ΤΟ ΞΑΝΑΓΡΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Κώστας ΣΚΟΛΑΡΙΚΟΣ

αναδημοσίευση από: http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=5503024&publDate=2010-02-14%2000:00:00.0

Τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί η προσπάθεια για την παραχάραξη της ιστορίας βασικών στιγμών της ταξικής πάλης στη χώρα μας. Η επίθεση περιλαμβάνει τα νέα βιβλία Ιστορίας σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, ταινίες και ντοκιμαντέρ αναφορικά με την ιστορία του εμφύλιου πολέμου και φυσικά την απόπειρα καθιέρωσης μιας κυρίαρχης ιστοριογραφίας που θα δυσφημεί την ταξική πάλη, τους αγώνες του εργατικού και του λαϊκού κινήματος.

Διόλου τυχαία, ως επίκεντρο της επίθεσης επιλέγουν τη δεκαετία του '40, που σημαδεύτηκε από μια πρωτόγνωρη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και ειδικότερα τον ταξικό εμφύλιο πόλεμο, την κορύφωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.

Την επιτυχία που επιδιώκει αυτή η επίθεση, τη στηρίζουν στη νίκη της αντεπανάστασης και στη συνεπαγόμενη υποχώρηση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Η δημοσίευση του βιβλίου «Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα - Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη J. Wallace (1943)»[1]πυροδότησε έναν καινούριο κύκλο αντιπαράθεσης σε σχέση με την ιστορική καταγραφή των ριζών του εμφύλιου πολέμου. Σε μια σύγκρουση από εφημερίδων και συνεδρίων, παρατάσσονται από τη μια πλευρά οι αυτοαποκαλούμενοι εκπρόσωποι του «νέου κύματος» (βλ. Καλύβας, Μαραντζίδης, Μακρής - Στάικος, κ.ά.), οι οποίοι προσπαθούν να πλασάρουν την αντικομμουνιστική ιστοριογραφία των δεκαετιών του '50 και του '60 κάτω από καινούριο επιστημονικοφανές περιτύλιγμα, και από την άλλη οι υποστηρικτές της ρεφορμιστικής οπορτουνιστικής ιστοριογραφίας του εμφύλιου πολέμου που επικρατεί από τη δεκαετία του '80 (βλ. Νικολακόπουλος, Φλάισερ, Κρεμμυδάς, κ.ά.).

Το «νέο κύμα» και ο παλιός αντικομμουνισμός

Οι αυτοαποκαλούμενοι εισηγητές του «νέου κύματος», αποτελώντας προκεχωρημένο φυλάκιο της αστικής ιστοριογραφίας, ισχυρίζονται ότι η καταγραφή της ιστορίας του εμφύλιου πολέμου έγινε μεροληπτικά αρχικά από τους νικητές του Εμφυλίου (την περίοδο 1949 - 1974) και έπειτα από τους ηττημένους (1974 έως σήμερα). (Φυσικά ως επικράτηση της ιστοριογραφίας των ηττημένων παρουσιάζονται συνήθως οι σοσιαλδημοκρατικές και οπορτουνιστικές προσεγγίσεις που κυριάρχησαν τη δεκαετία του '80 και αναπαράγονται ως τις μέρες μας)[2] Στηριζόμενοι σε αυτή τη θέση, προκρίνουν τη δική τους ερμηνεία ως αποκατάσταση της αντικειμενικότητας στην καταγραφή της Ιστορίας[3]. Ομως, κάτω από την απαίτησή τους για αντικειμενικότητα και μη πολιτικό «χρωματισμό» της Ιστορίας[4], αποκρύπτεται ότι η καταγραφή και ερμηνεία της Ιστορίας δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την ταξική πάλη, από την τοποθέτηση του ιστορικού υπέρ των συμφερόντων της αστικής ή της εργατικής τάξης. Ουδέτερη ιστοριογραφία δεν υπάρχει.

Η «αντικειμενική Ιστορία» που πρεσβεύουν είναι η υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου, η κυρίαρχη ιδεολογία που προσπαθεί να παρουσιαστεί ως καθολικά αντικειμενική για να επιβληθεί στην εργατική τάξη και στους άλλους εκμεταλλευόμενους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την επιστροφή τους στον πιο ωμό αντικομμουνισμό της μετεμφυλιακής περιόδου και την επιστράτευση της προπαγάνδας περί των εγκλημάτων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ κατά του λαού, στη διάρκεια της Κατοχής[5].

