ΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΣΤΟ ΜΠΟΥΦΙ

Του απεσταλμένου μας κ. Β. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΥ

εφ. «ΕΜΠΡΟΣ», 25/11/1947, σελ. 1

ΦΛΩΡΙΝΑ, Νοέμβριος

Στην Αθήνα κάνει ακόμη ζέστη κι όμως εδώ πάνω πέσανε κι όλας τα πρώτα χιόνια.

Το βαρόμετρο δείχνει πέντε βαθμούς πάνω από το μηδέν και τις νύχτες τα νερά στους δρόμους παγώνουν. Είμαστε στα σύνορα, κάτω από το σκοτεινό και δασωμένο Πισοδέρι. Βρισκόμαστε στη Φλώρινα.

Από τις καμινάδες των σπιτιών ξεχύνεται ο καπνός γιατί τα τζάκια είναι παντού αναμμένα.

Κάνει κρύο δυνατό, κι οι Φλωρινιώτες, κι οι πρόσφυγες από τα γύρω χωριά-κάπου 5000 μαζεύονται νωρίς στα σπίτια τους να ζεσταθούνε. Ως τις 9 ½ το βράδυ επιτρέπεται η κυκλοφορία στους δρόμος. Κανένας όμως δεν είναι ως αυτήν την ώρα έξω. Μόνο ο στρατός. Σα νυχτώση καλά στο παγωμένο καλτερήμι ακούγονται οι κρότοι της αρβύλας.

Είναι φαντάροι που βγαίνουν για περιπολία ή για ενέδρες.

Είναι λίγος καιρός που ο στρατός άλλαξε ταχτική. Κινείται τη νύχτα. Πού; Παντού. Στα πιο απίθανα στα πιο επικίνδυνα μέρη.



Ο αιφνιδιασμός που είναι ένας σοβαρός παράγων της νίκης εφαρμόζεται μέσα στο σκοτάδι εναντίον των συμμοριτών. Οι τελευταίοι τα χάσανε. Ως τώρα τρύπωναν στα χωριά και περνούσαν ζεστά τη νύχτα τρώγοντας και πίνοντας ως τα ξημερώματα. Πάει λοιπόν το χουζούρι. Τα τσακάλια αναγκάζονται σιγά-σιγά να περνούν μέρα και νύχτα τη ζωή τους στα φυσικά καταλύματα. Στα δάση. Αλλά θα αντέξουν; Να το μεγάλο ερώτημα που βασανίζει τους καπεταναίους!

Πριν μια βδομάδα λοιπόν ο ταξίαρχος της 45ης ταξιαρχίας Παπαγεωργίου, κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης κ. Κριεκούκης, καλέσανε στο γραφείο τους το διοικητή του 572 τάγματος αντισυνταγματάρχη Κ. Παναγιωτόπουλο. Η διαταγή ήταν ρητή. Αύριο τη νύχτα-12.11.47- θα έπρεπε με τμήματα του 572 και του 573 να κυκλώσουν το Μπούφι.

Το Μπούφι είναι ένα μικρό χωριό, κάτω ακριβώς από το Κρατερό, κοντά, πολύ κοντά στα γιουγκοσλαυϊκά σύνορα. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους- όσοι αγαπούν την Ελλάδα-τα κατάφεραν ναρθούν στη Φλώρινα. Το χωριό λοιπόν ήταν καταφύγιο συμμοριτών κι οι κάτοικοι όσοι εξακολουθούσαν να μένουν εκεί είχαν αφιερωθή, ψυχή και σώματι στην ιδέα μιας «ανεξάρτητης Μακεδονίας».

Ο στρατός που θα κύκλωνε το Μπούφι μοιράστηκε σε δύο τμήματα: Το ένα θα προχωρούσε από το Πισοδέρι, το άλλο θα έπαιρνε παράλληλα τη γιουγκοσλαυϊκή μεθόριο για να κόψη το δρόμο όσων θα προσπαθούσαν να μπουν στη γειτονική «δημοκρατία».



Στις 10 το βράδυ τα τμήματα ξεκίνησαν. Οδηγός ο ταγματάρχης Π. Τσάμης, ντόπιος, που γνωρίζει κάθε πέτρα και κάθε πέρασμα. Στην επιχείρηση πήρανε επίσης μέρος ο ταγματάρχης Ρ. Κανέλλος, ο λοχαγός Μόσχος, ο υπολοχαγός Χατζής και οι ανθυπολοχαγοί Τσολάκης, Κατραλής, Αθανασιάδης, Βουτιάδης, Μπουτάκης και Γιαμπουρής. Ψιλόβρεχε κι ο παγωμένος αέρας τους έκοβε την ανάσα, καθώς πήρανε την ανηφόρα. Ύστερα από έξη ώρες πορεία ανάμεσα στο δάσος που κρύβει χίλιους κινδύνους, φτάσανε στο χωριό. Τρυπώσανε αθέατοι στα κλαδιά και περιμένανε. Ούτε κουβέντα, ούτε τσιγάρα. Τα πόδια τους είχαν παγώσει και η μουσκεμένη χλαίνη είχε κοκκαλιάσει από το κρύο.

Σαν έδωσε ο Θεός την ημέρα, μια ριπή του λοχία Κυρόπουλου (3ος Λόχος 573 Τάγματος), ξύπνησε το χωριό. Πρώτοι τρεις συμμορίται τρέχουν να φύγουν από την αντίθετη πλευρά που έπεσαν οι πυροβολισμοί. Άλλος λοχίας του 573, ο Γιαννίκης, ρίχνει μια ριπή και τραυματίζει τον ένα.

-Μέγια δόα (με φάγανε), φωνάζει στη σλαυομακεδονική και κυλιέται καταγής.

Οι άλλοι σηκώνουν τα χέρια. Εν τω μεταξύ οι πόρτες των σπιτιών ανοίγουν και βγαίνουν όλοι οι άλλοι. Δέκα τρεις νοματέοι η συμμορία του καπετάν Φουρτούνα.

Με τα εσώρουχα βγαίνει τελευταίος κι ο «καπετάνιος». Τα τμήματα μπαίνουν στο χωριό. Τριανταπέντε πρόσωπα, όλοι της αυτοάμυνας, τροφοδότες, δήμιοι που τρομοκρατούσαν την περιοχή αναγκάζονται να ομολογήσουν τα εγκλήματά τους. Στις υπόγειες κρυψώνες –σχεδόν όλα τα σπίτια στα χωριά της Μακεδονίας έχουν μια μυστική κρυψώνα- βρήκαν ποσότητας τροφίμων, άφθονο οπλισμό, προκηρύξεις, τηλέφωνα και πυρομαχικά. Ανεκάλυψαν ακόμα ραπτομηχανές, που μπάλωναν τα κουρέλια του «δημοκρατικού στρατού» και κατέστρεψαν καταλύματα συμμοριτών. Υπήρχεν ακόμα και μια μυστική τηλεφωνική γραμμή που ένωνε το Μπούφι με τον Άγιο Γερμανό, ένα χωριό που βρίσκεται ψηλότερα. Για να μη κινήσουν τις υποψίες, αντί για το συνηθισμένο καλώδιο, είχαν δύο σειρές από μονό συρματόπλεγμα που από δέντρο σε δέντρο έφτανε στον Άγιο Γερμανό. Ένας εγκαταλειμμένος νερόμυλος ήταν το τηλεφωνικό κέντρο.

Τέτοιες λοιπόν επιχειρήσεις σαν κι αυτή του Μπουφιού, γίνονται κάθε βράδυ.

Την ώρα που στις πόλεις ο κόσμος κοιμάται ή διασκεδάζει, οι στρατιώτες μας τρέχουν απάνω στα βουνά.

Στα βουνά που άρχισαν να σκεπάζωνται με χιόνι.

Β. ΤΣΙΜΠΙΔΑΡΟΣ