ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΏΡΑ ΜΗΔΕΝ

Richard Bessel[1], Γερμανία 1945. Από τον πόλεμο στην ειρήνη, μετάφρ. Ελένη Αστερίου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 540, τιμή:35 ευρώ

αναδημοσίευση από: http://avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=591734, Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/01/2011

ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΔΟΡΔΑΝΑ[2]

Κατά τη διάρκεια των εξηνταπέντε χρόνων από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εκατοντάδες μελέτες κάθε είδους έχουν βρεθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, έχουν γραφεί πολλά σενάρια για τον κινηματογράφο και γυριστεί ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση με αυθεντικές μαρτυρίες και πρωτογενές οπτικοακουστικό υλικό, βιβλιοθήκες και αρχεία ανά τον κόσμο επιδεικνύουν με ζήλο τις πλούσιες συλλογές τους, μικρές και μεγάλες ιστορίες, σημαντικά και ασήμαντα επεισόδια αυτού του καταστρεπτικού -από πολλές απόψεις- πολέμου έχουν αναδειχθεί και περιγραφεί, ενώ πολλές μονογραφίες καταπιάνονται ειδικότερα με την προσωπικότητα του Αδόλφου Χίτλερ. Εξέχουσα θέση καταλαμβάνει το Ολοκαύτωμα, τελευταία δε στη Γερμανία μεγάλο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι βιογραφίες σημαινόντων στελεχών του Γ΄ Ράιχ, χωρίς να υπολείπονται σε σπουδαιότητα οι πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις που ευνόησαν την άνοδο του Ναζισμού, αλλά και διαμόρφωσαν καίρια την παγκόσμια μεταπολεμική ιστορία.

Μετά δε το 1989 και την επανένωση των δύο Γερμανιών, ζητήματα που έως τότε είχαν βρεθεί στα αζήτητα της Ιστορίας, καθώς εντάσσονταν στην κατηγορία των ταμπού, απέκτησαν τη δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστοριογραφική παραγωγή, όπως είναι για παράδειγμα οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί και οι καταστροφές γερμανικών πόλεων, οι τελευταίες ημέρες της ναζιστικής ηγεσίας στα υπόγεια της καγκελαρίας ή στην περίπτωση των κατεχομένων χωρών το ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές και κυρίως η συμμετοχή στο Ολοκαύτωμα. Το Ιστορικό Μουσείο του Βερολίνου μπορεί πλέον να φιλοξενεί εν έτει 2010 μια έκθεση για τον Χίτλερ και τους Γερμανούς, επιδιώκοντας ωστόσο οι υπεύθυνοι με την επιλογή των εκθεμάτων να μην προκαλέσουν αισθήματα θαυμασμού και εντυπωσιασμού στους επισκέπτες. Τα τραύματα του πολέμου, οι πολιτικές της οδύνης και η διαχείριση της μνήμης «αχνίζουν» ακόμη για να τα προσπερνά κανείς με άνεση τόσο στη Γερμανία, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Ο καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Γιόρκ Richard Bessel δείχνει από το έως τώρα συγγραφικό του έργο να έχει επίγνωση της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς αυτό περιστρέφεται γύρω από τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Γερμανίας, με έμφαση στους δύο παγκοσμίου πολέμους και στην ιστορία της αστυνόμευσης. Με το τελευταίο βιβλίο του Γερμανία 1945: Από τον πόλεμο στην ειρήνη ο συγγραφέας καταπιάνεται με ένα δύσκολο και συνάμα προκλητικό ερευνητικά θέμα, το οποίο δεν είχε έως τώρα προσελκύσει τους επαγγελματίες ιστορικούς ίσως λόγω των σκοπέλων που θα είχαν να αντιμετωπίσουν. Ο Bessel θέτει εξαρχής στο επίκεντρο της γραφίδας του την «ώρα μηδέν», όπως συνιστούσε για τους Γερμανούς οι πρώτοι τέσσερις και πλέον μήνες του 1945 που άντεξε το Γ΄ Ράιχ την υπεροχή των συμμαχικών όπλων και τα συντριπτικά στρατιωτικά πλήγματά τους έως την πτώση της πρωτεύουσάς του και την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Αυτή η «ώρα μηδέν» για τον Εθνικοσοσιαλισμό ήταν ταυτόχρονα η χρονική τομή που επέτρεψε σε ένα ολόκληρο έθνος να αποκοπεί σταδιακά από το παρελθόν του, να περάσει μέσα από την πολιτική της οδύνης και της αυτολύπησης από τη θέση του θύτη σε αυτή του θύματος και να αναβαπτιστεί στη δική του κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε, αναγεννημένο μέσα από τις στάχτες του, από τον πόλεμο και την ανείπωτη καταστροφή να πετύχει την ανασυγκρότηση και το «οικονομικό θαύμα» της μεταπολεμικής εποχής.

