ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Πολυμέρη Βόγλη[1]

αναδημοσίευση: http://enthemata.wordpress.com/2011/01/30/voglis/

Πριν ένα χρόνο, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας είχε διοργανώσει μια συνάντηση με θέμα τη δεκαετία του 1940 («Δεκαετία 1940: Η εποχή των ρήξεων», Αθήνα, 16-17 Ιανουαρίου 2010). Όταν η συνάντηση τελείωσε, ήταν κοινή διαπίστωση των διοργανωτών ότι η συζήτηση για την δεκαετία του 1940 ήταν σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από την ευρύτερη ιστοριογραφία και ότι η αφετηρία πολλών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων που συνέβησαν στη δεκαετία του 1940 βρισκόταν στον Μεσοπόλεμο. Επιπλέον, ο Μεσοπόλεμος για πολλά χρόνια δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο ενός συνεδρίου ιστορικών –το τελευταίο σημαντικό συνέδριο για τον Μεσοπόλεμο (ή, ακριβέστερα, για τον βενιζελισμό) είχε διοργανωθεί το 1986 (τα πρακτικά του οποίου εκδόθηκαν στο συλλογικό τόμο υπό την επιμέλεια του Γ. Μαυρογορδάτου και του Χ. Χατζηιωσήφ: Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, 1988). Με αυτές τις σκέψεις, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας προχώρησε στη διοργάνωση της συνάντησης «Νέες προσεγγίσεις στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, 1922-1940» (Αθήνα, 14-16 Ιανουαρίου 2011).

Το θέμα που κυριάρχησε στη συνάντηση από πλευράς ανακοινώσεων και συζήτησης αφορούσε τους πρόσφυγες του 1922 (π.χ. ζητήματα εγκατάστασης και αποκατάστασης, κοινωνικής πολιτικής, σχέσεων με γηγενείς, συλλογικής οργάνωσης, κ.ο.κ.) Θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι μέχρι πρόσφατα οι πρόσφυγες δεν είχαν προσελκύσει το ενδιαφέρον των ιστορικών, παρά το γεγονός ότι η άφιξή τους άλλαξε την ελληνική κοινωνία. Οι πιο πολλές μελέτες για την εγκατάσταση των προσφύγων προήλθαν από αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, παρά από ιστορικούς. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι η εμφάνιση της κοινωνικής ιστορίας στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980 (όπως είχε συμβεί διεθνώς ήδη από τη δεκαετία του 1960) συνδέθηκε με τη μελέτη της εργατικής τάξης, ενώ αργότερα, στη δεκαετία του 1990, η ανάδυση του εθνικισμού και της κουλτούρας των «χαμένων πατρίδων» λειτούργησε αποτρεπτικά για τους ιστορικούς αναφορικά με τη μελέτη των προσφύγων. Το ενδιαφέρον των ιστορικών για την εγκατάσταση και την ενσωμάτωση των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου φαίνεται να τροφοδοτείται αφενός από τις σύγχρονες συζητήσεις που διεξάγονται με αφορμή τη μετανάστευση και αφετέρου από την ιστοριογραφία της δεκαετίας του 1940 που ανέδειξε το υπόβαθρο των εθνοτικών και πολιτισμικών αντιθέσεων που υπήρχε πριν τον πόλεμο.

Πάντως, η μελέτη των προσφύγων του 1922 θα μπορούσε να μετατραπεί σε προνομιακό πεδίο έρευνας καθώς εγείρει, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της κατασκευής ταυτότητας, της ανάδυσης ενός συλλογικού υποκειμένου, της εγγραφής του «άλλου» στο συλλογικό φαντασιακό, της αναδιάταξης των κοινωνικών αντιθέσεων και της ανασημασιοδότησης της πολιτισμικής διαφοράς. Ταυτόχρονα, η εγκατάσταση και η αποκατάσταση των προσφύγων αποτέλεσε ένα πεδίο παρέμβασης του κράτους σε πρωτόγνωρη κλίμακα. Η κρατική πολιτική για τους πρόσφυγες ήταν ένα είδος κοινωνικής και εθνολογικής «μηχανικής», μέσα από την οποία το κράτος οργανώθηκε, επεκτάθηκε, ισχυροποιήθηκε και διείσδυσε στην κοινωνία. Οι νέες ερευνητικές δυνατότητες που διανοίγονται από τη μελέτη της κρατικής πολιτικής στον Μεσοπόλεμο φάνηκαν και στις ανακοινώσεις νέων ερευνητών από πολυτεχνικές σχολές, που έδειξαν πόσο γόνιμος μπορεί να είναι ένας διάλογος με αυτές τις επιστήμες, ένας διάλογος που, δυστυχώς, σπάνια γίνεται.

Όσο έντονη ήταν η «παρουσία» των προσφύγων άλλο τόσο αξιοπρόσεκτη ήταν η «απουσία» του κόσμου της εργασίας από τις ανακοινώσεις της συνάντησης, παρά το γεγονός ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες εκδόθηκαν στην Ελλάδα πολλές και σημαντικές μελέτες οι οποίες «συνομιλούν» με τις νέες ιστοριογραφικές τάσεις, προσεγγίζοντας τον κόσμο της εργασίας από τη σκοπιά της υποκειμενικότητας, του φύλου, της εμπειρίας, των συναισθημάτων κ.ο.κ.

Η συνάντηση του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας για τον Μεσοπόλεμο ανέδειξε και άλλα ζητήματα όπως οι συγκρούσεις νεωτεριστικών και συντηρητικών τάσεων στην κοινωνία, οι οποίες δεν είναι συντεταγμένες αλλά πολυσχιδείς και δεν μπορούν να ενταχθούν στο παλαιό δίπολο «βενιζελισμός-αντιβενιζελισμός»· οι παραδοσιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης στον αγροτικό κόσμο και ο (συχνά βίαιος) τρόπος τον οποίο αντέδρασε στις οικονομικές αλλαγές και την εξουσία που αντιπροσώπευε το νεωτερικό κράτος, ειδικά στις περιοχές που μόλις είχαν ενταχθεί στην επικράτεια· η αναγνώριση του συλλογικού υποκειμένου μέσα από θεσμική εκπροσώπησή του (συλλόγους, σωματεία κλπ.), φαινόμενο που εμφανίζεται για πρώτη φορά εκείνη την εποχή· η οργάνωση της επίσημης μνήμης μέσα από την ανέγερση ενός κεντρικού, εθνικού μνημείου κ.ά. Τέλος, πολλές ανακοινώσεις επικεντρώθηκαν στις εντάσεις που συσσωρεύονται λόγω της ατελούς ενσωμάτωσης των προσφύγων και των πολιτικών εθνικής ομογενοποίησης και οι οποίες θα έλθουν στην επιφάνεια στην Κατοχή. Ωστόσο, ενώ υπάρχει η ανάγκη να συσχετισθεί η δεκαετία του 1940 με τις εξελίξεις στον Μεσοπόλεμο, από την άλλη πλευρά διαφαίνεται ο κίνδυνος να προσεγγιστεί ο Μεσοπόλεμος τελεολογικά και να ερμηνευθεί με βάση τις μεταγενέστερες εξελίξεις, λόγω της βαρύτητας που ούτως ή άλλως έχει η δεκαετία του 1940 στην ελληνική ιστορία και του ειδικού βάρους που έχει πλέον αποκτήσει στην ιστοριογραφία.

Εν κατακλείδει, το υψηλό επίπεδο των ανακοινώσεων, η ζωντανή συζήτηση, η μεγάλη συμμετοχή (κυρίως νέων) ερευνητών στη συνάντηση, δείχνουν ότι το εγχείρημα του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας έχει μέλλον…



[1] Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας