Ανδρέας Απ. Αθανασιάδης- Χρήστος Ηλ. Μιχαηλίδης «Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας»



Από τον Επίλογο
Οι Πόντιοι που μετοίκησαν μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο 1877-1878 στο Καρς  έζησαν για αιώνες στον Πόντο[1] και για σαράντα περίπου χρόνια σε Καύκασο-Καρς. Ως Πατρίδα τους θα ορίσουν όμως τον Καύκασο[2] και γιατί ήταν η «ύστερη Πατρίδα» τους και γιατί εκεί –στον Καύκασο- θα «βγουν πρώτη φορά από το ραβδί του Τούρκου» και θα έρθουν «στην απανεμιά της Ρωσίας», η οποία θα τους δώσει «την ελευθερία να μιλούν την γλώσσα τους και να πηγαίνουν στην εκκλησία χωρίς να διστάζουν, να πηγαίνουν στα σχολεία και να μπαίνουν σε κρατικές δουλειές»[3].Για σαράντα χρόνια «έζησαν και ανέπνευσαν ελεύθερο αέρα. Είχαν τις κοινότητές τους, την αυτοδιοίκησή τους, χωρίς φόρους και φόβους»[4].  Η Ρωσία θα τους δει σαν δικούς της άξιους ανθρώπους και θα προσπαθήσει  να τους ρωσοποιήσει.  Θα τους ονομάσει Καυκάσιους και «όποιος δεχόταν και έλεγε ‘είμαι Καυκάσιος’ και όχι ‘Έλληνας’ αυτόματα γινόταν Ρώσος. Αφού ο Καύκασος ήταν στη ρωσική επικράτεια». Τα παιδιά στο ρωσικό σχολείο που πήγαιναν μάθαιναν:
                    «Για νε Ρούσκι, για νε Γκρεκ
                     Για Καυκάσκι τσολαβέκ» Δηλαδή
                 «Εγώ ούτε Ρώσος είμαι ούτε Έλληνας
                  Εγώ είμαι άνθρωπος του Καυκάσου»[5].

Οι Καυκάσιοι κατά την πρώτη προσπάθειά εγκατάστασής τους στην Ελλάδα (1895-1907) και ενώ έχουν κληθεί από την Πολιτεία (Τρικούπης 1894) θα βρεθούν απέναντι σε μια ανάλγητη κρατική συμπεριφορά (Θεοτόκης 1900), θα ληστευθούν, θα  δεινοπαθήσουν, θα αποδεκατιστούν και οι επιζώντες από αυτούς (Σουμελίδης 1906) θα επιστρέψουν  στον Καύκασο.
Στη δεύτερη προσπάθεια εγκατάστασής τους, πάλι με πρόσκληση της Ελληνικής Πολιτείας, στο Κιλκίς (1914) θα αντικρύσουν φτώχεια και θα υποφέρουν από την ελονοσία. «Καμία σύγκριση με τη Ρωσία» με τους «χιλιάδες τόνους τα σιτηρά» τα «πολλά είδη ζώων» και τις «αμέτρητες καλλιεργήσιμες εκτάσεις». Τελικά πολλές οικογένειες θα επιστρέψουν στο Καρς , μετά από επίπονο και μακρύ ταξίδι «δια στεριάς, μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Ρωσίας ως τον Καύκασο» γιατί «ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εμαίνετο και ο Ελλήσποντος και Βόσπορος εκλείσθησαν». Έτσι πολλοί θα χαθούν στο δρόμο της επιστροφής (Μάιος-Αύγουστος 1916)[6].

Οι Καυκάσιοι [περί τους 50.000] έρχονται τελικά (από 1920) στην Ελλάδα «έχοντας χάσει την εθνική τους συνείδηση, και τη γλώσσα» , έχοντας «επηρεαστεί από τις μπολσεβικικές ιδέες» και όντες «επικίνδυνοι να συνεργαστούν με τους σλάβους της Μακεδονίας» (Χρύσανθος 1920).
Οι Καυκάσιοι  είναι «ατίθασοι, απειθάρχητοι, μεμψίμοιροι, άρπαγες και στερούμενοι εθνικού φρονήματος». Σαφώς λοιπόν «δεν είναι το ενδεδειγμένο Ελληνικό στοιχείον  δι ου δύναται να τελεσφορήσει ο εποικισμός και εξελληνισμός της Μακεδονίας». Αντιθέτως «υπάρχει φόβος να παράσχωσι συν τω χρόνω πράγματα εις την Ελληνική Διοίκησιν».  (Αδοσίδης 1920)
Αν οι Καυκάσιοι έρθουν στην Ελλάδα «θα γίνουν βάρος για το κράτος». (Κανελλόπουλος 1920)
Έτσι, και πριν καν έρθουν στην Ελλάδα θα γίνει αισθητή[7] σ’ αυτούς «η προδοσία τους από τους επίσημους φορείς (Εκκλησία και Κράτος)»[8].

Με την άφιξή τους ακόμα, έχοντας ρωσική υπηκοότητα, έχοντας υπηρετήσει στο ρωσικό στρατό και σπουδάσει σε ρωσικά σχολεία, θα χαρακτηρισθούν «ύποπτοι» από το κράτος που θα φοβηθεί «μήπως έχουν μολυνθεί και φέρνουν το μικρόβιο του μπολσεβικισμού». (Γαβριηλίδης Κώστας- Καλαμαριά-1920)
Όταν ο «Σύλλογος Καυκασίων Φοιτητών» θα αποταθεί στον Υπουργό Παιδείας για να ζητήσει τη συνδρομή του για τήρηση των υποσχέσεων που δόθηκαν σε αυτούς στην Τιφλίδα από την Ελληνική Αποστολή, θα λάβει ωμή την απάντηση  : «Εδώ στην Ελλάδα σπουδάζουν όσοι έχουν λεπτά και όσοι δεν έχουν λεπτά πηγαίνουν και εργάζονται». (Καλαμαριά 1920)

Οι Καυκάσιοι κατά το μεσοπόλεμο θα οργανωθούν σε «Συλλόγους Καυκασίων»[9] , σε «Συλλόγους Νεολαίας Καυκασίων»[10] , σε «Ενώσεις Καυκασίων φοιτητών»[11] και σε «Εκπαιδευτικούς Συλλόγους Καυκασίων»[12]. Θα τα εντάξουν όλα αυτά σε ένα «Κεντρικό Σύλλογο Καυκασίων»[13] , και θα συναποφασίζουν για την επίλυση των προβλημάτων τους μέσα από «Γενικές Συνελεύσεις των Καυκασίων»[14] ή από «Συνέδρια Καυκασίων»[15], ή συμμετέχοντας -ως Καυκάσιοι[16]- σε «Συσκέψεις Προσφύγων»[17] στους  «Συνδέσμους  Καυκασίων-Ποντίων»[18], στα «Σωματεία Μέριμνας Ποντίων Καυκασίων Κυριών Μακεδονίας»[19]  σε  «Παμπροσφυγικά Συνέδρια»[20]  μαζί με Πόντιους, Θρακιώτες και Μικρασιάτες.
Την ίδια περίοδο –μεσοπόλεμο- οι Καυκάσιοι «θα έχουν τα πρωτεία», θα είναι «οι κομματικοί[ΚΚΕ] που δε λογάριαζαν τίποτε». (Βαφειάδης Μάρκος 1929)
Θα συμμετάσχουν στις αγροτικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του ’30 (Γαβριηλίδης-Κιλκίς) και δυναμικά θα αντιδράσουν ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία. (Μεταμόρφωση Κιλκίς 1930-Μεταλλικό Κιλκίς 1931 - Ποντοκώμη 1932-33)
Έτσι ήδη από το 1930 θα επικρατήσει η άποψη πως : «εις ολόκληρον την περιφέρειαν Κιλκίς και ιδίως εις τινα παραμεθόρια χωριά κατοικούμενα υπό Καυκασίων, ο κομμουνισμός επεκράτησεν απ’ άκρου εις άκρον».(«ΕΜΠΡΟΣ», 12/3/1930, σελ. 3)
Καυκάσιος θα ξεκινήσει και θα ηγηθεί της μοναδικής για τα δεδομένα της εποχής «μαθητικής επανάστασης» κατά αυθαιρεσίας καθηγητών.(Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Κοζάνης, 1934)  
Καυκάσιοι θάναι οι πρώτοι αριστεροί δήμαρχοι και κοινοτάρχες της περιόδου. Μετά τον Παρτσαλίδη (Καβάλα 1934) , αριστεροί κοινοτάρχες θα εκλεγούν  οι Καυκάσιοι: Τσουκαλάς(Ποντοκώμη, 1934), Μεντεσίδης (Ποντοκώμη, 1935) και δήμαρχος ο Γαβριηλίδης (Κιλκίς 1936).

Λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά αρκετοί  θα βρεθούν σε εξορίες- ξερονήσια.
Με την έναρξη της κατοχής οι Καυκάσιοι θα οριστούν από το αθηναϊκό «εθνικό κέντρο» στους εχθρούς του έθνους … Γράφει ο Ζαλοκώστας: «Η  Μακεδονία το φθινόπωρο [1941] είχε κιόλας χωριστή σε δύο στρατόπεδα. Από τη μια μεριά οι δήμιοι: Γερμανοί, Ιταλοί, Σλάβοι, κομμουνιστές, Ρουμανίζοντες, Γύφτοι, Καυκάσιοι. Από την άλλη οι εθνικισταί: ντόπιοι, Πόντιοι, Θρακιώτες , Σαρακατσαναίοι, τουρκόφωνοι πρόσφυγες φερμένοι από τα βάθη της Ανατολής μα γνησιώτατοι Έλληνες»[21].

Οι Καυκάσιοι θα πρωτοστατήσουν στην οργάνωση αντίστασης κατά των κατακτητών μέσα από το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ(σε 16ο, 27ο και 28ο ΣΠ του ΕΛΑΣ, στην περιοχή μας) ενσωματωμένοι και με τις άλλες εθνοτικές ομάδες της περιοχής: σλαβομακεδόνες, βλάχους, αρβανίτες (ΙΙ/28 ή Απόσπασμα Βίτσι ).

Θα συμμετέχουν  στην ίδρυση σλαβομακεδονικών σχολείων στη Φλώρινα (Καλαϊτζίδης , φθινόπωρο 1944)
Θα συμμετέχουν στις επιχειρήσεις κατά των αυτονομιστών του Γκότσε (Κωφίδης, διοικητής ΙΙΙ/27, Οκτ-Νοε 1944)
Με το σχηματισμό του νέου πενταμελούς πολιτικού σχηματισμού του ΕΑΜ (25/4/1945) δίπλα στον Πρόεδρο του σχηματισμού, τον Πόντιο Παρτσαλίδη, και οι Καυκάσιοι Γιάννης Πασαλίδης, ως αρχηγός του Σοσιαλιστικού κόμματος , και Κώστας Γαβριηλίδης, για το ΑΚΕ. Στην κοζάνη, αντίστοιχα γραμματέας σχηματισμού κομμάτων του ΕΑΜ ορίζεται ο επίσης Καυκάσιος Μιχάλης Σουμελίδης.
Ήδη το Μάιο το 1945 αίτημα εκκαθάρισης του «βουλγαρικού πληθυσμού» της περιφέρειας Φλώρινας θα συνδυαστεί με την παράλληλη εξάλειψη του «καρκινώματος» των Καυκασίων προσφύγων, οι φιλοεαμικές κοινότητες των οποίων «δεν εννούν να εγκλιματισθούν εις το ελληνικόν πνεύμα». (Μαυρίδης, Φλώρινα , Μάιος 1945)
Οι Καυκάσιοι θα συγκρουστούν με τους Παοτζήδες από τους οποίους θα κυνηγηθούν κατά την κατοχή και θα κυνηγήσουν κατά την Εαμοκρατία. (Κιλκίς –Πετρανά-Ποντοκώμη)
Έτσι θα γίνουν στόχος των παρακρατικών. (Κρυόβρυση-Κοκκινιά Κιλκίς , Φθινόπωρο 1946)
Θα ειπωθεί πως οι Καυκάσιοι «ήταν οι φανατικότεροι από τους αυτονομιστές».
(Φ. Δραγούμης   αρχές 1946) και πως «η κομμουνιστική προπαγάνδα αφέθη να οργιάση κυρίως μεταξύ των εαυαλώτων Κουτσοβλάχων και των Καυκασίων εποίκων και τινων σλαυοφώνων» .(Σ. Μελάς-Β. Τσιμπιδάρος, Νοέμβριος 1946)
Οι Καυκάσιοι θα είναι «αποχίτες» των εκλογών του 1946. Θα γίνουν λοιπόν στόχος των Μάυδων.
Θα συμμετάσχουν στο ΔΣΕ και συχνά θα είναι ενταγμένοι και στα θεωρούμενα Σλαβομακεδονικά Σώματα (18η και 107η Ταξιαρχία ΔΣΕ).
Οι «εκ Ρωσίας Καυκάσιοι» πρόσφυγες είναι πλέον οι «ελληνόφωνοι κακούργοι» για τους οποίους θα ζητηθεί και η εκτόπισής   τους (ως μέρος πρότασης εκτοπισμού σλαβόφωνου πληθυσμού). (Φ. Δραγούμης 1948)
Κατά τη δίκη της Θεσσαλονίκης (τέλη Φεβρουαρίου 1948) θα «αποκαλυφθεί»  ότι : «εις τας συμμορίας, τας αρχάς, δηλ. τα πάντα, έχουν εις χείρας των καυκάσιοι και άλλοι εκ Ρωσσίας και Καρς καταγόμενοι συμμορίται». («ΕΜΠΡΟΣ», Φεβ, 1928)
Με το τέλος του εμφυλίου-το 1949- μερικοί θα βρεθούν (εξόριστοι τώρα) στο ίδιο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας από το οποίο πριν από 30 χρόνια –το 1920-οι δικοί τους έφευγαν για τη μητέρα Ελλάδα γεμάτοι όνειρα κι ελπίδες..
Οι Καυκάσιοι τα σαράντα χρόνια ελευθερίας που έζησαν[στο Καρς Καυκάσου] πριν έρθουν στην Ελλάδα, τα έζησαν μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο διαχέονταν τα πλέον προοδευτικά ρεύματα της ρωσικής κοινωνίας. Και έμαθαν να «εισπράττουν»  και να «δίνουν» . Τα μέρη που εγκαταστάθηκαν , τα όρισαν ως νέα τους πατρίδα, θεώρησαν τον εαυτό τους μέρος της νέας πολυεθνοτικής κοινότητας στην οποία και ενσωματώθηκαν με τη δυναμική και τους ρυθμούς  που γνώριζαν από την Πατρίδα.
Αυτό δε θα μπορούσες να το στερήσεις από έναν Καυκάσιο.

Η ταύτιση όμως εθνοτικής και πολιτικής ταυτότητας (Καυκάσιος ~ Αντικρατικός) επέβαλε πλέον και την αλλαγή της ονομασίας τους. «Είναι παράξενο» γράφει στα 1957 ο Φίλωνας Κτενίδης[22] «πώς οι Έλληνες αυτοί Πόντιοι που ωνομάσθησαν «Καυκάσιοι» και οι ίδιοι μέχρι σήμερον αυτοκαλούνται έτσι» πώς  «δεν διαμαρτύρονται για τη μειωτική εθνικώς ονομασία αυτή[…]»[23].  Ο Φίλωνας επισημαίνει πως για το σοβαρό αυτό θέμα (της επιμονής κάποιων να αυτοκαλούνται Καυκάσιοι) «και άλλοτε γράψαμε σχετικά και υποδείξαμε το ασύστατο και το λανθασμένο και το κακόβουλο της τέτοιας ονομασίας».  Είναι δε απόλυτα ικανοποιημένος όταν «ένας διανοούμενος «Καυκάσιος» [ο Γεώργιος Γρηγοριάδης] δίδει την εμπρέπουσα και λογική και εθνικώς επιβαλλόμενη ονομασία εις τους Έλληνας Ποντίους που έζησαν και ήρθαν από τον Καύκασο, ονομάζοντας αυτούς «ΠΟΝΤΙΟΥΣ του ΚΑΥΚΑΣΟΥ»»[24]. Ο Γρηγοριάδης δε πριν προβεί στα εθνικώς επιβαλλόμενα βαφτίσια θα φροντίσει να τονίσει τη συμβολή των «Ποντίων του Καυκάσου» στους αγώνες του έθνους και να αποκαθάρει και  τυχόν μη ορθές συμπεριφορές τους στις δύσκολες περιόδους:
 «Η συμβολή των υπήρξε επίσης μεγίστη και δια την εθνικήν μας ασφάλειαν, όταν εις Μακεδονίαν και Θράκην, επεριόρισαν και κατέστησαν την μειονότητα αμελητέαν δια της εγκαταστάσεώς των ως συμπαγών και γνησίων ελληνικών πληθυσμών.
Λαμβάνουν μέρος εις τον ελληνοϊταλικόν πόλεμον του 1940-41 και συμβάλλουν εις την δημιουργίαν του Αλβανικού έπους.
Μάχονται ως αρμόζει εις εθνικόφρονας Έλληνας κατά τον συμμοριοτοπόλεμον και συμβάλλουν γενναίως εις την περιφανή νίκην του 1949…»[25].
Στα 1988 ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενος με πατρογονική  καταγωγή από το Καρς, ο Χρήστος Σαμουηλίδης θα γράψει: «[…]θέλω να σημειώσω ότι κάποιες αποχρώσεις και δυσδιάκριτες ιδιαιτερότητες που παρουσίαζαν παλιότερα οι Καρσιώτες σε σύγκριση με το γενικό ποντιακό χαρακτήρα[26]- και οι οποίες ιδιαιτερότητες οφείλονταν στις διαφορετικές συνθήκες του ρωσοκρατούμενου Καρς, περισσότερο ελεύθερες από ό,τι στον Τουρκοκρατούμενο Πόντο, όπως ήταν η αριστερότερη πολιτική τοποθέτησή τους, η συμμετοχή τους κατά 90-100% στην Εθνική Αντίσταση, η γνώση πολλών απ’ αυτούς της ρωσικής γλώσσας ή η ενσωμάτωση μερικών ρωσικών λέξεων στο λεξιλόγιό τους κλπ-, μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο απαλείφθηκαν, παραμερίστηκαν και τώρα «Καυκάσιοι» και Πόντιοι αφομοιώθηκαν και συνταυτίστηκαν συμμετέχοντες αδιάκριτα πια στα κοινά ποντιακά, πολιτιστικά και προσφυγικά , σωματεία[…]»[27].
Παρόλη όμως την προσπάθεια των διανοούμενων για ένα «ασφαλή» προσδιορισμό τους, οι «παλαιοί» , για πολλά χρόνια ακόμα θα συνεχίζουν να δηλώνουν:
«Εμείς είμες α σο Καρς τη Ρωσίας. Είμες Καυκάσιοι».
Με ότι αυτό συνεπάγονταν. Δεν μπορούσαν , δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους τον ετεροκαθορισμό, βάση οποιασδήποτε σκοπιμότητας ή υποδείξεως διανοούμενων συντοπιτών τους. Ήταν μια περήφανη ράτσα με μπόλικη την αυτοπεποίθηση και τον εγωισμό. Σήμερα οι «παλαιοί» εκλείπουν.
Όλοι πλέον ακολουθούμε τον «ορθό δρόμο» των υποδείξεων των διανοούμενων.
Είμαστε απλά όλοι Πόντιοι. Οι «παλαιοί απ’ εμάς» δεν είναι εδώ για να μας διορθώσουν. Για τους νεώτερους θα ήταν ένα δράμα το «ανασκάλεμα».
Για κάποιους –λίγους- από μας όμως συνεχίζει και δημιουργεί δέος η μικρή εκείνη υποσημείωση στις ταυτότητες των παππούδων μας:
«Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας»…


[1] Ο Πόντος ήταν η σκλαβωμένη Πατρίδα τους και «Πατρίδα χωρίς ελευθερία είναι σαν δρόμος μέσα στο τούνελ, πας πας και ομορφιά δεν απολαμβάνεις. Έτσι και βγεις στο ξέφωτο και δεις το πρόσωπο του ήλιου, όλα γίνονται όμορφα και ζηλευτά».
(ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ΠΕΠΕΡΕΚ,ΑΦΟΙ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2007, σελ. 137)
[2] Ο Σαμουηλίδης Χρήστος  γράφει ότι οι γονείς του «[…] γεννήθηκαν και έζησαν στο Βεζίνκιοϊ  του Καρς, το οποίο αποτελούσε σ’ όλη τους τη ζωή, τον άξονα της νοσταλγίας, των αναμνήσεων και των αφηγήσεών τους». (ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΡΣ, ό.π. , σελ. 8)
& Ο πατέρας του Αγαθαγγέλου χρόνια ολόκληρα του έλεγε: «τώρα να μ’ αφήσουν , περπατώντας θα διασχίσω την απόσταση μέχρι την Πεπερέκ». (ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ό.π., σελ. 138)
[3] ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ό.π., σελ. 137
[4] ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ, ΑΘΗΝΑ,1984 (αδημοσίευτη αυτοβιογραφία), σελ. 5
[5] ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ό.π., σελ. 54
[6] ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ, ό.π., σελ. 23
[7] «Η καθυστέρηση πολλών μηνών, ώσπου  να αρθεί η παρεξήγηση και οι κυβερνητικοί ενδοιασμοί για την ελληνικότητα των Καυκασίων, στοίχισε τη ζωή χιλιάδων Ελλήνων, που πέθαναν από την πείνα, τις αρρώστιες και τις άσχημες κλιματολογικές συνθήκες».
(ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ, ΚΕΣΟΠΟΥΛΟΣ, Β, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2001, σελ. 106)
[8] ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, ό.π., σελ. 100
[9] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 19/1/1928
[10] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 27/1/1928 , σελ. 5-  & εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 6/2/1930 , σελ. 5
   & βλ. «ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΥΚΑΣΙΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ», όπως παρατίθεται στο συλλογικό:  Η ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ (1920-1940). ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ . ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗ ΝΕΑ ΠΑΤΡΙΔΑ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ, UNIVERSITY STUDIO PRESS,  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1998, σελ. 154
[11] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 3/2/1928 , σελ. 5
[12] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 28-2-1930 , σελ. 2
[13] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 8/11/1929 , σελ.3
   & εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 19/1/1928
[14] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 24/3/1929 , σελ.6
[15] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 29/9/1923 , σελ.1- 23/2/1925 , σελ.4-1/2/1926 , σελ.1-2/2/1926 , σελ.1-  7/2/1927, σελ.3 - 3/2/1928 , σελ. 5
[16] Απόσπασμα από Σύσκεψη Προσφύγων: «[…]Μανδρατζής/ Συμφωνώ, λέγει, οι Καυκάσιοι τάσσονται με τας απόψεις των Ποντίων.[…]» (εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 11/4/1928 , σελ. 6)
[17] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 11/4/1928 , σελ. 6
[18] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 11/4/1928 , σελ. 5  «[…] Ο Πρόεδρος των Ποντίων: Θ. Θεοφύλακτος. Ο Πρόεδρος των Καυκασίων Π. Μανδρατζής».
[19] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 17/9/1927 , σελ. 3
[20] εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 9/2/1929 , σελ. 3
[21] ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ, ΕΣΤΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1997 (α’ εκδ. 1949), σελ. 235
[22] Διευθυντής του Λαογραφικού Περιοδικού «ΠΟΝΤΙΑΚΗ  ΕΣΤΙΑ»
[23] ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΑΡΣ-ΑΡΔΑΧΑΝ, Χ.Ε., ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1957, σελ.3
[24] ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ό.π., σελ.4
[25] ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ό.π., σελ.52
[26] Σύμφωνα με τη Νίτσα Γαβριηλίδου «οι Ποντιοκαυκάσιοι είναι ένας εύθυμος λαός, φιλόξενος, έξυπνος και πολύ εργατικός. Αφιλοκερδής και νοικοκύρης. Πολύ δεμένος με τις οικογενειακές αρχές και παραδόσεις. Θα μπορούσα ίσως να πω πως υπάρχει μια διαφορά στο χαρακτήρα ανάμεσα στους πόντιους και στους Καυκάσιους, κι αυτό το καταλαβαίνουν οι ίδιοι μεταξύ τους». (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ ΝΙΤΣΑ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ό.π., σελ. 22)
Διαφορά στο χαρακτήρα Ποντίων και Καυκασίων επισημαίνει- στα 1949- και ο Ιωακειμίδης Αλέξανδρος (εγκαταστάθηκε το 1923 στην Πτολεμαΐδα). Σημειώνει κατ’ αρχάς πως οι Καυκάσιοι  έχουν Ποντιακή συνείδηση διότι «όλοι ξέρουν ότι ξεκίνησαν από τις ίδιες βάσεις». Και συνεχίζει: «Με τον τρόπο όμως της ζωής των εδημιούργησαν διάφορο χαρακτήρα και γι αυτό πιστεύουν ότι διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα από τους Πόντιους. Διότι οι μεν Πόντιοι ως μη κινηθέντες από τα μέρη των διετήρησαν εκείνο το αρχαίον Ελληνικό δαιμόνιο, με όλες του τις μορφές της εξυπνάδας, πονηριάς κλπ για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα με τους Τούρκους που τους είχαν διαρκώς πάνω στον τράχηλό τους. Αλλά και στην έμμονή τους αυτή ιδέα τους εδημιουργήθη ένα μεγάλο κακό της γλώσσας. Μια περιοχή του Ν. Τραπεζούντος η Μπάφρα καθ’ ολοκληρίαν έχασε τη γλώσσα της που και σήμερα ακόμη δυστυχώς ύστερα από 30 περίπου χρόνια ζωής των εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν πολύ τέτοιοι που δεν ξέρουν ούτε μια Ελληνική λέξη. Ενώ οι Καυκάσιοι εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι ήσαν οι πιο ατίθασοι στη Σκλαβιά Πόντιοι, γι αυτό αρχικά μεν τραβήχτηκαν να ζήσουν στα πιο απόμερα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να αναπνεύσουν έστω και λίγο ελεύθερου αέρα, αφ’ ετέρου εφρόντισαν, μόλις τους εδόθη ευκαιρία να μετοικήσουν σε μέρη που θα μπορούσαν ποιο ελεύθεροι να έχουν ελεύθερα την θρησκεία, γλώσσα και οικογενειακό άσυλον.
Από τον αρχικό τρόπο ζωής σε απόμερα και ορεινά μέρη ασχολήθηκαν με κτηνοτροφία  και γεωργία εδημιούργησαν και ανάλογο προς τα επαγγέλματα χαρακτήρα ζωής. Τον τρόπο δε αυτό της ζωής των τον ενίσχυσαν και στον Καύκασο με ακόμη πιο σκληρές συνθήκες λόγω του κλίματος . Διότι στον Καύκασο είχαν καλοκαίρι και άνοιξη 3-4 μήνες , τον υπόλοιπο καιρό έκαμνε χειμώνα οπότε η ζωή καταντούσε πιο σκληρή. Από την σκληρή λοιπόν ζωή και από τα γεωργοκτηνοτροφικά επαγγέλματα –σε σχεδόν ορεινή περιοχή- εδημιούργησαν χαρακτήρα πιο τραχύ, εγωιστικό, ευθύ(ντόμπροι), φιλαλήθεις κλπ. Και επειδή τους Ποντίους τους χαρακτηρίζει κάποια πονηριά-προς το ατομικό συμφέρον-,οι Καυκάσιοι τους έβλεπαν με μάτι καχύποπτο.
-Εν γενικές γραμμές οι Καυκάσιοι θεωρούν τους εαυτούς των ως αγνότερο ανθρώπινο υλικό από τους Ποντίους και με πιο αγνές Λαζικές παραδόσεις.
Γιατί είναι περισσότερον φιλόξενοι, αλτρουισταί ριψοκίνδυνοι για τη σωτηρία των συνανθρώπων των. Ενώ τους Ποντίους του Πόντου τους χαρακτηρίζει η συμβιβαστικότης, η ύπουλη πραότητα κλπ που διετηρήθησαν ως κληρονομιά και στις […] προελεύσεις ακόμη και μέχρι σήμερα εδώ».
 (ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΣ, ΑΘΗΝΑ,1949, ΧΕΙΡΟΓΡΑΦO  σε ΚΜΣ, σελ. 84-85)
[27] ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΡΣ, ό.π. , σελ. 10