Όπως και να έχει, η μετατόπιση του «ενδιαφέροντος για τη δυστυχία και τον όλεθρο» από τους κατακτημένους σε εκείνους που μέχρι πρότινος συγκροτούσαν το «αναίσθητο» κοινωνικό σώμα των αδίστακτων δραστών, καθώς και των προθύμων του εγκληματικού καθεστώτος, δεν είναι μια καθόλου εύκολη συγγραφική υπόθεση. Ο κυριότερος κίνδυνος που ενέχει ένα τέτοιο εγχείρημα, γίνεται πιστεύω εύκολα αντιληπτός: το να εξιστορήσεις τα δεινά που υπέστησαν οι Γερμανοί τους τελευταίους μήνες του πολέμου, καθιστά σχεδόν «συμπαθείς» όσους είχαν προσφέρει τη βάση μέσω της συναίνεσής τους για να εξαπολυθεί ένας κτηνώδης πόλεμος και ως εκ τούτου να καταβαραθρωθεί κάθε έννοια πολιτισμού. Καθιστώντας λοιπόν περισσότερο ανθρώπινους τους Γερμανούς της απάνθρωπης εθνικοσοσιαλιστικής περιόδου, προσφέρονται -θα έλεγε κανείς- τα κατάλληλα επιχειρήματα στους θύτες, ώστε να αποστρέψουν το βλέμμα τους από τη δυστυχία των άλλων και να διαγράψουν από τη μνήμη τους τις φρικαλεότητες στις οποίες ήταν οι ίδιοι πρωταγωνιστές ή συμμέτοχοι, δραπετεύοντας συνάμα από την ηθική τους ευθύνη.

Απαριθμώντας ο Bessel στα συμπεράσματά του πέντε παράγοντες που χαρακτήρισαν το κατακλυσμιαίο 1945 και αργότερα άνοιξαν τον δρόμο για την ανασυγκρότηση (η ολοσχερής γερμανική ήττα, η πλήρης και ολοφάνερη χρεωκοπία του Εθνικοσοσιαλισμού, η σκληρότητα της συμμαχικής κατοχής, η μεγάλη έκταση των καταστροφών και των απωλειών και τέλος η επιστροφή των Γερμανών στην ιδιωτικότητα μέσω της καθημερινής μάχης για την επιβίωση), σπεύδει ταυτόχρονα και με αφοπλιστικό τρόπο να αντικρούσει τις επιστημονικές ενστάσεις για την επιλογή του συγκεκριμένου ερευνητικού αντικειμένου: «Ωστόσο, καθήκον μας είναι μάλλον να κατανοούμε παρά να κρίνουμε». Πράγματι, ο ιστορικός δεν έρχεται εδώ να λειτουργήσει ως κριτής αλλά να προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό μια άλλη αφήγηση τόσο από τα κάτω, όσο και από τα πάνω, παρακολουθώντας την εξέλιξη του πολέμου εντός του μείζονος Γ΄ Ράιχ και τις πολυεπίπεδες επιπτώσεις του στη γερμανική κοινωνία, που ελάχιστα είχαν μελετηθεί έως τώρα.

Δεν πρόκειται επομένως για μια ακόμη ιστορία του πολέμου αλλά για την κοινωνική ιστορία της υπό κατάρρευση αυτοκρατορίας του Χίτλερ???? μιας ιστορίας που ήταν φυσικό να συσκοτιστεί και να μείνει για χρόνια στην ιστοριογραφική αφάνεια, καθώς αφενός η τιμωρία για τους θύτες θα έπρεπε να είναι αμείλικτη και αφετέρου δεν υπήρχε καμία ηθική ζυγαριά που θα μπορούσε να αντισταθμίσει ή έστω να ζυγίσει τις ανθρώπινες και υλικές απώλειες, την προσφυγιά και τον ανθρώπινο μετεωρισμό σε στιγμές απώτατης κρίσης, τον βιασμό των ψυχών και των σωμάτων, την αφαίρεση των καθημερινών σημείων αναφοράς και ταυτοποίησης (οικογένεια, περιουσία, πατρίδα) που υπέστησαν οι άλλοι κάτω από τη γερμανική μπότα αλλά τελικά και οι ίδιοι οι Γερμανοί, όταν άλλαξε ο τροχός της πολεμικής τύχης. Πάντως, οι χιλιάδες νεκροί Γερμανοί στρατιώτες και τα σχεδόν είκοσι έξι εκατομμύρια αστέγων λόγω των βομβαρδισμών και στη συνέχεια των επιτάξεων σπιτιών από τους Συμμάχους, τα επίσης χιλιάδες θύματα των βιασμών κυρίως από τους Ρώσους, τα δώδεκα εκατομμύρια των Γερμανών που αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τις πατρίδες τους στην Ανατολή και στα Βαλκάνια (ανατολική και δυτική Πρωσία, Πομερανία, Σιλεσία, Βαλτικές χώρες, Σουδητία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία) -κάτι που διατηρήθηκε ιδιαίτερα έντονα στη μεταπολεμική τραυματική μνήμη της γερμανικής κοινωνίας- δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να παραγνωριστούν για χάρη του διπόλου θύτης-θύμα??? ο Bessel έρχεται ακριβώς να αναδείξει με αντικειμενικό και ψύχραιμο τρόπο αυτές τις θεματικές της σύγχρονης Γερμανίας για χάρη της ιστορίας και όχι της Θέμιδος.

Αξίζει εδώ να επισημανθούν ιδιαίτερα δύο τρία σημεία που αναδεικνύονται μέσα από την εξιστόρηση των γεγονότων του 1945??? το πρώτο σχετίζεται με την αρχή του ολοκληρωτικού πολέμου που υιοθέτησε η ηγεσία του Γ΄ Ράιχ και στο πλαίσιο αυτό δεν δίστασε να παραδώσει βορά στις συμμαχικές σφαίρες όσους έως τότε διακήρυττε πως προστάτευε, ενόπλους και αμάχους. Η άρση της ομπρέλας προστασίας οδήγησε σε μια πρώτη ψυχική αποξένωση λαού και ηγεσίας, όταν ο πρώτος συνειδητοποίησε τη συνέχιση ενός παράλογου πολέμου-σφαγείου εν μέσω μιας πλήρους αποσάθρωσης και αταξίας. Το δεύτερο σημείο αναλύεται στο κεφάλαιο δέκα που επιγράφεται «οράματα για έναν νέο κόσμο»: αν και οι Γερμανοί συνολικά -και όχι μόνο οι Ναζί- αντιμετωπίστηκαν ως υπαίτιοι από τους νικητές, οι Σύμμαχοι είχαν να προτάξουν διαφορετικά προγράμματα για το μέλλον της ηττημένης χώρας, κάτι που αποτυπώθηκε και στις ζώνες κατοχής τους. Η αποναζιστικοποίηση και η δημοκρατική επανεκπαίδευση της Γερμανίας, μετά το τέλος της «συμμαχικής ιακωβίνικης περιόδου», ήταν ένα ζητούμενο, ενώ τα άλλα εξαρτήθηκαν από τις ιδιαίτερες επιδιώξεις των Αμερικανών, Άγγλων, Γάλλων και Ρώσων (ασφάλεια, οικονομική εκμετάλλευση, κοινωνικός και πολιτικός μετασχηματισμός). Τέλος, εντύπωση προκαλεί στον αναγνώστη η ετοιμότητα της γερμανικής οικονομικής ελίτ να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις και να προσαρμοστεί στις επιταγές των συμμαχικών αρχών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα.

Όσοι έχουν δει την ταινία Η Πτώση (Der Untergang) του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ, θα θυμούνται ασφαλώς τη σκηνή όπου τη στιγμή της οριστικής κατάπαυσης του πυρός αρκετοί ένστολοι αυτοκτονούν. Η Μάγδα Γκαίμπελς σκοτώνει τα παιδιά της και στη συνέχεια αυτοκτονεί με τον σύζυγό της γιατί δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή τους σε έναν κόσμο χωρίς τον Εθνικοσοσιαλισμό. Για μια ολόκληρη κοινωνία που εκπαιδεύτηκε για χρόνια στον ολοκληρωτισμό και τον φυλετικό ρατσισμό, στη βία και στη συναισθηματική αναισθησία, το 1945 σηματοδότησε το πέρασμα από τον πόλεμο σε μια ειρηνική και άκρως αναδημιουργική περίοδο, χωρίς πλέον τον Χίτλερ ή καλύτερα με τον Χίτλερ ως αναπόσπαστο πλέον κομμάτι της ιστορίας της, όσο επώδυνη και τραυματική και αν ήταν αυτή.



[1] Ο καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Γιόρκ Richard Bessel δείχνει από το έως τώρα συγγραφικό του έργο να έχει επίγνωση της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς αυτό περιστρέφεται γύρω από τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Γερμανίας, με έμφαση στους δύο παγκοσμίου πολέμους και στην ιστορία της αστυνόμευσης.

[2] Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι λέκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας