Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΩΡΑ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΘΥΤΕΣ

Χάγκεν Φλάισερ

Αναδημοσίευση από: http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=20/02/2009&id=92886052

Συνομιλία με τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Οδεύοντας, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, προς την τρίτη έκδοση, το πρόσφατο ογκώδες βιβλίο του Χάγκεν Φλάισερ Οι πόλεμοι της μνήμης απασχόλησε ήδη πέρα από το αναγνωστικό κοινό -επιστημονικό και ευρύτερο- και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, το κατεξοχήν δηλαδή αντικείμενο μελέτης του. Εύλογα, καθώς σπάνια βιβλίο γραμμένο στην ελληνική γλώσσα αγγίζει ένα τέτοιο εύρος θεματικών, σε βάθος, καλύπτοντας ένα τόσο μεγάλο γεωγραφικό πλάτος. Επισκοπώντας μια ευρύτατη βιβλιογραφία και έναν εντυπωσιακό όγκο δημοσιευμάτων του Τύπου σε διάφορες χώρες, ο συγγραφέας αναδεικνύει την εξαιρετική δύναμη των Μέσων στη διαχείριση της ιστορίας και της μνήμης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Φλάισερ έχει μια μακρά θητεία στη μελέτη της δεκαετίας του 1940, με σημαντικότερη στιγμή την έκδοση του κλασικού πλέον, δίτομου έργου του Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944 (1989/1995). Μέλος διεθνών εξεταστικών και γνωμοδοτικών επιτροπών για ζητήματα του Παγκοσμίου Πολέμου, ο γνωστός ιστορικός διευρύνει τις οπτικές του, συνθέτοντας ένα επιβλητικό πανόραμα της παρουσίας του πολέμου σε αυτό που ονομάζει Δημόσια Ιστορία, θέτοντας μια σειρά από πραγματολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα, για τα οποία και συζητήσαμε μαζί του.

- Ας ξεκινήσουμε με μια γενική ερώτηση. Θα ήθελα να μας εξηγήσετε τον όρο «Δημόσια Ιστορία», ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο του πρόσφατου βιβλίου σας. Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας ώθησαν να προχωρήσετε από τη μελέτη των γεγονότων στην εξέταση του τρόπου με τον οποίον τα τελευταία βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού που ονομάζετε Δημόσια Ιστορία;

«Δημόσια Ιστορία είναι οτιδήποτε δεν είναι ακαδημαϊκή Ιστορία, αν και συχνά αντλεί από τη συζήτηση γύρω απ' αυτήν, κυρίως στα ΜΜΕ. Είναι αυτό που γύρω μας αφηγείται, υπενθυμίζει, ερμηνεύει κάτι για το παρελθόν, που διακυβεύεται σε επίπεδο κοινής γνώμης σχετικά με κρίσιμα εθνικά, ιστορικά και πολιτικά ζητήματα. Ετσι είναι ικανή να θεμελιώνει ή και να κλονίζει συλλογικές ταυτότητες. Οσον αφορά τους λόγους της απασχόλησής μου με τη Δημόσια Ιστορία: ανέκαθεν μ' ενδιέφερε ως η άλλη και μάλιστα πιο προβεβλημένη πλευρά του ίδιου νομίσματος, αφού, παράλληλα με τις ιστορικές σπουδές, αποφοίτησα και από τμήμα ΜΜΕ. Ενίοτε, όπως με τη συμμετοχή μου στην Επιτροπή Βάλντχαϊμ, έγινα ο ίδιος υποκείμενο και αντικείμενο της Δημόσιας Ιστορίας. Ιδίως όμως μετά τις κοσμοϊστορικές ανατροπές του '89-'90 σε ολόκληρο τον κόσμο «εθνικοί» μύθοι και ταμπού άρχισαν να αμφισβητούνται, με πρωταγωνιστικό ρόλο των ΜΜΕ».

