ΟΙ ΑΠΛΟΙ ΦΑΝΤΑΡΟΙ ΚΕΡΔΙΣΑΝ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ

αναδημοσίευση από: http://raskolnikovgr.blogspot.com/2009/03/blog-post_1397.html

Κώστας Παλούκης, εφημ. 29 Οκτωβρίου 2007

Μια «εθνική εορτή» θεσπίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία με σκοπό να λάβει και να αναδείξει ένα ιδιαίτερο συμβολικό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο. Το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς επινοεί συνειδητά την επέτειο του «ΟΧΙ». Στόχος να συνδεθεί με μια ηρωική αφήγηση αντίστασης απέναντι στον κατακτητή διεκδικώντας έναν θετικό εθνικό ρόλο που η εχθρική αριστερά κατείχε μεχρι τότε σχεδόν μονοπωλιακά. Βάζοντας, λοιπόν, τον Μεταξά να λέει «ΟΧΙ», ταυτίζει τον ίδιο το δικτάτορα και το καθεστώς του με την ηρωική «ΝΙΚΗ» απέναντι στον κατακτητή, τον εμφανίζει εκφραστή των συναισθημάτων συσσώμου του ελληνικού έθνους, να το καθοδηγεί νικηφόρα. Ως εκ τούτου, ο δικτάτορας και το καθεστώς «αποφασιστικοποιούνται» και εξωραϊζονται, αποκτούν παλλαϊκή υποστήριξη. Το ηρωικό «ΟΧΙ» Μεταξά και νικητών φαντάρων αναδεικνύεται σε ένα ισχυρό συμβολικό ισοδύναμο απέναντι στην «Εθνική Αντίσταση» της αριστεράς, η οποία υποβαθμίζεται και αποσιωπάται× ενσωματώνεται χρήσιμα στον εθνικό και αντικομμουνιστικό λόγο, με ένα διαφορετικό πια αντιστασιακό χαρακτήρα. Το μετεμφυλιακό κράτος επινοώντας την επέτειο του «ΟΧΙ» κατασκευάζει τη δική ιστορία του καθώς κατασκευάζει πολιτική συνάφεια με ένα ηρωικό παρελθόν. Ταυτόχρονα, ο «Εθνικός Στρατός» ως νικητής εξίσου του φασισμού και του «κομμουνιστοσυμμοριτισμού» ενισχύεται με μια ιδεολογική και συμβολική υπεροχή ώστε να καταλάβει κεντρικό πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο στο κράτος και την κοινωνία. Το «ελληνικό έθνος» αντιμάχεται εξίσου τον φασισμό και τον κομμουνισμό υπερασπίζοντας την ελευθερία του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου. Τέλος, το «ΟΧΙ» συμβολίζει την εθνική ενότητα κάτω από την ηγεσία των εθνικών αρχόντων. Με τον ίδιο τρόπο το μετεμφυλιακό καθεστώς καλεί το λαό να υποταχθεί στον «εθναρχικό ρόλο» πρώτα του Παπάγου και στη συνέχεια του Καραμανλή.

Μέσα σε κάθε υπαρκτή εθνική φαντασιακή κοινότητα διαμορφώνονται παρεκκλίνουσες από την κυρίαρχη εκδοχές του εθνικού χαρακτήρα, των εθνικών συμβολισμών, της εθνικής ιστορικής αφήγησης. Διαφορετικές εχθρικές πολιτικές και ταξικές στρατηγικές διαμορφώνουν σε κάθε ιστορική συγκυρία μια διαφορετική εκδοχή για το παρόν και τελικά για το παρελθόν της συγκεκριμένης εθνικής κοινότητας. Ως εκ τούτου, η αριστερά και το εργατικό κίνημα διαμορφώνουν τη δική τους διαφορετική ερμηνεία του παρελθόντος με το βλέμμα στραμμένο στους «από κάτω», στους εργαζόμενους και στο λαό, στις γυναίκες, τους άντρες και τη νεολαία, όχι ως παθητικά, αλλά ως ενεργά υποκείμενα που παρεμβαίνουν πολιτικά και καθορίζουν τις ιστορικές εξελίξεις. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κάθε επέτειος είναι δυνατόν να επενδύεται με πολυμορφικές και πολύσημες εκδοχές. Για μας η επέτειος του «ΟΧΙ» ακυρώνεται ουσιαστικά ως εθνική επέτειος και γίνεται μια αφορμή να καταδειχθεί ο αγώνας του ελληνικού λαού να υπερασπιστεί τον τόπο-πατρίδα του, τη ζωή του, τις οικογένειές του, την ελευθερία του απέναντι στο φασισμό του Μουσολίνι. Και αυτός ο αντιφασιστικός πόλεμος στα βουνά της Πίνδου έχει τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες του στην πάλη ενάντια στον φασισμό του Μεταξά και τον αυταρχισμό των μεσοπολεμικών βενιζελικών κυβερνήσεων, ενώ αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τον αντιφασιστικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και, τέλος, του Δημοκρατικού Στρατού. Υπό αυτό το πρίσμα η ελληνική αριστερά, ταλαντευόμενη για τον χαρακτήρα του πολέμου, θα καταλήξει να δώσει το σύνθημα της παλλαϊκής συστράτευσης ενάντια στην επίθεση του ιταλικού φασισιτικού στρατού.

Η επίσημη ερμηνεία που δίνεται για τη νικηφόρα πορεία του ελληνικού στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο συνδέεται με το διαχρονικό αξιόμαχο του Έλληνα στρατιώτη, το «ανωτερο μαχητικό πνεύμα» της ελληνικής φυλής. Μια υπεριστορική γραμμή ενώνει τα «Μηδικά», τον Μαραθώνα και τις Πλαταιές, την επανάσταση του 1821, τους βαλκανικούς του 1912-13 με την Πίνδο του 1941, αλλά βέβαια ξεχνάει τον «ατυχή πόλεμο» του 1897 και την ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο του 1922. Λίγοι είναι οι ιστορικοί που προσπάθησαν να εξορθολογίσουν τη νίκη και να διερευνήσουν τις κοινωνικές προϋποθέσεις της.

Χαρακτηριστικό έργο διερεύνησης των υλικών όρων και ταυτόχρονα ανάδειξης του ρόλου των φαντάρων σε αυτή τη νίκη σε αντιδιαστολή με τον ρόλο των επιτελών είναι το βιβλίο του Γ. Μαργαρίτη, Από την ήττα στην εξέγερση, Ελλάδα: άνοιξη 1941 – φθινόπωρο 1942, εκδ. ο Πολίτης. Καθοριστικός παράγοντας για τη μορφή του πολέμου υπήρξε σύμφωνα με τον Μαργαρίτη η γεωφυσική διάρθρωση του τοπίου. «Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων.» Η κίνηση σε αυτούς τους εκτεταμένους ορεινούς όγκους καθίστατατο αδύνατη χωρίς των έλεγχο των κορυφών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο μεγάλος αριθμός στρατιωτών ανά επιχειρησιακή μονάδα είτε δεν είχε σημασία είτε επιπλέον μπορούσε σε μια «ατυχία» να καταλήξει σε μεγάλη καταστροφή. Δηλαδή να εξοντωθεί χωρίς λόγο μεγάλος πλήθος φαντάρων. Συνεπώς, ο πόλεμος της Αλβανίας εξελίχθηκε σε πόλεμο των μικρών μονάδων (το πυροβολικό σκαρφάλωνε σε ουλαμούς μόνο των δύο πυροβόλων), όπου η κάθε μια έπρεπε να δώσει τη δική της αυτόνομη μάχη. Ο διμοιρίες, οι λόχοι των 150-200 ανθρώπων αναλάμβαναν το ρόλο και την ευθύνη που σε άλλη μορφή πολέμου θα αντιστοιχούσε σε ολόκληρα συντάγματα. Εκεί όμως κυριαρχεί ο στενός ανθρώπινος κύκλος, η παρέα, η συντροφιά, η κοινή καταγωγή και προέλευση, καθώς τα τάγματα συγκροτούνταν σε τοπική βάση. «Με άλλα λόγια, ο πόλεμος» για αυτούς «δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα».

Στόχος των Ιταλών ήταν η κατάληψη της Ηπείρου. Τη θεωρούσαν κατάλληλη ως βάση για την αποβίβαση μεγαλύτερων δυνάμεων επαρκών για την κατάκτηση της Ελλάδας. Το επιτελικό σχέδιο των στρατηγών τους βασιζόταν σε μία αιφνίδια καλοσχεδιασμένη ενέργεια 100.000 στρατιωτών που θα συνοδευόταν από εξεγέρσεις των Τσάμηδων. Ο καλός σχεδιασμός – «ένα άθροισμα εγχειρημάτων στο σύνολο και τη λεπτομέρεια» – θα επέτρεπε το γεωφυσικό περιβάλλον να λειτουργήσει υπέρ τους. Κατά την εκτίμηση του Μαργαρίτη «το ιταλικό εγχείρημα απέτυχε ίσως γιατί η εύθραστη και λογική κεντρική ιδέα δεν μπόρεσε να αναπαραχθεί με ακρίβεια στη λεπτομέρεια. Το πέρασμα από τον έναν γωγραφικό μικρόκοσμο στον άλλο … αιφνιδίασε τελικά και τους ίδιους με το ιδιαίτερο βάρος του,» καθώς «υπολόγισαν τελείως λανθασμένα την πλέον σημαντική ιδιότητα των βουνών: τον πολλαπλασιασμό του χώρου και των αποστάσεων»× ενώ βέβαια η εξέγερση των Τσάμηδων αποδείχτηκε φαντασίωση.

Ο χώρος τελικά συντέλεσε αποφασιστικά στην εξουδετέρωση κάθε πλεονεκτήματος του ιταλικού φασιστικού στρατού επιτρέποντας τους Έλληνες να γίνουν γρήγορα κύριοι της κατάστασης. «Ο ελληνικός στρατός αποδείχθηκε πιο ικανός στον πόλεμο των μικρόκοσμων και των εγχειρημάτων. Σε αντίθεση με τη φασιστική ιταλική λογική που έδινε μεγάλη προσοχή στη γραμμή κρούσης και υπέτασσε τα πάντα σε αυτήν, οι Έλληνες επιφόρτισαν ένα μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών τους με την εγκατάσταση ορεινών δικτύων επικοινωνίας μεταξύ των μονάδων που επέτρεπαν την έντονη αξιοποίηση του δύσβατου χώρου. Τα στήριζαν τεράστιοι αριθμοί μεταγωγικών ζώων, τριπλάσια ως πενταπλάσια απ' ότι στον ιταλικό στρατό. Η δομή αυτή, αν και αδυνάτιζε τη δύναμη κρούσης των μονάδων, τους έδινε μεγαλύτερη αυτονομία και δυνατότητες κίνησης. Στις τοπικής κλίμακας αναμετρήσεις οι Έλληνες αποσπούσαν εύκολα την πρωτοβουλία κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, καθώς στην πράξη ήταν πιο ευέλικτοι.»

«Οι εθνικοτοπικής βάσης μονάδες, με ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή και γνωρίζονταν μεταξύ τους, ήταν ένα απόσπασμα, μια αντιπροσωπεία μιας μακρινής ανθρώπινης ενότητας που ο κύριος όγκος της βρισκόταν πολύ πίσω στο μέτωπο.» Αυτού του τύπου η συγκρότηση επέτρεπε μέσα από «αυτό το ατέλειωτο πηγαιν' έλα των τραυματιών ή των ασθενών» την επικοινωνία με τους κόσμους που άφησαν πίσω τους δημιουργώντας ισχυρές ηθικές στάσεις και μετατοπίζοντας συνολικά την φαντασιακή οπτική των πραγμάτων από το «γενικό», θα λέγαμε «εθνικό», στο «μικρό», δηλαδή στο «τοπικό». Εξάλλου, από την ίδια τη φύση του πολέμου, «οι ανώτεροι, οι φορείς της κυβερνητικής, κρατικής πολιτικής, τα επιτελεία, ήταν αόρατοι για τους πολλούς φαντάρους». Και επιπλέον «ήταν υπεύθυνοι για όλα όσα οι φαντάροι απέδιδαν στην κακή οργάνωση». Οι φαντάροι, λοιπόν, στο μέτωπο «είχαν τις βάσεις, τις προϋποθέσεις για να επικοινωνήσουν, για να λειτουργήσουν συλλογικά», δημιουργώντας μια παράξενη για εθνικούς στρατούς δημοκρατία στη διαχείριση των υποθέσεων του μικρού τους πολέμου. Οι πρωτοβουλίες για τις μάχες της επιβίωσης λαμβάνονταν από τους ίδιους. Οι ηγέτες δεν ήταν άλλοι από τους διμοιρίτες ή τους έφεδρους ή άλλους κατώτερους αξιωματικούς που συμμερίζονταν τα προβλήματα και τη ζωή των μικρόκοσμων του μετώπου. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ταξικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του εθνικού στρατού εντυπώνονται πολύ πιο βαθειά στις συνειδήσεις. Ο οπλίτης τότε Δ. Λουκάτος στο βιβλίο του Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-41 καταγράφει με έντονες περιγραφές τις ταξικές διακρίσεις μέσα στο στρατό, τον αντιδραστικό ρόλο των αξιωματικών, τον φανφαρονισμό της μεταξικής προπαγάνδας. Όταν ο φαντάρος τη βγάζει με κουραμάνα και νερόβραστα ρύζια, οι διοικήσεις καταβροχθίζουν ψητά γουρουνόπουλα και κρεατόσουπες, την ώρα ακριβώς που συνιστούν θυσίες!

Ο πόλεμος δεν κρίθηκε σε κάποιους μεγάλους στρατηγικούς σχεδιασμούς και έξυπνες στρατηγικές κινήσεις ή σε κάποια υπεροπλία, αλλά αντίθετα στον «εκδημοκρατισμό» των πρωτοβουλιών. Τελικός κριτής έγινε ο χώρος, η «προς τα κάτω» συλλογικοποίηση των μαχών και η φαντασιακή σχέση με το μετώπισθεν, ο λόγος για τον οποίο πολεμούσαν. Η επινοητικότητα των στρατηγών εξαντλήθηκε πολύ γρήγορα. Γράφει ο Γ. Μαργαρίτης: «Χωρίς να χρειάζεται «κακή πρόθεση», οι τακτικές και στρατηγικές αντιλήψεις της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας ήταν γενικά μέτριες, χωρίς πολλή φαντασία και αποτελεσματικότητα». Αυτό εξηγεί σύμφωνα με τον ίδιο ότι στην πράξη και παρά την μεγάλη εισχώρηση το ιταλικό μέτωπο δεν έσπασε πουθενά και οι «πεδιάδες του Βερατιού, της Αυλώνος, των Τιράνων παρέμειναν άπιαστο όνειρο».

