ΣΤΟΧΟΣ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΟΙ ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ ΔΕΝ ΕΦΤΑΝΑΝ

Του Βασιλειου Κοντη[1]

* Αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100006_16/03/2008_263066

Τον Φεβρουάριο του 1947, το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ αποφάσισε ότι η ένοπλη πάλη αποτελούσε πλέον την κυρίαρχη μορφή στον αγώνα που διεξαγόταν. Τα πολιτικοστρατιωτικά σχέδια που καταστρώνονται τον Απρίλιο του 1947 δείχνουν ότι το ΚΚΕ θεωρούσε πως ήταν μέσα στις δυνατότητές του η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και η δημιουργία μιας ελεύθερης περιοχής που θα περιλάμβανε τη Μακεδονία και τη Θράκη, ίσως και την Ηπειρο. Ο νέος αυτός προσανατολισμός φαίνεται καθαρά από τις οδηγίες του Ιωαννίδη προς τον Μάρκο Βαφειάδη, στις 17 Απριλίου 1947, και από το γράμμα του προς τον Τίτο στις 22 Απριλίου στο οποίο συνοψίζει τη συζήτηση που είχε με τον ίδιο στις 21 Απριλίου 1947.

Βέβαια αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας ελεύθερης περιοχής στη Β. Ελλάδα ήταν να αυξηθεί ο αριθμός των ανταρτών από τους 20.000 άντρες που διέθετε την άνοιξη του 1947 σε 50.000, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης, ο Ζαχαριάδης επισήμαινε ότι η μεγαλύτερη αδυναμία που παρουσίαζε ο ΔΣΕ ήταν η ανεπάρκεια σε οπλισμό και σε δυνατότητες ανεφοδιασμού με όπλα και πολεμοφόδια.

Ο Ζαχαριάδης περίμενε από τους Σοβιετικούς μια αποφασιστική ενίσχυση που θα αντιστάθμιζε την αμερικανική βοήθεια. Ο Στάλιν υποσχέθηκε πλήρη υποστήριξη. Από υπόμνημα της 13ης Μαΐου 1947, σχετικά με την κατάσταση στην Ελλάδα, που έστειλε ο Ζαχαριάδης στον Στάλιν πριν από τη μετάβασή του στη Μόσχα, προκύπτει ότι ο Ζαχαριάδης πίστευε πως το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στην Ελλάδα, με τις δικές του δυνάμεις και την απαραίτητη βοήθεια όλων των δημοκρατικών φίλων του εξωτερικού, ήταν σε θέση, ακόμα και μέσα στο 1947, να δώσει αποφασιστικά χτυπήματα κατά της κυβέρνησης, υπό τον όρο ότι ο Δημοκρατικός Στρατός θα αποκτούσε την αναγκαία βοήθεια για να υπερνικήσει ης αδυναμίες του και να πραγματοποιήσει τους στόχους του, δηλαδή τη δημιουργία ελεύθερων περιοχών. Από τα γράμματα προς Τίτο και Στάλιν φαίνεται ότι ο Ζαχαριάδης δεν έδινε μεγάλη σημασία στην αμερικανική βοήθεια, γιατί πίστευε ότι δεν θα ήταν αποτελεσματική.

Το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1947 ο ΔΣΕ έλαβε σημαντική βοήθεια κυρίως από τη Σοβιετική Ενωση και τη Γιουγκοσλαβία.

Τα εφόδια που προέρχονται από τη Σοβιετική Ενωση συγκεντρώνονταν σε κεντρική αποθήκη εφοδιασμού στο Pancevo και μαζί με τη γιουγκοσλαβική βοήθεια μεταφέρονταν με φορτηγό στα ελληνοαλβανικά και ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο υπεύθυνος της όλης επιχείρησης ανεφοδιασμού ήταν ο υποστράτηγος Jovan Kapidc, υποστράτηγος της UDB (μυστικής υπηρεσίας της Γιουγκοσλαβίας).

Ουδεμία αναγνώριση

Αυτή την περίοδο, καλοκαίρι - φθινόπωρο του 1947, η ηγεσία του ΚΚΕ, θεωρώντας ότι η προώθηση υλικού προς τις βάσεις ανεφοδιασμού του ΔΣΕ ήταν ικανοποιητική και πιστεύοντας ότι θα υλοποιήσει τους στόχους της, ανακοίνωσε τη δημιουργία της προσωρινής Δημοκρατικής κυβέρνησης. Οπως είναι γνωστό η κυβέρνηση αυτή δεν αναγνωρίστηκε από κανένα κράτος. Υπήρξαν πιέσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας προς τις Λαϊκές Δημοκρατίες να μην προβούν σε αναγνώριση. Παρά τις πιέσεις, ορισμένες χώρες, όπως η Ουγγαρία, συζητούσαν το ενδεχόμενο να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση του Μάρκου, αλλά η Σοβιετική Ενωση δεν το επέτρεπε. Αποκαλυπτικό είναι σημείωμα της συζήτησης του Suslov με τον Pakosi στις 19/2/1948, όπου αναφέρεται ότι σχετικά με την αναγνώριση της κυβέρνησης του Μάρκου ο Suslov έθεσε το ερώτημα στον Ρakοsi. «Δεν είναι νωρίς; Δεν θα εντείνει αυτό τη στρατιωτική επέμβαση των Αγγλο-αμερικανών στην Ελλάδα; Είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε τη βοήθεια προς τους παρτιζάνους από την επίσημη αναγνώριση της κυβέρνησης του Μάρκου.

Τον Σεπτέμβριο του 1947, στην 3η Ολομέλεια του ΚΚΕ, συστηματοποιήθηκαν τα σχέδια που είχε υιοθετήσει τους προηγούμενους μήνες. Η 3η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που συνήλθε στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου στη Γιουγκοσλαβία, διαπίστωσε ότι είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη δημιουργία ελεύθερης δημοκρατικής περιοχής με τη δική της κυβέρνησης και αποφάσισε να μεταφέρει αποφασιστικά το κέντρο βάρους όλης της κομματικής δουλειάς στον πολεμικό επιχειρησιακό τομέα για να ανυψώσει το ΔΣΕ σε κείνη τη δύναμη που στο συντομότερο δυνατό διάστημα θα οδηγούσε στη δημιουργία της ελεύθερης Ελλάδας.

Το σχέδιο «Λίμνες»

Στη στρατιωτική σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της 3ης Ολομέλειας εγκρίθηκε το στρατιωτικό επιχειρησιακό σχέδιο «Λίμνες», που προέβλεπε τη δημιουργία τακτικού στρατού, δύναμης 50 - 60.000 ανδρών. Η αύξηση αυτή έπρεπε να επιτευχθεί σε σύντομο διάστημα στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ώστε να γίνει δυνατό να εξοικονομηθούν από εκεί οι αναγκαίες εφεδρικές δυνάμεις για τη δημιουργία του κύριου εκστρατευτικού σώματος, που θα επιχειρούσε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Για να κρατηθεί η Θεσσαλονίκη έπρεπε να δημιουργηθούν τμήματα αντιαεροπορικής άμυνας με βαριά αντιαεροπορικά πυροβόλα, επάκτιο πυροβολικό, καταδιωκτική αεροπορία, ελαφρά ταχυκίνητα πλωτά μέσα για έλεγχο των ακτών, και να ναρκοθετηθεί η θαλάσσια περιοχή.

Βέβαια, η ηγεσία του ΔΣΕ δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας ιδιαίτερα το θέμα των εφεδρειών, δηλ. να αυξηθεί ο αριθμός των μαχητών. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στο ότι τα διάφορα αρχηγεία του ΔΣΕ δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδια στρατολογίας, τα οποία έγιναν μηχανικά χωρίς προηγουμένως να εξεταστεί η πραγματική κατάσταση και η ικανότητα του κάθε στρατηγείου και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες που δημιουργούσε ο Εθνικός Στρατός με την εκκένωση των χωριών. Η εκκένωση της υπαίθρου στερούσε από το ΔΣΕ τη στρατολόγηση μαχητών και τη δυνατότητα εφοδιασμού με είδη τροφίμων και ιματισμού. Χρόνιο και βασικό πρόβλημα του ΔΣΕ μέχρι την ήττα τον Αύγουστο του 1949 ήταν οι εφεδρείες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τόσο απελπιστική ήταν η κατάσταση που ο Μάρκος Βαφειάδης ζήτησε από τον Εμβέρ Χότζα να αποστείλει στο ΔΣΕ 3.000 - 4.000 Αλβανούς Τσάμηδες που ζούσαν στην Αλβανία μετά τη φυγή τους από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944.

Ο Στάλιν καιροσκοπούσε για προπαγανδιστικούς λόγους

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου επηρεάστηκε σημαντικά από τη στάση της Σοβιετικής Ενωσης. Τον Δεκέμβριο του 1948 ο Ζαχαριάδης επισκέφθηκε τη Μόσχα και δέχτηκε σκληρή κριτική για τις αποτυχίες του Δημοκρατικού Στρατού. Οι Σοβιετικοί ζήτησαν να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Ζαχαριάδης κατάφερε να τους πείσει να του δώσουν ακόμα μια ευκαιρία, καθώς θα επιχειρούσε να καταλάβει τη Φλώρινα. Βέβαια, η επιχείρηση εναντίον της Φλώρινας, τον Φεβρουάριο του 1949, απέτυχε οικτρά και ήταν η αρχή του τέλους για τον εμφύλιο. Γνωρίζουμε ότι μετά τον Απρίλιο του 1949 όλες σχεδόν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σταμάτησαν τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ. Βέβαια την ίδια αυτή περίοδο -Απρίλιος 1949- η Σοβιετική Ενωση, φοβούμενη κατάληψη της Αλβανίας από τον ελληνικό στρατό, ζήτησε από τον Ζαχαριάδη να σταματήσει τον ένοπλο αγώνα ώς το τέλος Μαΐου 1949. Με την εξέλιξη αυτή συνδέονται και οι προτάσεις του Gromyko προς τους Αγγλους και τους Αμερικανούς για κατάπαυση του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα Γενικά, μπορεί κανείς να πει ότι η Σοβιετική Ενωση, παρόλο που δεν ήταν πρόθυμη να δώσει στο ελληνικό πρόβλημα σημαντική θέση στην εξωτερική της πολιτική, ήθελε κυρίως να εκμεταλλευτεί τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο για προπαγανδιστικούς λόγους, ειδικά όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία επέκριναν την πολιτική της στην Ανατολική Ευρώπη. Στην πραγματικότητα ο Στάλιν καιροσκοπούσε παίζοντας με τις τύχες του ελληνικού λαού, πίστευε ότι ο ΔΣΕ δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει μετά την αμερικανική επέμβαση και ότι το ελληνικό κίνημα μπορούσε να αναλωθεί, εφόσον είχε ήδη παραχωρήσει την Ελλάδα στους Δυτικούς τον Οκτώβριο του 1944.



[1] Ο κ. Βασίλειος Κόντης είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελετών Χερσονήσου του Αίμου και ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ.