ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ ΜΕΣΑΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

Φόρος τιμής στους ταγματασφαλίτες της Βόρειας Ελλάδας από την κυβέρνηση

ΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ

Αναδημοσίευση από: http://www.iospress.gr/mikro2005/mikro20051210.htm, Ελευθεροτυπία, 10/12/2005

«Σε μνημόσυνο μίσους ο Νίκος Τσιαρτσιώνης»(«Εθνος» 29.11.05)

Δυο μήνες μετά το επεισοδιακό μνημόσυνο του Μελιγαλά, μια ακόμα «γιορτή μίσους» έρχεται να υπογραμμίσει τα προβλήματα που οι κυβερνήτες του «μεσαίου χώρου» συναντούν στη διαχείριση της συλλογικής μνήμης της παράταξής τους.

Επισκεπτόμενος στις 27 Νοεμβρίου την εκλογική του περιφέρεια, ο κοζανίτης υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Νίκος Τσιαρτσιώνης προτίμησε, αντί να παρευρεθεί στον επίσημο εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης, να καταθέσει στεφάνι στο μνημόσυνο για τους ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών που σκοτώθηκαν κατά την Απελευθέρωση στο χωριό Ιμερα. Ταυτόχρονα έγινε γνωστό ότι, στις 13 Νοεμβρίου, όλοι οι νεοδημοκράτες βουλευτές του Ν. Σερρών συμμετείχαν (αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου) σε ανάλογο μνημόσυνο ταγματασφαλιτών στο χωριό Τριάδα.

Η διαχείριση του σκανδάλου υπήρξε μάλλον αμήχανη. Το υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης έσπευσε να «εξαφανίσει» την ιστοσελίδα του που αναφερόταν στην τελετή, ενώ ο Θόδωρος Ρουσόπουλος ανέλαβε το πολιτικό μέρος της υπόθεσης: «Ισως αγνοείτε», δήλωσε χαρακτηριστικά στους δημοσιογράφους, «ότι η οργάνωση, τα μέλη της οποίας τιμήθηκαν στην εν λόγω εκδήλωση, είναι αναγνωρισμένη οργάνωση από το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής» («Εθνος» 30.11.05).

Πολύ φοβούμαστε ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θα πρέπει να ξεσκονίσει τις ιστορικές του γνώσεις πριν ξαναεπιχειρήσει παρόμοια ανάλυση. Καμιά από τις δυο εκδοχές της «τιμώμενης» οργάνωσης που αναφέρει (χωρίς να την κατονομάσει) δεν αναγνωρίστηκε από τους Συμμάχους ως αντιστασιακή, ενώ ακόμη πιο εύγλωττη είναι η αντιμετώπισή τους από το ελληνικό κράτος. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Ο «Εθνικός Ελληνικός Στρατός»…

Οι «τιμώμενοι» στα επίμαχα μνημόσυνα ήταν μέλη των «Ελληνικών Εθελοντικών Λόχων Ασφαλείας» που συγκρότησε το 1944 η Βέρμαχτ για ν’ αντιμετωπίσει το αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στόχος της γερμανικής πολιτικής, σύμφωνα με τον στρατηγό Λερ, ήταν η υπόθαλψη ενός ενδοελληνικού εμφυλίου μεταξύ «αντικομμουνιστικής» και «κομμουνιστικής μερίδος» και η συνακόλουθη «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος».

Στη Νότια Ελλάδα, η κίνηση αυτή πήρε τη μορφή των διαβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας του Παπαδόγκωνα και του Ράλλη. Στη Βόρεια Ελλάδα, οι προαναφερθέντες «λόχοι ασφαλείας» πήραν τη συλλογική ονομασία «Εθνικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ) κι επανδρώθηκαν κυρίως από μέλη της τουρκόφωνης ποντιακής κοινότητας, με αρχηγούς τους «τρεις Παπαδόπουλους»: Μιχαήλ (Μιχάλαγα) στην Κοζάνη, Κυριάκο (Κισά Μπατζάκ) στην Πιερία και Κων/νο στο Κιλκίς. Σύμφωνα με γερμανικά έγγραφα, το καλοκαίρι του 1944 η δύναμη του ΕΕΣ ανερχόταν σε 5.533 ενόπλους. Το πολιτικό σκέλος του εγχειρήματος αποτελούσαν η «Εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωσις» (ΕΣΟ) της Κοζάνης και η «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωσις» (ΕΑΟ) της Κατερίνης.

Η ταύτιση του ΕΕΣ με την πολεμική προσπάθεια του Ράιχ υπήρξε απόλυτη. Μονάδες του συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ στο Βέρμιο (Απρίλιος 1944) και τη Βόρεια Πίνδο (Ιούλιος 1944), πρωταγωνιστώντας σε τρομερές σφαγές αμάχων σε χωριά όπως η Ερμακιά (28.3.44) και η Κατράνιτσα (22-26.4.44). Στα θύματά τους περιλαμβάνονται ακόμη και δυο βρετανοί στρατιωτικοί, που σκοτώθηκαν από ΕΕΣίτες στο Βατερό και το Μαυροδένδρι τον Σεπτέμβριο του 1944.

Στο επίπεδο των πολιτικών διακηρύξεων, αξίζει ν’ αναφερθούν τα συγχαρητήρια των ηγετών του ΕΕΣ «προς τον Φύρερ επί τη διασώσει του από την δολοφονικήν απόπειραν της 20ης Ιουλίου» («Φωνή των Ελλήνων», φ.3, 8.1944), η επίσημη επίσκεψή τους το καλοκαίρι του 1944 στη Βιέννη ύστερα από πρόσκληση της ναζιστικής ηγεσίας («Ελευθερία» 13.12.1964) και οι δημόσιες ομιλίες τους υπέρ της χιτλερικής Νέας Τάξης. Στις 8 Μαΐου 1944, μας πληροφορεί π.χ. η επίσημη εφημερίδα του ΕΕΣ, ο Μιχάλαγας «εμίλησεν εις ογκωδεστάτην συγκέντρωσιν» στη Βέρροια, «προβάλλων το φως της αληθείας» και έχοντας στο πλευρό του τον αρχηγό των Ες-Ες, τον επιχώριο μητροπολίτη κι άλλους «εθνικούς παράγοντας» («Πατρίς» 21.5.44).

Η επίσημη στάση των Συμμάχων απέναντι στον ΕΕΣ υπήρξε σαφής: σύμφωνα με εντολή του Στρατηγείου Μ. Ανατολής προς τους βρετανούς συνδέσμους του ΕΛΑΣ (17.9.1944), οι ΕΕΣίτες έπρεπε ν’ αντιμετωπιστούν όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι ταγματασφαλίτες ή οι σλαβόφωνοι κομιτατζήδες της «Οχράνα» (N.G.L. Hammond, «The Allied Military Mission and the Resistance in West Macedonia», Θεσ/νίκη 1993, σ.144 & 166).

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση της στάσης του ΕΕΣ από τον βρετανό πρεσβευτή Λίπερ. Οι τουρκόφωνοι Πόντιοι, γράφει στις 22.4.44, «δεν έχουν τόσο βαθιά ριζωμένο αίσθημα εθνικού πατριωτισμού, όπως αυτό που πάλλει στην καρδιά του μέσου έλληνα χωρικού. Υπήρξαν ως εκ τούτου εύφορο έδαφος για τη γερμανική προπαγάνδα. Από τη στιγμή που συνειδητοποίησαν ότι κτηνώδη αντίποινα θα ακολουθούσαν οποιαδήποτε υποστήριξή τους προς τους αντάρτες, ήταν εύκολη δουλειά για τους Γερμανούς να τους πείσουν πως μια φιλογερμανική πολιτική ανταποκρινόταν στα συμφέροντα της Ελλάδας. Ενας πανούργος δικηγόρος από την Κοζάνη φαίνεται πως παρήγαγε τη σωστή φόρμουλα την κατάλληλη στιγμή, και οι χωρικοί δέχθηκαν τη γερμανική προστασία» (FO 371/43764/7185).

Η κατάληξη της υπόθεσης είναι γνωστή. Τον Νοέμβριο του 1944 οι δυνάμεις του ΕΕΣ αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τις εντολές του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με αποτέλεσμα πολύνεκρες μάχες που κατέληξαν στη συντριβή τους. Αρκετοί εκτελέστηκαν, πολλοί άλλοι όμως (όπως και ο ίδιος ο Μιχάλαγας) σώθηκαν χάρη στην παρέμβαση ελασιτών που τους προστάτεψαν από τα εκδικητικά πλήθη. Μετά τη Βάρκιζα, όχι μόνο θα παραμείνουν ατιμώρητοι αλλά και θα επανδρώσουν προνομιακά το «κράτος των εθνικοφρόνων».

...και η ΠΑΟ

Κάποια στελέχη και οπλίτες του ΕΕΣ προέρχονταν από την «Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση» (ΠΑΟ). Η τελευταία είχε ιδρυθεί την άνοιξη του 1943, κυρίως από αξιωματικούς και στελέχη του κρατικού μηχανισμού της δωσιλογικής κυβέρνησης, με καταστατικό σκοπό (α) την «συνεργασίαν μετά των Συμμάχων Εθνών κατά των κατακτητών» και (β) την μεταπελευθερωτική «τήρησιν της τάξεως και της εθνικής συνοχής», με «εξουδετέρωσιν πάσας εκδηλώσεως αναρχίας» (Π.Ι. Παπαθανασίου, «Για τον ελληνικό Βορρά», Αθήνα 1997, σ.42-3).

Στην πράξη, η οργάνωση απείχε από οποιαδήποτε αντιγερμανική ενέργεια, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα απέβαινε υπέρ της ...Βουλγαρίας. Αποκλειστικός στόχος των ανταρτοομάδων της ΠΑΟ, που εμφανίστηκαν στα μέσα του 1943, υπήρξε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μετά από μια σειρά εμφύλιων αναμετρήσεων, οι (κατά Βέρμαχτ) «εθνικές συμμορίες» της ΠΑΟ είτε διαλύθηκαν είτε προσχώρησαν στον ΕΕΣ. Ενα τμήμα της καθοδήγησης διαφώνησε μ' αυτή την επιλογή, κράτησε όμως μέχρι τέλους επαφή με τους πρώην συμπολεμιστές του (Αθ. Φροντιστής, «Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις», Θεσ/νίκη 1977, σ.429-32).

Αντίθετα με ό,τι ισχυρίστηκε ο κ. Ρουσόπουλος, η ΠΑΟ -παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του επιτελείου της- ουδέποτε αναγνωρίστηκε επίσημα ως συμμαχική δύναμη από το Συμμαχικό Στρατηγείο (Χάγκεν Φλάισερ, «Στέμμα και Σβάστικα», τ.Β΄, Αθήνα 1990, σ.143). Το καλοκαίρι του 1944, αντίθετα, βρετανοί αξιωματικοί την αποκήρυξαν δημόσια (Θανάσης Μητσόπουλος, «Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ», Γενεύη 1971, σ.316-7). Την ίδια εποχή, αναλυτική έκθεση των βρετανικών υπηρεσιών για τον ένοπλο δωσιλογισμό στην Ελλάδα περιλαμβάνει ειδικό παράρτημα για την ΠΑΟ, επισημαίνοντας ότι τα τμήματά της στην Κοζάνη «άρχισαν να συνεργάζονται με τους Γερμανούς» ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1943 (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», Αθήνα 1998, τ.8ος, σ.71).

Εξίσου περιπετειώδης υπήρξε η αντιμετώπιση της ΠΑΟ από τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Αρχικά, το κύριο πρόβλημα αφορούσε την επίσημη αναγνώριση ως αντιστασιακής οργάνωσης ακόμα και του ΕΕΣ, με «γενικόν αρχηγόν» τον Κων/νο Παπαδόπουλο -κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση (και προσφυγή στο ΣτΕ) άλλων στελεχών της οργάνωσης, τα οποία θεωρούσαν ότι «γελοιοποιείται μέχρις αφαντάστου βαθμού» και η δική τους υπόθεση όταν θεωρείται αντιστασιακός κάποιος που «το στρατηγείον του το είχε μέσα στα γραφεία της Γκεστάπο» (αναλυτικά: Τάσος Κωστόπουλος, «Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη», Αθήνα 2005, σ.92-4).

Μετά τη Μεταπολίτευση, η κατακραυγή κατά της χουντικής μετάλλαξης των ταγματασφαλιτών σε «αντιστασιακούς» (Ν.Δ. 179/1969) παρέσυρε και τις ημιδωσιλογικές οργανώσεις τύπου ΠΑΟ. Εν έτει 1977, ένα πρώην στέλεχος της οργάνωσης εκφράζει έτσι δημόσια τη θλίψη του για το ότι η λέξη «παοτζής» έχει καταστεί στη συλλογική συνείδηση συνώνυμη του γερμανοντυμένου προδότη (Φροντιστής, ό.π., σ.367-8 & 379).

Αποκαλυπτική είναι η συνειδητή απάλειψη της ΠΑΟ από τη λίστα των επίσημα αναγνωρισμένων αντιστασιακών οργανώσεων του άρθρου 8 του Ν.1285/1982 (που ισχύει μέχρι σήμερα). Στη σχετική συζήτηση στη Βουλή, ακόμη κι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θα παραδεχθεί ότι «η ΠΑΟ παρουσιάζει προβλήματα» όσον αφορά τον αντιστασιακό της χαρακτήρα, υποστηρίζοντας ότι παρόλα αυτά «υπήρξαν και εκεί γνήσιοι αγωνιστές», μαζί με «εκείνους οι οποίοι αποκλείονται από το άρθρο 1» -τουτέστιν, «συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές». Ο Γιώργος Γεννηματάς ξεκαθάρισε πάλι ότι, με βάση τη «διατύπωση πολιτικής σκοπιμότητας» του άρθρου 2, διατηρούνται σε ισχύ όλες οι αναγνωρίσεις αντιστασιακών πριν από το 1969, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους (Πρακτικά Βουλής 19.8.82, σ.710-1).

Προβλήματα μνήμης

Ουσιαστικά, η ΝΔ και ο κ. Ρουσόπουλος βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα που ταλάνισε μεταπολεμικά τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος, του Ελληνικού Συναγερμού, της ΕΡΕ, ακόμη και της χούντας: πώς να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις «δικαίωσης» του σκληρού πυρήνα της πελατείας τους, αποφεύγοντας την ταύτισή τους με τις δωσίλογες κατοχικές κυβερνήσεις. Δίλημμα που καθίσταται οξύτερο όταν υπαγορεύεται από περιχαρακωμένες τοπικές κοινωνίες που ψηφίζουν δεξιά σε ποσοστό 80% και βιώνουν την πολιτική σαν μνημόσυνο, όπως διαπιστώνει μια πρόσφατη μελέτη (Νίκος Μαραντζίδης, «Γιασασίν Μιλλέτ», Ηράκλειο 2001, σ.223-36).

Την ίδια επιλεκτική αμνησία επιδεικνύουν άλλωστε και οι ίδιες οι ενδιαφερόμενες κοινότητες, όπως διαπιστώνουμε από μια ενδιαφέρουσα μελέτη για τη δημόσια γλυπτική της ελληνικής Μακεδονίας (Συραγώ Τσιάρα «Τοπία της εθνικής μνήμης», Αθήνα 2004). Το κεντρικό λ.χ. μνημείο των πεσόντων ταγματασφαλιτών της Κοζάνης στήθηκε το 1973 στο Βαθύλακκο, απεικονίζει τον ίδιο τον Μιχάλαγα κι έφερε αρχικά την επιγραφή «Προς τιμήν των ΠΑΟ-ΕΕΣ». Σήμερα η επιγραφή έχει αφαιρεθεί και οι ανυποψίαστοι περαστικοί πληροφορούνται ότι πρόκειται για το μνημείο «του αγνώστου στρατιώτη» -ή ακόμη και «της Εθνικής Αντίστασης»...