ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ - 60 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

του Αναστάση Γκίκα

αναδημοσίευση από: http://clubs.pathfinder.gr/elas/506609

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Αρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) υπήρξε ένα από τα ηγετικά πρόσωπα της Εαμικής Εθνικής Αντίστασης, που ταυτίστηκε με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ενάντια στη γερμανοϊταλική κατοχή.

Ο Αρης Βελουχιώτης επέδειξε εξαιρετικές οργανωτικές και στρατιωτικές ικανότητες, συμβάλλοντας σημαντικά, ως πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, στη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα κατά των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.

Τα παραπάνω, αποδεδειγμένα και σε μια σειρά σημαντικές μάχες (όπως π.χ. στο Γοργοπόταμο), οδήγησαν σε μια μυθοποίηση του Αρη Βελουχιώτη όπως και άλλων καπεταναίων ή μη. Η μυθοποίηση, κακός σύμβουλος για την επιστημονική έρευνα, αξιοποιήθηκε από πολλούς, με σκοπό να κτυπηθεί, έτσι ή αλλιώς το ΚΚΕ.

Στo πλαίσιο αυτής της προσέγγισης συχνά παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Αρης αποτελεί ένα ιστορικό πρόσωπο, το οποίο διαμορφώθηκε και αναδείχθηκε μέσα από πολύ συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες (Κατοχή και Αντίσταση) και μέσα από πολύ συγκεκριμένες συλλογικές πολιτικές και ιδεολογικές δομές (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας).

Η ύπαρξη του ΚΚΕ αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα, που δεν καθορίζεται από τον α’ ή β’ ηγέτη του, όσο κι αν είναι σημαντικός ο ρόλος που αυτός επωμίζεται. Αυτό ισχύει για κάθε ηγετικό πρόσωπο, ισχύει και για τον Αρη, είτε τον Σαράφη, είτε άλλους. Με την έννοια αυτή, το να αποδίδεται με υπερμεγέθη τρόπο στον Αρη η ανάπτυξη και δράση του ΕΛΑΣ, δε δείχνει σεβασμό ούτε στο πρόσωπο.
Η μυθοποίηση εμπεριέχει εξ αντικειμένου την υπερβολή. Ομως η υπερβολή των δυνατοτήτων του ηγέτη συνδέεται με την υποτίμηση του ρόλου των λαϊκών μαζών στη διαμόρφωση της ιστορικής εξέλιξης. Την ιστορία τη γράφουν οι τάξεις που είναι φορείς νέων, προοδευτικών σχέσεων παραγωγής. Ο ηγέτης ή οι ηγέτες, όποτε χρειάστηκε βρέθηκαν. Και βεβαίως η προσωπικότητα παίζει σημαντικό ρόλο, όμως μόνο ως εκφραστής των επιδιώξεων των πολλών, των μαζών, της συλλογικής θέλησης και δράσης μέσα στην αναγκαιότητα.

Στις περισσότερες καταγραφές του ζητήματος, λοιπόν, ο Αρης Βελουχιώτης παρουσιάζεται ως σύμβολο το οποίο εμπεριείχε απόλυτα και διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους χαρακτηριστικά (είτε του απόλυτου καλού είτε του απόλυτου κακού), ανάλογα με τις πολιτικές και ηθικές επιδιώξεις του κάθε μελετητή. Συγκεκριμένα, μέσα από μια πληθώρα αρθρογραφίας και βιβλιογραφίας, επιχειρείται, από αστούς και οπορτουνιστές ιστοριογράφους, η συκοφάντηση της ιστορικής πορείας του ΚΚΕ, των οργανωτικών αρχών λειτουργίας του, καθώς και το κτύπημα της πολιτικής του σήμερα.

Από ποιους λοιπόν προβάλλεται ο Αρης και από ποια πλευρά, έχει ιδιαίτερη σημασία στην αξιολόγηση των διαφόρων αναλύσεων. Για παράδειγμα, όταν ένας συγγραφέας διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, επειδή το ΚΚΕ δε συμφώνησε με τον Αρη το 1945 για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα, είναι αρκετό για να θέσει σε προβληματισμό τον κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή, όταν ο συγγραφέας ομολογεί ότι τάσσεται υπέρ της «Συμφωνίας της Βάρκιζας»…

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο Θανάσης Κλάρας γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία. Καταγόταν από οικογένεια σχετικά εύπορη με τα κριτήρια της εποχής. Τα εφηβικά του χρόνια πέρασαν εν μέσω έντονων πολιτικών αναταραχών και ζυμώσεων (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, «εθνικός διχασμός», πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης, άνοδος των εργατικών αγώνων, κρατικές παρεμβάσεις και διώξεις κατά του ΚΚΕ και του συνδικαλιστικού κινήματος κλπ.).

Με το ΚΚΕ ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή μετά την κάθοδό του στην Αθήνα το 1923, μέσω του Τάκη Φίτσου, φοιτητή της Νομικής και έπειτα στελέχους του ΚΚΕ. Το 1925-1926 κλήθηκε στο Στρατό. Τότε γνώρισε τις συνέπειες της πολιτικής του ταυτότητας ως κομμουνιστή και οδηγήθηκε στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου (τόπος μαρτυρίου για όσους στρατιώτες κρίνονταν ύποπτοι για τα κοινωνικά τους φρονήματα).

Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ένταξή του στο Κόμμα και την επιβολή της Μεταξικής δικτατορίας, η ζωή του Αρη μοιράστηκε μεταξύ των διαφόρων κομματικών χρεώσεων, των συνεπειών, των διώξεων (φυλακές, εξορίες κλπ.) και περιστασιακών βιοποριστικών δραστηριοτήτων (ως οικοδόμος, μπογιατζής κ.ά.).

Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ο Κλάρας συνελήφθη και στάλθηκε στην Αίγινα το 1938 και από εκεί στις φυλακές της Κέρκυρας το 1939, όπου υπέγραψε «δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού». Σύμφωνα με το γράμμα που έστειλε ο αδερφός του Βελουχιώτη, ο Μπάμπης Κλάρας, στο Νίκο Ζαχαριάδη το 1945, την προηγούμενη της δημοσίευσης της αποκηρύξεως του Αρη, ο Θανάσης Κλάρας τη δήλωση «δεν την αρνήθηκε ποτέ, πάντα την καταδίκαζε και πάντα ζητούσε να δικαστεί γι’ αυτό από κομματικό δικαστήριο». Οι λόγοι που οδήγησαν στη δήλωση ανάγονται από τον ίδιο στη συγκεκριμένη «ψυχολογική εκείνη στιγμή».

Φορείς της αναπαραγωγής του κλασσικού ιδεολογικοπολιτικού αντι-ΚΚΕ μοτίβου υποστήριξαν αναφορικά με την υπόθεση της δήλωσης Βελουχιώτη, πως «για μιαν ακόμη φορά και κατά τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, αποδείχτηκε πως η ιεροεξεταστική φετιχοποίηση της «δήλωσης», που είχε καθιερώσει η ηγεσία του ΚΚΕ, κάθε άλλο παρά την εύκολη και γρήγορη, την καλλίτερη και επωφελέστερη αξιοποίηση των στελεχών του εξασφάλιζε». Για τις τέτοιες τοποθετήσεις χρειάζεται να σημειωθούν τα εξής:

α) Τη φυσική εξόντωση των αγωνιστών δεν την έκανε το ΚΚΕ ή η ηγεσία του, αλλά ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους, γεγονός που ... διαφεύγει. Διατυπώνοντας όμως την άποψη πως ο υπεύθυνος για την εξόντωση των κομμουνιστών στις φυλακές δεν ήταν ο κατασταλτικός μηχανισμός, αλλά η «ξεροκεφαλιά» της ηγεσίας του ΚΚΕ, εμμέσως πλην σαφώς αυτό που πραγματοποιείται εν τέλει είναι η απενοχοποίηση των διωκτών.

β) Αν η υπόθεση της «δήλωσης αποκήρυξης του κομμουνισμού» ήταν απλά μια τυπική υπόθεση, όπου τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος θα μπορούσαν να υπογράφουν και να φεύγουν συνεχίζοντας μετά τη δουλειά τους, δε θα είχε νόημα από πλευράς κατασταλτικού μηχανισμού ούτε η σύλληψη, ούτε και η επιμονή στην υπογραφή. Αλλωστε, η επιμονή του κατασταλτικού μηχανισμού στη δήλωση αποκήρυξης δεν αφορούσε τόσο τη φυσική, όσο την ηθική εξόντωση των μελών και οπαδών του κόμματος. Αποσκοπούσε να εμφανίσει τους κομμουνιστές και το ΚΚΕ ως αφερέγγυους και αναξιόπιστους, που λένε μεγάλα λόγια και που τα «διπλώνουν» μόλις στριμωχθούν. Και εκεί ακριβώς έγκειται η σπουδαιότητά της.

Επιπλέον, η παραπάνω άποψη, παραγνωρίζει τη γενικότερη πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί εκείνα τα χρόνια, κατά την οποία «η δήλωση είχε καταντήσει επιδημική νόσος», ενώ υπήρχαν και περιπτώσεις «δηλωσιών» που στρέφονταν ενάντια στο ΚΚΕ μετατρεπόμενοι σε χαφιέδες (με πιο γνωστά παραδείγματα τα ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ Μιχαηλίδη, Μανωλέα και Τυρίμο). Ας μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι τότε ακόμα και «Κεντρική Επιτροπή» δημιούργησε η Κρατική Ασφάλεια, τη λεγόμενη «Προσωρινή Διοίκηση», η οποία λειτουργούσε παράλληλα με την «Παλιά Κεντρική Επιτροπή», ενώ έβγαιναν και δύο «Ριζοσπάστες» αντιστοίχως.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Αμέσως μετά την απόρριψη του Ιταλικού τελεσιγράφου (28.10.1940) από την Κυβέρνηση Μεταξά και την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, οι έγκλειστοι κομμουνιστές στα ξερονήσια και τις φυλακές ζήτησαν από τις Αρχές να σταλούν στο μέτωπο να αγωνιστούν κατά των επιδρομέων. Ομως η Ασφάλεια (Κ. Μανιαδάκης) ζητούσε πρώτα να κάνουν «δήλωση μετάνοιας» και μετά θα τους έστελνε στο Μέτωπο! Οσοι δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν παραδόθηκαν μετέπειτα στους κατακτητές και εκατοντάδες από αυτούς εκτελέστηκαν. Οι κομμουνιστές του Μετώπου πολέμησαν παλικαρίσια, ενώ ξεχωριστός υπήρξε ο ρόλος των Κομματικών Στρατιωτικών Οργανώσεων.