- Από τους Πολέμους της μνήμης προκύπτει ένα πολύ ισχυρό αποτύπωμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στη σύγχρονη Δημόσια Ιστορία, το οποίο διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα. Πιστεύετε, ωστόσο, ότι υπάρχουν κάποια σταθερά στοιχεία σχετικά με τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου πολέμου;

«Στις περισσότερες χώρες ο Πόλεμος αποτελεί κεντρική εμπειρία του αιώνα: άμεσα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στην Απω Ανατολή, έμμεσα π.χ. στις πρώην αποικίες που η ανεξαρτητοποίησή τους είναι απόρροια του Πολέμου. Παντού, οι άμαχοι πλήρωναν τον μεγαλύτερο φόρο αίματος, και σχεδόν παντού οι προσωπικές μνήμες επικαλύφθηκαν για δεκαετίες από την επίσημη μνήμη. Ιδίως η Ευρώπη γνώρισε μια "Γιάλτα της μνήμης", που καθιέρωνε ένθεν κακείθεν "αναγκαίους" θεμελιώδεις μύθους και ανάλογα ταμπού, καθώς και μια διχασμένη διαχείριση του παρελθόντος με διαφορετική πολιτική ορθότητα και νομιμότητα, η οποία κυρίως στη Δύση τροποποιούνταν ανάλογα με τα σκαμπανεβάσματα του Ψυχρού Πολέμου. Γενικότερες ανακατατάξεις έχουμε βιώσει μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και η Δημόσια Ιστορία εστιάζει πια περισσότερο στα θύματα παρά στους ήρωες, ενώ καταγράφει, συχνά με υπερβολές, τη μετατροπή θυτών σε θύματα και αντιστρόφως»

- Πώς διαφοροποιείται η επιρροή της Δημόσιας Ιστορίας από εποχή σε εποχή; Η κυριαρχία του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου, αλλά και η εμφάνιση νέων μέσων, όπως το Διαδίκτυο, πιστεύετε ότι οδηγούν στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για την Ιστορία σήμερα;

«Θα αρχίσω με τα παραδείγματα που παρέχει ο κινηματογράφος. Στη δεκαετία του '50 διπλωμάτες και εφημερίδες της Δυτικής Γερμανίας συχνά κατηγορούσαν ως "αντιγερμανική" ή "κομμουνιστική" προπαγάνδα ξένες ταινίες που περιέγραφαν τη ναζιστική τρομοκρατία. Οι παρεμβάσεις αναστάτωναν την κοινή γνώμη στις άλλοτε κατεχόμενες χώρες, εντούτοις συχνά είχαν αποτελέσματα, και όχι μόνο στην -ιδιαίτερα υποχωρητική στις πιέσεις των πρώην κατακτητών- μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα. Ακόμη και η Γαλλία υπαναχώρησε και απέσυρε το 1956 από επίσημη συμμετοχή στις Κάννες το ντοκιμαντέρ του Αλέν Ρενέ "Νύχτα και καταχνιά", μια κραυγή ενάντια στη λήθη της γενοκτονίας των Εβραίων. Τον σκοπό της "επαναφοράς στη Δημόσια Ιστορία" πέτυχε περισσότερο η αμερικανική τηλεοπτική σειρά "Holocaust" ("Ολοκαύτωμα"), με τεράστια νούμερα τηλεθέασης σε όλο τον δυτικό κόσμο. Ιδίως τα 15.000.000 Δυτικογερμανών τηλεθεατών που την παρακολούθησαν το 1979, έμελλε να τους επηρεάσει περισσότερο απ' ό,τι κατάφεραν όλες οι προηγούμενες επιστημονικές μελέτες. Και πολλές άλλες ταινίες αποκάλυψαν ή/και συνετέλεσαν σε μετεξελίξεις της Δημόσιας Ιστορίας. Ετσι, το 1993, η "Λίστα του Σίντλερ" αναπαρήγαγε την εικόνα του ναζιστικού φυλετικού τρόμου, αλλά ο πρωταγωνιστής δεν διέθετε τα τυπικά χαρακτηριστικά του ήρωα, ήταν ναζί. Τώρα το Χόλιγουντ προχώρησε ακόμα περισσότερο: Η Επιχείρηση Βαλκυρία είναι το πρώτο έργο όπου δεν είναι οι Αμερικανοί που σώζουν τον κόσμο από τον Χίτλερ, αλλά γι'αυτόν τον σκοπό κάποιοι (καλοί!) Γερμανοί στρατιωτικοί -έστω με αρχηγό τον Τομ Κρουζ- θυσιάζουν τη ζωή τους. Στη Γερμανία άλλωστε, τα τελευταία χρόνια, η Δημόσια Ιστορία -έντυπη και τηλεοπτική- προβάλλει αυτή τη δεύτερη ιδιότητα των Γερμανών: ότι εκτός από θύτες υπήρξαν και θύματα είτε εγχώριων δικτατορικών καθεστώτων (πρώτα των ναζί, έπειτα των κομμουνιστών) είτε εγκλημάτων ή "υπερβολικών αντιποίνων" εκ μέρους της αντιχιτλερικής Συμμαχίας. Η εξέλιξη αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο της σχετικοποίησης, του συμψηφισμού.

Στην Ελλάδα, το γεγονός ότι η αρθρογραφία στον Τύπο αποτελεί για πολλά γεγονότα την πρώτη πηγή, οφείλεται στις μεταπτώσεις των πολιτικών εξελίξεων, στην παραταξιακή μονοπώληση της "πολιτικής ορθότητας", και στην επακόλουθη καθυστέρηση της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας όπου όλα έχουν να κάνουν με τη δραματική κατάσταση των αρχείων μας, που ήταν (και εν μέρει εξακολουθούν να είναι) διάσπαρτα, απρόσιτα, αταξινόμητα, λεηλατημένα. Ανώτατοι αξιωματούχοι, μετά την αποχώρησή τους, θεωρούσαν ιδιοκτησία τους την "παραγωγή" υπηρεσιακών εγγράφων εκ μέρους τους, και έτσι εκείνα κατέληγαν σε κομματικά χέρια ή χάνονταν. Απρόσιτο (αν όχι ανύπαρκτο) το αρχείο της πρωθυπουργίας. Το υπουργείο Εσωτερικών λέγεται ότι "έχασε σε μετακόμιση" δύο φορτηγά με έγγραφα. Και στο αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών δύσκολα ερευνά κανείς την κληρονομιά του Πολέμου: Προσιτά είναι μόνο τα έγγραφα έως το 1952 -ενώ, σύμφωνα με τον νόμο, η πρόσβαση στο αρχειακό υλικό πέραν της τριακονταετίας θα έπρεπε να είναι ελεύθερη. Το αρχείο του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου πολτοποιήθηκε με εντολή υπουργού, το 1975, και πουλήθηκε ως χαρτομάζα, οι φάκελοι των υπηρεσιών Ασφαλείας ρίχτηκαν στην πυρά - δίκην εξιλαστήριων θυμάτων της πόλωσης. Ενδεικτικό της επίσημης αδιαφορίας (τουλάχιστον!) για την ακαδημαϊκή αναψηλάφηση της ιστορίας του Πολέμου και της Κατοχής είναι το γεγονός ότι έως σήμερα η Ελλάδα παραμένει ανάμεσα στις ελάχιστες χώρες χωρίς ερευνητικό κέντρο για την εν λόγω περίοδο, ενώ αποτελεί τη μοναδική ηχηρή απουσία από τη Διεθνή Επιτροπή για την Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος αυτή συμπεριλήφθηκε μόλις το 1980/81, με δική μου πρωτοβουλία, στη διδακτέα ύλη ελληνικού Πανεπιστημίου. Η σχετική διδασκαλία στα Λύκεια ακόμα χωλαίνει, με μοιραίες συνέπειες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται και στους νεολαιίστικους διαδικτυακούς τόπους, που ερίζουν για θέματα Ιστορίας περισσότερο με το "ιδεολογικό" ρόπαλο παρά με το λεπτό σπαθί της ιστορικής ξιφασκίας».

- Ποια είναι η σχέση της Δημόσιας Ιστορίας, αφενός, με αυτό που θα ονομάζαμε επιστημονική Ιστορία, την Ιστορία δηλαδή που παράγεται από επαγγελματίες ιστορικούς, και αφετέρου, με τη συλλογική μνήμη; Πώς δηλαδή η μνήμη των ανθρώπων που έχουν βιώσει τα γεγονότα εμπλέκεται με την απεικόνισή της στη Δημόσια Ιστορία;

«Τα δύο σκέλη της ιστορικής κουλτούρας συνδέονται με μια λεπτή σχέση, διαδραστική, αν και με σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους. Ενδεικτικά υπενθυμίζω ότι στη Γερμανία, όπου το παρελθόν κατά κόρον επανέρχεται, όσον αφορά τις παλαιότερες διαμάχες των ιστορικών -π.χ. για τις ευθύνες στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη "μοναδικότητα" του Ολοκαυτώματος- τα ΜΜΕ απλώς κατέγραφαν εξ αποστάσεως τις εμφύλιες έριδες των ακαδημαϊκών ελίτ. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του '90 τα πράγματα άλλαξαν -με αφορμή τον "Μαραθώνιο της μνήμης", τις απανωτές 50ές επετείους από το παρατεταμένο ψυχορράγημα του ναζιστικού Ράιχ. Οι δριμύτατες διαμάχες γύρω από την περιοδεύουσα έκθεση για τα εγκλήματα της Βέρμαχτ, καθώς και το κεντρικό μνημείο για το Ολοκαύτωμα αποτέλεσαν σταθμούς της διαδικασίας αυτής, με εξέχουσα συμμετοχή των ΜΜΕ και μιας διχασμένης κοινής γνώμης. Επίσης συμμετείχαν νέοι θεσμοί της εφαρμοσμένης σύγχρονης Ιστορίας, όπως μουσεία, ιδρύματα και άλλοι μνημονικοί τόποι. Η Δημόσια Ιστορία, σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή, έχει σχεδόν πάντα μια διαλογική σχέση με την εκάστοτε επικαιρότητα. Αυτή η ανταγωνιστική σχέση έχει προοπτικές αμοιβαίου οφέλους, αφού η Δημόσια Ιστορία επωφελείται από την "παραγωγή" επιστημονικής έρευνας, ενώ ταυτόχρονα την κάνει γνωστή και προσιτή στο μεγάλο κοινό, λειτουργώντας ως διαμεσολαβήτρια. Ωστόσο, τα ΜΜΕ δεν αφουγκράζονται μόνον τις ανάγκες του κοινού, αλλά και παρεμβαίνουν δημιουργώντας νέες ανάγκες. Ετσι, επωφελούμενα από την τεχνολογική αμεσότητα της επικοινωνίας, μπορούν να μετατρέπουν τους ιστορικούς σε αιχμαλώτους των αξιώσεών τους, με αποτέλεσμα η έρευνα και οι σχετικές επιχορηγήσεις συχνά να κατευθύνονται σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, που -πέραν από ενδεχόμενα πολιτικά οφέλη- αποσκοπούν πρωτίστως σε αναδρομές στα γεγονότα σε επετειακή βάση. Στο σημείο αυτό εμπλέκονται και οι τελευταίοι αυτόπτες μάρτυρες, των οποίων οι μνήμες δεν ταιριάζουν πάντοτε με τις καθιερωμένες αντιλήψεις για την Ιστορία, ούτε στην ακαδημαϊκή ούτε στη δημόσια μορφή της. Ετσι, την ύστατη ώρα, κάποιοι δημοσιοποιούν τις μαρτυρίες τους αυτόνομα, περισσότεροι τις προσφέρουν πρόθυμα στα ποικιλόμορφα "ντοκιμαντέρ", όπου όμως συχνά γίνεται αυθαίρετη χρήση».
- Για να θυμηθούμε μια παλαιά και διάσημη ρήση, την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές; Πώς θα ερμηνεύσουμε τις νέες οπτικές για την Ιστορία της περιόδου, που κυριαρχούν στο δημόσιο πεδίο, όπως αυτές που διαμορφώνονται λ.χ. στα κράτη που προέκυψαν από την πτώση του ανατολικού μπλοκ; Πρόκειται για την επιστροφή των ηττημένων;
«Τα πράματα δεν είναι πια τόσο μονοσήμαντα. Εξέχον παράδειγμα, η παρατεταμένη ενδοελληνική αντιπαράθεση κατά τη δεκαετία του '40, για την οποία η παράταξη των νικητών δυσανασχετεί πως μετά τη Μεταπολίτευση οι ηττημένοι σφετερίστηκαν τα σκήπτρα της ιστοριογραφικής "ορθότητας". Από αυτή τη δυσαρέσκεια πηγάζει, εδώ και μερικά χρόνια, η προσπάθεια της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης να πάρει "το αίμα της πίσω": κυριολεκτικά, "ξαναμετρώντας" και αντιπαραβάλλοντας αριθμούς "σφαγιασθέντων". Αλλωστε και σε άλλους Εμφυλίους -στον αμερικανικό, τον ισπανικό- η Δημόσια Ιστορία από νωρίς είχε αγκαλιάσει την υπόθεση των ηττημένων. Σχετικά με τον Β' Παγκόσμιο είχαμε, πράγματι, για δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό ένα μονοπώλιο των νικητών, των εκατέρωθεν νικητών δυτικά και ανατολικά του "Παραπετάσματος". Και επειδή η "Γιάλτα της μνήμης" εφαρμοζόταν πιο ασφυκτικά στην Ανατολή -στα "αδελφά" κράτη της ΕΣΣΔ και στις προσαρτημένες εθνότητες- το σταματημένο εκκρεμές, ελευθερωμένο πια, εκτινάχτηκε προς το άλλο άκρο. Ετσι εξαγνίζονται συνεργάτες των ναζί ως προασπιστές της εθνικής ανεξαρτησίας, επειδή μάχονταν κατά του κομμουνισμού (αν και τελικά υπέκυψαν). Εδώ συναντάμε πάλι ένα γνώρισμα της νέας κατάστασης σε όλη σχεδόν την ήπειρο: όλο και περισσότερα είναι πια τα θύματα -πραγματικά και αυτοαποκαλούμενα, άτομα και συλλογικότητες- που γράφουν Ιστορία. Ο ρόλος του θύματος διεκδικείται με σκοπό την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και την κατασκευή ενός "αγνότερου" εθνικού παρελθόντος.

