ΕΝΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΕ ΔΙΠΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Του Στάθη Ν. Καλύβα[1]

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100009_29/08/2010_413068

Απρίλιος 1943: οι ταγματάρχες Πόρτης και Μάντζιος, ο υπολοχαγός Μπουλογιάννης, ο ανθυπασπιστής Αγγελόπουλος και ο πολίτης Αθανάσιος Γίτσος εκτελούνται στη Βουχωρίνα του Βοΐου Κοζάνης. Σεπτέμβριος 1943: ο υπολοχαγός Δροσόπουλος, ο ανθυπολοχαγός Νηγιάννης και ο ανθυπασπιστής Σκαρτσίλας εκτελούνται στο χωριό Μελίσσια Αιγιαλείας. Μάρτιος 1944: επίθεση εναντίον του χωριού Αγιος Πέτρος στο Κιλκίς καταλήγει σε 75 θύματα και στην πυρπόληση 150 σπιτιών. Ιούνιος 1944: εκατοντάδες χωρικοί συλλαμβάνονται στα Τζουμέρκα της Αρτας και οδηγούνται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μυρόφυλλο Τρικάλων. Ιούνιος 1944: μετά από μάχη, το Βαλτέτσι Αρκαδίας πυρπολείται και λεηλατείται, ενώ συλλαμβάνονται 140 χωρικοί ως όμηροι, από τους οποίους εκτελούνται αργότερα οι 48.

Στα παραδείγματα αυτά, και σε εκατοντάδες αντίστοιχα, οι θύτες ανήκαν στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, γνωστό ως ΕΛΑΣ, ενώ τα θύματα ήταν μέλη άλλοτε αντίπαλων αντιστασιακών οργανώσεων και άλλοτε ένοπλων ομάδων που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Αυτά συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής, φέρνοντας αντιμέτωπους Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Συνιστούν, με άλλα λόγια, συμβάντα ενός εμφυλίου πολέμου.

Εως πρόσφατα, ο ΕΛΑΣ προσεγγίστηκε με τρόπο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως διαζευκτικός. Θεωρήθηκε, δηλαδή, πως μπορούσε να χαρακτηριστεί είτε μόνο ως αντιστασιακή οργάνωση είτε μόνο ως παράταξη που ενεπλάκη σε εμφύλιο πόλεμο. Με τους όρους αυτούς, άλλωστε, επιχειρήθηκε η αγιοποίηση ή η δαιμονοποίησή του. Για τη νικήτρια «εθνικόφρονα» παράταξη (δηλαδή τη μεταπολεμική Δεξιά και το Κέντρο), ο ΕΛΑΣ ήταν απλώς η στρατιωτική πτέρυγα του ΚΚΕ που χρησιμοποίησε την αντίσταση ως προπέτασμα καπνού για την κατάληψη της εξουσίας. Στο αφήγημα αυτό, που κατέρρευσε το 1974, δεν είχαν καμία θέση οι αντιστασιακές του δραστηριότητες: ήταν σαν να μην υπήρξαν καν. Για την Αριστερά, από την άλλη, ο ΕΛΑΣ υπήρξε ένας γνήσιος αντιστασιακός στρατός. Η απλή αναφορά σε συμμετοχή του σε εμφύλιες διαμάχες καυτηριάστηκε ως απόπειρα μείωσής του και έτσι αποσιωπήθηκε. Κάποιοι, μάλιστα, έφθασαν στο ακραίο σημείο να θεωρήσουν την κομμουνιστική διάσταση του ΕΛΑΣ ως μάλλον τυχαίο και περιστασιακό στοιχείο: πρόκειται για τον ιδιαίτερα δημοφιλή μύθο των «καπετάνιων», γνήσιων συνεχιστών του Κολοκοτρώνη με ένα πασπάλισμα Τσε Γκεβάρα και αρχέτυπο τον Αρη Βελουχιώτη.
Τα δύο αφηγήματα είναι εξίσου έωλα. Αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίστηκαν οι νικητές του εμφυλίου, ο ΕΛΑΣ υπήρξε ένας πραγματικός αντιστασιακός στρατός με αξιοσημείωτη δράση στο ενεργητικό του και εκτεταμένη λαϊκή απήχηση. Και αντίθετα απ’ ότι συνεχίζει να υποστηρίζει με πάθος η μεταπολιτευτική Αριστερά (και οι ταυτισμένοι μ’ αυτήν ιστορικοί), ο ΕΛΑΣ ουδέποτε απέκτησε καθολική νομιμοποίηση καθώς ενεπλάκη σε έναν αδυσώπητο εμφύλιο πόλεμο με στόχο τη μεταπολεμική επικράτηση και βασικό του όπλο την ολοκληρωτική εξόντωση των αντιπάλων του. Στο πλαίσιο, μάλιστα, του αφηγήματος αυτού, επιχειρείται συνήθως η χυδαία ταύτιση όλων των αντίπαλων του ΕΛΑΣ με τον δωσιλογισμό, πράγμα που επιτρέπει τη βολική εξίσωση Αντίστασης και ΕΛΑΣ. Για τον ίδιο λόγο, καταπολεμείται κάθε προσπάθεια να εξεταστούν ιστορικά τα πολιτικά κίνητρα των χιλιάδων εξοπλισμένων από τους Γερμανούς.
Ο ΕΛΑΣ ήταν ένας κομμουνιστικός στρατός γιατί βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του ΚΚΕ, παρότι απέφευγε να προβάλλει προς τα έξω την ιδεολογία του κόμματος και παρότι οι περισσότεροι μαχητές του δεν είχαν ιδέα περί κομμουνισμού. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι πλέον πολύνεκρες μάχες της περιόδου (και με μεγάλη διαφορά) έγιναν μεταξύ Ελλήνων και πως από πολύ νωρίς το βασικό διακύβευμα όλων των πολιτικών παρατάξεων ήταν ο πολιτικός έλεγχος της χώρας. Ο εμφύλιος αυτός κορυφώθηκε με τη σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944 και υπήρξε, από πολλές πλευρές, περισσότερο βάρβαρος σε σύγκριση με τον εμφύλιο του 1946-49.
Η απομάκρυνση από απλουστευτικά, διαζευκτικά σχήματα και η αναγνώριση της διττής υπόστασης του ΕΛΑΣ αποτελεί, επομένως, απαραίτητη αφετηρία για τη διερεύνηση της ταραγμένης αυτής εποχής που έχει πολλές πτυχές να μας αποκαλύψει ακόμα.



[1] Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Yale