ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΛΗΘΗ

αναδημοσίευση από: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=452332, Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/04/2009

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΣΦΗΚΑ[1]

Ρ. Β. ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ, Τ. ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ, Ε. ΒΟΥΤΥΡΑ, Β. ΔΑΚΛΑΒΟΥΚΗΣ, Κ. ΜΠΑΔΑ (επιμέλεια), Μνήμες και Λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, εκδόσεις Επίκεντρο, σελ. 448

Σε μια εποχή λήθης και ιστορικής αμνημοσύνης, όπου το πρόσφατο κυρίως παρελθόν απωθείται πριν γίνει κατανοητό[2], ο τόμος αυτός επιχειρεί να συνδέσει την εποχή της Αντίστασης και του Εμφυλίου με αυτά που τη διατηρούν ζωντανή ως τις μέρες μας· το αναλυτικό εργαλείο είναι η έννοια-κλειδί της μνήμης, ως προσδιοριστικό στοιχείο της σχέσης παρόντος-παρελθόντος και ατόμου-συλλογικότητας.

Ένα πρώτο χαρακτηριστικό του τόμου είναι το εύρος των θεματικών, που περιλαμβάνουν τη διαπραγμάτευση μεθοδολογικών ζητημάτων που προκύπτουν από τη μελέτη της μνήμης, την ανίχνευση «μνημονικών τόπων», δηλαδή την αποτύπωση, τη λειτουργία και τη συμβολική της μνήμης στο φυσικό και στο ανθρώπινο τοπίο, καθώς και στο φαντασιακό χώρο της λογοτεχνίας∙ και τη διαπραγμάτευση της μνήμης του Εμφυλίου στον πολιτικό λόγο των κομμάτων και την επίσημη αποτύπωσή της στα σχολικά εγχειρίδια.

Τρεις θεματικές του βιβλίου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως εργαλεία πολιτικής αυτογνωσίας. Η πρώτη αναφέρεται στον πρωτεϊκό χαρακτήρα της δεκαετίας του 1940, η οποία άσκησε καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, αποτελώντας προνομιακό χώρο ανάδυσης της ατομικής μνήμης και συγκρότησης της συλλογικής μνήμης μέσω της σύγκρουσης αντίπαλων αφηγήσεων, εμπειριών και αναμνήσεων.

Πρόκειται για ατομικές μνήμες που αποτυπώνονται σε γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, και για συλλογικές μνήμες που προσδιορίζουν τη συγκρότηση μεταπολεμικών πολιτικών ταυτοτήτων. Η περίοδος της Κατοχής συγκροτεί το καταστατικό στοιχείο της ταυτότητας της μεταπολεμικής Αριστεράς, καθώς η Αντίσταση συνδύαζε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και το κοινωνικό όραμα έναντι του παλαιοκομματισμού και της εκτροπής της 4ης Αυγούστου. Ωστόσο, η αντίσταση δεν αποτέλεσε ιδρυτικό μύθο της μεταπολεμικής τάξης, όπως στη Γαλλία και την Ιταλία, γιατί εδώ ακολούθησε ο Εμφύλιος.

Αντίστοιχα, η Δεξιά αντέστρεψε τον χρόνο, είδε την Αντίσταση μέσα από το πρίσμα του Εμφυλίου και ενοποίησε τη δεκαετία στη θεωρία των τριών γύρων. Έτσι, γράφει ο Πολυμέρης Βόγλης, ως το 1974 η διαιρετική τομή στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο και στην επίσημη μνήμη ήταν ο Εμφύλιος, ο οποίος διαιρούσε την ελληνική κοινωνία σε εθνικόφρονες και μη∙ μετά τη μεταπολίτευση, η νομιμοποιητική βάση του πολιτικού συστήματος μετατοπίστηκε από τον Εμφύλιο στην Αντίσταση, η οποία «ένωνε» τους Έλληνες.

Μια δεύτερη ενότητα αφορά τους μνημονικούς τόπους του Εμφυλίου, εκεί όπου η σύγκρουση αποκαλύπτεται όχι μόνο ως το σύνολο πολιτικών επιλογών και στρατιωτικών συγκρούσεων, αλλά και ως διεργασία του χρόνου στον χώρο: η εμπειρία της δεκαετίας του 1940 αποτέλεσε μια συνθήκη μετασχηματισμού του χώρου - μια διαδικασία καταστροφής και επανασυγκρότησής του μέσω του εκτοπισμού, της βίαιης ή τεχνητής μετακίνησης πληθυσμών, αλλά και της ανασημασιοδότησης των σημείων αναφοράς στην καθημερινότητα των ανθρώπων, όπως δείχνει η περίπτωση των Πρεσπών.

