Η ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΠ' ΤΟΝ Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ ΟΙ «ΕΛΛΗΝΟΨΥΧΟΙ» ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΠΑΛΜ (7/11/2009)

http://www.iospress.gr/mikro2009/mikro20091107.htm, (Ελευθεροτυπία, 7/11/2009)

Οι θαυμαστές της την παρουσίασαν σαν το καθοριστικό βήμα για την οριστική «υπέρβαση» του εμφύλιου διχασμού στο επίπεδο της έβδομης τέχνης. Κάποιοι άλλοι, λιγότερο ενθουσιώδεις, της αναγνώρισαν μια «ανθρωπιστική» προσέγγιση. Ομως η «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη απλώς αποτυπώνει στο πανί την εικόνα του Εμφυλίου που υπάρχει σήμερα στο μυαλό του λεγόμενου «μεσαίου χώρου». Μια εκδοχή δηλαδή εθνικόφρονος κι αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (με τους όρους του 2009 κι όχι του 1950), εξίσου ανιστόρητης με τα παλιότερα πονήματα του είδους.

* Πόσο «ανθρωποκεντρική» μπορεί να είναι π.χ. μια ταινία που ξεκινά απαριθμώντας σαν θύματα των πολέμων του 1912-1940 μονάχα τις απώλειες του τακτικού ελληνικού στρατού, αποσιωπώντας δηλαδή όχι μόνο τους πεσόντες των «αλλοφύλων» αλλά και τις εκατόμβες των «ομογενών» αμάχων; Μπορεί αυτό ν’ ανταποκρίνεται στη στρατοκρατική λογική των εκδόσεων του ΓΕΣ, σαφώς όμως εξιδανικεύει τα «εθνικώς ορθά» σφαγεία σε βάρος κάθε έννοιας «ανθρωπισμού».
* Πόσο πολιτικά ουδέτερη είναι μια ταινία που, στην ίδια εισαγωγή, διαγράφει μονοκοντυλιά τους νεκρούς του 1941-44; Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για το «δεύτερο αντάρτικο» (ή τον «τρίτο γύρο»), «ξεχνώντας» όσα προηγήθηκαν μέσα στην ίδια δεκαετία; Η σιωπή αυτή συνιστά από μόνη της πολιτική θέση, αφού κάθε αναφορά στην Κατοχή και την Αντίσταση θα αμφισβητούσε το σχήμα «ξενοκίνητη Αριστερά» - «πατριώτες Δεξιοί», τη σπονδυλική δηλαδή στήλη (αν όχι και το μοναδικό λόγο γυρίσματος) της ταινίας.

Γιατί αν κάτι επιχειρεί να μας πει ο Βούλγαρης, είναι ακριβώς αυτό: ότι, παρά την αμερικανική πατρωνία, η εθνικόφρων ηγεσία του 1949 όχι μόνο ήθελε να σταματήσει την αδελφοκτονία αλλά και πρόβαλε αντίσταση στις πιέσεις των ΗΠΑ για εξολόθρευση των ανταρτών. Ηδη από την πρώτη σκηνή του έργου, ο πρωθυπουργός ανακοινώνει στο βασιλιά ότι «πρόθεση» της Δεξιάς είναι η συνεννόηση με την Αριστερά για ειρήνευση. Ως αυθεντικός εκπρόσωπος του ξένου παράγοντα, ο Παύλος του απαντά πως δεν θα το επιτρέψουν οι Αμερικανοί. Το αποκορύφωμα όμως αποτελεί η «προσπάθεια» του αρχηγού του κυβερνητικού στρατού ν’ αποτρέψει τη χρήση των εμπρηστικών βομβών ναπάλμ που του προσφέρει -και τελικά του επιβάλλει- ο ιμπεριαλιστής στρατηγός Βαν Φλιτ. Βέβαια, αυτή η εκδοχή των γεγονότων έχει σχέση κυρίως με τις επισκέψεις του Κώστα Καραμανλή στον Αη Στράτη και καθόλου με την ιστορική πραγματικότητα του 1949.

Απαντώντας στις σχετικές επικρίσεις, ο σκηνοθέτης επικαλέστηκε ως πηγή του «τα έγγραφα του ΓΕΣ» (FLASH 1.11.09). Αναφέρεται προφανώς στη 16τομή συλλογή «Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου» που εξέδωσε το 1998 η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Μόνο που, αν κάτι τεκμηριώνουν αυτά τα ντοκουμέντα, είναι ακριβώς η πλαστογραφία που διαπράχθηκε από το Βούλγαρη για τον εξωραϊσμό της ηγεσίας του Εθνικού Στρατού!

Η επίπληξη της τελευταίας απ’ τον Βαν Φλιτ, που παρακολουθούμε στην ταινία, περιγράφεται όντως στην έκθεση που υπέβαλε στις 3.12.1948 ο Α΄ υπαρχηγός ΓΕΣ, αντιστράτηγος Στυλιανός Κιτριλάκης, για τις «επιχειρήσεις κατά των συμμοριτών κατά το έτος 1948» (τ. 10ος, σ. 437-71). Μόνο που, στο ίδιο έγγραφο, καταγράφεται εκτενώς όχι η αντίσταση των εθνικοφρόνων στρατηγών στη χρήση των ναπάλμ, αλλά τα παράπονά τους επειδή οι Αμερικανοί δεν τους είχαν εφοδιάσει ακόμη -και δη «επαρκώς»- με το τρομερό αυτό όπλο.

Οι επιτιθέμενες κυβερνητικές δυνάμεις, διαβάζουμε,

«εστερούντο Αεροπορίας βοµβαρδισµού, τόσον αναγκαίας διά την καταστροφήν των ισχυρών οργανώσεων των κοµµουνιστών και εξουδετέρωσιν των αµυνοµένων.

Οταν αι ουσιώδεις αυταί ελλείψεις ετέθησαν υπ’ όψιν των Αµερικανών, έσπευσαν ούτοι να µας πληροφορήσουν υπό έχεµύθειαν, ότι πάντα ταύτα θα αναπληρωθώσι διά της ‘εµπρηστικής βόµβας’ η οποία ρίπτεται από αεροπλάνου και άµα τη εκρήξει της επί του εδάφους, αναπτύσσει τοσαύτην θερµοκρασίαν, ώστε κατακαίει τα πάντα επί εκτάσεως ορθογωνίου µήκους 180 µ. και πλάτους 40 µ. περίπου. Οιοσδήποτε ζών οργανισµός και παν µηχάνηµα ευρισκόµενον εντός του ως άνω ορθογωνίου θα απηνθρακούτο και θα ευρίσκωµεν τους συµµορίτας απηνθρακωµένους εις την στάσιν, ην ούτοι θα είχον κατά την έκρηξιν.

Μία τοιαύτη βόµβα βεβαίως, εξετιµήθη παρά πάντων ως πλέον ή ικανή να αντικαταστήση οιονδήποτε άλλο Πόλεµικόν µηχάνηµα και εφαίνετο πλέον αποτελεσµατική από τα µέχρι τούδε γνωστά µηχανήµατα πυρός. Υπό τοιαύτας συνθήκας εγένετο δεκτόν ότι αι δύο Μεραρχίαι πράγµάτι θα κατώρθουν να φθάσουν εις τον σκοπόν των εντός ελαχίστου σχετικώς χρόνου και δη ακωλύτως.

Ελέχθη επί πλέον, ότι αι ως άνω βόµβάι θα έφθανον εις την Ελλάδα εις επαρκή αριθµόν και λίαν εγκαίρως, ώστε να εθισθή η Αεροπορία µας εις την εκτόξευσίν των.

Ατυχώς, διά λόγους αγνώστους, αι ως άνω ‘εµπρηστικαί βόµβάι’ δεν έφθασαν. Αντί τούτων, την παραµονήν της καθωρισµένης ηµέρας εξορµήσεως των Μεραρχιών, µας παρεδόθησαν βόµβάι αίτινες επληρούντο µε ειδικόν τι µίγµα πετρελαίου και καυστικών τινών άλλων ουσιών, τα δε επιτευχθέντα αποτελέσµατα εκ της εκρήξεως τούτων, ήσαν αντίκρυς αντίθετα των ανάµενοµένων. Δεν εκαίετο καν, ούτε το ξηρόν χόρτον επί του εδάφους. Παρετηρείτο την στιγµήν της εκρήξεως κάποια λάµψις και ουδέν τούτου πλέον.

Ούτω οι δύο Μεραρχίαι, αίτινες είχον την ανωτέρω αποστολήν, εστερήθησαν κατά την εξόρµησίν των των αναγκαίων µέσων» (σ.441).

Στην ίδια έκθεση παρατίθεται και υπόμνημα της κυβέρνησης προς τον αμερικανό υπουργό Στρατιωτικών Τζορτζ Μάρσαλ (8.7.48).

«Εκ των µέχρι τούδε από διετίας διεξαγοµένων επιχειρήσεων κατά των συµµοριτών», διαβάζουμε εκεί, «κατεδείχθη η ανάγκη εφοδιασµού του Στρατού διά των κάτωθι συµπληρώµατικών µέσων:

1. διά βοµβαρδιστικής Αεροπορίας, ήτις ελλείπει καθ’ ολοκληρίαν.
2. δι’ ειδικών καυστικών βοµβών µε αποτελέσµατα δραστικά.

3. διά φλογοβόλων. [...]

6. δι’ αερίων άτινα χρησιµοποιούνται συνήθως υπό των αστυνοµικών εναντίον ληστών οχυρωµένων εις κλειστούς χώρους και χρησιµοποιουµένων προς αποφυγήν µεγάλων απωλειών εις έµψυχον υλικόν. [...]

Τέλος να εκχωρηθή παν έτερον µέσον όπερ δύναται να συµβάλη δραστικώς εις την εξόντωσιν των συµµοριτών και όπερ µέσον είναι άγνωστον ηµίν και χρησιµοποιούµενον υπό του Αµερικανικού στρατού» (όπ.π., σ.450).


Παρόμοιο αίτημα, για την «ανάγκην συµπληρώσεως» του κυβερνητικού οπλοστασίου από τις ΗΠΑ «διά των απαιτουµένων ισχυρωτέρων και καταλληλοτέρων µέσων», περιέχεται και σε έκθεση του Κιτριλάκη προς τον αρχηγό ΓΕΣ, αμέσως μετά την κατσάδα του Βαν Φλιτ (27.7.48). Ως τέτοια μέσα, «απολύτως αναγκαία και εις πρώτην σειράν επείγοντος», αναφέρονται κατά σειράν: «βοµβαρδιστική αεροπορία, εµπρηστικαί βόµβάι, όπλα βαρέα ευθυτενούς τροχιάς κατά πολυβολείων» (όπ.π. σ.463).

Τελικά οι ναπάλμ χρησιμοποιήθηκαν μαζικά κατά την τελική εξόρμηση του Εθνικού Στρατού στο Γράμμο και το Βίτσι. Σύμφωνα με λεπτομερή έκθεση του αρχηγού Αεροπορίας, πτέραρχου Εμμανουήλ Κελαϊδή (10.9.49), που επίσης δημοσιεύεται στα «Αρχεία» της ΔΙΣ (τ. 15ος, σ.122-71), μεταξύ 15 Ιουλίου και 27 Αυγούστου 1949 ρίχτηκαν συνολικά 341 τέτοιες εμπρηστικές βόμβες.

Εννοείται πως ο πτέραρχος δεν εκφράζει την παραμικρή δυσφορία για τη χρήση τους «εις μεγάλην πυκνότητα κατά την τελευταίαν φάσιν της εφόδου» (σ.167). Παραθέτει, αντίθετα, τη -θετική- εκτίμηση του Β΄ Σ.Σ. ότι «αι εμπρηστικαί βόμβαι κατετρόμαξαν τους συμμορίτας και υπεχρέωσαν τούτους να εγκαταλείψουν τα πολυβολεία τους», με αποτέλεσμα το από αέρος μακέλεμά τους (σ.150).

Με ενθουσιασμό περιγράφουν, τέλος, στις δικές τους εκθέσεις τα αποτελέσματα των ναπάλμ ο στρατηγοί Θρασύβουλος Τσακαλώτος (4.8.49) και Θεμιστοκλής Κετσέας (2.9.49): «Αι εµπρηστικαί βόµβαι εξουδετέρωναν εις ακτίνα αρκετών µέτρων τους συµµορίτας λόγω υψηλής θερµότητος και τρία πολυβολεία επί 25 εν όλω εκάησαν. Επίσης αι βόµβαι αύται επέφερον σχετικήν ασφυξίαν, αναγκάζουσαι τον προσβαλλόµενον να φεύγη εκ της θέσεώς του» (όπ.π., σ.466 & 462).
Πόλεμο διεξήγαγαν οι άνθρωποι και, πολύ λογικά, πρώτη τους μέριμνα ήταν η εξόντωση του αντιπάλου. Εξήντα έτη μετά, οι πολιτικοί τους επίγονοι τους μεταμόρφωσαν όμως σε πρώιμους «αντιιμπεριαλιστές» του «μεσαίου χώρου»...