Η ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΑ ΒΕΝΤΖΙΑ: 1941 –1945

αναδημοσίευση από: http://www.fora.gr/grevena/themata/elas.html

Θανάσης Καλλιανιώτης [1]

ομιλία μου στο πανελλήνιο επιστημονικό συνέδριο “Γρεβενά, Ιστορία –Τέχνη –Πολιτισμός” στο Ξενοδοχείο “Αχίλλειον” Γρεβενών, οργανωμένο από τη Νομαρχία Γρεβενών (1 –3 Φλεβάρη 2002)

Αγαπητοί επίσημοι προσκεκλημένοι, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί κύριοι και κυρίες

Η παρούσα ανακοίνωση έχει τίτλο “Η Κατοχή στα Βέντζια: 1941 –1945”. Εύλογα θα ρωτούσαν βέβαια αρκετοί: Αφού οι Γερμανοί έφυγαν το 1944 πώς φτάνει η Κατοχή ως το 1945; Η απλούστερη απάντηση είναι ότι ως το καλοκαίρι του 1945 υπήρχαν ακόμα στην Ελλάδα Γερμανοί, στην Κρήτη, συνεπώς η Κατοχή δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια των ετών ΄41 -΄44. Τα Βέντζια κατέχονταν μόνιμα από τους Ιταλούς για 22 μόνο μήνες, από τα τέλη δηλαδή της άνοιξης του ΄41 ως το Φλεβάρη του ΄43. Από τότε ως το καλοκαίρι του 1945, για 27 μήνες, την εξουσία κατείχε το ΕΑΜ. Μετά για δέκα μήνες κυβέρνησαν την περιοχή διορισμένοι αντιπρόσωποι του κράτους και για άλλους πέντε μήνες εκλεγμένοι αντίστοιχοι, οι οποίοι διώχτηκαν μετά από τους αντάρτες του ΔΣΕ. Κατά το χρόνο της κατοχής των Βεντζίων από το ΕΑΜ τέσσερις φορές πέρασαν από κει οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους, αλλά καμιά φορά δεν παρέμειναν πάνω από 3 μέρες. Ο ομιλών θεωρεί ότι η Κατοχή επεκτείνεται ως το 1945, γιατί οι δομές που είχε δημιουργήσει το ΕΑΜ συνεχίζονταν ως εκείνο το έτος.

Ας αναφερθούν μόνο δύο λόγοι γιατί προτιμήθηκε να εξεταστεί ιστορικά η περιοχή των Βεντζίων: ο πρώτος είναι η καταγωγή της γιαγιάς, το γένος Καρακούλα, από την Τόρστα, όπως ονόμαζε την Ποντινή. Ο δεύτερος είναι ο οίστρος που έλκει τον ιστορικό να ασχοληθεί με περιοχές άγνωστες στους πολλούς και στην επιστημονική ακόμα κοινότητα. Αφού, λοιπόν, πάρθηκε η τελική απόφαση άρχισε η έρευνα. Πριν όμως εκτεθεί το γενικό της πλαίσιο πρέπει δημοσίως να ευχαριστήσω το προσωπικό των Πρωτοδικείων Γρεβενών και Κοζάνης και επίσης τους ληξίαρχους των Δήμων Βεντζίου και Σιάτιστας για την τόσο πρόσφορη διάθεση να με εξυπηρετήσουν. Επίσης τους αυτόπτες μάρτυρες της περιοχής, με τους οποίους αναδιφήσαμε μαζί την ταραγμένη εκείνη εποχή. Τέλος δύο ανθρώπους ακόμα, το δάσκαλο Χριστόφορο Κωνσταντινίδη από τη Μικροκλεισούρα και τον ξυλουργό Ευάγγελο Πάσχο από την Κνίδη που με εμπιστεύτηκαν τα ανέκδοτα έργα τους, τα μόνα διαθέσιμα από ανθρώπους του τόπου.

Παλιότερα συναντούσε κανείς ελάχιστα πράγματα για τα Βέντζια σε βιβλία ή εγκυκλοπαίδειες, ενώ σήμερα με τη βοήθεια ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή εύκολα μπορούν να αντληθούν σε αδρές γραμμές πληροφορίες για την περιοχή. Περισσότερα στοιχεία βρίσκει κανείς μόνο έπειτα από κοπιώδη έρευνα σε βιβλιοθήκες κι αρχεία. Ευκολότερος τρόπος άντλησης πληροφοριών είναι οι επισκέψεις στην περιοχή και οι συζητήσεις με αυτόπτες μάρτυρες που σιγά σιγά εκλείπουν. Σε όλη αυτή τη βάσανο της αναζήτησης υποβλήθηκε για αρκετό καιρό ο ομιλών προσπαθώντας να συζεύξει τις γραπτές πηγές με την προφορική διήγηση πάνω στον καμβά της Ιστορίας, μια εργασία όχι τόσο εύκολη.

Η λέξη Βέντζια, σλαβικής ίσως προέλευσης, ονοματίζει έναν ημιορεινό τόπο, του οποίου οι 5000 περίπου κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, απομονωμένοι από τα εμπορικά κέντρα κι οδούς λόγω του ποταμού Αλιάκμονα από τη μια μεριά κι εξ αιτίας του όρους Μπούρινος από την άλλη. Κατά τη δεκαετία του ΄20 το 1000 κάτοικοι, οι περίφημοι Βαλαάδες, Μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι χωρικοί, είχαν μεταναστεύσει στην Τουρκία και τη θέση τους κατέλαβε ίσος αριθμός Ποντίων προσφύγων, που ομιλούσαν την ποντιακή και λιγότεροι την τουρκική γλώσσα.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες εισχώρησαν δειλά το 1936 θεωρίες αμφισβήτησης εναντίον των δύο κυρίαρχων ιδεολογιών που ως τότε περιοδικά νέμονταν την εξουσία. Το καλοκαίρι του 1942 οι θεωρίες αυτές παρουσιάστηκαν καλυμμένες με το μανδύα της αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΑΜ, το οποίο είχε πρωταρχικό στόχο να εκδιώξει τον Κατακτητή, με αποτέλεσμα λίγο περισσότεροι ακόμα, πρόσφυγες και ντόπιοι, να συγκινηθούν. Καταλυτική για την κατακόρυφη αύξηση των μελών της Αντίστασης ήταν η εμφάνιση μιας ομάδας ανταρτών του ΕΛΑΣ που διαπέρασε την περιοχή ερχόμενη από τα Γρεβενά. Με τη δύναμη των όπλων τους οι αντάρτες κατάλυσαν την τοπική εξουσία και την αντικατέστησαν με ανθρώπους που ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν το πρόγραμμα της επανάστασης.

Όλοι σχεδόν οι στρατεύσιμης ηλικίας κάτοικοι των Βεντζίων συμμετείχαν στη μάχη του Φαρδυκάμπου το Μάρτη του 1943, με τα λάφυρα της οποίας σχηματίστηκε μια ολιγομελής στην αρχή ομάδα ανταρτών, η οποία αυξήθηκε με την κατάταξη κι άλλων από γειτονικές περιοχές. Το “συγκρότημα Μπούρινου”, όπως αρχικά ονομάστηκε το τοπικό τμήμα των ανταρτών, επιτέθηκε εναντίον των Γερμανών στη Ροδιανή και την Καλαμιά με αποτέλεσμα τα Βέντζια, η έδρα των ανταρτών, να γίνουν στόχος της πρώτης εχθρικής επιδρομής τον Αύγουστο του 1943 κατά την οποία κάηκαν σπίτια και σκοτώθηκαν άμαχοι. Τότε αποκαλύφτηκε για πρώτη φορά στους κατοίκους, ότι με η ενεργός συμμετοχή τους στην Αντίσταση εκτός από οφέλη είχε και παρενέργειες.

Το Σεπτέμβρη του 1943 οι αντάρτες των Βεντζίων μαζί με άλλα τμήματα πέρασαν στη Ζαρκαδόπετρα Κοζάνης, για να εκδιώξουν τους οπλίτες της αντικομουνιστικής οργάνωσης ΠΑΟ και τα κατάφεραν. Τέσσερις μήνες αργότερα αντάρτες πάλι των Βεντζίων μαζί με Εφεδρικό, οπλισμένους δηλαδή πολίτες, χτύπησαν τρία χωριά του Τσιαρτσιαμπά, που είχαν πάρει όπλα εναντίον του ΕΛΑΣ και γύρισαν στα Βέντζια φέρνοντας μαζί τους ως λάφυρα ζώα, τρόφιμα κι Έλληνες αιχμαλώτους, τους οποίους εκτέλεσαν δικάζοντάς τους δημόσια. Η έννοια της Αντίστασης κατά του Κατακτητή διευρύνθηκε κι επεκτάθηκε, εφ’ όσον συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτή και οι Έλληνες συνεργάτες του, ή όσοι θεωρούνταν ως συνεργάτες. Έτσι ο εμφύλιος πόλεμος είχε ήδη αρχίσει για τα Βέντζια και θα τελείωνε ακριβώς μετά από έξι ολόκληρα χρόνια.

Τον Φλεβάρη του 1944 οι Γερμανοί απάντησαν με μιαν εκκαθαριστική επιχείρηση, καίγοντας πάλι σπίτια και σκοτώνοντας αμάχους. Νέες επιθέσεις του ΕΛΑΣ Βεντζίων στον Τσιαρτσιαμπά εναντίον των μεταλλείων Ροδιανής αλλά και κατά των εξοπλισμένων από τους Γερμανούς χωρικών, προκάλεσαν άλλες δύο επιδρομές εναντίον των Βεντζίων τον Ιούνη και τον Ιούλη του ιδίου έτους, στις οποίες πήραν μέρος και αντικομουνιστές οπλίτες της Κοζάνης. Στην τελευταία από αυτές οι οπλίτες του ΕΕΣ ή Παοτζήδες, όπως κοινώς –και λανθασμένα- έχουν επικρατήσει, επιχείρησαν να πάρουν με το μέρος τους την Ποντινή και τους Αγαλαίους, με τους κατοίκους των οποίων ομιλούσαν την ίδια γλώσσα, την τουρκική. Δεν είχαν όμως επιτυχία, προφανώς γιατί ελάχιστοι μπορούσαν να λησμονήσουν ότι η περιοχή ανήκε στην επικράτεια του ΕΑΜ και, όταν οι οπλίτες του ΕΕΣ θα έφευγαν στον Τσιαρτσιαμπά και τα Μπουτζάκια, οι αντάρτες πάλι θα ξανάρχονταν.

Είχαν σκεφτεί πολύ σωστά οι Τουρκόφωνοι της Ποντινής, γιατί όταν οι αντάρτες επέστρεψαν στα Βέντζια δεν παρέλειψαν να εχθρευτούν την Ποντινή και τους Αγαλαίους, επειδή θεώρησαν ότι μερικοί κάτοικοί της είχαν διακονήσει τον ΕΕΣ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Εκτελέστηκαν, λοιπόν, τον Ιούλη του 1944 δύο από αυτά τα χωριά και παράλληλα οι οικογένειες άλλων εφτά, που είχαν έντρομοι εγκαταλείψει την Ποντινή για να προφυλαχτούν στην Κοζάνη, εξορίστηκαν. Δύο ανθρώπους, έναν από την Κνίδη κι άλλον έναν από το Κολοκυθάκι είχαν εκτελέσει οι οπλίτες του ΕΕΣ στα Βέντζια, δύο σκότωσαν και οι αντάρτες.

Οι εκτελέσεις ανήκουν στο ανώτατο στάδιο της βίας, πράγμα που φανερώνει ότι πριν από αυτές και κατά τη διάρκειά τους επιβάλλονταν κι άλλες πιο ελαφριές από το θάνατο ποινές, όπως φυλακίσεις στον Πεντάλοφο και διώξεις αντιφρονούντων. Κρατήσεις, δαρμοί και πρόστιμα δεν ήταν άγνωστα στους κατοίκους και επιβάλλονταν είτε επίσημα μέσα από τα “Λαϊκά Δικαστήρια” είτε ανεπίσημα. Επίσημα πάντως είχαν εκτελεστεί από τους αντάρτες στη Σαρακίνα και το Πυλωρί τρεις περίπου πεντάδες χωρικών από τον Τσιαρτσιαμπά, ανάμεσά τους πρόεδροι κοινοτήτων, λιποτάκτες ελασίτες, οπλισμένοι αντικομουνιστές και διάφοροι άλλοι, θεωρούμενοι, ένοχοι προδοσιών. Στον αιματηρό χορό της βίας, που πρώτοι είχαν ανοίξει οι κατακτητές και οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους τον Αύγουστο του 1943 στα Βέντζια, εξ ίσου επιδέξια χόρευε, εκτός από τον ΕΕΣ, και ο ΕΛΑΣ.

Προς τον Αύγουστο του 1944 επιστρατεύτηκαν οι Εφεδρικοί των Βεντζίων δυναμώνοντας αριθμητικά τον ΕΛΑΣ. Μετά από επιθέσεις τους εναντίον του Βαθυλάκκου, του Βατερού και της Κοζάνης μόνιμοι και Εφεδρικοί βάδισαν το Νοέμβρη του 1944 εναντίον της Φλώρινας και καταδιώκοντας στη συνέχεια τον ΕΔΕΣ έφτασαν μέσω των Ιωαννίνων στο Αγρίνιο. Επέστρεψαν στα καμένα τους σπίτια το Γενάρη του 1945 με κέρδος ένα χάρτινο απολυτήριο και την ικανοποίηση ότι είχαν συμβάλει και αυτοί στην εκδίωξη του κατακτητή.

Η εξουσία των ανταρτών άρχισε να ξεθωριάζει μπροστά στην τεράστια υλική δύναμη της συμμαχικής οργάνωσης ΕΜ ΕΛ και του Ερυθρού Σταυρού και η θεωρία του ΕΑΜ φάνταζε αδύνατη, αν όχι ουτοπική. Παραδοσιακά προπύργια της Αριστεράς, όπως οι συνεταιρισμοί, είχαν αλωθεί από την αντίθετη παράταξη και με την εμφάνιση των συμμαχικών στρατευμάτων στην πόλη των Γρεβενών, όσοι θεωρούσαν τον εαυτό τους αδικημένο ή παραγκωνισμένο εξεγέρθηκαν, με αποτέλεσμα να φυλακιστούν από την επαναστατική αστυνομία. Πώς μπορούσαν όμως να δικαιολογηθούν τα έκτακτα μέτρα του ΕΑΜ, όταν το εχθρικό καθεστώς εναντίον του οποίου είχαν δημιουργηθεί είχε ήδη εκλείψει;

Στα Βέντζια το κράτος ή, σωστότερα, τα ένοπλα όργανα του κράτους εγκαταστάθηκαν το καλοκαίρι του 1945. Την εξουσία ανέλαβαν τότε διορισμένοι κοινοτάρχες, παραγκωνίζοντας τους διορισμένους του ΕΑΜ, οι οποίοι την είχαν λάβει από τους διορισμένους από τους Ιταλούς το 1941 και που οι τελευταίοι είχαν αντικαστατήσει τους διορισμένους της δικτατορίας Μεταξά. Τέσσερις σειρές προέδρων και νομαρχών ασκούσαν την εξουσία, διορισμένοι κι όχι εκλεγμένοι, για διάστημα δέκα χρόνων. Προφανώς οι αντιπρόσωποι του κράτους θα επιδίωκαν να γίνουν αποδεκτοί από το λαό των Βεντζίων και θα προσπαθούσαν να ανατρέψουν τις δομές της εξουσίας του ΕΑΜ.

Ο τρόπος που αυτό θα κατορθώνονταν σχετίζεται με την ικανότητα και το ύφος της εξουσίας. Όσο πιο δυνατή και ώριμη είναι μια εξουσία, τόσο ανώδυνα λύνει τα προβλήματα που την απασχολούν. Φαίνεται όμως ότι στα Βέντζια, και πανελλαδικά προφανώς, η εξουσία δεν είχε ύφος και ικανότητα, εφ’ όσον άρχισε να μιμείται την πρακτική των πρώτων ανταρτών του ΕΛΑΣ, την οποία φραστικά καταδίκαζε. Μετά από την εύρεση δύο μεγάλων αποθηκών κρυμμένου αντάρτικου οπλισμού στο Χρώμιο και τους Αγαλαίους οι συλλήψεις αντρών και γυναικών, οι προσαγωγές σε δίκες και οι ξυλοδαρμοί, για τους οποίους εντονότατα διαμαρτύρονταν το ΕΑΜ, διατάραζαν την ειρήνη, την οποία όλοι είχαν ανάγκη για να επουλώσουν τις πληγές της Κατοχής.

Δεν άρμοζε αυτή η συμπεριφορά απέναντι στην Αριστερά των Βεντζίων, για τον απλούστατο λόγο ότι εκπορεύονταν από το κράτος σε μια ειρηνική περίοδο, ενώ η όποια αγριότητα του ΕΛΑΣ είχε διαπραχτεί σε μια ανώμαλη εποχή. Ούτε και οι πιέσεις εναντίων αυτών που απείχαν από τις ανοιξιάτικες εκλογές του 1946 δικαιολογούνταν, πολύ δε περισσότερο οι διώξεις μετά το Δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Η βία σήμαινε την αδυναμία του κράτους και αποκάλυπτε την αστήρικτη βιασύνη των οργάνων του να πείσουν τους κατοίκους για το δίκαιό της.

Στις 3 Μάρτη του 1946 εμφανίστηκαν στα Βέντζια έξι ένοπλοι, πρώην Ελασίτες, με στόχο την έναρξη ενός νέου αντάρτικου. Χτύπησαν τον Σταθμό Χωροφυλακής Κνίδης και άρχισαν τις εκτελέσεις των αντιπροσώπων της τοπικής εξουσίας κατορθώνοντας έτσι στις αρχές του 1947 να κυριαρχήσουν στην περιοχή. Η Κυβέρνηση, για να στερήσει από τους αντάρτες τρόφιμα κι εφεδρείες, διευκόλυνε -και ανάγκασε- τους κατοίκους να μετοικήσουν στις πόλεις. Παρομοίως αρκετά γυναικόπαιδα των ανταρτών μεταφέρθηκαν στην Αλβανία. Στα έρημα τότε τοπία των Βεντζίων συγκρούστηκαν αιματηρά για τρία χρόνια οι λιγοστοί αντάρτες με το Στρατό, τη Χωροφυλακή και τους ΜΑΥδες, τους οπλισμένους δηλαδή αντικομουνιστές πολίτες της περιοχής, μέχρι που οι τελευταίοι επαναστάτες πέρασαν στην Αλβανία.

Οι κάτοικοι επέστρεψαν το 1950 στην περιοχή, όχι όμως στο Κολοκυθάκι και την Παλαιοκνίδη που εγκαταλείφτηκαν. Αρκετοί έμειναν στις πόλεις και άλλοι τόσοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό με αποτέλεσμα τα χωριά να πλήττονται από την εντεινόμενη ολιγανθρωπία. Δρόμοι και τηλεοράσεις μετασχημάτισαν τα Βέντζια από μια απομονωμένη περιοχή σε έναν από τους πολλούς επαρχιακούς τόπους της Ελλάδας, που έξοχα έχουν χαρακτηριστεί ως “υπαίθρια γηροκομεία”. Τι υπάρχει στην επόμενη στροφή;



[1] Διδ. Ιστορίας ΑΠΘ