- Και μια τελευταία ερώτηση. Πώς καταχωρίζεται στην ελληνική Ιστορία ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος; Πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία μπορεί να αντιμετωπίσει πλέον σκοτεινές πλευρές αυτού του πολέμου, όπως τις σχέσεις με τους κατακτητές και τη στάση απέναντι στις μειονότητες;
«Η επέτειος του ΟΧΙ συμβολίζει τη σχεδόν απόλυτη σύμπνοια των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και του Μεταξά. Συμβολίζει επίσης τη νικηφόρα αντεπίθεση, την απρόσμενη πρώτη νίκη κατά του φαινομενικά αήττητου Αξονα - μια ένδοξη ανατροπή των "δεδομένων" που έδωσε νέο θάρρος στους χειμαζόμενους Ευρωπαίους. Δεν εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που έχει καθιερώσει ως εθνική εορτή την εμπλοκή της στον Πόλεμο, ενώ σχεδόν αγνοεί τη λήξη του, την κατατρόπωση της ναζιστικής Γερμανίας. Η χώρα δεν πρόλαβε να χαρεί για πολύ την Απελευθέρωση, η οποία επισκιάστηκε από τον εμφύλιο σπαραγμό που ακολούθησε. Και υπό αυτό το τελεολογικό πρίσμα της ευθύνης για τον Εμφύλιο ακόμα κρίνεται το αντιστασιακό κίνημα. Κατά συνέπεια, στους απανταχού της γης εορτασμούς για την 60ή επέτειο της αντιφασιστικής νίκης, η Ελλάδα ήταν ουσιαστικά απούσα, παρά τα λιγοστά δημοσιογραφικά αφιερώματα.

Να κλείσω όμως με μία αισιόδοξη νότα. Υπάρχουν ενδείξεις για συρρίκνωση των τελευταίων μύθων-ταμπού, τόσο στην ακαδημαϊκή όσο στη Δημόσια Ιστορία· επομένως δεν πρέπει να μας τρομάζουν οι κραυγές εκείνων που επιμένουν στη διατήρησή τους - ενίοτε με την πρόφαση ότι οι ίδιοι θα τους κατέλυαν».




ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 20/02/2009