ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ-ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΤΟΥ EΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Του Βαγγελη Καραμανωλακη[1]

αναδημοσίευση από: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=491092, 20/09/2009

Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε ακόμα

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ!

Μανόλης Αναγνωστάκης

Πότε τελειώνει ένας πόλεμος; Πριν κάποια χρόνια, η απάντηση στο ερώτημα θα έμοιαζε απλή: μια συνδιάσκεψη, ένα σύμφωνο, οι κουρασμένοι στρατιώτες που επέστρεφαν στα σπίτια τους θα σήμαιναν τη λήξη. Σήμερα, το ερώτημα γίνεται όλο και πιο σύνθετο όσο η Ιστορία διασταυρώνεται με άλλους γνωστικούς χώρους, διευρύνει τις οπτικές της, μπλέκεται όλο και περισσότερο με τις ατραπούς της μνήμης. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο ιστορικός καλείται να μιλήσει για πραγματικότητες κοντινές χρονικά και οικείες, άρα βαθιά άγνωστες και αχαρτογράφητες.

Πότε τελειώνει, λοιπόν, ένας πόλεμος, και μάλιστα εμφύλιος; Εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Ελληνικού Εμφύλιου, το ερώτημα μοιάζει επίκαιρο, ιδιαίτερα καθώς στις σελίδες του Τύπου ή στην τηλεοπτική οθόνη οι διαξιφισμοί ιστορικών και επιζώντων διατηρούν αμείωτη την έντασή τους μπλέκοντας ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, πολιτικές τοποθετήσεις και προσωπικά βιώματα. Πότε θάβουν και συμβολικά οι άνθρωποι τους νεκρούς τους; Πότε μιλούν για όσα έζησαν, πώς τα αφηγούνται ή τα θυμούνται, πώς δηλαδή μπορούν να τοποθετηθούν απέναντί τους κλείνοντας την πληγή;

Η σιωπή για τον Εμφύλιο

Μετρώντας τις μαρτυρίες που εκδόθηκαν για τον Εμφύλιο από τη λήξη του μέχρι και την πτώση της Χούντας, αποκομίζουμε ένα μάλλον πενιχρό αποτέλεσμα: κείμενα από την νικήτρια παράταξη, κυρίως μαρτυρίες ηγετικών στελεχών∙ από την άλλη πλευρά λιγοστές μαρτυρίες εκ των οποίων οι περισσότερες αφορούν τις φυλακές και τη Μακρόνησο∙ εξαιρώ τη λογοτεχνία. Στα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τον Πόλεμο, οι άνθρωποι δεν μίλησαν γι' αυτόν, δεν τον ιστόρησαν, στην έκταση που θα περίμενε κανείς· υπήρξε μια σιωπή προσωπικών βιωμάτων μέσα σε μια καταιγίδα αναφορών και λόγων.

Έχει υποστηριχθεί ότι τραυματικές εμπειρίες, όπως ο πόλεμος, ασκούν μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στον ψυχισμό σε σχέση με εκείνη των φυσικών καταστροφών, ενδεχομένως λόγω των εντονότερων συγκρουσιακών συναισθημάτων, του θυμού και της επιθυμίας για εκδίκηση που προκαλούν, όπως επισημαίνει η Χαρά Καραμανωλάκη. Η φύση, οι δυνάμεις της, η πανάρχαια δυνατότητά της να προκαλεί το καλό και το κακό, μπορούν να γίνουν αποδεκτά πιο εύκολα από την καταστροφή που προκαλεί το ανθρώπινο χέρι. Ιδιαίτερα όταν είναι χέρι οικείο, κάποτε και συγγενικό, όπως συμβαίνει σε έναν Εμφύλιο, όταν οι σχέσεις εντός της κοινότητας διαρρηγνύονται, όταν επικρατεί ο διχασμός και όταν εκδηλώνονται σε όλη τους την ένταση τα πλέον επιθετικά συναισθήματα, κάποτε προϋπάρχοντα αλλά καλυπτόμενα. Τότε η επανασύνδεση είναι πολύ πιο επώδυνη, απαιτεί πολύ μεγαλύτερες διαδρομές, ακόμη και τη σιωπή -- μια σιωπή λυτρωτική για την κοινωνία, η οποία έχοντας δοκιμαστεί σκληρά επιζητεί την απεμπλοκή της από τα πρόσφατα γεγονότα, μετρά τις ενοχές της ή και φοβάται την ανάκληση ενός παρελθόντος συνδεδεμένου με τον θάνατο και την καταστροφή. Μέσα από τη σιωπή, οι άνθρωποι μπορούν να επεξεργαστούν τα δικά τους τραύματα, την ενοχή τους, να νοηματοδοτήσουν αυτό που μοιάζει ακατανόητο, να το αποδεχθούν, να το πενθήσουν. Ωστόσο, στην περίπτωση του Ελληνικού Εμφυλίου, η σιωπή δεν υπήρξε ατομική η συλλογική επιλογή, αλλά επιβλήθηκε στο πλαίσιο ενός πολέμου που δεν είχε τελειώσει με την στρατιωτική του κατάληξη.