Η ανάπτυξη και διεξαγωγή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, που είχε εκφραστεί από την πρώτη στιγμή της ιταλικής επιδρομής με το Α΄ ανοιχτό γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη (31.10.1940), έλαβε τη μορφή επίσημης απόφασης από την 6η Ολομέλεια της ΚΕ (1.7.1941), η οποία αποφάσισε τη δημιουργία του ΕΑΜ, και αργότερα από την 7η Ολομέλεια (αρχές Σεπτέμβρη 1941).

Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Κλάρας στρατεύθηκε σε μονάδα αντιαεροπορικού πυροβολικού, ενώ μετά την ήττα επέστρεψε στην υπό κατοχή πλέον Αθήνα, στην οποία και συνέχισε με τα υπόλοιπα στελέχη του ΚΚΕ την προσπάθεια ανασυγκρότησης των κομματικών οργανώσεων. Τον Ιούλιο του 1941 ο Κλάρας ζήτησε να συνδεθεί με την ΚΕ και να κάνει ό,τι δουλειά του ανατεθεί. Οταν ο Αρης με απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ ξεκίνησε για το βουνό, η κατάσταση είχε διαμορφωθεί ως εξής:

α) Διάσπαρτες ένοπλες ομάδες ανταρτών είχαν σχηματισθεί ήδη, μόλις δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Ελλάδας από τους Γερμανοϊταλούς και Βούλγαρους, στα τέλη Ιούνη του 1941 στην περιοχή της Μακεδονίας με εντολή του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ. Η σημασία που έδινε το Κομμουνιστικό Κόμμα στον ένοπλο αγώνα διατυπώνεται ξεκάθαρα και από την 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (1-3 Ιουλίου 1941), όπου υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά: «Οργανώνοντας ακούραστα τον αγώνα για τα καθημερινά ζητήματα όλων των λαϊκών στρωμάτων και την ένοπλη αντίσταση στους κατακτητές, το κόμμα και ο κάθε κομμουνιστής ξεχωριστά οφείλει να προσανατολίζεται έγκαιρα και σωστά στα σοβαρά γεγονότα…να οργανώνει τις δυνάμεις της λαϊκής εξέγερσης για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της Ελλάδας». Την ανάγκη οργάνωσης της ένοπλης αντίστασης επισήμανε και η 7η Ολομέλεια.

β) Στις 16 Αυγούστου του 1941 ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ). Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο δημιουργήθηκε λίγο αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1941. Στο μεταξύ είχαν ξεκινήσει από το ΚΚΕ οι διεργασίες δημιουργίας στρατιωτικών καθοδηγητικών πυρήνων.

γ) Αμέσως μετά την ίδρυση του ΕΑΜ και στο πλαίσιο των νέων καθηκόντων, ο Κλάρας ανέλαβε με οδηγία της ΚΕ τη συγκρότηση του αντάρτικου και στις αρχές Νοεμβρίου του 1941 ξεκίνησε την πρώτη σχετική περιοδεία του, συνοδευόμενος και από άλλα μέλη και στελέχη του Κόμματος, ενώ βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία και συνεννόηση με τις διάφορες κομματικές οργανώσεις στην επαρχία, οι οποίες του παρείχαν την απαιτούμενη υποστήριξη σε έμψυχο δυναμικό και άψυχο υλικό.

Με άλλα λόγια: ο ένοπλος αγώνας ενάντια στους φασίστες κατακτητές είχε ξεκινήσει, αποσπασματικά, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αμέσως μετά την έναρξη της περιόδου της Κατοχής.
Η περιοδεία του Αρη κράτησε αρκετούς μήνες στις περιοχές της Φθιώτιδας, Θεσσαλίας και Ευρυτανίας. Με την επιστροφή του στην Αθήνα υπέβαλε την έκθεσή του στην ΚΕ και πήρε εντολή να συνεργαστεί με την περιφερειακή οργάνωση της Λαμίας του ΚΚΕ για τη δημιουργία ένοπλων ομάδων αντίστασης στη Ρούμελη. Ετσι, κατά τα τέλη Μάρτη - αρχές Απρίλη του 1942 η πρώτη ομάδα υπό την αρχηγία του Αρη Βελουχιώτη βγήκε από τη Σπερχειάδα.
Πριν ασχοληθούμε με την πορεία ανάπτυξης του αντάρτικου και το ρόλο του Αρη Βελουχιώτη σε αυτή την προσπάθεια, έχει σημασία να σταθούμε για λίγο και να απαντήσουμε σε ένα τελευταίο ζήτημα, το οποίο αναπαράγεται σε μέρος της βιβλιογραφίας: τη στάση του ΚΚΕ απέναντι στον ένοπλο αγώνα. Σε σχέση με αυτό, ορισμένοι ιστοριογράφοι υποστηρίζουν πως το ΚΚΕ είτε ήταν αντίθετο, είτε υπονόμευε, είτε προσέδιδε δευτερεύουσα σημασία στο αντάρτικο κίνημα. Πρόκειται για ιστορική ανακρίβεια, η οποία εμπεριέχει πολιτική σκοπιμότητα.

Οπως είδαμε και νωρίτερα, το ΚΚΕ είχε από πολύ νωρίς διαπιστώσει την ανάγκη ένοπλης αντίστασης στον κατακτητή. Βέβαια, η μετατροπή των διασκορπισμένων και ολιγάριθμων αντάρτικων ομάδων σε αξιόμαχο απελευθερωτικό λαϊκό στρατό με δράση σε εθνική κλίμακα δεν πραγματοποιήθηκε σε μια νύχτα και χωρίς δυσκολίες. Αλλωστε, για να αναπτυχθεί ένας ένοπλος αγώνας πρέπει να στηρίζεται πρώτα απ’ όλα και πάνω σε μια πλατύτερη οργανωμένη πολιτική λαϊκή βάση. Και τα θεμέλια αυτής άρχισαν να μπαίνουν με τη συγκρότηση του ΕΑΜ. Ηταν σωστή η άποψη ότι γερό αντάρτικο κίνημα δεν μπορεί να υπάρχει δίχως γερό πολιτικό κίνημα στις πόλεις.

Η προσφορά του Βελουχιώτη στη δημιουργία των πρώτων ΕΛΑΣίτικων τμημάτων, αλλά και στη σύσταση των αρχηγείων του ΕΛΑΣ, υπήρξε σημαντική. Σε αυτόν αποδίδεται η έμπνευση και αποκρυστάλλωση διαφόρων οργανωτικών δομών του ΕΛΑΣ, καθώς και η καθιέρωση μιας σειράς από ηθικούς και στρατιωτικούς κανόνες λειτουργίας του αντάρτικου. Η θριαμβευτική είσοδος της πρώτης ανταρτοομάδας στο χωριό Δομνίτσα της Ευρυτανίας με επικεφαλής τον Βελουχιώτη εγκαινίασε και μια νέα τακτική επαφής του νεοϊδρυθέντος λαϊκού απελευθερωτικού στρατού με τις φτωχές λαϊκές μάζες, η οποία θα αποβεί ιδιαίτερα επιτυχής στην ενημέρωση και τόνωση του ηθικού των δεύτερων, καθώς και στην ανάπτυξη των γραμμών και του κύρους των πρώτων.

Η σταδιακή εκκαθάριση όλο και ευρύτερων τμημάτων της επαρχιακής Ελλάδας από τους τοπικούς αντιπροσώπους του αστικού κράτους και των οργάνων του (τα αποσπάσματα χωροφυλακής), έδωσε το έναυσμα και αποτέλεσε τη βάση για την ανάδειξη νέων μορφών λαϊκής εξουσίας και κυριαρχίας. Η διαμορφούμενη αυτή κατάσταση δεν άφησε αδιάφορες τις δυνάμεις κατοχής. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε η πρώτη νίκη του ΕΛΑΣ ενάντια σε ιταλικό καταδιωκτικό απόσπασμα που είχε σταλεί για να αναχαιτίσει τη δραστηριότητά τους.

Το Φλεβάρη του 1943 ο Βελουχιώτης κατέβηκε στην Αθήνα και ενημέρωσε την ηγεσία του ΚΚΕ σε θέματα που αφορούσαν την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος και του αντάρτικου. Στις 10 Μάρτη στάλθηκε και πάλι, ως καπετάνιος πλέον του πενταμελούς Αρχηγείου Ρούμελης, στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας. Οι αντικειμενικά αυξανόμενες ανάγκες συντονισμού του ραγδαία αναπτυσσόμενου αντάρτικου οδήγησαν το Μάη του 1943 στη συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Ο Βελουχιώτης επωμίστηκε την ευθύνη του καπετάνιου του ΓΣ του ΕΛΑΣ, με στρατιωτικό αρχηγό το στρατηγό Στέφανο Σαράφη και πολιτικό αντιπρόσωπο του ΕΑΜ τον Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη).

Στην ιστοριογραφία έχει διατυπωθεί η άποψη πως οι πρακτικές του Αρη συχνά ξεπερνούσαν τα όρια.

Συχνά παρατίθεται το παράδειγμα του κτηματία Μαραθέα, ο οποίος προκειμένου να τιμωρήσει τους πεινασμένους χωρικούς που έκαναν έφοδο στις κατάμεστες με τρόφιμα αποθήκες του, θέλοντας να εξασφαλίσουν κάποια τροφή, κάλεσε τους Ιταλούς να «επιβάλουν την τάξη», με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και το θάνατο 11 ανθρώπων.
Ο Βελουχιώτης διέταξε την εκτέλεση του κτηματία και την ομηροποίηση του υιού του προς αποφυγήν αντιποίνων κατά των χωρικών, ενώ παράλληλα απαίτησε την αποζημίωση των οικογενειών των χωρικών που εκτελέστηκαν από τους Ιταλούς.
Μπορεί να διαφωνήσει με τη στάση αυτή του ΕΛΑΣ ο κάθε καλόπιστος άνθρωπος που σκέφτεται στοιχειωδώς με ταξικό τρόπο; Στη βία των αδικητών αντιτάχθηκε η βία του λαϊκού δίκιου. Ετσι έδρασε ο ΕΛΑΣ και άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ. Με βάση την υποστήριξη του λαϊκού δίκιου, απέναντι στη βία των κατακτητών, του αστικού κράτους και των οργάνων του.

Μέσα σε συνθήκες κατοχής, πείνας και ένοπλου αγώνα, θα ήταν υπεραπλούστευση να πει κανείς πως δεν υπήρξαν και υπερβολές ή υπερβάσεις. Αλλά σε ποια λαϊκή εξέγερση δεν υπήρξαν (αστικές επαναστάσεις, κ.ά.); Θα ήταν όμως σίγουρα ιστορικά απαράδεκτη υπερβολή η αναγωγή τους σε κανόνα με σκοπό (έμμεσο ή άμεσο) τη δυσφήμιση, την αναίρεση ή υποτίμηση του δίκαιου αγώνα και των θυσιών του ΕΛΑΣ, αλλά και την νομιμοποίηση της κρατικής και ταξικής βίας.
Οι τέτοιες «καταγγελτικές» απόψεις αποσιωπούν τη βιαιότητα της εξουσίας που προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία, όπως εκφράστηκε με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο κατά τη διάρκεια της Κατοχής: Υπερπλουτισμός αστών και γαιοκτημόνων εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού που στην κυριολεξία πέθαινε από πείνα. Και βέβαια: ανελέητη δίωξη των ΕΑΜιτών, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκτελέσεις, ψυχολογικός πόλεμος.

Και βέβαια, η δράση ένοπλων δυνάμεων (ΕΔΕΣ - «Τάγματα Ασφαλείας», κ.ά.) για να κτυπηθεί το ΕΑΜ. Γύρω και από το θέμα της αντιμετώπισής τους από τον ΕΛΑΣ δημιουργήθηκε εντέχνως ολόκληρος θόρυβος, ο οποίος, όσον αφορά για παράδειγμα την Πελοπόννησο (1944), αποκρύπτει τη δράση των «Ταγμάτων Ασφαλείας» (φόνοι αμάχων, βιασμοί γυναικών, εμπρησμοί, κ.ά.). Ο ΕΛΑΣ με την παρουσία και του Αρη Βελουχιώτη, αντιμετώπισε τα «Τάγματα» με το δίκιο του αγωνιζόμενου και δεινοπαθούντος λαού. Οσον αφορά τις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ, μπορεί να τις δει κανείς έξω από το πλαίσιο της ταξικής πάλης που διεξαγόταν; Δε θα ήταν αντικειμενικό να τις προσεγγίσουμε έξω από το παραπάνω πλαίσιο.

Η υπογράμμιση των κοινωνικοοικονομικών βάσεων της βίας την περίοδο που πραγματευόμαστε αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία, υπό το πρίσμα των αυξανόμενων «κρουσμάτων» της αστικής ιστοριογραφίας αναφορικά με το θέμα, κατά την οποία «η βία…αυτονομείται από το ερώτημα ποια κοινωνική τάξη την επιδιώκει κάθε φορά και για ποιο σκοπό».

Μια άλλη πλευρά αφορά στην εκτίμηση του Βελουχιώτη για το Βρετανικό παράγοντα όπως αυτή αναπτύχθηκε μέσα από την επαφή και σχέση που είχαν οι δύο πλευρές στη συνεργασία τους ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις.

Διατυπώνεται η άποψη, που είναι κυρίαρχη, ότι ο Αρης είχε αντιληφθεί το ρόλο των Εγγλέζων και ότι είχε «μετρήσει» σωστά τις πραγματικές προθέσεις τους, καθότι τους είχε γνωρίσει καλά και από κοντά στα βουνά.

Το θέμα είναι συζητήσιμο. Βεβαίως, μετά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» η τοποθέτηση του Αρη απέναντι στους Βρετανούς ήταν σαφής. Το ίδιο και τα όσα έγραφε στο γράμμα του το Σεπτέμβρη του 1943, προς το Πολιτικό Γραφείο, όπου υπογράμμιζε πως χειρότεροι από τους Αγγλους δεν είναι ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί. Ομως δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που και ο ίδιος ο Βελουχιώτης βρέθηκε να τονίζει τη σημασία του κοινού αγώνα και να εξυμνεί τη συμβολή των συμμάχων σε αυτόν.

ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ ’44 ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΗ

ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

Λίγο πριν από τις μάχες του Δεκέμβρη 1944 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των καπεταναίων του ΕΛΑΣ στη Λαμία. Για πολλούς μελετητές η τοποθέτησή του στη σύσκεψη αποτέλεσε το σημείο της αντίστροφης μέτρησης για το τελικό αποτέλεσμα των όσων διαδραματίστηκαν στη συνέχεια.

Ωστόσο, τίποτε δε στοιχειοθετεί την επιχειρηματολογία περί ρήξης με τη στρατηγική του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Εκεί που εστιαζόταν η κριτική του Αρη, ήταν οι επιδιώξεις των Εγγλέζων και η μορφή της πάλης. Ο Αρης Βελουχιώτης επέλεξε την ένοπλη πάλη και καταδίκασε τη «Συμφωνία της Βάρκιζας». Και έχει δικαιωθεί ως προς αυτά. Ομως δεν εξέφραζε άλλη στρατηγική αντίληψη από εκείνη που εκφραζόταν από πλευράς ΚΚΕ και ΕΑΜ. Το ΚΚΕ τασσόταν υπέρ της ομαλής δημοκρατικής μετάβασης με το σχηματισμό αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης που θα προχωρούσε στη διενέργεια εκλογών, για να αποφασίσει ο λαός.

Σύμφωνα με την έκθεση του Μπάμπη Κλάρα στο Ζαχαριάδη, μετά τις μάχες του Δεκέμβρη, «ο Αρης πιστεύει ότι με μια σωστή γραμμή και μια ικανή ηγεσία, θα μπορούσε να νικήσει ο λαός. Σε αυτό αντιτάσσεται τελευταίο, ένα επιχείρημα: Κι αν για μια στιγμή, τις πρώτες μέρες νικούσε ο λαός, οι Αγγλοι θα έκαναν πάλι απόβαση και θα τον συνέτριβαν. Δεν είναι όμως έτσι. Γιατί αν τις πρώτες μέρες νικούσε ο λαός και ολοκλήρωνε αμέσως τη νίκη του με την άμεση εγκαθίδρυση μιας πανδημοκρατικής κυβέρνησης, τα πράγματα θα έπαιρναν άλλη μορφή, και από εσωτερική και από διεθνή άποψη».

Ομως προκύπτει το ερώτημα: Ποια ήταν η σωστή γραμμή; Ο Αρης πουθενά δε διατυπώνει κάποια διαφορετική εναλλακτική πρόταση στρατηγικής από του ΚΚΕ, πέρα από τη θέση του για συνέχιση του ένοπλου αγώνα.

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, 9 Μάη 1945», αναφέρεται σχετικά με το ζήτημα της στρατηγικής και το θέμα της εξουσίας: «Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δημιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία (…) Ηταν αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντιπάλου (Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ. Εφόσον ο ταξικός αντίπαλος προετοιμαζόταν για την «επόμενη μέρα του πολέμου», για τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις, έπρεπε να κάνει το ίδιο από τη δική του σκοπιά και ο λαϊκός παράγοντας (...). Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και ενδιάμεση πολιτική εξουσία μεταξύ της αστικής και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας. Η ικανότητα του ΚΚ να επιβεβαιώνει τον αυτοτελή ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό ρόλο του εκφράζεται με την επιστημονική θεμελίωση της στρατηγικής του, κατά συνέπεια με την αντικειμενική ανάλυση του καπιταλισμού, με την ορθή ανάλυση της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, την τακτική του ταξικού αντίπαλου. Συνδέεται, τελικά, με την ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού».

Στο πλαίσιο της ίδιας αντίληψης, που παραγνώριζε την αντίθεση αστική τάξη - εργατική τάξη κινούνταν και η πολιτική αντίληψη του Αρη. Οι εκτιμήσεις του αναφορικά με την ανάγκη οργάνωσης και διεξαγωγής ένοπλου αγώνα δεν συγκροτούν από μόνες τους επαναστατική πολιτική. Γιατί η ένοπλη πάλη δεν αποτελεί σκοπό, αλλά μέσον προς την επίτευξη του στόχου.
Το γεγονός ήταν πως το ΚΚΕ υπέταξε την πάλη για την πολιτική εξουσία «στις εθνικοαπελευθερωτικές επιδιώξεις και τότε που οι συνθήκες επέβαλαν, ιδίως μετά το 1943, να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ως αποτέλεσμα της αντιστασιακής πάλης και έπαθλο του ένοπλου αγώνα. Ετσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιουλίου 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Και δε διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας πορείας που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να οδηγήσει στη νίκη».
Το Φλεβάρη-Μάρτη του 1945 ο Αρης ήρθε σε επαφή με στελέχη του ΚΚΕ, προκειμένου να προωθήσει τις απόψεις του. Σε συνάντηση με αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στα Τρίκαλα του προτάθηκε να γυρίσει μαζί της στην Αθήνα, ώστε να αναλάβει επικεφαλής στην υπό ίδρυση «Συνομοσπονδία Εθνικών Αγωνιστών». Ο Αρης αρνήθηκε.

Στη διάρκεια μετάβασής του στη Ρούμελη «πήρε την απόφαση να παραβιάσει την κομματική πειθαρχία και μαζί με τον Τάκη Φίτσο παρουσιάσθηκε ξαφνικά μέσα σε ένα κομματικό αχτίφ και κατήγγειλε ανοιχτά την πολιτική της ηγεσίας», προτείνοντας τη δημιουργία ενός «Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), που θα πάλευε για την Εθνική ανεξαρτησία και Ελευθερία και για τη Δημοκρατία». Αξίζει να σημειωθεί, πως το ΜΕΑ δεν αποτελούσε απλά μια αφηρημένη πρόταση: συνοδευόταν από σχετική Διακήρυξη καθώς και Προγραμματικές Θέσεις, ενώ απευθυνόταν σε ΕΑΜίτες και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος (τους οποίους και στρατολογούσε). Ούτε στις θέσεις του ΜΕΑ εκφράζεται άλλη αντίληψη σε σχέση με αυτή της στρατηγικής του ΚΚΕ.

Στις 2 Μάρτη ο Αρης έγραψε και πάλι στην ηγεσία του ΚΚΕ επαναλαμβάνοντας τις διαφωνίες του και προειδοποιώντας πως «ξαναρχίζει την ένοπλη δράση». Ο Σιάντος, αφού του υπογράμμισε την ανάγκη προσανατολισμού του Κόμματος προς τη μαζική πολιτική δράση, του απάντησε ότι με τον ένοπλο αγώνα του τη δεδομένη στιγμή θα έβλαπτε. Του πρότεινε να πάει στην Αθήνα, ενώ στην περίπτωση που δε συμφωνούσε, του σύστησε να μείνει κρυμμένος.
Υπό την επίδραση αντιφάσεων στη πολιτική συμμαχιών του διεθνούς και εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος, καθώς και της διαμορφούμενης κατάστασης στο εσωτερικό, η ηγεσία του ΚΚΕ προσανατολιζόταν προς την ανάπτυξη της μαζικής πολιτικής δουλειάς. Ταυτόχρονα καλούσε τον Αρη να μεταβεί στην Αθήνα και να μείνει «σαν εφεδρεία», παύοντας κάθε «εμφάνιση και δράση μέχρις ότου δούμε την εξέλιξη της κατάστασης».

Η ηγεσία του κόμματος, επιδιώκοντας την επαναπροσέγγιση με το Βελουχιώτη, έστειλε τον Αρίστο Βασιλειάδη να τον συναντήσει με σκοπό να βρεθεί διέξοδος από την παρούσα κατάσταση. Μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις (στις οποίες πήραν μέρος και άλλα στελέχη της Αντίστασης και του Κόμματος) «ο Αρης δέχτηκε να συγκρατήσει την ανάπτυξη της δράσης του με την προϋπόθεση ότι θα γίνει συνάντηση με αντιπροσωπία της καθοδήγησης». Στη συνάντηση αυτή, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Μαρτίου, επιτεύχθηκε «συμφωνία να αναστείλει ο Αρης κάθε εκδήλωση, ως που να αποφασίσει το ΠΓ να δεχτεί την αρχική του πρόταση να φύγει στο εξωτερικό».

Εντούτοις, μια βδομάδα μόλις μετά (στις 24 Μάρτη), ο Βελουχιώτης απηύθυνε επιστολή «προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ» στην οποία επαναλάμβανε για άλλη μια φορά τις απόψεις και τις διαφωνίες του. Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (5-10 Απρίλη) καταδίκασε τη στάση του, αναφέροντας πως «ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ γιατί λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη, ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να ξαναγοράσει με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ του έδωσε τη δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίνει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη στάση του που μονάχα τον εχθρό ωφελεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας, οσοδήποτε ψηλά και αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία».

Ανάλογη ήταν η τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη κατά την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1950, όπου ανάμεσα σε άλλα είχε πει για τον Αρη: «Ηταν ένας μικροαστός τυχοδιώκτης… Και έπειτα είχε αξιώσεις ηγέτη και καθοδηγητή. Το Κόμμα και όταν σήκωσε δική του μπαντιέρα, του έδωσε τη δυνατότητα και τον βοήθησε να σκεφτεί και να διορθώσει το στραβοπάτημά του. Δεν το έκανε όμως αυτό και πήγε και έφαγε το κεφάλι του». Η απόφαση της διαγραφής δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 16 Ιούνη 1945 (ημέρα του θανάτου του Αρη).

Η χρονική στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιήθηκε στον Αρη η διαγραφή και η αποκήρυξή του από το Κόμμα αποτελεί επίσης πεδίο αντιπαραθέσεων. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Βελουχιώτης έμαθε την εν λόγω απόφαση από το «Ριζοσπάστη» την ημέρα της αυτοκτονίας του (αναπαράγοντας και ενισχύοντας είτε άμεσα είτε εμμέσως πλην σαφώς τον ισχυρισμό ότι ήταν το ΚΚΕ που οδήγησε τον Αρη στο συγκεκριμένο τέλος). Αυτό βέβαια θα ήταν αδύνατον, αφού, όπως προαναφέραμε, η απόφαση δημοσιεύτηκε την ημέρα του θανάτου του Βελουχιώτη. Αυτό που όντως είχε προηγηθεί ήταν μια καταγγελία της δράσης του Αρη μετά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας», η οποία και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 12ης Ιούνη του 1945 του «Ριζοσπάστη». Σε αυτό αναφερόταν σχετικά πως «η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήρθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοιχτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Αρη Βελουχιώτη… Ο Βελουχιώτης και ύστερα από τη σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε τη δράση του. Η δράση αυτή που μονάχα την αντίδραση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει γιατί της έδινε όπλα για να κτυπά το ΚΚΕ, να παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας και να δικαιολογεί τα εγκλήματά της, δεν επιτρέπει καμιά καθυστέρηση για την ανοιχτή καταγγελία του Αρη Βελουχιώτη».

Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, ο τελευταίος ενημερώθηκε έπειτα από συζήτηση με στέλεχος του ΚΚΕ για το σχετικό περιεχόμενο εσωκομματικού γράμματος που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις του κόμματος μετά την 11η Ολομέλεια. Αλλοτε στο εσωκομματικό αυτό κείμενο, και άλλοτε σε δημοσίευση του Ριζοσπάστη στις 12 Ιούνη αποδίδεται και το γνωστό «ούτε ψωμί, ούτε νερό στο δηλωσία - μιζέρια Αρη». Τέτοια ρήση στο «Ριζοσπάστη» δεν υπήρξε ποτέ, ενώ το κείμενο που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις δε σώζεται σήμερα, οπότε και καθίσταται αδύνατη η διασταύρωσή του.

Κατά τη διάρκεια του Απρίλη η Περιφερειακή Επιτροπή Κόνιτσας του ΚΚΕ βρισκόταν σε επαφή με τον Αρη. Στην επιστολή του Γραμματέα της ΠΕ στις 17.4.1945 αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Αγαπητέ μας σύντροφε Αρη… προχωρήσατε και σε ενέργειες τέτοιες που όχι μόνον ζημιώνουν αλλά απομακρύνουν κάθε διάθεση που ίσως ήταν έτοιμη να σας βοηθήσει. Συν/στή Αρη. Βάλατε χέρι και στα πυρομαχικά μας, που γι’ αυτό είμαι άμεσα υπεύθυνος και φέρω ακεραίαν την ευθύνην απέναντι στο κόμμα μας… Δεν μπορώ να καταλάβω σ. Αρη πως πήρες τέτοια τολμηρή και καθαρώς αντικομματική απόφαση, μήπως έχεις σκοπό να πολεμήσεις αντί τους Μπουραντάδες τους συντρόφους σου;… Το κάτω-κάτω δεν είμεθα ανδρείκελα καθενός και πρέπει να σεβαστείς τους συν. που πολεμούν πιστά πλάι σου… Πιστεύω και περιμένω να μην επαναληφθεί και ακόμη να επιστραφούν ό,τι πάρθηκαν… Πάντως όπως πάει η κατάστασις σε όλη την χώρα γρήγορα θα πάρουμε το κλαρί. Γι’ αυτό μην απομακρύνετε τις διαθέσεις των παλικαριών με τις τέτοιες ενέργειές σας… Γεια χαρά σε όλα τα παλικάρια και… το πολύ θάρρος και οι τολμηρές και χωρίς ερώτηση αποφάσεις βλάπτουν θανάσιμα το Κόμμα μας».

Στην επικοινωνία αυτή διακρίνουμε το φιλικό και συντροφικό κλίμα στο οποίο αυτή διεξάγεται. Μέχρι και την τελευταία στιγμή οι σύντροφοι του Αρη προσπαθούν να τον παροτρύνουν να συγκρατήσει τις δραστηριότητές του, που γίνονται χωρίς συνεννόηση ή και σε αντίθεση με τις αποφάσεις του κόμματος.

Στις 29 Μάη επέστρεψε στην Αθήνα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης ο Ζαχαριάδης, αναπτερώνοντας το ηθικό του ΕΑΜικού κόσμου γενικότερα αλλά και του Αρη ειδικότερα, ο οποίος επεδίωξε συνάντηση μαζί του προκειμένου να του εκθέσει τις απόψεις του. Από την έλευση του Ζαχαριάδη μέχρι και το θάνατο του Βελουχιώτη μεσολάβησαν περίπου δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Αρης βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Αθήνα.

Η κάθοδός του όμως δεν ήταν χωρίς εμπόδια: την ομάδα του καταδίωκε εκείνη την περίοδο το 118 Τάγμα Εθνοφυλακής. Στις 15 Ιουνίου περικυκλωμένος από τις κυβερνητικές δυνάμεις αποκλείστηκε μαζί με την ομάδα του στη χαράδρα του Φάγγου κοντά στην Αρτα. Συνειδητοποιώντας πως δεν υπήρχε διέξοδος διαφυγής, πήρε την απόφαση να αυτοκτονήσει.

Η «τελική πράξη του δράματος» ολοκληρώθηκε με μια χαρακτηριστική πράξη βαρβαρότητας: τα κεφάλια των Αρη και Τζαβέλα κόπηκαν και κρεμάστηκαν σε δημόσια θέα σε φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων.
Το ζήτημα του Αρη Βελουχιώτη, δίχως περαιτέρω εξέλιξη, ξανάνοιξε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1957, όπου σημειώθηκε συγκεκριμένα πως «το Κόμμα πρέπει να εξετάσει και να δώσει συγκεκριμένη απάντηση για τον Αρη, Σιάντο, Ζεύγο, Καραγιώργη, Πλουμπίδη κ.ά. και να τους αποκαταστήσει».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

Το ΚΚΕ, με εξαίρεση εκείνο το διάστημα, καθώς και το διάστημα λίγων μηνών μετά το θάνατο του Αρη, ουδέποτε αποδέχθηκε τη «Συμφωνία της Βάρκιζας», παρά το γεγονός ότι ορισμένες φορές αντιμετώπιζε τον Αρη με ανοίκειους χαρακτηρισμούς, όπως στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη (1950).

Ανεξάρτητα από υπερβολές στη διατύπωσή της, η αποκήρυξη και διαγραφή του Βελουχιώτη από το ΚΚΕ στηρίζεται στο ότι ο Αρης είχε παραβιάσει την κομματική πειθαρχία, αξιοποιώντας για το σκοπό της συγκρότησης του νέου αντάρτικου τη φήμη και το σεβασμό που είχε κατακτήσει τα προηγούμενα χρόνια ως αρχικαπετάνιος και στέλεχος του κόμματος. Λειτούργησε μεμονωμένα, σπασμωδικά, όχι συλλογικά και με υπομονή.

Δεν ήταν η γνώμη του Βελουχιώτη που καταδικάστηκε από το Κόμμα, άλλα η επίμονη πρακτική εφαρμογή της απειθαρχίας που επέφερε διάσπαση και εντάσεις στο κίνημα.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι αρχή της λειτουργίας και συγκρότησης του ΚΚΕ, που δίχως αυτή καθίσταται αδύνατη η ύπαρξη του Κόμματος. Το πλαίσιο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι αρκετά ευρύχωρο για να συζητήσει κανείς, να εκφράσει τη διαφωνία του έντονα, να πείσει ή να πειστεί.

Σε ποιο βαθμό μπορεί να ισχύει ο ισχυρισμός πως η τύχη της Ελλάδας θα ήταν διαφορετική αν είχαν υιοθετηθεί οι απόψεις του Αρη στη δεδομένη χρονική στιγμή είναι δύσκολο να πει κανείς. Μια τέτοια διατύπωση είναι σαφώς υπεραπλουστευμένη και αντιεπιστημονική, μια και κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα και να υποστηρίξει με τόση βεβαιότητα το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Αυτό που μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα είναι πως αν ο Αρης είχε πειθαρχήσει και δεν οδηγούνταν στην τραγική κατάληξη, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στον ένοπλο λαϊκό αγώνα των χρόνων 1946-1949