ένα λευκό μου δόθηκε το κομματικό βιβλιάριο. Υστερα όμως από 6-7 μήνες η Επιτροπή κομματικής ανακαταγραφής με έβαλε σε εκκρεμότητα «για να διερευνηθούν ορισμένα σκοτεινά σημεία, που παρουσιάζονται στη δράση» μου. Η υπόθεση έφτασε στην Κεντρική Επιτροπή ανακαταγραφής. Τελικά μου δόθηκε το κομματικό βιβλιάριο και σε συνέχεια υπεύθυνη δουλειά.

Λόγω όμως της ξεροκεφαλιάς μου –δεν ξεσκόνιζα και δεν υμνολογούσα– είχα αρκετούς «φίλους», οι οποίοι με τις ρετσινιές «αντισοβιετικός», «ύποπτος» κλπ., κλπ., προσπαθούσαν να με βγάλουν από τη μέση...

Ανάμεσα στους 30 που άρπαξαν είναι και ο Παντελής Κυριακίδης, ο οποίος είναι ήρωας του ΔΣΕ και δεν έχει κανένα «σκοτεινό» σημείο στη ζωή του.

[...] Τώρα μάθε και τούτο το νόστιμο, όπως λένε στη Χίο... Η Ασφάλεια της Τασκέντης είπε σε κάποιο σύντροφο ναυτεργάτη, ότι τάχα εγώ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γαλλία έκαμα προδοσία!!! Ο φτωχός αυτός σύντροφος, ακούοντας για προδοσία ...και μη ξέροντας τίποτε, τα έχασε. Και ενώ ώς τότε με υπεράσπιζε ενεργητικά, γιατί βρίσκομαι στην εξορία, μόλις άκουσε τη λέξη προδοσία, τράπηκε σε άτακτο φυγή... Αυτό είναι καινούριο. Οσον καιρό ήμουν στην Τασκέντη, άκουσα πολλά «νόστιμα» πράγματα σε βάρος μου, όμως για προδοσία ...στο στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είχα ακούσει.

Εχουμε όμως και άλλα, πιο «νόστιμα». Εδώ στην εξορία αξιωματικός της Ασφάλειας έκαμε επανειλημμένες προσπάθειες να με πείσει να παραδεχτώ και να ομολογήσω ότι στην Ελλάδα έχω αδελφό Συνταγματάρχη, ο οποίος φροντίζει να μου βγάλει ελληνικό διαβατήριο για να γυρίσω στην Ελλάδα... Του είπα ότι στην Ελλάδα έχω ένα μόνο αδελφό, ο οποίος δουλεύει γκαρσόνι σε ρεστωράν στην οδό Μάρκου Μπότσαρη, αριθμός 33, Κουκάκι στην Αθήνα. Φροντίστε, αν θέλετε, να εξακριβώσετε αυτά που σας λέω...

Με αγάπη

Σάββας

Αφού δεν πήρα τον «κομματικό», πήρα τον δρόμο της Σιβηρίας

Χωριό «Πρωτομαγιά», 25.4.66

Aγαπητέ μου Νίκο, γεια χαρά!

Αν δεν ήμουνα τόσο ξεροκέφαλος και συμφωνούσα μαζί τους, ασφαλώς ούτε πράκτορα θα με έλεγαν, ούτε αντικομματικό και αντισοβιετικό και οπωσδήποτε σήμερα θα είχα μια υπεύθυνη θέση στην Κομ. Οργάνωση Τασκένδης, αν όχι και παραέξω... Αφού δεν ακολούθησα τον σωστό δρόμο, τον «κομματικό», πήρα τον δρόμο της Δυτικής Σιβηρίας (Βόρειο Καζαχστάν), για να βάλω μυαλό.

Τι ειρωνεία! Οταν εγώ και οι άλλοι 39 παίρναμε τον δρόμο της Σιβηρίας, ο νεώτερος Περικλής της Ελλάδας καταργούσε το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αη-Στράτη και άφηνε «ελεύθερους» τους έλληνες κομμουνιστές. Αυτήν ακριβώς την περίοδο διάλεξαν οι άνθρωποι της 6ης Ολομέλειας για να φτιάξουν στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σοβιετική Ενωση για τους έλληνες κομμουνιστές, πολιτικούς πρόσφυγες...

Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι το στρατόπεδο, όπου μας πέταξαν σαν άδεια και άχρηστα τσουβάλια, ήταν πολύ πιο τρομερό από το στρατόπεδο του Αη-Στράτη. Για να σου περιγράψω τις συνθήκες διαβίωσής μου εδώ πάνω, θα έπρεπε να έχω δυνατή πένα και να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Ισως ο Θέμος Κορνάρος να τα κατάφερνε. Πάντως η εξορία μας αυτή καθ’ εαυτή, ο τρόπος συμπεριφοράς τους απέναντί μας, οι συνθήκες διαβίωσής μας, όλα αυτά αποτελούν ντροπή, ανεξίτηλο στίγμα για τους ανθρώπους που σκέφτηκαν και αποφάσισαν να μας εξορίσουν, ξεσκεπάζει τον φαρισαϊσμό των μεγαλόστομων διακηρύξεων περί ελευθερίας, ανθρωπισμού κλπ., κλπ.

Αυτά γι’ απόψε. Σ’ αφήνω και σου εύχουμαι υγεία.

Με αγάπη

Σάββας

«Μας εκτελείς αναπολόγητους»

Τασκέντη 9.6.66

Αγαπητέ μου Νίκο, γειά σου!

Γράφεις προς τον Παντελή:

«Πώς μπορούν, αλήθεια, παλιοί συμπολεμιστές της Ισπανίας ν’ ανέχονται την “ψευτοεκτέλεση” του αείμνηστου σ. Ν. .Βαβούδη; Συνδικαλιστές που δεν θυμούνται τον “φυγαδευθέντα” στο εξωτερικό τιμημένο νεκρό, μέλος του Π.Γ. Ν. Πλουμπίδη; Μπορεί στ’ αλήθεια να το χωρέσει ανθρώπινος νους πως όντας στημένοι μπροστά στις κάνες του εκτελεστικού αποσπάσματος θα έσβηναν για πάντα από τη ζωή δυο ήρωες κομμουνιστές δυο φορές αναπολόγητοι;»

Τη στιγμή που κατακεραυνώνεις την παλιά ηγεσία και τον ελληνικό μοναρχοφασισμό, διότι εκτελέσανε αναπολόγητους τους δυο ήρωες, διαπράττεις το ίδιο έγκλημα …και εκτελείς εμένα και τον γερο-Νικόλα αναπολόγητους! Από το γράμμα σου μάθαμε για πρώτη φορά ότι ο Ν. Βαβούδης εκτελέστηκε από τον μοναρχοφασισμό και «ψευτοεκτελέστηκε» από την παλιά ηγεσία. Δεν είχαμε πουθενά ακούσει ή διαβάσει γι’ αυτό το πράγμα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσαμε να διαμαρτυρηθούμε για κάποιο έγκλημα που δεν ξέραμε ότι είχε γίνει.

Για τον Ν. Πλουμπίδη μάθαμε πως «ψευτοεκτελέστηκε» κλπ. Σ’ ερωτώ όμως: βάσει ποιων στοιχείων μπορούσαμε να σηκωθούμε και να πούμε: λέτε ψέματα. Πού θα στηριζόμασταν για ν’ ανατρέψουμε την κατηγορία της ηγεσίας;… Εσύ ασφαλώς θα διαμαρτυρήθηκες. Εκαμες καλά. Αυτό είναι προς τιμή σου. Πρέπει, όμως, κάπου να βασίστηκες.

Οταν στην Ισπανία σε κατηγορούσαν οι διάφοροι καριερίστες και τυχοδιώχτες, εγώ στεκόμουν ακλόνητος στο πλευρό σου. Σε γνώριζα καλά και δεν πίστευα στα παραμύθια περί τροτσκιστή κλπ. Θα θυμάσαι ασφαλώς τις τρομερές ημέρες που πέρασες στην Ταμαρίτε. Του Σάββα του λέγανε πολλά για τον Νίκο Μ.[sic], εκείνος όμως απαντούσε συνέχεια «όχι».

Τον Αύγουστο του 1952 στην Α΄ Συνδιάσκεψη της Κομ. Οργάνωσης της Τασκέντης σηκώθηκα και κατήγγειλα τους τραμπουκισμούς και τις παλιανθρωπιές του Γούσια, του Βασβανά και του Ράφτη, έκαμα αυστηρή κριτική του Σταμάτη, τότε υπεύθυνου διαφώτισης της Κομ. Οργάνωσης εδώ, σημερινού γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Μόσχας (του ΚΚΕ).

Αποτέλεσμα: ο Κ. Κολιγιάννης μου έσυρε τα «εξ αμάξης», χωρίς να αμφισβητήσει τις καταγγελίες μου! Από τότε δυνάμωσε το κυνηγητό ενάντιά μου.

Πρέπει εδώ να σημειώσω, ότι ήταν σε όλους γνωστά τα κατοθρώματα του Γούσια, του Βασβανά και του Ράφτη, κανένας όμως από τους σημερινούς κατήγορους της παλιάς ηγεσίας και οπαδούς της νέας δεν τόλμησε να θίξει τα κακώς κείμενα…

Ολα αυτά δεν σου τα λέω για να παινευτώ ότι είμαι παλικάρι, μα για να διαμαρτυρηθώ ενάντια στην κατηγορία σου ότι σιώπησα μπροστά στα εγκλήματα της παλιάς ηγεσίας, δηλ. έδειξα δειλία.

Με πολλή αγάπη,

Σάββας