Διαρκούς πολιτικής σημασίας είναι η ενότητα που αφορά τη λειτουργία της μνήμης στη συγκρότηση συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων. Τα άτομα επιλέγουν από το παρελθόν μια εικόνα, ένα σύμβολο, ένα γεγονός που έχει σημασία για το παρόν τους και που τα καθορίζει· ανάλογα, και οι πολιτικές συλλογικότητες και οι αρχηγεσίες τους επιλέγουν από το παρελθόν μια εικόνα, ένα σύμβολο, ένα γεγονός, μαζί με τις αντίστοιχες νοηματοδοτήσεις τους, για να συγκροτήσουν την πολιτική και ιδεολογική τους ταυτότητα και να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους.

Τα σχετικά παραδείγματα αναφέρονται στη μνήμη της δεκαετίας του 1940 στον πολιτικό λόγο των κομμάτων του Κέντρου το 1950-1964, του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980, και του ΛΑΟΣ μετά το 2000. Κοινό στοιχείο, τουλάχιστον στις δύο πρώτες περιπτώσεις, είναι η συνεχής αλληλεπίδραση μνήμης και ταυτότητας, σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη και επιλεκτική διαδικασία που στοχεύει στην κατοχύρωση κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής ισχύος.

Για το Κέντρο, η ανάκληση της κατάλληλης μνήμης συνιστούσε ιδιάζουσα πρόκληση, διότι η εθνικοφροσύνη του έπρεπε να διαφέρει από εκείνη της Δεξιάς. Ταυτόχρονα, λόγω της κομματικής τριχοτόμησης του Κέντρου, η επιλεκτική μνήμη έπρεπε να χρησιμεύει για την αντιπαράθεση με τη Δεξιά αλλά και μεταξύ των τριών κεντρώων κομμάτων: ο Βενιζέλος σε προεκλογική ομιλία του το 1950 κατηγορεί τον Παπανδρέου ότι τον Δεκέμβριο του 1944 «παρέδωσε την Ελλάδα περιωρισμένην από τον συμμοριτισμό στο ξενοδοχείο της Μ. Βρετανίας»· ο Πλαστήρας, από την άλλη, προβάλλει ως η λιγότερο συντηρητική εκδοχή του Κέντρου και καλεί τους παλιούς ΕΑΜίτες να ψηφίσουν ΕΠΕΚ για να δικαιωθεί ο αγώνας τους και να πάψουν οι διώξεις από το μετεμφυλιακό κράτος.

Η ευπροσάρμοστη και διμέτωπη μνήμη του Κέντρου καθομολογεί την αποκλειστική ευθύνη του ΚΚΕ για τον Εμφύλιο, αλλά τονίζει την αδυναμία της Δεξιάς να αντιμετωπίσει την κομμουνιστική πρόκληση. Γι' αυτό προβάλλονται οι υπηρεσίες του Παπανδρέου και του Πλαστήρα στα Δεκεμβριανά, αλλά και η προθυμία του Κέντρου το 1947 να συμπράξει κυβερνητικά με τον ιστορικό του αντίπαλο, το Λαϊκό Κόμμα, για να διασφαλίσει τη νίκη. Η διαφορά με τον κομμουνισμό έγκειται στο ότι το Κέντρο υπήρξε αποτελεσματικός διώκτης του, ενώ η διαφορά με την επιρρεπή σε δικτατορικές λύσεις Δεξιά έγκειται στο ότι το Κέντρο είναι ταυτόχρονα ο θεματοφύλακας των δημοκρατικών θεσμών.

Η επίκληση αυτών των μνημών καθορίζει την πολιτική πρόταση του Κέντρου: μιας μετριοπαθούς πολιτικής δύναμης που δεν θα εκποιήσει τα συμφέροντα του έθνους στον κομμουνισμό, αλλά ούτε και θα θυσιάσει τη δημοκρατική ομαλότητα. Για το Κέντρο, αυτό που συνεχίζεται δεν είναι η «ανταρσία» του ΚΚΕ αλλά ο κομμουνισμός, η αντιμετώπιση του οποίου πρέπει να γίνει εντός του πλαισίου των δημοκρατικών θεσμών. Μετά την ίδρυση της Ένωσης Κέντρου το 1961, η ΕΡΕ απαντά γεμίζοντας τους τοίχους της Αθήνας με αφίσες που δείχνουν τον Παπανδρέου να περπατά χαμογελαστός ανάμεσα σε δύο ΕΛΑΣίτες∙ η λεζάντα έγραφε: «Ο ΕΛΑΣ ξανάρχεται...».