Δεν αναφέρομαι μόνο στο ανοιχτό ζήτημα των πολιτικών προσφύγων. Με μια σειρά μέτρα --θεσμικά και μη--, οι κυβερνώντες διατήρησαν σε πολλά σημεία το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, αναδεικνύοντας τον αντικομμουνισμό ως κυρίαρχο στοιχείο πολιτικής νομιμοποίησης. Χιλιάδες αριστεροί πολίτες βρέθηκαν στις φυλακές και στις εξορίες, λόγω της δράσης τους στη διάρκεια του Εμφυλίου. Ο Εμφύλιος ήταν πανταχού παρών, χωρίς να φαίνεται πουθενά και χωρίς να μπορεί να μιλήσει κανείς στο μέτρο όπου οι εμπλεκόμενες πλευρές επιχείρησαν την αποσιώπηση ή την άρνησή του ως εμφύλια σύγκρουση.

Με άλλα λόγια η νικήτρια παράταξη τον υποβάθμισε, μη θέλοντας να αναγνωρίσει το εύρος της δυναμικής και της απήχησης της άλλης πλευράς, την πολιτική δυνατότητά της να διεκδικήσει την εξουσία· επέβαλε τη λογοκρισία και τον πολιτικό αποκλεισμό. Ο Εμφύλιος, στο πλαίσιο του επίσημου λόγου, έγινε ο "τρίτος γύρος", μια από τις πλέον σοβαρές προσπάθειες του ΚΚΕ την περίοδο 1940-1949 να καταλάβει την εξουσία, χαρακτηρίστηκε "ανταρσία" και "συμμοριτοπόλεμος". Στον αντίθετο λόγο, ο Εμφύλιος αναγνωρίστηκε ως λαϊκή επανάσταση, παράλληλα όμως διακηρύχθηκε η ανάγκη λήθης, υπέρβασης των πολιτικών διακρίσεων και διώξεων, θεμελίωσης της δημοκρατίας ώστε να μπορέσει η Αριστερά να μετάσχει στη μετεμφυλιακή πολιτική ζωή.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η "επίσημη", σε γενικές γραμμές σιωπή. Μια αναγκαστική σιωπή, η οποία λειτούργησε ανασταλτικά στη διατύπωση των ατομικών εμπειριών, στην επεξεργασία τους, στην προσέγγιση του άλλου. Ο διχασμός, μέσα από τη σιωπή, συντηρήθηκε, αποφεύγοντας τη βίωση του πένθους, που θα σήμαινε προσωπικές διαψεύσεις, ενδεχομένως και το γκρέμισμα όλων εκείνων των πεποιθήσεων οι οποίες βοήθησαν τους συμμετέχοντες να αντέξουν τα γεγονότα. Και τους βοήθησαν, βέβαια, να ζήσουν και τις επιπτώσεις τους.

Η μετατόπιση του τραύματος

Ο πόλεμος δεν είχε λοιπόν τελειώσει σε μια κοινωνία διαιρεμένη, όπου, ιδιαίτερα όσοι λογίζονταν από τη μεριά των ηττημένων, παρέμεναν εγκλωβισμένοι στη σιωπή∙ δεν μπορούσαν δημόσια να πενθήσουν τους νεκρούς τους, να διεκδικήσουν την τιμή της οικογένειάς τους, να περηφανευθούν για την ανδρεία τους και τις κακουχίες στον πόλεμο. Οι αναμνηστήριες τελετές αφορούσαν τους νικητές. Οι αριστεροί πολίτες έπρεπε να διαχειριστούν την ήττα, τη σιωπή, τις ενοχές, τις κατηγορίες για εθνική προδοσία, όπως ακουγόντουσαν από τα επίσημα χείλη, αλλά και διαχέονταν μέσα από μια τεράστια αντικομμουνιστική εκστρατεία. Η απάντηση που έδωσαν, πολιτικά αλλά και σε επίπεδο προσωπικής στάσης, ήταν η μετατόπιση της αφήγησης και των γραπτών αποτυπώσεων της μνήμης σε μια άλλη περίοδο, εκείνη της Αντίστασης. Από το 1956 κυρίως και μετά, κομματικές εκδόσεις, περιοδικά, χρονικά, μαρτυρίες αναδεικνύουν τον αγώνα της Αριστεράς ενάντια στον ξένο κατακτητή αλλά και στους ντόπιους συνεργάτες του. Απέναντι σε μια Δεξιά η οποία έφερε ως το δικό της τραύμα την κυρίαρχη παρουσία της αντίπαλης παράταξης στην Αντίσταση αλλά και τη σχέση της με τα Τάγματα Ασφαλείας, η Αριστερά επιδείκνυε το μαρτυρολόγιό της. Στις σελίδες του --σε μια πολιτικά ευνοϊκή συγκυρία, λόγω της ανόδου της Ένωσης Κέντρου-- προστέθηκαν λιγοστές αφηγήσεις για τα μετέπειτα μαρτύρια από τη Μακρόνησο και τις φυλακές. Η επιλογή δεν προέκυπτε μόνο λόγω των δεινών των αριστερών στο εσωτερικό της χώρας. Αφορά και τις εκδόσεις των πολιτικών προσφύγων στις ανατολικές χώρες. Η εμπειρία του ένοπλου αγώνα στα χρόνια του Εμφυλίου υποβαθμίστηκε γιατί δεν εντασσόταν στην επιλογή της πολιτικής νομιμότητας της Αριστεράς, ανακαλούσε μια βαρύνουσα, στρατηγική ήττα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Η ανάδειξη των διώξεων, εκτελέσεων, βασανιστηρίων, της Μακρονήσου ήλθε ως αντίβαρο στη στρατιωτική διάσταση του Εμφυλίου Πολέμου, την οποία η συλλογική μνήμη της Αριστεράς απώθησε. Στον δικαιωτικό λόγο για τα όσα είχαν υποστεί οι αριστεροί, απουσίαζε ο Εμφύλιος και η βία.

Το τέλος του πολέμου

Η επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας αποτέλεσε την πλέον ακραία συνέπεια του Εμφυλίου, ενώ διεργασίες που συντελέστηκαν κατά τη διάρκειά της οδήγησαν σε ένα ριζικά διαφορετικό πολιτικό τοπίο στη Μεταπολίτευση. Εξελίξεις όπως η κατάργηση των εκτάκτων μέτρων, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, η σταδιακή επιστροφή των πολιτικών προσφύγων σηματοδότησαν, επί της ουσίας, τη λήξη του διχασμού.

Η δικαιωμένη, σε μεγάλο βαθμό, Αριστερά μπορούσε να μιλήσει πια για το παρελθόν της να διεκδικήσει τον λόγο και τη μνήμη από εκείνους που της τα είχαν στερήσει και παράλληλα δυσφημίσει. Ένας μεγάλος αριθμός μαρτυριών, προερχόμενος κυρίως από τη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη, βρήκε τον δρόμο προς τη δημοσιότητα. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την κατάθεση της μνήμης αλλά και τις διαδικασίες δεξίωσης και αποδοχής της από την ευρύτερη κοινωνία.

Έως το 1981 οι πρώτες μαρτυρίες στράφηκαν κυρίως προς την Αντίσταση, ενώ οι συνήθως μικρές αναφορές στον Εμφύλιο γίνονταν στο πλαίσιο αφηγήσεων ζωής. Το κίνητρο ήταν η διεκδίκηση του λόγου για το "τι πραγματικά συνέβη" στη δεκαετία του 1940, παράλληλα με την απόδοση των ευθυνών για την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Οι συγγραφείς συνήθως ήταν στελέχη του αριστερού κινήματος και τα βιβλία τους συνδυάζουν το απομνημόνευμα με το ιστορικό ή και πολιτικό δοκίμιο. Η επιλογή της ανάδειξης, στη συλλογική μνήμη, της Αντίστασης και όχι του Εμφυλίου αντανακλούσε, παράλληλα με την καταξίωση της Αριστεράς ως πατριωτικής δύναμης, τον εξορκισμό της ένοπλης βίας για την κατάληψη της εξουσίας και την αποδοχή της νομιμότητας και του κοινοβουλευτισμού.

Οι περισσότερες αυτοτελείς μαρτυρίες για τον Εμφύλιο εμφανίζονται από το 1981 και ιδιαίτερα από το 1990 και μετά, όταν συνολικά διευρύνονται οι αφηγήσεις για τη δεκαετία 1940-1950. Όπως έχει επισημάνει ο Πολυμέρης Βόγλης, στους συγγραφείς προστίθενται τώρα γυναίκες και μη επιφανή στελέχη, ενώ σημαντικό μέρος των μαρτυριών, κυρίως πρώην μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, αφορά την εμπειρία του πολέμου, της μάχης. Ο Εμφύλιος που για δεκαετίες και οι δύο πλευρές αποσιώπησαν, αρνήθηκαν, μετονόμασαν, απώθησαν οικοδομώντας ένα πλέγμα ενοχών, γίνεται αντικείμενο λόγου. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της αφήγησης είναι η μετακίνηση από το αντιθετικό "εμείς/αυτοί" (όπου "αυτοί" είναι η κυβέρνηση, οι ξένες δυνάμεις, τα Τάγματα Ασφαλείας), που είχε κυριαρχήσει στο προηγούμενο διάστημα, όπως έχει αναλύσει η Ιωάννα Παπαθανασίου στο ταυτοποιητικό δίπολο "εμείς/εμείς": το ζήτημα αφορά πλέον το εσωτερικό της Αριστεράς, την αναζήτηση των λαθών αλλά και των ευθυνών της ηγεσίας, απέναντι σε όσους την ακολούθησαν, για την ήττα.

Οι μετατοπίσεις αυτές έγιναν δυνατές χάρη και στις ιστορικές συνθήκες: στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και το 1989 η πτώση του Τείχους αποτέλεσαν εξελίξεις, που, με τη διαφορετικό εύρος και το νόημά της η καθεμία, προκάλεσαν κρίση στις ταυτότητες που είχαν δομηθεί πάνω στην αντίθεση της προηγούμενης περιόδου, πολλαπλασιάζοντας έτσι τις μνήμες του παρελθόντος. Κι αυτές οι μαρτυρίες μπορούσαν πια να μιλήσουν όχι μόνο για τα τραύματα αλλά και για τις ευθύνες αποδίδοντας τις στην ηγεσία, αποενοχοποιώντας πλέον το υποκείμενο της γραφής.

***

Η μνήμη του Εμφυλίου και οι διηγήσεις γύρω από αυτόν αποτελούν ένα προσωπικό μα και πολιτικό διακύβευμα. Τα άτομα, το γνωρίζουμε, σε μεγάλο βαθμό θυμούνται και ανασυγκροτούν το παρελθόν τους ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας, ανάλογα με τη θέση τους σε αυτήν. Η μνήμη τους είναι εν πολλοίς ιστορικά προσδιορισμένη, στο μέτρο όπου η ανάκλησή της συνδέεται έντονα με το παρόν, όπως άλλωστε και το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Το ατομικό, το ιδιωτικό συνδέεται και βρίσκεται σε συνεχή διαπραγμάτευση με το δημόσιο

Σε αυτό το πλαίσιο, τη σιωπή για τον Εμφύλιο, σιωπή ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένη, τη διαδέχθηκε τα τελευταία χρόνια ο λόγος, η μαρτυρία, η κατάθεση. Λειτούργησαν αυτές οι καταθέσεις λυτρωτικά για την ατομική μα και για τη συλλογική μνήμη; Έδωσαν τη δυνατότητα να συζητηθούν ξανά τα λάθη και οι πληγές και των δυο πλευρών ή ηχούν παράταιρα στον κυρίαρχο ρυθμό μιας προαποφασισμένης λήθης, όπως αποτυπώθηκε με το κάψιμο των φακέλων στη Χαλυβουργική;

Κι ο ιστορικός με το ερώτημα του; Διαβάζοντας ξανά τις μαρτυρίες στέκεται ανάμεσα στις ατομικές ιστορίες και τα μεγάλα αφηγήματα, στις προσωπικές διαδρομές και τις συλλογικές πορείες, στον άνθρωπο που μπορεί να γίνει διώκτης και έπειτα διωκόμενος και έπειτα πάλι θύμα και θύτης προσπαθεί να καταλάβει τι είναι ισχυρότερο, η ζωή ή ο θάνατος, η δημιουργία ή η καταστροφή. Πότε τελειώνει λοιπόν ένας πόλεμος; Όταν ίσως γίνει λόγος και μνήμη και ιστορία, σχολικό βιβλίο και αφήγημα, εκθέματα, αγάλματα στο μουσείο.

Μόνο που, όπως λέει ο Γ. Σεφέρης,

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

Καληνύχτα.

γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς.

Τ΄ αγάλματα λυγίζουν αλαφριά… καληνύχτα.

Από μια βιβλιογραφία που τα τελευταία χρόνια σταδιακά διευρύνεται, σημειώνω ενδεικτικά:

Πολυμέρης Βόγλης, "Η δεκαετία του 1940 ως παρελθόν: μνήμη, μαρτυρία, ταυτότητα", Τα Ιστορικά, τχ. 47 (Δεκέμβριος 2007), σ. 253-266.

Άγγελος Ελεφάντης, "Προσλήψεις του Εμφυλίου Πολέμου μετά τον Εμφύλιο", Μας πήραν την Αθήνα. Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία 1941-50, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2003, σ. 99-112.

Χαρά Καραμανωλάκη, "Κληρονομώντας την ενοχή και το ανεπίλυτο πένθος. Η επεξεργασία του τραύματος από τις επόμενες γενιές", αδημοσίευτη ανακοίνωση, 2008.

Παναγής Παναγιωτόπουλος, "Η κομμουνιστική μνήμη της ήττας: Διερευνώντας τις κοινωνιολογικές προϋποθέσεις της μετα-ιστορικής ηθικής δικαίωσης", Το Εμφύλιο Δράμα, ειδικό τεύχος του περιοδικού Δοκιμές, σ. 135-163.

Ιωάννα Παπαθανασίου, "Βίωμα, ιστορία και πολιτική: η υπόσταση της προσωπικής μαρτυρίας. Σκέψεις με αφορμή δύο βιβλία του Τάκη Μπενά", Τα Ιστορικά, τχ. 24-25 (Ιούνιος, Δεκέμβριος 1996), σ. 253-266.

Βούλα Παπαϊωάννου, "Μαυροφορεμένη μάνα με παιδί στην αγκαλιά της", Ήπειρος 1947-48 (Μουσείο Μπενάκη)

Ρενέ Μαγκρίτ, "Μνήμη" 1945



[1] *Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι ιστορικός (Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑΣΚΙ).

Το κείμενο είναι συνεπτυγμένη μορφή προφορικής εισήγησης στο στρογγυλό τραπέζι "Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ... Προσεγγίζοντας το τραύμα του ελληνικού εμφυλίου" (συνομιλητές: Χαρά Καραμανωλάκη, Γιάννης Παπαθεοδώρου και Δημήτρης Πλουμπίδης) στο συμπόσιο "Ψυχικό τραύμα: ατομικό, συλλογικό, διαγενεαλογικό. Θεωρητικές και κλινικές προσεγγίσεις" που οργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (Αθήνα 9-11.5.2008).