Η «εκδημοκρατισμένη» συγκρότηση και λειτουργία του ελληνικού στρατού στο μέτωπο αποτέλεσε υπεροπλία έναντι του εμπόλεμου εχθρού και σε έναν άλλο τομέα, τον ηθικό και ιδεολογικό. Ο μαζικοποιημένος απρόσωπος φασιστικός τρόπος συγκρότησης του ιταλικού στρατού αδυνατούσε να λειτουργήσει με επιτυχία ως τέτοιος σε μία μάχη που κρινόταν όχι στην ισχύ των «από πάνω», αλλά στην ισχύ των «από κάτω». Εξάλλου, πολλοί αριστεροί και δημοκρατικοί πολίτες βρίσκονταν μπροστάρηδες στο μέτωπο. Ενδεχομένως, συνεπώς, αυτή η ίδια η δομή να επέτρεπε να ηγεμονεύσει στο ελληνικό στράτευμα η αίσθηση του πολέμου όχι μόνο απέναντι στους Ιταλούς, αλλά γενικότερα στο φασισμό.

Είναι φανερό από τα ίδια τα πράγματα ότι το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου αδυνατούσε να προετοιμάσει, να οργανώσει, να καθοδηγήσει και να εμπνεύσει τον ελληνικό στρατό, ώστε να δράσει νικηφόρα σε έναν άλλο τύπου πόλεμο καθορισμένο από πεδινούς χώρους και όχι ορεινούς όγκους, γιατί ακριβώς εκεί χάνονται οι προϋποθέσεις μιας «από τα κάτω» δράσης. Τόσο το αδιέξοδο στην Πίνδο, το αδύνατο δηλαδή μιας εξόδου στις πεδιάδες, όσο και η ήττα στο Μακεδονικό μέτωπο, με την συνθηκολόγηση μάλιστα του στρατηγού Τσολάκογλου, καταδεικνύουν τα οργανωτικά και ιδεολογικά όρια του καθεστώτος, αποδεικνύουν ότι δεν είχε καμία σχέση με τη «ΝΙΚΗ».

για την ΕΑΜική εξέγερση βρίσκονται ακριβώς στη μεγάλη πολεμική εμπειρία που κατακτήθηκε στα βουνά της Πίνδου, αλλά και στους όρους της κατάρρευσης.

Οι αμφισβητήσεις του ρόλου των ανώτερων αξιωματικών και του κράτους, υπαρκτές και διογκούμενες την ώρα του πολέμου, άρχιζαν να γίνονται υποψίες και ψίθυροι προδοσίας για την καθήλωση στην Αλβανία και, στο τέλος, βεβαιότητα και φωνές μετά την συνθηκολόγηση, βαθειά πεποίθηση για την ύπαρξη «πέμπτης φάλλαγας» μέσα στις τάξεις των αξιωματικών. «Η κλίκα όμως του Μεταξά δεν πίστευε ότι θα μας επιτεθούν οι φίλοι τους, οι φασίστες. Γι' αυτό άφηνε τη χώρα ανέτοιμη… Μάζευε χρήματα… Και τα ξόδευε για τις φασιστικές οργανώσεις…». «Οι Γερμανόφιλοι αξιωματικοί … υπεγραψαν ανακωχή με τους Γερμανούς … Κι έτσι έσπασε το μέτωπο στην Αλβανία», γράφουν οι τότε οπλίτες σε τωρινές μαρτυρίες τους. Η φανερή ολοκληρωτική χρεοκοπία της κρατικής μηχανής, η κατάρρευση του κράτους, αυτού του πανίσχυρου συντονιστή της νεοελληνικής ζωής, δημιουργούν μια βαθειά αίσθηση εγκατάλειψης από αυτό. Η ίδια η ήττα θα διευρύνει την ήδη λανθάνουσα ιδεολογική ρήξη μεταξύ του «μαχόμενου τους Ιταλούς φασίστες λαού» και του «φασιστικού αστικού κράτους», ανάμεσα στους «από κάτω» και τους «από πάνω», θα οξύνει τις ταξικές και ιδεολογικές διαστάσεις, θα προετοιμάσει την επερχόμενη εξέγερση.