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, η κατασκευή και ανάκληση επιλεκτικών μνημών βασίστηκε στη δημιουργία συναίνεσης για την περίοδο της «Εθνικής» πλέον Αντίστασης, με ταυτόχρονη υποβάθμιση του Εμφυλίου. Στον επίσημο κομματικό λόγο, οι διακηρύξεις του ΠΑΣΟΚ για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία και κοινωνική δικαιοσύνη ταυτίζονται με τα οράματα του ΕΑΜ, ως μέρος μιας στρατηγικής που αποφέρει την εκλογική νίκη τον Οκτώβριο του 1981. Η πόλωση στις παραμονές της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, με τις φωτογραφίες της Αυριανής, οδηγεί στον εμπλουτισμό της μνημονικής επίκλησης: στις προεκλογικές ομιλίες του 1985 είναι συστηματική η αναφορά στους φακέλους, στις διώξεις, στα ξερονήσια, στον γύψο, στα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, στον Γκοτζαμάνη και στα τρίκυκλα.

Το επόμενο στάδιο της πόλωσης είναι το 1989 -η νέα συμφωνία της Βάρκιζας κατά τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο. Για την ερμηνεία και την καταδίκη της σύμπραξης της Αριστεράς με τη Νέα Δημοκρατία ανακαλούνται μνήμες της ελληνικής και διεθνούς ιστορίας του 20ού αιώνα, που φτάνουν ως την Γ' Διεθνή, τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες και τον Χίτλερ. Οι διαφορετικές πολιτικές καταβολές του ΠΑΣΟΚ (μέρος του ΕΑΜικού κόσμου και η παράδοση της Ένωσης Κέντρου), οι μεταβαλλόμενες συγκυρίες και οι διαφορετικές στρατηγικές που απαιτούνταν ανά περίσταση, καθορίζουν το περιεχόμενο της μνήμης που ανακαλείται.

Τέλος, η μνήμη της δεκαετίας του 1940 στον πολιτικό λόγο του ΛΑΟΣ δεν διαφέρει ως προς το περιεχόμενο από τον ιδεολογικό λόγο του επίσημου μετεμφυλιακού κράτους. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η ανάκληση γίνεται με στόχο την αντιπαράθεση λιγότερο με την Αριστερά και περισσότερο με τη Ν.Δ., η οποία ασπάστηκε διαλλακτικές θέσεις και πρόδωσε τις παραδοσιακές αξίες και μνήμες της Δεξιάς με στόχο την εκλογική νίκη. Αυτό το δεξιό κενό ήλθε να καταλάβει ο ΛΑΟΣ, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την παραδοσιακή δεξιά θεώρηση του Εμφυλίου.

Όπως αναφέρει η Ειρήνη Λαγάνη, χρειαζόμαστε περισσότερη ιστορία και λιγότερη λήθη. Ο συλλογικός αυτός τόμος προτείνει την ανάγνωση ενός πρόσφατου και αμφιλεγόμενου παρελθόντος με έναν τρόπο όπου η υποκειμενική διάσταση των γεγονότων, το βίωμα των ανθρώπων, η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία έγιναν τα πράγματα, συνιστούν και αυτά μια αντικειμενική συνθήκη της ιστορίας. Μιας ιστορίας που γίνεται πιο «αληθινή» γιατί περιλαμβάνει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ της αντικειμενικής εξέλιξης των πραγμάτων και της υποκειμενικής θέασής τους από ανθρώπους που δεν βρέθηκαν σε ηγετικές θέσεις, δεν έγραψαν απομνημονεύματα, δεν είχαν συμφέρον να υπερασπιστούν κάποια πολιτική υστεροφημία.

Ανθρώπους σαν και εκείνη τη μοδίστρα που εμφανίζεται ως μια απλή, καθημερινή γυναίκα, που δεν έχει και πολλά να πει για την πολιτική, αλλά όταν μιλά για «σκυλιά» και για «μπλεγμένους», μιλά πολιτικά: Με «στρίμωξαν [λέει] τα σκυλιά, οι δύο γερμανοί και ο διερμηνέας... και τα σκυλιά... κατάλαβες». Την ανέκριναν να τους πει για κάποιους «μπλεγμένους» -οργανωμένους δηλαδή στην αντίσταση. «Εγώ δεν ήξερα απ' αυτά... Εγώ κοίταζα τ' δλειάμ... Γαύγιζαν τα σκυλιά... Ήμνα θαρραλέα, δεν έβγαλαν τίποτε, τσακίστηκαν κ' έφγαν...». Και αμέσως μετά, η πολιτική πράξη: «...ε, μετά κρυφά-κρυφά έτρεξα να ειδοποιήσω».



[1] Ο Θανάσης Σφήκας διδάσκει Νεώτερη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

[2] Βλ. Τ. Judt, Reappraisals: Reflections on the Forgotten Twentieth Century (London: Vintage, 2009), ιδίως σσ. 1-22