ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

της Χαρινέλας Τουρνά[1]

αναδημοσίευση από: http://www.eek.gr/default.asp?pid=6&id=533

Αφιερώνεται ως πολιτικό μνημόσυνο στους

Πάνο Πατούχα, Θύμιο Ζώη, Μίμη Γαλάνη

και άλλους ανώνυμους μαχητές του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ.

Παρακολουθώντας τη διαμάχη ιστορικών, πολιτικών επιστημόνων, κοινωνιολόγων και ανθρωπολόγων για τη «σωστή» προσέγγιση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου μας δίνεται η αφορμή να διατυπώσουμε και να αναπτύξουμε ορισμένες σκέψεις που αφορούν την ίδια την υφή της ιστορικής έρευνας και τις δυσκολίες της.

Στο χώρο των ιστορικών σπουδών διεξάγεται τις τελευταίες δεκαετίες από το 1960 μια μακρά φιλοσοφική συζήτηση για τη σχέση ιστορίας και αφήγησης. Κάποια από τα ερωτήματα που απασχόλησαν έκτοτε τους φιλοσόφους της ιστορίας και τους ιστορικούς με θεωρητικές ανησυχίες είναι: Με ποια κριτήρια αποτιμάται η εγκυρότητα μιας αφήγησης που αναφέρεται στο παρελθόν; Η αλήθεια και η αντικειμενικότητα είναι εφικτοί στόχοι των ιστορικών αφηγήσεων; Η μήπως όλες οι αφηγήσεις επηρεάζονται αναπόφευκτα από τις ιδεολογικές, ταξικές κ.λπ. καταβολές του ιστορικού και δεν μπορούν παρά να απευθύνονται σε συγκεκριμένα ακροατήρια; Για να αποφύγουμε έναν παραλυτικό σχετικισμό είναι η αλήθεια αίτημα της ιστορικής έρευνας ναι ή όχι;

Με αφορμή τη συνεχιζόμενη διαμάχη για τον Εμφύλιο , τίθεται το πρόβλημα της οριοθέτησης μεταξύ “επιστημονικών”και “μυθοπλαστικών” αφηγήσεων. Αν και είναι γεγονός η αδυναμία αυστηρής διάκρισης μεταξύ γεγονότων και αξιών, αν κρίνουμε με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια η αλήθεια και η αντικειμενικότητα είναι οι ρυθμιστικές αρχές που οφείλουν να διέπουν την έρευνα των ιστορικών. Το δύσκολο ερώτημα είναι αν η πλήρης εγκατάλειψη αυτών των ρυθμιστικών ιδεών κινδυνεύει να συνεπιφέρει μέσα από τη ριζική αναθεώρηση της καθιερωμένης επιστημονικής ή οιονεί επιστημονικής πρακτικής των ιστορικών, και την υπονόμευση των προϋποθέσεων του ορθολογικού διαλόγου μεταξύ των υποστηρικτών αντίθετων απόψεων, με δυσάρεστα πολιτικά και όχι μόνο αποτελέσματα
Επιστημονική και αφηγηματική ιστορία: O αφηγηματικός λόγος είναι αναπόφευκτος στην ιστορία γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη και εμπειρία έχουν οι ίδιες χαρακτήρα αφηγηματικό. Η Αφήγηση είναι η κλωστή που συνυφαίνει ένα πλήθος μικρών και μεγάλων συμβάντων δίνοντας νόημα σε κάτι που ήταν απλώς εκεί αφημένο στη σιωπή και στη λήθη. Όπως έχει επανειλημμένα υποστηριχτεί στη σύγχρονη φιλοσοφία, η πρόσβαση στα γεγονότα δεν μπορεί να είναι αδιαμεσολάβητη Η αφηγηματική πλοκή δεν είναι μια οποιαδήποτε αχρωμάτιστη κλωστή που μπορεί να υφάνει ουδέτερα κάθε συλλογή γεγονότων. Η κριτική στην αφηγηματική ιστορία επισημαίνει τους στενούς δεσμούς της με την ιδεολογία και τις πολυειδείς και πολυσχιδείς μορφές εξουσίας. Ορισμένοι δεν διστάζουν να ισχυριστούν ότι όλες οι αφηγήσεις είναι σε τελευταία ανάλυση ιδεολογικά φορτισμένες. Όμως αν συμβαίνει κάτι τέτοιο αναρωτιέται κανείς αν έχει νόημα η ίδια η διάκριση ιδεολογίας και ιστορικής επιστήμης.

Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες για όλους όσους πιστεύουν ότι έχουν τη δυνατότητα να απομονώσουν εκείνες τις αφηγήσεις που θα θεωρήσουν επαρκώς “επιστημονικές” και θα τις αντιδιαστείλουν προς τους “μύθους”. Πόσο επιστημολογικά ασφαλής είναι αυτή η διάκριση; Αν για παράδειγμα, η “αναθεωρητική” προσέγγιση συνεπάγεται μια νέα ερμηνεία των μαρτυριών ή και γενικότερα της έννοιας του ίδιου του εμφυλίου πολέμου, πώς μπορούν οι οπαδοί της καθιερωμένης ερμηνείας να την απορρίπτουν αποκλείοντας το προτεινόμενο νέο “αφήγημα” βασισμένο σε μαρτυρίες ως κατασκευή αλλά όχι ως ιστορική αλήθεια.

Χρήσιμη επιστημονικά και κοινωνικά είναι η στοριογραφία που δεν συμψηφίζει, δεν οδηγεί σε μέσους όρους μιας γενικά αποδεκτής ιστοριογραφίας, αλλά έχει το θάρρος κι αυτό αποτελεί και αρετή – να επιχειρεί μια ανάλυση, την οποία δεν διστάζει να τη θεωρεί ταξική: οι κοινωνικές τάξεις, οι κοινωνικές συγκρούσεις, η σύγκρουση αυτή καθεαυτή δεν αποτελούν ένα επιφαινόμενο της Ιστορίας αλλά είναι ήδη εγεγραμμένες στην υφή της ιστορίας, μέσα στο υφάδι της, άρα και στον τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας και των περιστατικών της. Μια νέα μαρξιστική Ιστορία, η οποία θα έχει αποτινάξει το δογματισμό του παρελθόντος αλλά όχι και το βασικό στοιχείο του: ότι η Ιστορία είναι πάντοτε μια σύγκρουση, και η σύγκρουση δεν είναι αξιολογικά ουδέτερη, επομένως ένας ιστορικός που προφασίζεται ή θέλει να είναι ουδέτερος δεν μπορεί να μπει στην ουσία, τη συγκρουσιακή ουσία της ιστορίας. Οι ιστοριογράφοι οφείλουν, στηριζόμενοι σε αυτές τις αφετηριακές θέσεις, να αρνούνται να αποσιωπήσουν, να «στρογγυλέψουν», να περιγράψουν απλώς και να μετρήσουν τα γεγονότα. Υπάρχουν ερωτήματα που οι απαντήσεις τους είναι σαφώς ελλιπείς: Γιατί το ΚΚΕ σύρθηκε ή επέλεξε τη σύγκρουση, όπως και το αντίστροφο, το αντικριστό ερώτημα: Για ποιο λόγο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις αρνήθηκαν και απέκλεισαν οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση; Στην Ελλάδα ο ψυχρός Πόλεμος άρχισε νωρίτερα.

Ο ιστορικός αναθεωρητισμός: Στη Σοβιετική Ένωση και στην πρώην Ανατολική Ευρώπη το 1989 προκάλεσε εκτεταμένες συζητήσεις για την αναθεώρηση της επιβεβλημένης εκδοχής της μνήμης και της ιστορίας. Σ΄ όλη την Ευρώπη απλώθηκε η συζήτηση για την επαναδιαπράγμευση του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, και τη θέση του Ολοκαυτώματος όχι μόνο στο πλαίσιο του πολέμου, αλλά και στο πλαίσιο της δυτικής νεωτερικότητας. Στην ελληνική κοινωνία έχει δημιουργηθεί ένα εκτεταμένο δίκτυο ενδιαφερόντων για την ιστορία με συσσωρευμένα αρκετά εύφλεκτα υλικά για τις μεταγενέστερες αντιπαραθέσεις. Η συζήτηση αφορά κυρίως την ίδια την ιστορία ως πολιτισμικό εγχείρημα, το πώς μετασχηματίζουμε το παρελθόν σε ιστορία, γεγονός που δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε υπόθεση απλώς ιστορικής μεθοδολογίας. Στις σύγχρονες συνθήκες, η καταγγελία του “αριστερο-προοδευτισμού” είναι παρούσα στο λόγο των ακροδεξιών κομμάτων του τέλους του εικοστού αιώνα σε πολλές χώρες η οποία ενίοτε συνυπάρχει με την έμφαση σε “μεταϋλικές” αξίες, που σχετίζονται περισσότερο με ζητήματα ταυτότητας ή ηθικής τάξης. Η προσφιλής ενασχόληση της σύγχρονης άκρας δεξιάς στην Ελλάδα είναι η ιστορία. Αν στην έκρηξη αυτή του παρελθόντος συνυπολογίσουμε και τη στρατηγική ανάπτυξης ενός ηγεμονικού επιχειρήματος στο “μεταπολεμικό πεδίο”, η άκρα δεξιά επιτυγχάνει μια αναβαθμισμένη παρουσία στη δημόσια συζήτηση για την ελληνικότητα και την ιστορία. Οι νεότερες “αναθεωρητικές” ιστοριογραφικές τάσεις αποδίδουν στο ΕΑΜικό κίνημα όλη την ευθύνη για τα φαινόμενα βίας και τρομοκρατίας. Πολλοί οπαδοί αυτών των τάσεων έχουν δημοσιεύσει ιστορικές εργασίες, πέραν αυτού όμως καταλήγουν σε αντι-ιστορικά συμπεράσματα, συμπληρωμένα μάλιστα με την δικαίωση ακόμα και της δράσης των ταγματασφαλιτών. Μανιώδεις κυνηγοί ντοκουμέντων, όπως οι εκθέσεις των ταγματασφαλιτών στο ΓΕΣ, εστιάζουν στο κατά πόσο οι ταγματασφαλίτες ήταν ή όχι ένοχοι στο βαθμό που τους καταλογίζουν.

Γράφει ο Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, Πικρές Αναμνήσεις, Αθήνα, 1974, σελ. 330. «Όσοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας , ας είναι βέβαιοι ότι η πατρίς τους ευγνωμονεί και ότι δόξα και τιμή θα στέφουν αιωνίως την μνήμην εκείνων, οι οποίοι έπεσαν υπέρ αυτής αγωνιζόμενοι εναντίον των κομμουνιστών. […]Δεν είναι νοητόν, πρόσωπα υπηρετήσαντα εις τα Τάγματα Ασφαλείας να έχουν προωθηθή και να έχουν καταλάβη ανώτερα και ανώτατα της πολιτείας αξιώματα, εντούτοις να εξακολουθούν να βαρύνωνται με τον βαρύτατον χαρακτηρισμόν του "προδότου της πατρίδος".{…} Ας ελπίσωμεν, ή μάλλον ας πιστεύσωμεν, ότι θα ευρεθούν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι ως αρμόδιοι θα θελήσουν να εξετάσουν το όλον θέμα και να δώσουν την πρέπουσαν λύσιν»
Δημοσιευμένες την άνοιξη του 1974 από ένα παλιό στέλεχος του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου (και στη συνέχεια, του μεταπολεμικού ελληνικού στρατού) τον υποστράτηγο Βασίλειο Σταυρογιαννόπουλο αποτυπώνουν οι πιο πάνω γραμμές το ιδιότυπο καθεστώς εθελούσιας αυτολογοκρισίας στο οποίο υποβλήθηκαν όσοι επάνδρωσαν τον κατ’ εξοχήν ένοπλο δωσιλογικό μηχανισμό της κατεχόμενης Ελλάδας. Παρόλες τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν από την ακροδεξιά κυρίως πλευρά του πολιτικού φάσματος για την αποσιώπηση του κατοχικού τους παρελθόντος (για τη σιωπή της Αριστεράς φρόντιζε ως τη Μεταπολίτευση η λογοκριτική νομοθεσία περί «αναμόχλευσης των παθών» ) τα ζωντανά βιώματα της Κατοχής ήταν τέτοια που να μην επιτρέπουν οποιαδήποτε πανηγυρική νομιμοποίηση της ένοπλης συνεργασίας με τον κατακτητή. Η ραδιοφωνική αποκήρυξη της 6ης Σεπτεμβρίου 1944 τσάκιζε το ηθικό των ταγματασφαλιτών και νομιμοποιούσε τα τελεσίγραφα του ΕΛΑΣ που τους καλούσε να παραδοθούν για να μην αφοπλιστούν με τη βία Ακόμη και οι πιο πειθαρχημένοι αντάρτες πάντως ένιωθαν συχνά δυσφορία για την «πολιτική σκοπιμότητα» που υπαγόρευσε την αυτοσυγκράτησή τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που το αίμα των δικών τους ήταν νωπό. Μπαίνοντας λ.χ. στη Ναύπακτο, οι ελασίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το θέαμα τριών επονιτών, που είχαν συλληφθεί κι απαγχονιστεί πριν από λίγες μόλις ώρες.

Παρόλο που -όπως ήταν ίσως αναμενόμενο- οι βιαιότητες αυτές κυριάρχησαν τελικά στη συλλογική συνείδηση, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως ο αφοπλισμός των Ταγμάτων Ασφαλείας πραγματοποιήθηκε χωρίς αιματοχυσία: συγκεκριμένα, μετά από διαπραγματεύσεις, παραδόθηκαν οι ταγματασφαλίτες της Ναυπάκτου (19-9-1944)
Ο Σ. Ν. Καλύβας στο άρθρο του Οι πόλεμοι της μνήμης, γράφει: «Η πλευρά αυτή (εννοεί μερίδα της πανεπιστημιακής και παρα-πανεπιστημιακής Αριστεράς) προσπαθεί να αναπαλαιώσει και να συντηρήσει μια εκδοχή της ιστορικής μνήμης του Εμφυλίου που έχει αναδειχθεί ένα είδος καθεστωτικής ιδεολογίας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πρόκειται για μιαν ασπρόμαυρη ερμηνεία που αποτελείται από ήρωες και προδότες, μάρτυρες και εκτελεστές, θύματα και θύτες, χωρίς αποχρώσεις, […]δίνεται έμφαση στη βία της μιας παράταξης ενώ αποσιωπάται η αντίστοιχη βία της άλλης.[…] Η προοπτική είναι σαφής: η επιστημονική έρευνα είναι αυτή που πρέπει να διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη και όχι η κυρίαρχη συλλογική μνήμη την επιστημονική έρευνα. » .

Ο Ν. Μαραντζίδης γράφει στο άρθρο του Η «ρεβάνς των ηττημένων» «…όταν η εθνική ταυτότητα συναντά την πολιτική συγκυρία καταγράφονται οι πιο εντυπωσιακοί μηχανισμοί επιβολής επιλεκτικής συλλογικής μνήμης και αμνησίας, καθώς η σύνδεση του πολιτικού ανταγωνισμού με την εθνική ρητορική συμβάλλει καταλυτικά στην παραγωγή μύθων που έχουν στόχο την εξιδανίκευση της μιας παράταξης και την απονομιμοποίηση και δαιμονοποίηση των αντιπάλων της. […]Η έλευση του ΠαΣοΚ στην εξουσία επέβαλε την κυριαρχία ενός άλλου τύπου μνήμης μέσα στον οποίο η Αντίσταση και ο Εμφύλιος αποτέλεσαν βασικό σημείο αναφοράς[…] Δαιμονοποιείται ο Ράλλης αλλά ξεχνιέται ο ρόλος του βενιζελικού Γονατά στη δημιουργία των ταγμάτων ασφαλείας και του Κεντρώου Γεωργίου Παπανδρέου στη νίκη εναντίον του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά. […] Τα ταμπού και οι μύθοι της μεταπολίτευσης δεν άφησαν ανέγγιχτη την ιστοριογραφία. Ενώ από τη μια η ιστορική έρευνα διεύρυνε τους ορίζοντες της γνώσης μας για αρκετές όψεις της περιόδου, από την άλλη μια σειρά από θέματα […] εξετάστηκαν περιθωριακά ή δεν εξετάστηκαν καθόλου: ο χαρακτήρας της αριστερής βίας, το εύρος της συνεργασίας με τους κατακτητές, τα κίνητρα της ένταξης στις αντιστασιακές οργανώσεις, η βίαιη στρατολόγηση των αγροτικών πληθυσμών από το Δημοκρατικό Στρατό, οι σταλινικές όψεις της λαϊκής εξουσίας του ΕΑΜ και του ΔΣΕ αποτελούν μερικά από αυτά. […]Πόσα ακριβώς ήταν τα μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων; Πόσοι ήταν οι συνεργάτες των Γερμανών και από πότε; Τι ποσοστό του πληθυσμού δεν στρατεύτηκε πουθενά προσπαθώντας αποκλειστικά να επιβιώσει; Πόσοι σκοτώθηκαν από την εμφύλια σύγκρουση; Πόσοι από αυτούς ήταν άμαχοι; Ο κατάλογος μοιάζει να μην έχει τέλος. …».

Ο Στάθης Ν. Καλύβας προτείνει, ως μεθοδολογικές προϋποθέσεις για τη μελέτη του δωσιλογισμού βασισμένος σε άρθρο του πολεμικού ανταποκριτή της αγγλικής εφημερίδας, Daily Express που δημοσιεύτηκε στις 11-10-1944 , ο οποίος αναφέρει πως ενώ το ΕΑΜ στην Πελοπόννησο ξεκίνησε με πατριωτικούς στόχους, εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα είδος τρομοκρατικής οργάνωσης: τα εργαλεία της αρχειακής έρευνας, της τοπικής έρευνας και της ανθρωπολογικής προσέγγισης που επιτρέπουν, όταν συνδυαστούν με την ποσοτική ανάλυση, την εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου στο μικροεπίπεδο, έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα συλλογής μετρήσιμων στοιχείων, κάτι οπωσδήποτε δυσκολότερο για τα δύο άλλα επίπεδα (μακροεπίπεδο και μεσοεπίπεδο). Αυτά είναι τα μεθοδολογικά εργαλεία του ιστορικού αναθεωρητισμού στην Ελλάδα που εκπροσωπείται κυρίως από τους προαναφερθέντες ιστορικούς.
Η συζήτηση γύρω από τους αριθμούς υπογραμμίζει την έλλειψη κατανόησης της ποιότητας του Κακού, που επιτρέπει την ποσότητα να εμφανίζεται σαν μείζον διακύβευμα.. Η “αναθεώρηση”των εγκλημάτων του ναζισμού καλπάζει, πρωτίστως, με βάση μια στρατηγική αιτιολογημένης απόδοσης ενοχής και στους άλλους, τα εγκληματα των οποίων είναι επίσης αμέτρητα και απεχθή, έτσι ώστε να οδηγούμαστε σ’ έναν συμψηφισμό. Μεσούντος του κλίματος που δημιουργήθηκε μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου, ο επανέλεγχος των γεγονότων που συνιστούν τη “ρεαλιστική” αφήγηση της ιστορίας (ανεξαρτήτως του αν ο επανέλεγχος είναι ή όχι ύποπτης προέλευσης) θα οξύνεται. Όμως οι αναθεωρήσεις του μέλλοντος δεν θα είναι λιγότερο συζητήσιμες απ΄ότι οι προκαταλήψεις του παρελθόντος.

Η στρατηγική της λήθης: Η εθνικόφρων ιστοριογραφία αποτυπώνεται κυρίως στις εκθέσεις που έγραψαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, μια σειρά από ηγετικά στελέχη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Οι τελευταίοι ανταποκρίθηκαν σε σχετικό γραπτό αίτημα της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού να συντάξουν «λεπτομερή έκθεσιν» της δράσης τους, με βάση συγκεκριμένο υπόδειγμα έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η επίσημη «συγγραφή της ιστορίας Εθνικής Αντιστάσεως δια την χρονικήν περίοδον 1941-1944, με θέμα την συγκρότησιν των Ταγμάτων Ασφαλείας [και] τας διεξαχθείσας υπό τούτων επιχειρήσεις», βάσει έγκυρων και αδιαβλήτων στοιχείων»1 Όπως ήταν αναμενόμενο, οι εκθέσεις αυτές ελαχιστοποιούσαν τις βιαιότητες των Ταγμάτων και κατά κανόνα διακρίνονται από μια «επιθετικά» απολογητική έκθεση. Λιγότερο μονοσήμαντα υπήρξαν τα πράγματα με τη δημόσια ιστοριογραφία των εθνικοφρόνων (η οποία-ελέω λογοκρισίας μονοπωλεί τη βιβλιοπαραγωγή περί Κατοχής ως το 1960 περίπου)2. Όσον αφορά την αντιμετώπιση των Ταγμάτων Ασφαλείας, μπορούμε να διακρίνουμε εδώ τρεις διακριτές περιόδους, με τα δικά της καθεμιά χαρακτηριστικά: Η πρώιμη φάση (1945-1958): χαρακτηρίζεται από έντονο αντικομμουνισμό, στη συντριπτική τους όμως πλειοψηφία οι συγγραφείς είτε αποφεύγουν να αναφερθούν στα Τάγματα είτε σπεύδουν να τα καταδικάσουν χωρίς περιστροφές, ακόμη κι όταν ανακαλύπτουν δικαιολογητικά για την ατομική στάση όσων κατατάχθηκαν σ’ αυτά. Τα βιώματα της Κατοχής είναι πολύ νωπά, και εξίσου ισχυρή είναι η ανάγκη των εθνικοφρόνων αντιστασιακών να αποτινάξουν τις υποψίες δωσιλογισμού που πλανιούνται πάνω από το «χώρο» στο σύνολό του. Ελάχιστες είναι οι στρατευμένες αφηγήσεις. Η δεύτερη φάση (1958-1967): σημαδεύεται από την προσπάθεια να δοθεί μια εθνικόφρων ιστοριογραφική απάντηση στην επανεμφάνιση της Αριστεράς, μετά την εκλογική ειτυχία της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958 και τη φιλελευθεροποίηση του 1964-1965. Η Τρίτη φάση (1967-1974): είναι αυτή της διατεταγμένης δικαίωσης και μονομερούς κυριαρχίας του λόγου των ταγματασφαλιτών καθώς η λογοκρισία της χούντας εγγυάται την απουσία κάθε αντιλόγου. Ας σημειωθεί πως χάρη στην έμμεση αναγνώριση της δράσης των ταγματασφαλιτών σαν αντιστασιακή δραστηριότητα (1969), όσα σε προηγούμενες φάσεις συνιστούσαν διεκδίκηση, κατοχυρώνονται πλέον ως επίσημη κρατική ορθοδοξία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η λίγο-πολύ διαχρονική επιχειρηματολογία με την οποία επιχειρήθηκε η πολιτική «δικαίωση» των ταγματασφαλιτών: Το πρώτο επιχείρημα το συναντά κανείς κυρίως στην πρώιμη βιβλιοπαραγωγή ή τα υπηρεσιακά απομνημονεύματα των ταγματασφαλιτών, και αφορά την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος από το «αναρχικό» εγχείρημα του ΕΑΜ. Το δεύτερο επιχείρημα είναι η «ερυθρά τρομοκρατία» του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, η οποία οδήγησε μεμονωμένα άτομα και τοπικές κοινωνίες στην αναζήτηση οπλισμού- εν ανάγκη κι από τους Γερμανούς- για τη δυναμική αντιμετώπισή τους. Ο Γιάννης Καραμούζης θα εισηγηθεί το 1950 ένα ερμηνευτικό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο το ΕΑΜ υπήρξε μέχρι τα μέσα του 1943 «πανεθνική» οργάνωση καθολικής λίγο πολύ αποδοχής, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε έναν καθαρά τρομοκρατικό μηχανισμό επιβολής της επαναστατικής δικτατορίας του ΚΚΕ, η αντίδραση σ’ αυτή την «τρομοκρατία» που εκφράστηκε κυρίως από τα Τάγματα Ασφαλείας, υπήρξε σύμφωνα μ’ αυτή την προσέγγιση ένα αυθεντικό λαϊκό κίνημα- και κάτι παραπάνω: μια πραγματική «επανάσταση» εναντίον της «κομμουνιστικής κατοχής»3

Για την τεκμηρίωση του παραπάνω ισχυρισμού, η εθνικόφρων ιστοριογραφία θα καταφύγει σε μια σειρά πάγια σημεία αναφοράς: την «απρόκλητη» διάλυση από τον ΕΛΑΣ των αντιεαμικών ανταρτοομάδων (με ταυτόχρονη αγιοποίηση των τελευταίων), την αναγόρευση των αυτοσχέδιων χώρων κράτησης των αιχμαλώτων του ΕΑΜ σε «στρατόπεδα συγκέντρωσης», (όρος που, μετά τη ναζιστική εμπειρία, έχει αποκτήσει ένα περιεχόμενο ποιοτικά διαφορετικό απ' ό,τι υποδήλωνε νωρίτερα) και φυσικά τις εκτελέσεις «εθνικοφρόνων» από τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ- συχνά με πρωθύστερη παράθεση, έτσι ώστε οι φόνοι των ταγματασφαλιτών να «νομιμοποιούν», αναδρομικά, τον εξοπλισμό τους. Τελικό στάδιο αυτής της επιχειρηματολογίας είναι η απόπειρα καταμέτρησης των εκατέρωθεν φόνων και σύγκρισης των αριθμών που προκύπτουν από αυτή.

Θα χρειαστούν οι ανατροπές του 1989 και κυρίως η ανάδυση του ιστοριογραφικού ρεύματος του «μετα-αναθεωρητισμού» (post-revisionism) στη Δύση, για να ξαναρχίσει η όλη συζήτηση από το μηδέν- ή μάλλον, να επιστρέψει στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αργά ή γρήγορα, το καινούριο «ρεύμα» δεν μπορούσε παρά να μεταφυτευθεί και στην καθ’ ημάς με τη συνήθη καθυστέρηση4. Η συζήτηση ή μάλλον η ανυπαρξία ουσιαστικής συζήτησης που προκάλεσε το 1994 η «Ορθοκωστά» ήταν ένα πρώτο δείγμα5. Αντίθετα με τα τεκταινόμενα σε άλλες χώρες, οι εδώ θιασώτες του δεν θα χρειαστεί να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια: τα διαθέσιμα ιστοριογραφικά υποδείγματα και κατάλοιπα είναι άφθονα, και δεν χρειάζεται παρά ένα στοιχειώδες εκσυγχρονιστικό λίφτινγκ για να πουληθούν ολόφρεσκα στην αγορά.

Είναι γεγονός ότι από τις πηγές ως το σύγχρονο ιστορούν υποκείμενο υπάρχει ένα συνεχές αναγνώσεων και ερμηνειών του παρελθόντος. Ένα συνεχές, ασφαλώς, με κόμβους, κενά και αντιφάσεις όπου κάποιες αναγνώσεις υπερτερούν ή και περιθωριοποιούν άλλες. Με έναν άλλο τρόπο, την ιδέα αυτή τη διατύπωσε και ο Thomas Mann: Πολύ βαθύ είναι το πηγάδι του παρελθόντος, απύθμενο. Επομένως η αφηγηματοποίηση της ιστορίας αποτελείται από άπειρες αναγνωστικές πράξεις και όχι από μία και μοναδική. Εκείνο όμως που είναι αναντικατάστατο είναι το ότι η μνήμη μας επιτρέπει να συλλάβουμε τα νοήματα: το πώς ένιωσαν οι άνθρωποι για όσα έγιναν, πώς τα βίωσαν, με ποια νόηματα τα επένδυσαν, ποιες σημασίες τους απέδωσαν.

Όπως ο Γιάννης Ράπτης, στη Συμβολή στην ιστορία της Ναυπακτίας, Γεγονότα περιόδου 1940-1950, Έκδοση Ειρήνης και Γιάννη Ράπτη, Ναύπακτος 2003, σελ. 6 γράφει: «Δεν ξέρω αν η μνήμη πολλών που συζήτησα, μπορεί να καταγράψει αληθινές ιστορικές καταστάσεις. Αλλά με τη μνήμη γράφεται η ιστορία. Απ’ τον έναν και τους πολλούς, τους ταπεινούς και τους ισχυρούς… Τελικά, αυτή είναι η ιστορία μας. Πράξεις αληθινές μαζί με ονόματα πραγματικά. Το ψέμα και η ανωνυμία βλάπτουν…».

Από την άλλη, όμως η μνήμη είναι μερική. Αποτελεί πληρέστερη μεταφορά της βιωμένης εμπειρίας, αλλά σε περιπτώσεις όπως της διχασμένης μνήμης ή στις περιπτώσεις πολέμων και εμφυλίων, η μνήμη δεν μπορεί να συνθέσει από μόνη της τις αντίθετες εμπειρίες. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι πώς θα αποκτήσουμε μιαν αίσθηση των πολλών διαστάσεων της πραγματικότητας, πώς θα εξοικειωθούμε με την υποκειμενική φόδρα της γνώσης. Η πολυμορφία της κοινωνίας αποτυπώνεται στην πολυμορφία των ιστορικών διηγήσεων του παρελθόντος. Εξαιτίας αυτής της πολυμορφίας και του κατακερματισμού, η ιστορία μετατρέπεται σε ένα πεδίο ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Καθώς μεταβάλλεται το εκάστοτε παρόν, μεταβάλλεται μαζί και το εκάστοτε παρελθόν γιατί μεταβάλλονται τα ζητούμενα της ιστορίας.

Το πρόβλημα είναι πώς θα ακούμε εκείνο που δεν περιμένουμε, τις διάφορες σιωπές, την σιωπή της ανεπίγνωτης σιωπής, της λογοκριμένης αλλά και αυτολογοκριμένης σιωπής, σιωπές εξαιτίας της επιλεκτικότητας της εξιστόρησης, σιωπές για εμπειρίες που είναι τόσο τραυματικές που δεν μπορούν να αφηγηματοποιηθούν και να ειπωθούν, δομικές σιωπές εξαιτίας του τρόπου που συγκροτείται το αρχείο της εξιστόρησης, σιωπές ντροπής, σιωπές ενοχής, μελαγχολικές σιωπές. Αν οι νικητές είχαν την ιστορία, οι νικημένοι απαντούσαν με τη μνήμη. Αν οι ταγματασφαλίτες κατέστρεψαν τα τεκμήρια στα διοικητήρια επί γερμανικής κατοχής, τα θύματα που επέζησαν είχαν τις προσωπικές τους μαρτυρίες, απαντούσαν περισυλλέγοντας τις θρυμματισμένες τους μνήμες, με τα αδιαμεσολάβητα κατάλοιπα του βιώματος.

Η έννοια της καταγραφής της μνήμης ως αντισταθμίσματος στην απώλεια εκφράζεται δραματικά στη μαρτυρία η οποία εμπεριέχει τόσο τη μνήμη όσο και την καταγραφή της. Η μαρτυρία προκύπτει ως αντίσταση στον θάνατο και στην εξαφάνιση. Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά; (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα, “ Στον Νίκο Ε. …1940”). Για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν η στιγμή της ιστορίας είναι εκείνη η σπίθα τη στιγμή της αίσθησης του κινδύνου ότι εξαφανίζεται το παρελθόν. Αυτή είναι η στιγμή που ανοίγει ο Άγγελος της ιστορίας τα φτερά του.6

Η ιστορικοποίηση έχει να κάνει με την κατανόηση και την επούλωση των τραυμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τον Εμφύλιο, όπου οι μνήμες είναι διαιρεμένες και για πολλά χρόνια απωθημένες. Πώς γίνεται ιστορία η εμπειρία του τραύματος; Αυτός ο λόγος δεν μπορεί να αρθρωθεί παρά με υβριδικές μορφές ιστορίας, μνήμης και λογοτεχνίας, που έχουν χαρακτήρα αναπαράστασης.

Στο πρόβλημα της διαταραγμένης μνήμης αναφέρεται ο Paul Ricouer, στο βιβλίο του με τίτλο Η μνήμη, η ιστορία και η λήθη.7 Παραπέμπει σε ένα κείμενο του Φρόυντ, που γράφτηκε το 1914 με τίτλο (Erinneren, Wiederholen und Durcharbeiten, Ενθυμείσθαι, επαναλαμβάνειν και επεξεργάζεσθαι /Θύμηση, επανάληψη και επεξεργασία. Εδώ η έννοια της επεξεργασίας που προτείνει ο Φρόυντ γίνεται για τον Ρικέρ η έννοια της ιστορίας, η διαδικασία του ιστορείν. Στο κοινωνικό επίπεδο το ρόλο αυτό μπορούν να παίξουν οι ιστορικές επιστήμες. Οι ιστορικοί έχουν να αντιμετωπίσουν διηρημένες μνήμες σε περιπτώσεις όπου οι αιτίες της διαίρεσης δεν έχουν ακόμη εξαλειφθεί. Τα φαντάσματα του παρελθόντος ακόμα μας τυραννούνε. Αλλά, ίσως χρειάζεται να αντιστρέψουμε το ερώτημα. Μπορούμε να απελευθερώσουμε το παρελθόν από τον στενό εναγκαλισμό του παρόντος;

Η “αθωότητα” των πραγμάτων δεν διατηρείται. Η μνήμη εργαλειοποιήθηκε. Παρόλα αυτά, όμως υπάρχουν κάποιες σταθερές δεσμευτικές αρχές με βάση τις οποίες μπορούμε να θυμόμαστε και να λησμονούμε; Δύσκολη απάντηση. Γιατί οι κατανομές της λήθης και της μνήμης αποτελούν περιοχές που οι εξουσίες με ζήλο διεκδικούν ως ζωτικό ιδεολογικό χώρο. Η ιστορία δεν είναι ποτέ η αποστασιοποιημένη από τα πάθη του παρελθόντος εμπειρία, ούτε ο ανεπηρέαστος από σύγχρονους προσανατολισμούς λόγος. Ο διαλογικός χαρακτήρας ανάμεσα στους ιστορικούς και τα ίχνη του παρελθόντος, ανάμεσα στους ιστορικούς και τις ανάγκες του παρόντος, ανάμεσα στους ιστορικούς μεταξύ τους, επιτρέπει τον κριτικό έλεγχο αυτής της γνώσης. Στον βαθμό που η ιστορία είναι χρήσιμη ως επιστημονική ιστορία στον βαθμό δηλαδή που η χρησιμότητά της εξαρτάται από την επιστημονικότητα της, στον ίδιο βαθμό υπόκειται στους περιορισμούς του κριτικού ελέγχου

Ο κριτικός έλεγχος περιορίζει βέβαια την αυθαιρεσία (όλα τα αφηγήματα δεν είναι ισοδύναμα, everything doesn’t go). Γιατί όπως γράφει ο Αριστείδης Β. Θεοχάρης, Στη στερεά Ελλάδα με το δημοκρατικό στρατό, 1945-1949, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2006, σελ. 15: ‘Η ιστορία σαν κοινωνική επιστήμη σε μια ταξική κοινωνία, χτισμένη στην ταξική πάλη, δεν μπορεί να είναι αμερόληπτη. Την ιστορική αλήθεια επικαλούνται όλοι όσοι γράφουν, είτε έζησαν ή δεν έζησαν τα γεγονότα είτε τάχθηκαν υπέρ των νικητών ή των νικημένων. Ο υποκειμενισμός και η πλαστογραφία δίνουν και παίρνουν. Η προσωπική μνήμη μπορεί να καταγράψει αληθινές ιστορικές καταστάσεις,να φέρει στην επιφάνεια τη συλλογική προσπάθεια που καταβλήθηκε στη διεξαγωγή κάθε μάχης ξεχωριστά και του πολέμου στο σύνολο του. ”

