ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

αναδημοσίευση από : http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100008_29/08/2010_413069

Του Ιασωνα Χανδρινου[1]

«ΕΛΑΣ 2/39 Σύνταγμα Προς Βρετανικήν Στρατιωτικήν Αποστολήν. Επί από 18/8/43 τηλεγραφήματός σας αφορώντος επιστροφήν εκ μέρους ημών μεμισθωμένων κτηνών, παρατηρώ: ουδέν δικαίωμα έχετε εις ανάμιξην ζητημάτων καθαρώς εσωτερικής φύσεως. Τα καθήκοντα του συνδέσμου, συμφώνως προς το συμφωνητικόν δεν προβλέπουν παρεμβατισμούς τοιούτους, οι δε Ελληνες δεν είναι ούτε Ζουλού ούτε Κάφροι. Ανακαλείσθε εις περιορισμόν επί των καθηκόντων σας ως συνδέσμου, τα οποία λίαν εσκεμμένως αποφύγατε μέχρι σήμερον […] Εις περίπτωσιν μη επακριβούς συμμορφώσεώς σας, θέλω εφαρμόση αυστηρότατα τους διεθνείς κανονισμούς παραμονής αλλοδαπών εις εμπόλεμον κράτος και δη εις την ζώνην των πρόσω. 31/8/43. Κ. Αναργύρου Σ/ρχης».

Ο «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ)» είναι μια από τις περιπτώσεις της νεοελληνικής ιστορίας για τις οποίες πρέπει να αισθανόμαστε δυστυχείς που δεν διαθέτουμε πλήρη αρχεία. Σίγουρα θα είχαμε ευκρινέστερη εικόνα γύρω από τη θέληση του ΕΛΑΣ να ασκήσει εξουσία παραμερίζοντας κάθε αντίπαλο δέος, όπως μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε και το παραπάνω «αυθάδες», ώς σήμερα αδημοσίευτο, τηλεγράφημα προς τους Βρετανούς.

Υστερα από έναν χρόνο αναγνωριστικών ενεργειών και βεβιασμένων εξεγέρσεων (Δράμα, Κιλκίς, Νιγρίτα), το ΚΚΕ κατέβαλε ορθολογικότερες προσπάθειες για αναζωπύρωση των ένοπλων εστιών αντίστασης, αυτή τη φορά συνδέοντας άμεσα το ένοπλο υποκείμενο με την ευρύτερη πολιτική ατζέντα του ΕΑΜ. Οταν τον Φεβρουάριο του 1942 ιδρύθηκε ο ΕΛΑΣ, τα πρώτα οργανωτικά βήματα αφορούσαν πολιτικές παρά στρατιωτικές προπαρασκευές: μαζική διαφώτιση γύρω από την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης (συζητήσεις, προκηρύξεις, προπαγάνδα) και μια μάλλον αμήχανη στρατολογία αξιωματικών με βάση την πείρα στρατολογίας του στελεχικού δυναμικού των πολιτικών οργανώσεων. Οι πρωτοπόροι επιλέχθηκαν μεταξύ των μαχητικότερων στελεχών των επαρχιακών αστικών κέντρων και οι ζυμώσεις δεν γίνονταν στα βουνά, αλλά σε παράνομα ραντεβού στην Αθήνα. Η εξέγερση θα έπρεπε να «φυτευτεί» στην ύπαιθρο χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη τεχνογνωσία ούτε πολλοί τολμηροί εθελοντές. Τέτοιος ήταν ο Αρης Βελουχιώτης, κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας, με πλούσιο μητρώο κομματικής μαχητικότητας. Μολονότι η ομάδα του δεν διεκδικεί τη χρονική πρωτοπορία, η ενηλικίωση του ΕΛΑΣ ταυτίζεται -μάλλον δικαιολογημένα- με τη δική της διαδρομή. Η συνεισφορά του Βελουχιώτη και παράλληλα βάθρο του μύθου του, ήταν πως ανακάλυψε τις κατάλληλες φόρμουλες που θα αναβάθμιζαν τις σκόρπιες ομάδες σε μαζικό στρατό: εγκατέλειψε την επιλογή της αφάνειας με πανηγυρικές εμφανίσεις στα χωριά, εξασφαλίζοντας, πρώτον, μέσα επιβίωσης και, δεύτερον, την εμπιστοσύνη του κόσμου. Προχώρησε σε παραδειγματικές εκτελέσεις ληστών, συνεργατών του κατακτητή ή όσων μπορούσαν να εκληφθούν στις τοπικές κοινωνίες ως τέτοιοι. Τέλος, εξουδετέρωσε συστηματικά τα ελληνόφωνα εκτελεστικά όργανα του κατοχικού κράτους (Αγροφυλακή, Χωροφυλακή), ενώ, όπως έχει αποδείξει ο Γιώργος Μαργαρίτης, με το επιδεικτικό άνοιγμα των αποθηκών της αγροτικής συγκέντρωσης άσκησε ένα είδος κοινωνικής πολιτικής που προσέδιδε πόντους στον αγώνα διεκδίκησης της εξουσίας. Η αντικατοχική ενεργοποίηση του αγροτικού κόσμου ήταν βέβαια εκπεφρασμένος στόχος των εαμικών οργανώσεων και όχι ατομική έμπνευση ενός ηγήτορα. Και η ειδοποιός διαφορά στην περίπτωση Βελουχιώτη δεν βρίσκεται στις «υπερφυσικές» οργανωτικές του ικανότητες ούτε στις διαθεσιμότητες της ορεινής Ρούμελης. Βρίσκεται στην απολυτότητα με την οποία διατυπώθηκε η διάκριση εχθρών και φίλων, συνθήκη απαραίτητη στον ανταρτοπόλεμο, από τους Ισπανούς Guerilleros μέχρι τους Βιετκόνγκ. Αυτό το στοιχείο έκανε αγεφύρωτο το υφιστάμενο χάσμα ανάμεσα στην αντιστασιακή και τη δωσιλογική Ελλάδα και έβαλε το πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού πολέμου στη λογική προάσπισης μιας justa causa χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση ενός justus hostis.

Δρακόντειος νόμος

Επόμενο βήμα ήταν η υλοποίηση των εθνικοαπελευθερωτικών εξαγγελιών. Οι εμπλοκές με τους Ιταλούς σε Ρεκά, Κρίκελλο, Γοργοπόταμο και Μικρό Χωριό σε μια εποχή που ο κόσμος ακόμα δυσπιστούσε, φωτογράφιζαν μια εφικτή νίκη και πετύχαιναν ένα είδος συμψηφισμού ανάμεσα στις θυσίες, στις οποίες θα όφειλαν να υποβληθούν οι χωρικοί και στο αίμα των εθελοντικά στρατευμένων παιδιών τους. Ο πόλεμος γινόταν υπόθεση όλης της κοινωνίας εμπεδώνοντας μια νέα συλλογικότητα, ενώ το σύστημα ποινών, με εκτελέσεις για ηθικά παραπτώματα ή λιποταξία -όρος καθόλου παράταιρος για εθελοντικά σχήματα- ήταν ο δρακόντειος πολεμικός νόμος που ένωνε τη μοίρα ενόπλων και αόπλων. Οσοι επιμένουν σε μια ηθελημένα «πολιτική» ανάγνωση παρόμοιων πρακτικών, ας θυμηθούν ότι αντάρτες αρχηγοί υπεράνω «κομματικής» υπονοίας (π.χ. Ναπολέων Ζέρβας) δέσμευαν συχνά τους αμάχους της επικράτειάς τους με αυστηρές εντολές καθολικής επιστράτευσης.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η έννοια της «τακτικότητας». Σύμφωνα με τον κορυφαίο Γερμανό μελετητή του ανταρτοπολέμου, Carl Schmitt, «η δύναμη και η σημασία του Ανορθόδοξου καθορίζεται από τη δύναμη και τη σημασία του Συμβατικού που ο ίδιος ο αντάρτης θέτει σε αμφισβήτηση». Τις αμιγώς πολιτικές έννοιες του «συμβατικού» και του «ανορθόδοξου» είχε προφανώς υπόψη της η ηγεσία του ΕΛΑΣ, όταν το καλοκαίρι του 1943 υιοθέτησε τα πρότυπα οργάνωσης του ελληνικού στρατού, με μεραρχίες, επιτελεία, διευθύνσεις κ.ο.κ. Η απόφαση «μετατροπής» σε τακτικό στρατό κατέτεινε μάλλον στην προσέλκυση εθελοντών -και δη αξιωματικών- και εν γένει στην πολιτική νομιμοποίηση του Αντάρτικου, παρά στη στρατιωτική αναβάθμιση ή την εξύψωση της πειθαρχίας. Δρώντας σε αντίξοες συνθήκες, σε μόνιμα κατεχόμενο περιβάλλον και με ανελέητους εχθρούς, ο ΕΛΑΣ διέθετε υψηλά επίπεδα πειθαρχίας που ενισχύονταν διαρκώς από την αίσθηση ενός ιδεολογικού συνανήκειν. Η δομή του τακτικού στρατού ήταν ένα κέλυφος που δεν επηρέασε την αντάρτικη φύση και νοοτροπία. Ο ΕΛΑΣ διατήρησε ως πυρήνα μάχης τη διμοιρία ή τον λόχο και τελειοποίησε τόσο τον ανταρτοπόλεμο (Καρούτες, Γλόγοβα) ώστε ανάγκασε τους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν παρόμοιες τακτικές. Αντίθετα, δεν αναλάμβανε συχνά σύνθετες επιχειρήσεις που απαιτούσαν συνδυασμό πεζικού-πυροβολικού, μαζική χρήση βαρέων όπλων, αντιαρματικών, ναρκών κ.λπ. Οι κορυφαίες επιθετικές μάχες στην Αμφισσα (1/2 Ιουλίου 1944) και την Αμφιλοχία (12/13 Ιουλίου 1944) οδήγησαν σε οδυνηρές απώλειες τους Γερμανούς -αντίστοιχα 110 και 200 άνδρες νεκροί και τραυματίες- αλλά κατέδειξαν και τα όρια αντοχής σε εκ παρατάξεως μάχες.