Ωστόσο, μια τέτοια απόπειρα συκοφάντησης της μαζικής λαϊκής επαναστατικής βίας και της απόκρυψης της βίας των ιμπεριαλιστών και της ντόπιας αστικής τάξης απαιτεί μια διαφορετική ιστορική μεθοδολογία. Προσανατολισμένοι από το σκοπό της αντιστροφής θύτη και θύματος, οι οπαδοί του «νέου κύματος» ισχυρίζονται ότι μέσα από τη μελέτη ενός αθροίσματος μεμονωμένων ιστορικών περιστατικών μπορούμε να

διαμορφώσουμε γενική εκτίμηση για τον εμφύλιο πόλεμο[6].

Η στοιχειοθέτηση και ερμηνεία ακόμα και αυτών των αποκομμένων ιστορικών περιστατικών, παρά τις αντίθετες δηλώσεις περί αντικειμενικότητας, στηρίζεται σε

μια σειρά έντονα αμφισβητήσιμων πηγών. Οι αποφάσεις των έκτακτων στρατοδικείων του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου, η αναφορά των μαρτυριών υπαρκτών ή ανύπαρκτων ανανηψάντων, οι εκθέσεις της Χωροφυλακής, κλπ., μετατρέπονται σε αναμφισβήτητα ιστορικά τεκμήρια.

Επίσης, επιλέγουν μια ψυχολογική, πολιτιστική, ανθρωπολογική κλπ. ερμηνεία της Ιστορίας[7], με σκοπό τον αποπροσανατολισμό από το κεντρικό διακύβευμα των ιστορικών γεγονότων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προσπαθούν να ακυρώσουν τη σημασία της ταξικής πάλης και να αποδώσουν τις αντιστασιακές ενέργειες και την εμφύλια διαμάχη σε προσωπικές αντιμαχίες (κτηματικές διαφορές, οικογενειακές κόντρες, κλπ.). Ακόμα, επιχειρούν να συγκαλύψουν ότι η μαζικοποίηση της ΕΑΜικής Αντίστασης αρχικά, και του Δημοκρατικού Στρατού στη συνέχεια, στηρίχθηκε στο αυξημένο κύρος της Σοβιετικής Ένωσης (λόγω των νικών του Κόκκινου Στρατού ενάντια στο ναζισμό), στη χρεοκοπία του αστικού πολιτικού κόσμου (που στη συντριπτική του πλειοψηφία επέλεξε να ακολουθήσει τον αγγλικό ιμπεριαλισμό στην Αίγυπτο ή να συμμαχήσει με τον κατακτητή γερμανικό ιμπεριαλισμό), στην ακούραστη πάλη του ΚΚΕ για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα και στην αυτοθυσία και τον ηρωισμό των κομμουνιστών.

Ας δούμε, όμως, ποια είναι η ιστορική ερμηνεία στην οποία θέλουν να καταλήξουν αυτές οι μεθοδολογικές λαθροχειρίες. Οι υποστηρικτές του «νέου κύματος» υποστηρίζουν ότι από το 1943 και έπειτα εμφανίζεται μια συγχώνευση αντιφασιστικού αγώνα και ψυχρού πολέμου[8].

Το 1943 όντως αποτελεί χρονιά - καμπή στην έκβαση του πολέμου, μιας και η προέλαση του Κόκκινου Στρατού σηματοδοτεί την επερχόμενη ήττα του φασισμού και οξύνει τις αντιθέσεις μέσα στην αντιφασιστική συμμαχία. Η αντιφασιστική συμμαχία, συγκροτημένη από αντίθετους οικονομικοκοινωνικούς σχηματισμούς (καπιταλιστικά κράτη και Σοβιετική Ένωση) και από αντιστασιακές οργανώσεις που αντιπροσώπευαν αντίστοιχα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα (της αστικής ή της εργατικής τάξης), είχε αναγκαστικά ημερομηνία λήξης την ήττα του φασισμού. Υπ' αυτή την έννοια, το «νέο κύμα», έστω και μέσα από την παραπλανητική καταγραφή των ταξικών αντιθέσεων ως «ψυχρού πολέμου», σωστά αναφέρει ότι η αντιφασιστική συμμαχία δε θα μπορούσε να συγκαλύψει την ταξική πάλη. Μάλιστα, το συμπέρασμα αυτό ισχύει και πριν το 1943.

Αλλά με την ανάδειξη αυτού του συμπεράσματος δεν αποσκοπούν στην ανάλυση της ταξικής πάλης. Το χρησιμοποιούν ως πάτημα για το χτύπημα της πολιτικής του ΚΚΕ στη διάρκεια της Κατοχής και του εμφύλιου πολέμου. Σ' αυτήν επικεντρώνονται οι επιθέσεις του «νέου κύματος», μιας και θεωρούν ότι παρά την επίκληση της εθνικής απελευθέρωσης ο πολιτικός σκοπός του ΚΚΕ ήταν η κατάληψη της εξουσίας[9]. Ως προέκταση αυτής της λογικής, το ΚΚΕ κατηγορείται ότι εστίαζε τη δράση του όχι απέναντι στον κατακτητή, αλλά στην εξουδετέρωση των πολιτικών του αντιπάλων[10], ενώ είχε καταστρώσει και σχέδιο προκειμένου να προχωρήσει σε πραξικοπηματική κατάκτηση της εξουσίας[11].

Ουσιαστικά, οι ιστοριογράφοι του «νέου κύματος» προσπαθούν με αυτό τον τρόπο να κατακρίνουν τη δράση του ΚΚΕ, χρησιμοποιώντας το ιδεολόγημα των «δύο ολοκληρωτισμών». Σύμφωνα με την παγκόσμια έκφραση του ιδεολογήματος, ο φασισμός και ο σοσιαλισμός ταυτίζονται ως ολοκληρωτικά καθεστώτα και εχθροί της αστικής δημοκρατίας, επειδή αρνούνται τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Υπ' αυτό το πρίσμα, ο αστικός κοινοβουλευτισμός παρουσιάζεται ως το οχυρό της «ελευθερίας» απέναντι στον «ολοκληρωτισμό» και όχι ως θωράκιση της ταξικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης[12]. Παράλληλα, μέσω του διαχωρισμού της οικονομικής βάσης (δηλαδή, του ποιος έχει στην ιδιοκτησία του τα μέσα παραγωγής) από το εποικοδόμημα, ο φασισμός σταματά να θεωρείται μορφή πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης και χρησιμοποιείται για τη δυσφήμιση του σοσιαλισμού.

Η ελληνική εκδοχή του αστικού ιδεολογήματος θέλει να παρουσιάσει το ΚΚΕ και το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ως το άλλο πρόσωπο της κατάλυσης της αστικής δημοκρατίας από το γερμανικό και τον ιταλικό ιμπεριαλισμό. Ως απόδειξη χρησιμοποιείται η πτωματομετρία και η εξέταση του δικαίου της ΕΑΜικής αντίστασης στη βάση των νεκρών που προέκυψαν από αυτή[13]. Με αυτό τον προσανατολισμό, δικαιολογείται ακόμα και η οργάνωση Ταγμάτων Ασφαλείας, ως αποτέλεσμα της ανάγκης(!) του δημοκρατικού πληθυσμού να προστατευθεί από τις επιθέσεις των ανταρτών ή να εξευμενίσει τους Γερμανούς ώστε να μην προχωρήσουν σε αντίποινα για τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ[14]!

Βέβαια, την ίδια στιγμή που οι θιασώτες του «νέου κύματος» σπεύδουν να καταδικάσουν «τα μυστικά σχέδια» του ΚΚΕ για την κατάκτηση της εξουσίας, δεν κάνουν καμιά αναφορά στα φανερά σχέδια του ιμπεριαλισμού. Αποκρύπτουν το «σχέδιο Μάνα» που ο αγγλικός ιμπεριαλισμός είχε καταστρώσει από το 1943 και προέβλεπε την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεών του στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των Γερμανών[15], για να χτυπηθούν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.

Φανερώνεται έτσι ότι γενικός σκοπός τους είναι η καταδίκη του δικαιώματος της εργατικής τάξης και του λαού να επιλέγουν τις μορφές πάλης τους και εν τέλει να οικοδομούν τη δική τους εξουσία. Γι' αυτό στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, προσπαθούν να αποκόψουν την κοινωνικοταξική πάλη του ΚΚΕ από την εθνικοαπελευθερωτική. Αξιοποιώντας τις αντιφάσεις στη στρατηγική του ΚΚΕ, το «νέο κύμα» το κατηγορεί γιατί έθεσε στην πράξη και με αποφασιστικότητα το ζήτημα της εξουσίας, γεγονός που θα έπρεπε να έχει γίνει, αλλά δυστυχώς δεν έγινε.

Τα αδιέξοδα του οπορτουνισμού

Απέναντι σε αυτή την αστική ιστοριογραφία της Αντίστασης και του εμφύλιου πολέμου, προσπαθεί να αντιπαρατεθεί μια σειρά ιστορικών ρεφορμιστικής και οπορτουνιστικής κατεύθυνσης. Στην απαίτηση της «αξιολογικής ουδετερότητας», η οπορτουνιστική ιστοριογραφία αντιτάσσει την καταγραφή και ερμηνεία της Ιστορίας στους «ειδικούς» ιστορικούς επιστήμονες, οι οποίοι διατηρούν τις ιδεολογικές τους αναφορές[16]. Βέβαια, υπάρχουν και αυτοί που συμφωνούν με πλευρές της μεθοδολογίας του «νέου κύματος»[17]. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές αποχρώσεις , σε μεθοδολογικό επίπεδο δε γίνεται καμιά προσπάθεια αποκατάστασης της πρόσληψης της Ιστορίας μέσω των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Αναφορικά με τα ιστορικά γεγονότα, οι οπορτουνιστές ιστοριογράφοι χαρακτηρίζουν συνολικά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αντιφασιστικό και οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι ούτε μπήκε ούτε και θα έπρεπε να μπει από την πλευρά του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος το ζήτημα της εξουσίας[18]. Πρόκειται για την κλασική ψευδαίσθηση που καλλιεργεί ο οπορτουνισμός περί της δυνατότητας μιας ειρηνικής διευθέτησης της ταξικής πάλης μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας[19]. Μια τέτοια προσέγγιση αντικειμενικά καθιστά ανεπαρκή και αναποτελεσματική την κριτική απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου και στους ιδεολογικούς της εκπροσώπους, αφού δε θέτει το ζήτημα της ανατροπής της[20].

Κατά συνέπεια, αρκούνται να επισημάνουν ότι το ΚΚΕ δεν είχε επεξεργασμένη στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας και καλώς έκανε, μιας και το κυριότερο καθήκον της στιγμής ήταν ο αντιφασιστικός αγώνας[21]και στη συνέχεια η δημοκρατική ομαλότητα και η διενέργεια εκλογών. Έτσι, ακόμα και όταν υπερασπίζονται τη δράση του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ή και του ΚΚΕ, βασικός όρος είναι η παραμονή της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης στα όρια της αστικής νομιμότητας και η αποσύνδεσή της από τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτός είναι ο λόγος που και σήμερα αξιολογούν τον ταξικό εμφύλιο ως ένα κακό που δεν πρέπει να ξαναβρεί τη χώρα.

Αποδεχόμενη την αστική δημοκρατία ως πεμπτουσία[22], η οπορτουνιστική και ρεφορμιστική ιστοριογραφία δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά ούτε στο αστικό ιδεολόγημα των «δύο ολοκληρωτισμών». Καταρχήν, επειδή δεν αποδέχεται το φασισμό ως μορφή αστικής εξουσίας, αλλά θεωρεί ότι πρόκειται για ένα σύστημα εχθρικό προς την εργατική τάξη, επειδή αρνείται τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Επιπλέον, διότι η μόνη διαφορά που εντοπίζει ανάμεσα στο φασισμό και στο σοσιαλισμό έγκειται στο ότι το κομμουνιστικό κίνημα είχε τουλάχιστον σε επίπεδο γνωσιοθεωρίας «πρόταγμα χειραφέτησης» και «αναφορά στην ελευθερία»[23]. Για μια ακόμα φορά εμφανίζεται το αδιέξοδο που τους προκαλεί η άρνησή τους να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία, ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό.

Η θέση του ΚΚΕ και η σύγχρονη σημασία της

Οι ιστοριογράφοι του αστικού φάσματος είναι τόσο παλιοί, όσο και η εκμεταλλεύτρια τάξη, την οποία με συνέπεια υπηρετούν. Ομως, οι στόχοι τους έρχονται από το μέλλον. Η προσπάθεια διαστρέβλωσης της Ιστορίας και συκοφάντησης της ταξικής πάλης δεν αποσκοπεί κυρίως στην τάδε ή στη δείνα ερμηνεία ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά στην προσπάθεια - με βάση αυτή την ερμηνεία - να επιβληθεί μια πολιτική αντίληψη που θα συμβάλλει στη διατήρηση της αστικής εξουσίας. Μπροστά στην όξυνση της ταξικής πάλης, οι εκπρόσωποι του «νέου κύματος» εκπληρώνουν αυτό το σκοπό πρωτοστατώντας σε ένα χυδαίο αντικομμουνισμό, που ταυτίζει την ανατροπή της αστικής εξουσίας με την άρνηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας, ενώ οι οπορτουνιστές ακολουθούν μια λιγότερο χυδαία (όχι όμως και λιγότερο επικίνδυνη για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης) αντίληψη περιορισμού των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας.

Το ΚΚΕ ξεκινά από τη θέση ότι η Ιστορία μπορεί να προσεγγιστεί μονάχα ως ιστορία ταξικών αγώνων[24], γεγονός που δεν ακυρώνει την ανάγκη της επιστημονικής μεθοδολογίας, αλλά ξεκαθαρίζει την ταξική της αφετηρία και κατάληξη. Κατά συνέπεια, τα ιστορικά συμπεράσματα δεν μπορούν να είναι τα ίδια για την αστική και την εργατική τάξη, επειδή ακριβώς πηγάζουν από αντίθετα ταξικά συμφέροντα. Έχοντας αυτή την κατευθυντήρια γραμμή, το ΚΚΕ διαμορφώνει τη θέση του απέναντι στα ιστορικά γεγονότα της εποχής, με στόχο τον εξοπλισμό της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για τις επερχόμενες μάχες.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός[25], αποτέλεσμα του χαρακτηριστικού γνωρίσματος του καπιταλισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού να οδηγεί σε μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής[26]. Ωστόσο, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει μια σειρά διαφοροποιητικών χαρακτηριστικών σε σχέση με τον επίσης ιμπεριαλιστικό Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καταρχήν, υπήρχε η παρουσία της Σοβιετικής Ένωσης, από την πλευρά της οποίας ο πόλεμος ήταν αντιιμπεριαλιστικός, δίκαιος πόλεμος. Ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποιούσε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι στην ουσία του, αλλά στον τρόπο εκδήλωσής του, ήταν η κατοχή μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών από τις δυνάμεις του Άξονα και ο ορισμός δοτών κυβερνήσεων συνεργατών του. Η κατάσταση αυτή οδήγησε τα κομμουνιστικά κόμματα να θέσουν στην ημερήσια διάταξη τόσο το ζήτημα της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης, όσο και της εθνικής απελευθέρωσης.

Το ΚΚΕ, παρά τις τεράστιες θυσίες και την πρωτοπόρα δράση του σε όλη τη διάρκεια της αντίστασης, στάθηκε ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και την ντόπια αστική τάξη. Η πολιτική και στρατιωτική του στάση ακόμα και τις μέρες του Δεκέμβρη του '44, υποδήλωνε την ανετοιμότητα να συνδέσει την εθνικοαπελευθερωτική πάλη του ενάντια στην ιμπεριαλιστική κατοχή με την πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Το 18ο Συνέδριο εκτίμησε:

«Η στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα»[27].

Ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού που ακολούθησε «ξέπλυνε» το στίγμα που άφησαν η συμφωνία της Βάρκιζας και οι ψευδαισθήσεις για τη δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης των ταξικών αντιθέσεων. Η ένοπλη αντιπαράθεση με την αστική εξουσία και τον αγγλικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό αποτέλεσε την κορύφωση της ταξικής πάλης στη χώρα μας, η οποία άφησε σπουδαίες παρακαταθήκες στην πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος τα επόμενα χρόνια.

Σήμερα, η άντληση των θετικών και αρνητικών ιστορικών διδαγμάτων από τους κομμουνιστές γι' αυτή την περίοδο ενισχύει την επαναστατική στρατηγική για το σοσιαλισμό και όχι την αποδοχή της αστικής εξουσίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, τόσο οι εκπρόσωποι του «νέου κύματος», όσο και οι οπορτουνιστές ιστοριογράφοι βρίσκονται εκ των πραγμάτων στην αντίπερα όχθη.




[1] Μακρής - Στάικος Πέτρος (επιμέλεια), Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα - Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη J.Wallace (1943), Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2009.

[2] Μαυρογορδάτος Γ. Θ., Η «Ρεβάνς» των ηττημένων στο συλλογικό, Πενήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο (σελ. 39), Εκδοση της Εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ και της Εκδοτικής Ερμής, Αθήνα 1999.

[3] Μαραντζίδης Νίκος, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 60 χρόνια μετά, Περιοδικό Εικονογραφημένη Ιστορία - τεύχος 493 (σελ.10), Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 2009.

[4] Μακρής - Στάικος Πέτρος, «Νέα Κύματα» και παλιά μυθεύματα, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 5/12/2009.

[5] Καλύβας Στάθης, Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή στο Μαζάουερ Μαρκ, Μετά τον πόλεμο, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003.

[6] Μαΐλης Μάκης, Από την 4η Αυγούστου ως τις μέρες μας (σελ.105-107), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2009.

[7] Βλ. ενδεικτικά Βαν Μπουσχότεν Ρίκη, Ανάποδα χρόνια: Συλλογική μνήμη και ιστορία στη Ζιάκα Γρεβενών, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1997.

[8] Καλύβας Στάθης, Η Ιστορία ως τυμβωρυχία, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 20/12/2009.

[9] Καλύβας Στάθης, Εισαγωγικό σημείωμα στο Μακρής - Στάικος Πέτρος (Επιμέλεια), Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα (σελ.34-35), Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2009.

[10] Μακρής - Στάικος Πέτρος, «Νέα Κύματα» και παλιά μυθεύματα, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 5/12/2009.

[11] Ο.π.

[12] Λένιν Βλαντιμίρ, Κράτος και επανάσταση (σελ.16), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1975.

[13] Kalyvas Stathis, The Logic of Violence in Civil War, Cambridge University Press, Cambridge 2006.

[14] Βλ. ενδεικτικά Δορδανάς Στράτος, Το αίμα των αθώων (σελ. 352-354), Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007.

[15] Συλλογικό, Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (1946-1949 (σελ. 31), Εκδόσεις «Ριζοσπάστης»-«Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1998.

[16] Κρεμμύδας Βασίλης, Στα δίχτυα του Δικτύου, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 19/11/2009.

[17] Βερβενιώτη Τασούλα, Μνήμες και αμνησίες των αρχείων και των μαρτυριών για τον ελληνικό εμφύλιο. Η Αθήνα και η επαρχία, η ηγεσία και τα μέλη στο συλλογικό Μνήμες και λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (σελ. 81-86), Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008.

[18] Νικολακόπουλος Ηλίας, Το νέο κύμα και η τριλογία της σύγχυσης, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 7/2/2009.

[19]Φλάισερ Χάγκεν, Προς τι η προβολή ενός μοιραίου ανθρώπου;, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 28-29/11/2009.

[20] Λένιν Βλαντιμίρ, Ταξική συνεργασία με το κεφάλαιο ή ταξική πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, στο Λένιν Βλαντιμίρ, Άπαντα τόμ. 32, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1986.

[21] Νικολακόπουλος Ηλίας, Η επιστροφή των Βουρβόνων, Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 19-20/12/2009.

[22] Ασδραχάς Σπύρος, Η «αναθεώρηση» του Εμφυλίου, Εφημερίδα Εποχή, 20/12/2009.

[23] Αλιβιζάτος Νίκος - Νικολακόπουλος Ηλίας - Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Συζήτηση για τα 60 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου, Αυγή 27/12/2009.

[24] Μαρξ Καρλ - Ενγκελς Φρίντριχ, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (σελ. 18), Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα χ.χ..

[25] ΚΕ του ΚΚΕ, Θέσεις για τα 60χρονα από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών στο 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών - Επος και διδάγματα (σελ. 31), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005.

[26] Λένιν Βλαντιμίρ, Ιμπεριαλισμός: Το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (σελ. 89), Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005.

[27] Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ, σελ. 75, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009.