Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Iστορία μου, αμαρτία μου

Συγγραφέας:

Τάσος Χατζηαναστασίου[1]

Άρδην τ. 57, αναδημοσίευση από: http://www.ardin.gr/node/781

Σημείωμα για τη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία

Έχει υποστηριχτεί πως, στον χώρο τής κάθε άλλο παρά «ουδέτερης» επιστήμης, ο κυρίαρχος λόγος δεν είναι άλλος από το λόγο των κυρίαρχων τάξεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον χώρο της Ιστορίας καθώς αυτή προσφέρει την απαραίτητη νομιμοποίηση για συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές στο παρόν και για συγκεκριμένες στρατηγικές που στοχεύουν στο μέλλον. «Κάθε εποχή γράφει τη δική της Ιστορία», ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, σε εποχές και σε χώρες σα τη δική μας, όπου τα κέντρα παιδείας, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, και ιδιαίτερα τα εκδοτικά συγκροτήματα, αποτελούν θεσμούς άμεσα ελεγχόμενους από τις ελίτ, η Ιστορία δεν αποτελεί πεδίο ισότιμης αντιπαράθεσης των πολλαπλών ερμηνειών που προτείνουν οι κοινωνικές ομάδες, αλλά τείνει να μετατραπεί σε μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων.


Όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των πανεπιστημιακών, έτσι και οι ιστορικοί όχι απλώς δεν αμφισβητούν το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης και τις στρατηγικές επιλογές των ελίτ της χώρας, αλλά αντίθετα τα υπηρετούν με ζήλο και συνέπεια. Επιπλέον, προσφέρουν την αναγκαία «επιστημονική» απόδειξη της ορθότητάς τους, ενίοτε δε τη σχεδιάζουν λειτουργώντας ως «φωτεινή πρωτοπορία» του εκσυγχρονισμού και της «προόδου». Παρά λοιπόν τις συχνά διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες τους, οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί ιστορικοί συμφωνούν στην αναγκαιότητα απαλλαγής της Ιστορίας από το… ελληνικό έθνος, το οποίο άλλωστε θεωρούν ως μια αυθαίρετη κατασκευή ή επινόηση από την οποία όσο γρηγορότερα απαλλαγούμε τόσο το καλύτερο. Σύμφωνα μάλιστα με την κυρίαρχη άποψη στους χώρους των σύγχρονων Ελλήνων ακαδημαϊκών ιστορικών, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην παραδοσιακή ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, είναι ο… εθνικισμός. Στο όνομα λοιπόν του αντιεθνικισμού, επιχειρείται η κατασυκοφάντηση της αγωνιστικής παράδοσης του ελληνικού λαού, η υποβάθμιση των διωγμών που έχει υποστεί ο ελληνισμός –ειδικά για τη γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού δεν γίνεται καν λόγος– μέσω της εξίσωσης θύτη και θύματος και του τονισμού, μέχρις υπερβολής, των «σκοτεινών πλευρών» της ελληνικής ιστορίας1 και τέλος το ξαναγράψιμό της με τέτοιο τρόπο που το ίδιο το έθνος ως ιστορικό υποκείμενο να καταργείται ή μάλλον να διαλύεται μέσα σ’ έναν ακαθόριστο χυλό, όπου παρατηρούνται αποκλειστικά και μόνον «ενδιαφέρουσες» κοινωνικές και εθνοτικές συγκρούσεις.


Δύο είναι τα πλέον αγαπημένα πεδία όπου οι ιστορικοί αυτού του τύπου εξασκούν τις επιδόσεις τους και μάλιστα με ιδιαίτερο πάθος: η ιστορία της δεκαετίας του ’40 και η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου.

α) Η ακύρωση της Εθνικής Αντίστασης
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι ελάχιστοι ασχολήθηκαν ή ασχολούνται με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο ενώ, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, λίγους απασχόλησε το φαινόμενο της Εθνικής Αντίστασης. Η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ιστορικών παθιάζεται με το ζήτημα του Εμφυλίου Πολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μοναδική εξ όσων γνωρίζω ελληνική δικτυακή παρέα επιστημόνων με αντικείμενο την Ιστορία είναι το «Δίκτυο για τη μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων» με 200 περίπου εγγεγραμμένα μέλη. Η θεματική προτίμηση ωστόσο δεν αφορά απλώς και μόνο μία «μόδα» ή αυτό που φαίνεται να «πουλάει» στο εμπόριο. Αφορά πολύ περισσότερο την ερμηνεία μιας ολόκληρης δεκαετίας, αλλά και της προγενέστερης περιόδου, από το 1936, ως μιας περιόδου εμφύλιας διαμάχης, ανοιχτής ή κεκαλυμμένης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το συλλογικό έργο: «Η Ελλάδα ’36-’49, από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο» που επιμελείται ο σοβαρός ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ. Κι αν ο τελευταίος είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στον Πρόλογο του τόμου και περιορίζεται στα ζητήματα που γνωρίζει όσο κανείς άλλος, στην Ελλάδα τουλάχιστον, αυτό δεν ισχύει για τον Αντώνη Λιάκο που στην εισαγωγή του ίδιου τόμου επιχειρεί να στηρίξει τις απόψεις του με αυθαίρετες κρίσεις και εσκεμμένες ανακρίβειες. Επιλέξαμε ν’ αναφερθούμε στον Α. Λιάκο και γιατί αποτελεί τον μέντορα κατά κάποιο τρόπο πολλών νεότερων σύγχρονων ιστορικών αλλά και γιατί τα τελευταία χρόνια, κυρίως δε επί πρωθυπουργίας Σημίτη, στηρίζει ενεργητικά τις κυρίαρχες επιλογές. Η επιρροή του στα πανεπιστημιακά πράγματα, και όχι μόνο, είναι τέτοια που του επιτρέπει να έχει αποφασιστικό ρόλο στις περισσότερες κρίσεις νέων διδασκόντων σε όλη την Ελλάδα. Γράφει λοιπόν ο Α. Λιάκος πως: «καμία εργασία (σσ. του τόμου αυτού) δεν αναφέρεται στις συγκρούσεις του 1943-1944 ανάμεσα στους αντάρτες και του ταγματασφαλίτες, η οποία πυροδότησε την πρώτη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, καμία δεν αναφέρεται στα Δεκεμβριανά και στη βία που εκδηλώθηκε στα 1945-1946, ούτε επίσης στην τελική ένοπλη αναμέτρηση του 1947-1949». Πρώτα-πρώτα φαίνεται πως για τον Αντώνη Λιάκο μόνο οι εμφύλιες συγκρούσεις υπάρχουν. Ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος έγιναν σε άλλη περίοδο ή αποτελούν ενοχλητικές περιπτώσεις όπου το έθνος έδρασε ενωμένο και άρα καταργεί το ερμηνευτικό μας σχήμα. Αλλά ούτε και η Εθνική Αντίσταση υπήρξε, οπότε ο Α. Λιάκος φαίνεται να συμφωνεί με την άκρα δεξιά στο ότι ο ΕΛΑΣ συγκροτήθηκε αποκλειστικά και μόνο για να πολεμήσει εναντίον των Ελλήνων πολιτικών του αντιπάλων. Δεύτερον, δεν είναι οι συγκρούσεις μεταξύ «ανταρτών» και ταγματασφαλιτών που «πυροδότησαν» τον «πρώτο γύρο», όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, του Εμφυλίου Πολέμου. Άλλωστε τα Τάγματα Ασφαλείας πέρασαν σε δράση στο τέλος του 1943 και συγκρούσεις με τους αντάρτες έχουμε κυρίως το 1944. Είχαν προηγηθεί οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των ΥΒΕ, το χειμώνα του προηγούμενου χρόνου, εναντίον της ΕΚΚΑ του Συνταγματάρχη Ψαρρού, του «Ελληνικού Στρατού» στην Πελοπόννησο, αλλά και οι συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ - ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ - ΠΑΟ, το φθινόπωρο του 1943. Είναι δε πασίγνωστο ότι πολλοί αξιωματικοί του ΕΣ Πελοποννήσου, της ΕΚΚΑ και της ΠΑΟ, μετά τη διάλυση των οργανώσεών τους από τον ΕΛΑΣ, πέρασαν στα Τάγματα Ασφαλείας και άλλες συνεργαζόμενες με τον κατακτητή ομάδες, στις αρχές και την άνοιξη του 1944. Συνέβη επομένως το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ο Α. Λιάκος: οι συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών οδήγησαν μερίδα των ηττημένων στα Τάγματα Ασφαλείας. Οι εμφύλιες ωστόσο συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών αντιστασιακών ομάδων στις οποίες αναφερθήκαμε και οφείλονται κυρίως στην ηγεμονική πολιτική του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά όχι μόνο σε αυτή, δεν αποτέλεσαν, παρόλα αυτά, την κύρια δραστηριότητα των ανταρτών, που δεν ήταν άλλη από τον αγώνα κατά του κατακτητή. Άλλωστε, όλες οι εμφύλιες συγκρούσεις του λεγόμενου «πρώτου γύρου» είχαν κατά κανόνα σύντομη διάρκεια και περιορίστηκαν σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.2


Σε άλλο σημείο, ο Α. Λιάκος αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης επειδή όπως παρατηρεί «επιστημονικότατα» δεν υπήρξε «καθολική αντίσταση όλου του ελληνικού λαού». Λες και υπήρξε ποτέ σε κανένα μέρος του κόσμου, «καθολική αντίσταση»! Κι όμως, η συνεργασία με τον κατακτητή υπήρξε ένα μειοψηφικό φαινόμενο κι αν αυτό πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις προς το τέλος της Κατοχής, αυτό οφείλεται στα αντικομμουνιστικά αντανακλαστικά σημαντικής μερίδας του πληθυσμού. Για να στηρίξει τη θέση πως η Αντίσταση αποτελούσε ένα περιθωριακό σε σχέση με το κυρίαρχο φαινόμενο, αυτό των εμφυλίων συγκρούσεων, στη διάρκεια της Κατοχής, ισχυρίζεται πως: «τα περισσότερα θύματα και οι μάχες προέρχονται από τις αντιπαραθέσεις με τους συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής». Εννοείται πως αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα δεν στηρίζεται σε καμία επιστημονική έρευνα. Εμπειρικά ωστόσο μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως δεν είναι δυνατόν οι νεκροί, σε μάχες ή σε εκτελέσεις, μιας σύντομης σχετικά περιόδου, αυτής του τέλους της Κατοχής, και σε περιορισμένο χώρο, βασικά στην Πελοπόννησο, τη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία και τον Έβρο, όπου είχαμε και το σύνολο σχεδόν των συγκρούσεων μεταξύ ανταρτών και συνεργατών των κατακτητών, να συγκριθούν με τα θύματα των συγκρούσεων με τους κατακτητές, πολύ δε περισσότερο αν προσμετρήσουμε και τα θύματα από τα αντίποινα σε βάρος του πληθυσμού σε ολόκληρο το διάστημα της Κατοχής. Αλλά μέχρι να έχουμε ασφαλείς και έγκυρες απαντήσεις, ας αφήσουμε την ιστορική έρευνα να προχωρήσει από μόνη της. Μέχρι τότε όμως δεν δικαιούμαστε να επικαλούμαστε ανύπαρκτα στοιχεία για να στηρίξουμε τις ιδεολογικές μας επινοήσεις.


Κεντρικό σημείο στη συζήτηση που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας που αφορά τη δεκαετία του ’40, κυρίως μέσω επιστολών, σε αθηναϊκές εφημερίδες, είναι το περίφημο ζήτημα της «κόκκινης τρομοκρατίας» που αφορά τα πραγματικά ή υποθετικά εγκλήματα που διέπραξε το ΚΚΕ μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σε βάρος των πολιτικών του αντιπάλων, στη διάρκεια της Κατοχής. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι «υπερασπιστές» της αριστεράς δεν αντλούν επιχειρήματα από τη διαπιστωμένα περιορισμένη σε χρόνο και χώρο έκταση της «κόκκινης τρομοκρατίας», κυρίως στον χώρο της Αργολίδας και της Κορινθίας και, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, στη Μακεδονία και το γερμανοκρατούμενο Έβρο, αλλά επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τα θύματα πως τάχα ήταν στο σύνολό τους «αντιδραστικά στοιχεία», «συνεργάτες του εχθρού» κ.λπ. με βάση το γεγονός ότι πολλοί απ’ όσους τελικά επέζησαν κατέφυγαν αργότερα στα Τάγματα Ασφαλείας, προφανώς και για να γλιτώσουν αλλά και για να προβούν σε αντεκδικήσεις. Υπάρχει επομένως μία ταύτιση τόσο της άκρας δεξιάς όσο και της εκσυγχρονιστικής αριστεράς στο ζήτημα της ερμηνείας της περιόδου της Αντίστασης: και για τους μεν και για τους δε η Αριστερά βγήκε στο βουνό όχι για να κάνει εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και ταυτόχρονα κοινωνική επανάσταση, αλλά για να χτυπήσει τους πολιτικούς της αντιπάλους και να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία. Η ακύρωση της Εθνικής Αντίστασης μέσα από την κατασυκοφάντησή της είναι ο κοινός τους στόχος. Πρόκειται για μια βολική ερμηνεία τόσο για τους μεν, γιατί ταυτίζονται ιδεολογικά με το στρατόπεδο που τροφοδότησε τους συνεργάτες των κατακτητών και τους μαυραγορίτες, όσο και για τους δε γιατί η υπαρκτή πατριωτική διάσταση της Αντίστασης πρέπει να απαλειφθεί έστω και σε βάρος της Ιστορίας και της ίδιας της μνήμης και της επιθυμίας των ίδιων των ιστορικών υποκειμένων.3

β) Η καταδίκη της Κύπρου
Στο ζήτημα όμως που πολλοί Έλληνες ιστορικοί «διαπρέπουν» σε σκόπιμες ανακρίβειες και ασάφειες, αλλά και διασκεδαστικά μαργαριτάρια, είναι η σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Κάθε άσχετος με το ζήτημα θεωρεί ότι έχει άποψη την οποία οφείλει να καταθέσει, και μάλιστα με υπερβάλλοντα ζήλο, καθώς το Κυπριακό είναι ένα ανοιχτό ζήτημα που επηρεάζει τις σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις. Το ζήτημα για τις κυρίαρχες τάξεις είναι να κλείσει όπως-όπως το Κυπριακό επειδή, κατά τη γνώμη τους, η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθήσει απερίσπαστη τον δρόμο της… προόδου, δηλαδή της άνευ όρων ενσωμάτωσής της στη Δύση, όσο συντηρεί προβλήματα εθνικών διαφορών με γειτονικές της χώρες. προβλήματα που, σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι ήδη ξεπερασμένα για την πολιτισμένη Δύση. Τώρα αν στην Κύπρο αγωνίζεται να επιβιώσει ως τέτοιο, ελεύθερο ελληνικό, το τελευταίο κομμάτι της ελληνιστικής περιμέτρου, ελάχιστα απασχολεί τους θιασώτες της πολιτισμικής ισοπέδωσης και της παγκοσμιοποίησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο υποστήριξης στο σχέδιο Ανάν υπέγραψαν κυρίως πανεπιστημιακοί, ανάμεσά τους και αρκετοί ιστορικοί. Οι τελευταίοι έρχονται να συμβάλουν με τον τρόπο τους στο ξεπούλημα της Κύπρου και με δημοσιεύσεις όπου επιχειρείται η αμαύρωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα 1955-1959 και η εμπέδωση της τουρκικής προπαγάνδας σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των εξελίξεων από το 1960 και μετά. Στόχος: η ηθική απαξίωση των Ελληνοκυπρίων και η εγκατάλειψή τους από το ελληνικό κράτος στις ορέξεις του αγγλοαμερικανικού ιμπεριαλισμού και του τουρκικού επεκτατισμού: με εθνικιστές και ξιπασμένους νεόπλουτους Κύπριους θα ασχολούμαστε τώρα!


Ακόμα και οι Ελλαδίτες ιστορικοί που ασχολούνται σοβαρά με το Κυπριακό, όπως οι Γιάννης Στεφανίδης και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, επιχειρούν να καταδείξουν ότι η απόφαση έναρξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα το 1955 ήταν εσφαλμένη, σαν να μπορούσε ποτέ η επιλογή της εξέγερσης να κριθεί με αυστηρά, αντικειμενικά και ουδέτερα επιστημονικά κριτήρια. Παρόλα αυτά αντιμετωπίζουν τον αγώνα των Κυπρίων με σεβασμό ενώ συνολικά το έργο τους, αποτέλεσμα επίπονης έρευνας, είναι και σημαντικό και αξιόλογο.


Αντίθετα με τους παραπάνω, οι τιμητές των Ελληνοκυπρίων, ούτε έρευνα έχουν κάνει ποτέ, ούτε καν έχουν μελετήσει τη βασική βιβλιογραφία του ζητήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το περιβόητο απόσπασμα από το αποσυρμένο σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας που συνέγραψε ο Σπύρος Μαρκέτος όπου η ΕΟΚΑ εμφανίζεται καταρχήν ως οργάνωση του Γρίβα και μόνο, ενώ είναι πασίγνωστο ότι πολιτικός αρχηγός της ήταν ο Μακάριος. Η δε ιδεολογία της οργάνωσης χαρακτηρίζεται ως «υπερσυντηρητικός εθνικισμός» ενώ γίνεται και αξιολογική σύγκριση με τα άλλα αντιαποικιακά κινήματα της ίδιας περιόδου που χαρακτηρίζονται «προοδευτικά» και επομένως πολιτικώς ορθά. Μ’ αυτήν τη σκόπιμη ανακρίβεια και τη φανερή ιδεολογική προκατάληψη για την ΕΟΚΑ, τους Κύπριους αγωνιστές και τη θυσία τους, ο παλλαϊκός αντιαποικιακός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων και το αίτημα της Ένωσης απαξιώνονται συλλήβδην. Κι όμως, αυτό το απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό από επιστημονική άποψη απόσπασμα εγκρίθηκε από την αρμόδια επιστημονική επιτροπή και τυπώθηκε για να διανεμηθεί στα σχολεία. Οι διαμαρτυρίες των Κυπρίων και η επέμβαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Πέτρου Ευθυμίου, κατήργησαν το βιβλίο πριν καν εμφανιστεί στα σχολεία, δημιουργήθηκε ωστόσο μείζον ζήτημα για τη διαδικασία ανάθεσης και συγγραφής των βιβλίων, λειτουργίας των επιτροπών που εγκρίνουν τα σχολικά εγχειρίδια αλλά και μείζον ζήτημα σχετικά με τη νομιμότητα της υπουργικής παρέμβασης.


Με αφορμή το παραπάνω ζήτημα γράφτηκαν πολλά. Ο παντογνώστης Α. Λιάκος, υπερασπιζόμενος σε σχετικό άρθρο του το επίμαχο απόσπασμα, υπαινίσσεται σαφώς ότι η ΕΟΚΑ υπήρξε εγκληματική οργάνωση και καταλήγει πως θα έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη για τα 230 θύματά της (Το Βήμα, 12.5.2002) χωρίς να διευκρινίζει (επιστημονικότατα βεβαίως) εάν μεταξύ αυτών υπήρξαν και στελέχη και συνεργάτες του καθεστώτος, καταδότες, αστυνομικοί και Βρετανοί στρατιώτες, και χωρίς φυσικά να αναφέρει τα θύματα που προκάλεσαν οι Βρετανοί ή οι Τουρκοκύπριοι εθνικιστές. Η επιστημονική ουδετερότητα επιβάλλει στην ΕΟΚΑ το «προνόμιο», ανάμεσα στις ένοπλες οργανώσεις όλου του κόσμου, να… ζητήσει συγγνώμη για τις δολοφονίες που διέπραξε σε βάρος (ελαχίστων) αθώων και (πάμπολλων) αδίκων, καθώς ούτε ο ΕΛΑΣ, ούτε ο ΙΡΑ, ούτε οι Μάου-Μάου, ούτε οι αντάρτες της Λατινικής Αμερικής και οι Άραβες φαίνεται να σκότωσαν ποτέ ομοεθνή τους για προσωπικούς λόγους ή εξαιτίας πολιτικών παθών!4


Η ενασχόληση με την Ιστορία του Κυπριακού έχει, όπως είπαμε παραπάνω, προφανείς πολιτικούς στόχους. Θα έπρεπε, ωστόσο, οι επαγγελματίες του χώρου να είναι περισσότερο προσεχτικοί, ιδίως όταν αναφέρονται σε ζητήματα που δεν γνωρίζουν επαρκώς. Φαίνεται όμως πως ειδικά στο Κυπριακό, δικαιούται ο κάθε Ελλαδίτης ακαδημαϊκός να γράφει ό,τι του κατέβει. Στην εισαγωγή του ογκώδους δίτομου έργου του για την ιστορία του ελληνικού κράτους, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο Έλληνας καθηγητής Ιστορίας στο Παρίσι, Γιώργος Δερτιλής, αναφέρεται σε «Ελλαδίτες τουρκοφάγους στην Κύπρο του 1963 και του 1974» ως παράδειγμα «έκρηξης σοβινισμού». Την ίδια «έκρηξη» πυροδότησαν κατά τον συγγραφέα και οι «υπερασπιστές της φυλετικής καθαρότητας και της ορθόδοξης ταυτότητας στην Ελλάδα του 1990 και του 2000». Άλλο ένα λαμπρό δείγμα ουδέτερης επιστημονικής κρίσης και ιστορικής ερμηνείας. Η μεν περίπτωση υπεράσπισης της φυλετικής καθαρότητας το 1990 καταρχήν μοιάζει με φαντασιοπληξία. Επειδή όμως υποψιαζόμαστε πως αφορά τα ογκώδη συλλαλητήρια κατά της σοβινιστικής πολιτικής των Σκοπίων, που ωστόσο έλαβαν χώρα το 1992, θεωρούμε πως μόνο η ιδεολογική τύφλωση θα έκανε κάποιον να αποκαλέσει τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού, διαδηλώσεις υπέρ της… καθαρότητας της φυλής. Η δε «υπεράσπιση της ορθόδοξης ταυτότητας στην Ελλάδα του 2000» φαίνεται πως για τον συγγραφέα δεν αποτελεί απλώς δείγμα επονείδιστης καθυστέρησης, αλλά και ασφαλώς κατακριτέα «έκρηξη σοβινισμού» να ζητά κάποιος δημοψήφισμα διεκδικώντας την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στην ταυτότητά του.


Ας ξαναγυρίσουμε ωστόσο στο μαργαριτάρι που αφορά την Ιστορία της Κύπρου: ουδείς Ελλαδίτης, τουρκοφάγος ή έστω… χορτοφάγος, δεν έδρασε στην Κύπρο το 1963, ή σε άλλη περίοδο, κατά των Τουρκοκυπρίων. Tα εγκλήματα, περιορισμένα μεν αλλά υπαρκτά, σε βάρος των Τουρκοκυπρίων τα διέπραξαν μόνοι τους οι Ελληνοκύπριοι χωρίς τη συνδρομή της μητέρας πατρίδας. Οι δε χουντικοί Ελλαδίτες αξιωματικοί, που έδρασαν στην Κύπρο, μάλλον ελληνοφάγοι θα έπρεπε να χαρακτηριστούν για τα δεινά που προκάλεσαν σε ολόκληρο τον ελληνισμό αφού στράφηκαν αποκλειστικά κατά του Μακάριου και των υποστηριχτών του.


Κλείνουμε το αναγκαστικά σύντομο αυτό σημείωμα με την παρατήρηση ότι όσο οι ελίτ ελέγχουν με αυτό τον ασφυκτικό τρόπο τα κέντρα παιδείας στην Ελλάδα, και ειδικά τα πανεπιστήμια, οι ιστορικές σπουδές θα εξακολουθούν να υπηρετούν τις κυρίαρχες στρατηγικές επιλογές. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις τίμιων και θαρραλέων ερευνητών είναι υπαρκτές αλλά αυτοί δεν έχουν καμία πρόσβαση στα κέντρα των αποφάσεων ούτε μπορούν να επηρεάσουν τις στημένες κατά κανόνα διαδικασίες κρίσεων διδασκόντων στα πανεπιστήμια. Έτσι μένουμε να νοσταλγούμε την εποχή που, έστω και με τη μονομέρειά τους, δίδασκαν και έγραφαν Ιστορία ο Σβορώνος, ο Ηλιού και ο αειθαλής Ασδραχάς καθώς η νέα γενιά πανεπιστημιακών κατά κανόνα υιοθετεί και αναπαράγει την κρατούσα ιδεολογία ακολουθώντας είτε ενστικτωδώς είτε συνειδητά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.


[1] Ο συνεργάτης μας, Τάσος Χατζηαναστασίου, είναι διδάκτορας Ιστορίας, βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών το 2004 για το βιβλίο που συνέγραψε με τον Δημήτρη Πασχαλίδη: Τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1941).