Μαζικός εξοπλισμός

Η συχνότητα και η ένταση της πολεμικής δράσης συνδέονταν άρρηκτα με τις υλικές προϋποθέσεις. Ο ενθουσιασμός του αποθεωτικού καλοκαιριού του 1943 κυμαινόταν ανάλογα με τις συμμαχικές ρίψεις και τις ποσότητες των ιταλικών λαφύρων. Φιλόδοξες επιθέσεις μέσα σε αστικά κέντρα (Αλμυρός, 14 Αυγούστου 1943) πραγματοποιούνταν με αυτοσχέδια εκρηκτικά, χωρίς όλμους ή αρκετές επιθετικές χειροβομβίδες. Ο πονοκέφαλος του ανεπαρκούς οπλισμού γιατρεύτηκε με τη μαζική απόκτηση όπλων και πυρομαχικών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος 1943). Στη Θεσσαλία εξασφαλίστηκε το σύνολο σχεδόν του οπλισμού της 24ης Μεραρχίας Pinerolo όταν, χωρίς «κομψότητα», ο ΕΛΑΣ αφόπλισε τους οπλίτες και αξιωματικούς της μονάδας που ήθελαν να παραμείνουν ως μαχητές στα ελληνικά βουνά. Ετσι, με τίμημα τον παραμερισμό της «αντιφασιστικής αλληλεγγύης», ο ΕΛΑΣ οργάνωσε τη XVI Μεραρχία στην Ανατολική Θεσσαλία, την Ταξιαρχία Ιππικού (800 άλογα με αντίστοιχες ιπποσκευές), επανεξόπλισε το Τάγμα Μηχανικού Ολύμπου και το Τάγμα Θανάτου της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, οργάνωσε πέντε ορειβατικές πυροβολαρχίες των 75 χιλ., αναβάθμισε τον οπλισμό στα τμήματα Θεσσαλίας και Στερεάς και μπόρεσε να εξοπλίσει την παράνομη οργάνωση της Αθήνας με 3.000 πιστόλια και άλλα τόσα τυφέκια. Οι «Μπερέτες» των 9 χιλ. έγιναν τα αγαπημένα πιστόλια των ανταρτών. Με τις πλεονάζουσες σφαίρες και την αυτοπεποίθηση των ιταλικών όπλων, έγιναν πραγματικότητα οι πρώτες νικηφόρες μάχες εναντίον της Βέρμαχτ σε Θερμοπύλες, Αράχωβα, Κερπινή Αχαΐας και Δερβενοχώρια και εξαπολύθηκε ο πόλεμος εναντίον του ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο. Παρά την υπεροπλία του, στη διάρκεια του εμφυλιοπολεμικού φθινοπώρου του 1943, ο ΕΛΑΣ ενέπνεε περισσότερο φόβο με τον ιδεολογικό του παρά με τον υλικό του εξοπλισμό.

Ο ΕΛΑΣ δεν ήταν ένας κομματικός στρατός. Ξεκίνησε και παρέμεινε συνισταμένη μιας κοινωνικής δυναμικής που συμπύκνωσε διάφορα αιτήματα και ενσωμάτωσε πολλούς ετερογενείς παράγοντες. Εξέφρασε τη βούληση -αλλά και την αδυναμία- της Αντίστασης να καταστρέψει τις παλιές δομές και να αναδειχθεί σε πολιτική ηγεσία μιας καθημαγμένης χώρας. Οπως όλα τα αντάρτικα κινήματα, δημιούργησε έναν ισχυρό μύθο που τροφοδοτείται διαρκώς από τις αναζητήσεις γύρω από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Και για τους ιστορικούς του ελληνικού 20ού αιώνα, οι λευκές σελίδες στο βιβλίο του ΕΛΑΣ παραμένουν μια πρόκληση.



[1] Ο κ. Ιάσων Χανδρινός είναι ιστορικός.