«Πώς είναι δυνατόν ο διχασμός ενός εμφυλίου, το αντιφατικό και ανατρεπτικό του πνεύμα να γίνει σημείο αναφοράς για το μέλλον να ενοποιήσει αντί να διχάσει να αναδείξει τις εμπειρίες των υποκειμένων χωρίς να υπονομεύσει την ενότητα του έθνους –κράτους; Είναι δυνατή η μετάβαση σε μια ενιαία μνημονική αφήγηση του έθνους χωρίς το στοιχείο της εσωτερικής διάσπασης να αποτελεί σημείο τριβής και έντασης;. Ας θυμηθούμε τους χαρακτηρισμούς « Ενιαία» (δηλαδή άνευ εσωτερικών συγκρούσεων) και «Εθνικοαπελευθερωτική» (δηλαδή άνευ πολιτικών ή κοινωνικών διακυβευμάτων) που επικράτησαν για να χαρακτηρίσουν το φαινόμενο της Αντίστασης στη χώρα μας. Ως αποτέλεσμα η δημόσια επίκληση της Κατοχής αλλά και η ιστοριογραφική της αναπαράσταση εξοβέλισαν και ελαχιστοποίησαν τις εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου. Συνήθως αυτή η νέα εκδοχή του παρελθόντος δεν είναι λιγότερο απλουστευτική από αυτήν που αντικατέστησε. Οι εμφύλιοι και η μνήμη τους αποτέλεσαν και σε άλλες χώρες μια δυσεπίλητη άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας και αυτοκριτικής. Αυτήν την πρόκληση καλούμαστε να διαχειριστούμε σήμερα. Πρόκληση στην οποία οφείλουμε να ανταποκριθούμε με ευθύτητα και διαύγεια.»8.

Οι μαχητές της γενιάς του ’40 αντιστάθηκαν στη σκλαβιά και στον εξευτελισμό παλεύοντας για το Δίκαιο με πράξεις αυθεντικές, όπου ο καθένας έχανε το κατά συνθήκη όνομά του και αγωνιζόταν εξ ονόματος όλων ακόμα και των παιδιών που δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Και χάθηκαν αμέτρητοι ανώνυμοι αγωνιστές. Έκλαψε μονάχα η μάνα τους γι’ αυτούς, βουβάθηκε μονάχα ο πατέρας τους. Από το θάνατο τους μεταλαμβάνουμε, αν δεν ξεχάσουμε… και αν αναλογιστούμε ψάχνοντας στα μικρά γράμματα και στις σιωπές της ιστορίας πως μαχητές των ιδανικών θα βρούμε και θα βρίσκουμε στο μέλλον ανάμεσα στους καθημερινούς ανθρώπους που στέκονται και δρουν ανυπότακτοι, γιατί ο ηρωισμός έχει να κάνει τελικά με ανθρώπους που τους βάρυναν και τους βαραίνουν ενθουσιασμοί και αγώνες, ελπίδες και αυταπάτες και μια φωνή βίαιη και τρυφερή που θόλωσε αναζητώντας Δικαιοσύνη. Ας ζήσουν μέσα στα όνειρα μας ή στους εφιάλτες τους…

** O γνωστός απαίσιος δαίμονας του τυπογραφείου «έφαγε» τις υποσημειώσεις του κειμένου που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο φύλλο της N.Π., 13 τον αριθμό. Στο παρόν β' μέρος δημοσιεύουμε και τις υποσημειώσεις του α' μέρους, παρ' ότι δεν εμφανίζεται η θέση στην οποία αντιστοιχούν. Ζητάμε συγγνώμη. Θα φροντίσουμε να «ανεβάσουμε» το κείμενο στο διαδίκτυο, www.eek.gr, ώστε να επανορθώσουμε, όσο είναι δυνατόν το σφάλμα μας. Σ.E.

Το κείμενο με τις παραπομπές σε:

http://www.eek.gr/files/neaprooptiki/433.pdf

8 Εσωτερική συνοχή και αντιστοιχία προς την πραγματικότητα. (τα ίδια κριτήρια ισχύουν και στη λογοτεχνία)

8 Για μια γενική εικόνα των θέσεων που αποτέλεσαν την αφετηρία της διαμάχης, βλ. τα άρθρα του Στάθη Καλύβα, «Κόκκινη τρομοκρατία. Η βία της αριστεράς στην Κατοχή» στο Mark Mazower, (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, μετάφρ.Ειρήνη Θεοφυλακτοπούλου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2003, σς. 165-2004, {πρωτότυπο στα αγγλικά After the War Was Over, Princeton, Princeton University Press, 2000} και “Εμφύλιος Πόλεμος (1943-1949): Το τέλος των μύθων και η στροφή προς το μαζικό επίπεδο”, Επιστήμη και κοινωνία, τεύχος 11{Φθινόπωρο 2003}, σς 37-70, όπου παρέχεται και λεπτομερής βιβλιογραφία των πρώτων αντιδράσεων στην προτεινόμενη νέα θεώρηση της βίας της Αριστεράς. Βλ. ακόμη και τη συνοπτική απάντηση σε αυτές τις αντιδράσεις στο Στάθης Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, “Δεν θα επιστρέψουμε στα πέτρινα χρόνια”, ΤΑ ΝΕΑ 16-17 Οκτωβρίου 2004, ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, σς. 14-15, όπως Νένης Πανουργιά, “Ο “Άγιος Βελουχιώτης” και οι… άμοιροι Ταγματασφαλίτες”, ΤΑ ΝΕΑ 2-3 Οκτωβρίου 2004, ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, ΣΣ. 22-23.

8 Βλ. Αλεξίου, .ο.π: «Μια κοινωνία χωρίς υποκείμενο και μια ιστορία ως ενσάρκωση της απόλυτης απροσδιοριστίας εύκολα μπορεί να γίνουν έρμαιο στα χέρια αυταρχικών και φαταλιστικών δυνάμεων». Θα ήταν βέβαια δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η αναγνώριση της σχετικότητας των διάφορων, μη αναγώγιμων προοπτικών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανοχή πολλών ασύμβατων θεωρήσεων, και όχι στην «αναρχία» ή στην υποδούλωση στην ισχυρότερη επικρατούσα άποψη. Ίσως, στη θέση της αναζήτησης της ανέφικτης ιστορικής γνώσης θα έπρεπε, όπως γράφει η Α. Κουφού, να θεωρούμε στόχο μας απλώς το «να συμβάλουμε στην προβληματοποίηση των όρων και στην ανάδειξη της πολυμορφίας και διαπλοκής των φαινομένων»{ό.π..σ. 98}

8 Θόδωρος Αραμπατζής, «Τι είναι ένα ιστορικό γεγονός;» Cogito 01, (Ιούλιος 2004), σελ.69.

8 Με την ονομασία «Τάγματα Ασφαλείας» υποδηλώνονται εδώ οι ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ανταρτών ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός του όλου εγχειρήματος όπως αυτός αποτυπώνεται στην επίσημη υπηρεσιακή αλληλογραφία των κατοχικών αρχών ήταν η υπόθαλψη του ενδοελληνικού εμφυλίου έτσι ώστε να αυξηθεί η ευστοχία των κατασταλτικών μέτρων εναντίον του ΕΑΜ και το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Σύμφωνα με την πασίγνωστη διατύπωση του στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας Αλεξάντερ Λέερ (24.1.44) έπρεπε «να αξιοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας» Hagen Fleischer, “Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας”, Μνήμων 8, (1980-1982), σε. 193.

8 Νομοθεσία ενεργή ακόμη και στη διάρκεια του φιλελεύθερου «ανοίγματος»της κυβέρνησης της Ε. Κ. Στις 13-1-1965, λ.χ. η Εισαγγελία Εφετών άσκησε δίωξη με βάση το Ν. 509 και το Ν.Δ.4234/62 κατά των Π.Παρασκευόπουλου και Ν.Κίρκη για κάποια – απλώς φιλοεαμικά- επετειακά δημοσιεύματα στην εφημερίδα Αυγή 26-27, 9, 64. Χρειάστηκε διεθνής κινητοποίηση ( με παρεμβάσεις της Διεθνούς Ενώσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ομοσπονδιών Τύπου κ.λπ.) για να αναβάλει τελικά το Δικαστήριο την εκδίκαση της υπόθεσης «επ' αόριστον». (Η Αυγή, 261, 10.2, και 23 2.1965)

8 Σταυρογιαννόπουλος 1966, σελ. 48-49, 53-4, και 82 και 1974, σελ. 219-220, και 254, έκθεση Γ. Τολιόπουλου (15-11-1955), όπ.π.σελ. 214-215.

8 Χρήστος Γιαννακόπουλος, Και διηγώντας τα μην κλαίς!, Αθήνα 1994, σελ. 87.

8 Το μεγαλύτερο μέρος του Τ.Α. Ναυπάκτου (447άνδρες) έφυγε με πλοία στην Πάτρα. Στην πόλη παρέμειναν περίπου 150 ντόπιοι ταγματασφαλίτες, «υπό ιδίαν ευθύνην», οι οποίοι παρέδωσαν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ κι αφέθησαν ελεύθεροι (Σταυρογιαννόπουλος 1974, σελ. 262-270, Λουκάς, 2004, σελ.37-40)

8 ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 9 Ιουλίου 2006, νέες εποχές,

8 όπ.π.σελ.Α52.

8 «Εχθρός» εντός των τειχών. Όψεις του Δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής, επιμέλεια; Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ηλίας Νικολακόπουλος και Χάγκεν Φλάισερ.γ’ έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006.

8 Walter Lucas, “In Greece, “Quislings” are pro- British”, Daily Express, 11-10-44.

8 ΔΙΣ/915/Α12, ΓΕΣ/ΔΙΣ(ΣχηςΚ. Ιατρού) προς Ν. Κουρκουλάκο κ.ά. ΒΣΤ 902 {Αθήνα}6.2.1955, αρ. πρωτ. 169/62/401957Α. Σε άλλη ομοειδή αίτηση της υπηρεσίας προσδιορίζεται ότι οι «επιχειρήσεις» των Ταγμάτων Ασφαλείας διεξήχθησαν «κατά των αναρχικών»(ΔΙΣ/915/Β/6, Υπγος Μ.Παπακωνσταντίνου προς Σχη Μουστακόπουλο, 15-5-1957, αρ. Φ69/6/385840.

8 Αυτολογοκριμένη μνήμη, Τάσος Κωστόπουλος, εκδ. Φιλίστωρ, σελ. 113-115

8 Για την ενθουσιώδη ανακάλυψη (και υιοθεσία) αυτού του αυτοχαρακτηρισμού από έναν νεώτερο ερευνητή: Stathis Kalyvas, “Red Terror, leftist violence dyring the Occupation”.σε Mark Mazower(ed) After the war was over, Πρίστον 2000, σελ. 154, του ίδιου, “Η γκρίζα ζώνη. Όψεις πολιτικής στράτευσης ατον κατοχικό εμφύλιο, 1943-1944”, Κλειώ, 1 (2004), σελ. 69.

8 Για την επίσημη εμφάνιση (ακριβέστερα: διακήρυξη προθέσεων) αυτού του ιστοριογραφικού «ρεύματος» στη χώρα μας, βλ. Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης, «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», Τα Νέα 20-3-2004 για την σχεδόν ταυτόχρονη αυτοπαρουσίασή του στο διεθνές αγγλοσαξωνικό (και αγγλόφωνο) κοινό: Nikos Marantzidis & Giorgios Antoniou, “The axis Occupation and Civil War changing trends in Greek historiography, 1941-2002”, Journal of peace Research, 41/2 (2004), σελ. 223-231. Βλ. επίσης Ιός της Κυριακής, « Η νέα δεξιά ιστοριογραφία. Οι ταγματασφαλίτες δικαιώνονται» και « Εκσυγχρονισμένα κονσερβοκούτια. Η νέα «σοβιετολογία» για την κατοχή και την Αντίσταση», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 26. 10.2003 και 5-12-2004, αντίστοιχα.

8 Για μια έξοχή κριτική του βιβλίου Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού, βλ. Κώστα Βούλγαρη, Η παρτίδα. Ένα παιχνίδι λογοτεχνίας και ιστορίας, Αθήνα, 2004

8 W. Benjamin, Illuminations, (επιμ. και εισαγ. Hannah Arendt), Fontana- Collins, 1973.

8 Paul Ricouer, La Memoire, l’Histoire, l’ Oublie, Παρίσι, Seul, 2000.
21 Η επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος,του Γ.Αντωνίου, όπ.π.





[1] H Xαρινέλα Tουρνά είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας. Tο κείμενο είναι η εισήγησή της σε εκδήλωση που οργάνωσε το EEK στη Nαύπακτο στις 1.6.08 με θέμα «Eμφύλιος Πόλεμος - Eξήντα χρόνια από το τέλος των μαχών στη Nαυπακτία».