Ο ΚΑΤΟΧΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ΗΜΑΘΙΑ: 1941 -1944 (2/10/2010)

Καλλιανιώτης Αθανάσιος

Αναδημοσίευση από : http://blogs.sch.gr/thankall/2010/10/04/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%80%CE%B7-%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1/

Ευχαριστώ πολύ το διοικητικό συμβούλιο της ΑΜΙΠΗ που προτιμήθηκα ως ομιλητής αυτού του εξαίρετου συνεδρίου. Είναι επίσης τιμή μαζί και πρόκληση να στέκομαι εδώ μπροστά σας. Θα ήμουν ευτυχής, αν σας διαφώτιζα ή απαντούσα πρόσφορα σε όσες ερωτήσεις υποβληθούν.

Αφετηρία. Επιλέχτηκε ως θέμα της ανακοίνωσής μου κάτι δυσάρεστο, ένας εμφύλιος πόλεμος, αφού ακόμη υπάρχουν εν ζωή αρκετοί πληγέντες από αυτόν, πρωταγωνιστές είτε άμαχοι, οι οποίοι προφανώς έχουν διάφορες από τον εκφωνούντα απόψεις, κάτι εντελώς φυσιολογικό κι απαραίτητο για μία ευρύτερα αποδεκτή σύνθεση. Για ποιους λόγους συνέβη η ανωτέρω επιλογή;

Πρώτον διότι πέρυσι έλαβε χώραν στην Κατερίνη ένα εξίσου ενδιαφέρον συνέδριο και η συμμετοχή μου εξέτασε το ίδιο θέμα. Καθώς η Πιερία συνορεύει με την Ημαθία η όσμωση των γεγονότων ήταν αναπόφευκτη. Απλούστερα: πολλοί άνδρες που δρούσαν στην πρώτη, πέρασαν μετά και στη δεύτερη. Κύριο πεδίο συνάντησης και σύγκρουσής των ήταν τα συνοριακά υψώματα από τη Συκιά έως το Πολυδένδρι. Οπότε τα υποσύνολα των δύο περιοχών στην ουσία συγχωνεύονται σε ένα.

Έπειτα καθώς παρόμοια γεγονότα εκτυλίχτηκαν και στην (επίσης γειτονική με την Ημαθία) περιοχή της Κοζάνης, με την οποία παλαιότερα ασχολήθηκε ο εκφωνών, σχηματιζόταν ένα τρίπτυχο τοπικών διαστάσεων, επάνω στο οποίο δοκιμάστηκε η ρώμη των εκάστοτε ερμηνευτικών μεταβλητών όπως η γεωγραφία, οι οδοί επικοινωνίας ή η γλωσσική π.χ. σύνθεση του πληθυσμού.

Ακόμη κάθε νέο θέμα είναι μία πρόκληση, ένα πρόβλημα για λύση για τον ερευνητή, ο οποίος το αναλαμβάνει εθελοντικά για να δοκιμαστεί.

Ο τίτλος. Ερίζουν μάλλον λιγότερο σήμερα οι ιστορικοί σχετικά με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα. Παλαιότερα οι ξένοι κυρίως με διαβάσματα περί των Αθηνών τοποθετούσαν ως αφετηρία του το έτος 1943, συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 1943, όταν ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στον ΕΔΕΣ. Καθώς όμως πολλαπλασιάζονται οι έρευνες στη Μακεδονία η χρονολόγηση όχι μόνον σταθεροποιείται, αλλά γυρίζει δύο εποχές οπίσω, δηλαδή στην άνοιξη του 1943.

Όπως στο οροπέδιο του Βοΐου, που ανήκει στο νομό Κοζάνης, έτσι ακριβώς και στη Βέροια η πρώτη γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων, εν προκειμένω των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του «Ελληνικού Στρατού», αριστεροί οι μεν, εθνικιστές οι δε για να φαίνεται έντονη η εικόνα, έλαβε χώραν τον Απρίλιο του 1943 –στη Βέροια στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων. Ακολουθούν άλλες στο τέλος καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου του ιδίου έτους κι ακόμη ολόκληρο το 1944. Το εθελοντικό Σώμα του Γεωργίου Πούλου, οι γνωστοί Πουλικοί, δεν αποτελούν μέρος του κατοχικού Εμφυλίου Πολέμου, διότι μισθοδοτούνται ντυμένοι στα γερμανικά.

Οι πηγές. Πεποίθηση μου είναι ότι ο ιστορικός δύσκολα δραπετεύει από την εποχή του και τον κόσμο του. Ακόμη μερικώς μόνον δεσμεύεται από τις πηγές του, οι οποίες είτε σταχυολογούνται επιλεκτικά, αυτό δεν είναι ειλικρινές, είτε ευρίσκονται μερικώς –το τελευταίο είναι αναπόδραστο και συναντάται συχνά, αν όχι όλες τις φορές. Στην προσπάθεια για εύρεση όσο το δυνατόν περισσοτέρων πηγών πολύτιμη στάθηκε η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας όπου περιέχονται δεκάδες έργα τοπικών δημιουργών, απαραίτητα για την κατανόηση του χώρου και του τρόπου ζωής, και τα ΓΑΚ της ιδίας πόλης με το πλούσιο αρχείο τους.

Ακόμη ειδώθηκε υλικό του τοπικού Δικαστηρίου όπως επίσης και αντίστοιχο συλλογών που εναπόκεινται στην Αθήνα, στα ΑΣΚΙ και το ΓΕΣ. Επίσης ειδώθηκαν σχετικά βρετανικά αρχεία. Δυστυχώς δεν αντλήθηκαν προφορικές αναμνήσεις, οι οποίες συμπληρώνουν ή και αναιρούν πολλές από τις απόψεις που εκφράζονται γραπτά. Καταβλήθηκε προσπάθεια πάντως για μία ισόρροπη μελέτη.

Περιοδολόγηση. Αδρό περίγραμμα των γεγονότων που θα αναλυθούν στα πρακτικά έχει ήδη δοθεί ως περίληψη της ανακοίνωσης. Όπως στη Δυτική Μακεδονία έτσι και στην Ημαθία ήδη από το 1941 διαμορφώθηκαν δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα: από το ένα μέρος η Ελληνική Πολιτεία κι από το άλλο ορισμένοι δίγλωσσοι πολίτες που ομιλούσαν είτε τη βλαχική γλώσσα είτε τη σλαβική. Ποσοστιαία επί του πληθυσμού τόσο οι Βλάχοι όσο και οι Σλαβομακεδόνες αρνησιπάτριδες ήταν ελάχιστοι έμπροσθεν των πιστών της Ελληνικής Πολιτείας κι αυτό κατά ένα μέρος, έστω κι αν φαίνεται εν πρώτοις παράξενο, οφείλεται στους Γερμανούς, οι οποίοι δεν επέτρεπαν αποσχιστικές κινήσεις.

Ελλείψει λοιπόν Ιταλών στο πεδίο, με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία να βρίσκεται αρκετά ή πολύ μακριά, με την εμφάνιση ανταρτών στη Γιουγκοσλαβία, με την πλειονότητα των Βλάχων και των Σλαβομακεδόνων να μένει πιστή στον ελληνισμό και με τη φανερή ή μυστική αντίδραση της Ελληνικής Πολιτείας τα κινήματα αυτοδιάθεσης δεν είχαν κανένα μέλλον, γι αυτό κι εξέλειπαν πριν λήξει το έτος 1942.

Τότε εμφανίστηκαν στα σύνορα με την Κοζάνη και την Πιερία αντάρτες των οργανώσεων ΥΒΕ/ΕΚΑ και ΕΑΜ. Με αντιρουμανική και αντιβουλγαρική σημαία οι πρώτοι, οι οποίοι περιελάμβαναν αξιωματικούς του διαλυθέντος Στρατού, χωροφύλακες, μέλη της κρατικής διοικητικής μηχανής και πεδινούς αγρότες, με διεθνιστικό λόγο οι δεύτεροι (ανάμεσά τους κομουνιστές και ορεινοί κτηνοτρόφοι). Καθώς το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δημιουργούσε το δικό του κράτος ήταν επόμενο να συγκρουστεί με την ΥΒΕ/ΕΚΑ όπως ήδη ειπώθηκε.

Ως μεσολαβητές στις εμφύλιες συγκρούσεις προσφέρθηκαν το καλοκαίρι του 1943 οι Βρετανοί, απλώς διότι εκείνη την περίοδο έφθασαν αυτοπροσώπως εκεί. Ο στενός λογότυπος της ΥΒΕ μετετράπη στον ευρύτερο ΠΑΟ, αλλά η αντίθεση με τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ παρέμεινε. Οι συγκρούσεις άρχισαν τον Αύγουστο του 1943 και περατώθηκαν το Νοέμβριο του ιδίου έτους, πάλι με ήττα των εθνικιστών.

Έχουν ενδιαφέρον οι μεταβλητές των διαδοχικών αυτών νικών και ηττών: το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είναι τολμηρό, αποφασισμένο, ανά την Ελλάδα ανεπτυγμένο και, ίσως το σπουδαιότερο, απολαμβάνει της βρετανικής υποστήριξης, αφού δε λησμονεί να επιτίθεται στους Γερμανούς εκτός από τους Έλληνες αντιπάλους του. Η ΥΒΕ/ΕΚΑ/ΠΑΟ, παρόλη την υπεροχή της σε αξιωματικούς, δεν κτύπησε τον κοινό εχθρό, γι αυτό οι Σύμμαχοι αρνούνται να την υποστηρίξουν με υλικά, όχι όμως και πολιτικώς. Οι λόγοι γι αυτό κυμαίνονται μεταξύ της ήπιας φιλοσοφίας της ΠΑΟ, της έλλειψης όπλων, πόρων κι ορεινών εμπέδων, της αδύναμης πολιτικής επικοινωνίας, αλλά και του χρόνου εμφάνισής της.

Όσοι ένοπλοι εθνικιστές επέζησαν από τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ ζήτησαν την υποστήριξη των Γερμανών κι από το Δεκέμβριο του 1943 ατομικώς κι ομαδικώς, κοινότητες και πρόσωπα οπλίστηκαν κατά των κομουνιστών ανταρτών σε πρώτη φάση ώστε να μην τους επιτρέπουν να εισδύουν στην περιοχή τους και σε δεύτερη ως συμμέτοχοι σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μαζί με Γερμανούς. Βέβαια οι «κομουνιστές» αντάρτες αν χωρισθούν με μία οριζόντια γραμμή και τοποθετηθούν επάνω όσοι γνώριζαν και κάτω αυτοί που αγνοούσαν, ο αριθμητής θα είναι αρκετά υποδεέστερος του παρονομαστή.

Μία πεδινή αντικομουνιστική ζώνη περιέσφιξε λοιπόν στις αρχές του 1944 τα ορεινά. Για την πρόσβαση στις πηγές τροφής, αλλά και για την επέκταση της ισχύος των οι αντάρτες επιχειρούσαν όλο και σκληρότερα να τη σπάσουν υποδαυλίζοντας περαιτέρω τον αναμμένο κατοχικό Εμφύλιο. Φόνοι, εκτελέσεις, βασανισμοί, πυρπολήσεις, απαλλοτριώσεις, ύβρεις και στεναγμοί κυρίως στην ύπαιθρο αποτελούσαν μία όχι πια ασυνήθιστη εικόνα.

Επίλογος. Με την αναπαράσταση του παρελθόντος επιδίωξη του εκφωνούντος είναι:

α) ο φωτισμός του πεδίου, ώστε να φανούν σε όλη τους την ένταση οι ρωγμές της περιόδου 1941 -1944

β) η ανάλυση και κριτική συμφωνιών, διαφορών, τόπων και προσώπων

γ) η κατάργηση το μύθου προς χάριν της αληθείας

δ) η σύνδεση των αντιτιθέμενων αρμών σε ένα κοινώς παραδεκτό σύνολο.

Ας ελπίσουμε πως η ανακοίνωση αυτή θα αποτελέσει ένα βήμα για επέκταση του διαλόγου.

Ευχαριστώ πολύ!