Κάθε εθνικός πόλεμος εδράζεται σε μια ανομολόγητη «κοινωνική συμμαχία». Ο λαός αναλαμβάνει να πολεμήσει και οι άρχοντες να προστατεύουν, να παραχωρούν δικαιώματα, να καθοδηγούν σωστά. Την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι αστικές τάξεις της Ευρώπης παραχώρησαν μονομιάς κοινωνικά προνόμια που διεκδικούσαν δεκαετίας τα εργατικά κινήματα. Το ίδιο συνέβη και τις παραμονές του Β΄ Π.Π. Αυτό εξέφρασε και ο Μεταξάς με το κορπορατιστικό του κράτος. Η κατάρρευση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, λοιπόν, ακουμπά κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής και γενικεύεται πολιτικά. Σε αυτήν την ολική χρεοκοπία του προπολεμικού αστικού καθεστώτος κερδισμένος είναι ο προσδιορισμένος από τον ίδιο το αστισμό ιδεολογικός εχθρός του, δηλαδή ο κομμουνισμός. Το ίδιο το φασιστικό καθεστώς με την αντικομμουνιστική φυσιογνωμία του και την εξάλειψη κάθε αστικής εναλλακτικής εξουσίας επέτρεψε στο διαλυμένο ΚΚΕ να αναδειχθεί στο μοναδικό πολιτικό αντίπαλο και τελικά στη μοναδική υπαρκτή πολιτική διέξοδο. Ό,τι έσπειραν τα αριστερά κόμματα, ΚΚΕ και Αρχειομαρξιστές, κατά το μεσοπόλεμο, έφτασε η ώρα να καρπίσει. Η απραγματοποίητη μέχρι τότε επαγγελλόμενη επανάσταση δεν ήταν τελικά αδύνατη.

Σε έναν γενικευμένο πόλεμο τα κατώτερα λαϊκά στρώματα αποκτούν έναν πολύ υπεύθυνο ενεργητικό ρόλο μέσα στην κοινωνία που «επαναστατικοποιεί» τη θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό, που τους ενεργοποιεί πολιτικά, παραγωγικά. Στο μέτωπο θυσιάζονται οι άντρες, στα μετώπισθεν οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι αποκτούν ρόλους ανδρών. Οι παραδοσιακές εξουσιαστικές σχέσεις στο χωριό και το εργοστάσιο ανατρέπονται, εκδημοκρατίζονται. Αυτό το κεκτημένο οδηγεί μετά το τέλος κάθε πολέμου σε μεγαλύτερες κοινωνικές διεκδικήσεις, αναβαθμίζει το ρόλο της αριστεράς. Στην Ελλάδα, το ΕΑΜ θα εκφράσσει ακριβώς αυτήν την κίνηση των «από κάτω» να διεκδικήσουν ρόλο, ιδιαίτερα εφόσον υπάρχει ένα τεράστιο κενό εξουσίας και αντιπροσώπευσης.

Τέλος, υπάρχει μια συνέχεια που συνδέει το μέτωπο της Πίνδου με το αντάρτικο. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που με τον ίδιο περίπου τρόπο θα πολεμήσουν σε ανάλογες συνθήκες τον ίδιο εχθρό. Ο πόλεμος στα υψώματα θα μετατραπεί σε αντάρτικο και παρτιζάνικο πόλεμο πάνω στα βουνά όλης της Ελλάδας. Μικρές ένοπλες ομάδες θα μάχονται για την προστασία του δικού τους τόπου και των δικών τους ανθρώπων, στηριγμένες ακριβώς σε αυτήν την εθνοτοπική συλλογική δομή, με ηγέτες αναδειγμένους από τα πράγματα που στην πλειονότητά τους είχαν πολεμήσει στο μέτωπο. Η πολεμική εμπειρία και οδημοκρατικός της χαρακτήρας θα εξελιχθούν, θα ιδεολογικοποιηθούν και θα λάβουν πραγματικά εξεγερτική μορφή μεσα από τη «λαϊκοδημοκρατική» δομή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ο πατριωτικός, αντιφασιστικός, απελευθερωτικός αγώνας δεν μπορεί πλέον να υφίσταται ως τέτοιος παρά μόνο ως Λαϊκός.