ΠΙΟΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Της Τασουλας Βερβενιωτη[1]*

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100003_22/02/2009_304238, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22/2/2009

Η μετακίνηση παιδιών από τις «εστίες» τους δεν συνιστά ελληνική επινόηση. Και στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου (1936– 1939), η Δημοκρατική Κυβέρνηση είχε στείλει παιδιά όχι μόνο στις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην ΕΣΣΔ και στο Μεξικό.

Στον ελληνικό εμφύλιο (1946– 1949) όμως και οι δύο αντιμαχόμενοι στρατοί συγκέντρωσαν και μετακίνησαν παιδιά. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τα μετέφεραν στις παιδουπόλεις της βασίλισσας και ο Δημοκρατικός Στρατός στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ.

Οι μετακινήσεις των παιδιών εντάχθηκαν στην εμφυλιοπολεμική λογική την πιο κρίσιμη χρονιά, το 1948, παρόλο που δεν άρχισαν τότε. Αποτέλεσαν μέρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των πολιτικών και διπλωματικών χειρισμών. Χρησιμοποιήθηκαν στο ψυχολογικό παιγνίδι του Ψυχρού Πολέμου και έδωσαν αφορμή στις δύο υπερδυνάμεις (ΗΠΑ – ΕΣΣΔ) να αντιπαρατεθούν στα διεθνή fora.

Την πρωτοβουλία των κινήσεων είχε η επίσημη κυβέρνηση της Αθήνας. Εφερε το θέμα στον ΟΗΕ και ζήτησε τον επαναπατρισμό των παιδιών. Ονόμασε τις δικές της ενέργειες «παιδοφύλαγμα», ενώ τη μεταφορά των παιδιών στις ανατολικές χώρες «παιδομάζωμα». Μίλησε για βίαιη αρπαγή των παιδιών με σκοπό τον αφελληνισμό τους, ακόμα και για γενοκτονία.

Στο επίπεδο της προπαγάνδας, το «παιδομάζωμα» χρησιμοποιήθηκε ως αντίβαρο στην πολιτική των μαζικών εκτελέσεων και στην ύπαρξη στρατοπέδων, όπως η Μακρόνησος, όπου η Αριστερά είχε επικεντρώσει τη δική της κριτική και προπαγάνδα.

Πολιτική ενέργεια

Οι πόλεμοι και ιδίως οι εμφύλιοι διεξάγονται με πολιτικές πρακτικές που είναι ασύμβατες με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρώπινες ανάγκες. Η μεταφορά των παιδιών από τα πεδία των μαχών, παρόλο που υποστηρίχτηκε (και από τις δύο πλευρές) ότι έγινε για ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν πολιτική ενέργεια.

Το Παλάτι μέσω της επιχείρησης «σωτηρία των παιδιών» (από τους κομμουνιστές) ανέπτυξε ένα δίκτυο –εν πολλοίς– πελατειακών σχέσεων σε όλη την ελληνική επικράτεια και ένα παρα– κυβερνητικό πλαίσιο πρόνοιας, το οποίο αποδείχτηκε μακροβιότατο. Ο «Ερανος “Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος” υπό την Υψηλήν Προστασίαν της Α.Μ. της Βασιλίσσης» που δημιουργήθηκε το 1947 για έξι μήνες, το 1956 ονομάστηκε Βασιλική Πρόνοια, στη διάρκεια της χούντας Εθνικός Οργανισμός Προνοίας και τελικά το 2003 ενσωματώθηκε στην Κρατική Πρόνοια.

Ο Δημοκρατικός Στρατός/ ΚΚΕ, από τη μεριά του, μετέφερε σε ασφαλές περιβάλλον τα παιδιά των μαχητών και των στελεχών του, απελευθέρωσε τη γυναικεία δραστηριότητα (η στρατιωτική διάταξη για την επιστράτευση των γυναικών εκδόθηκε στις 20.2.1948) στις μάχιμες και βοηθητικές υπηρεσίες του και ενέταξε κάποιους από τους εφήβους στις γραμμές του. Η επιτροπή Βοήθεια στο Παιδί, με προεξάρχοντα τον Πέτρο Κόκκαλη, διαλύθηκε το 1956, όταν τα παιδιά είχαν πια ενηλικιωθεί.

Τα παιδιά αυτά γλίτωσαν από τους βομβαρδισμούς, σιτίστηκαν καλύτερα απ’ όσα έμειναν στα χωριά τους και πολλά από αυτά μορφώθηκαν. Ωστόσο, βρέθηκαν μπλεγμένα στη δίνη ενός πολιτικού παιγνιδιού, το οποίο καθόρισε τη ζωή τους.

Στο ερώτημα εάν «αρπάχτηκαν» η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Οσο είναι αλήθεια ότι κάποιοι γονείς δεν ήθελαν να αποχωρισθούν τα παιδιά τους, είναι εξίσου αλήθεια ότι κάποιοι άλλοι τα έδωσαν οικειοθελώς, είτε γιατί δεν είχαν να τα θρέψουν ή γιατί πίστευαν ότι ήταν κάτι προσωρινό ή γιατί θεωρούσαν ότι τους εξασφάλιζαν ένα καλύτερο μέλλον.

Για πολλά από τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά η μετακίνηση από το χωριό τους ήταν ένας τρόπος να ξεφύγουν από την κλειστή, αγροτική, πατριαρχική κοινωνία. Και για κάποιους εφήβους η βία, τα όπλα, συνιστούσαν ένα συναρπαστικό παιγνίδι.

Και οι δύο κυβερνήσεις –της Αθήνας και του Βουνού– υπόσχονταν καλύτερη διατροφή και κυρίως μόρφωση. Η απήχηση αυτών των κηρυγμάτων ήταν μεγαλύτερη στις μειονοτικές ομάδες: στους σλαβόφωνους που βρίσκονταν με την πλευρά του ΚΚΕ και τους τουρκόφωνους που πήγαν στις παιδουπόλεις της βασίλισσας.

Σε τελευταία ανάλυση και παρ’ όλα τα αρνητικά, η απόφαση, αυτή καθαυτή, για τη μετακίνηση των ανηλίκων από τα πεδία των μαχών, αποτελεί μια παραδοχή –συνειδητή ή ασυνείδητη– ότι τουλάχιστον τα παιδιά έπρεπε να μείνουν μακριά από τα πολεμικά παιγνίδια των «μεγάλων».



[1] Η κ. Τασούλα Βερβενιώτη είναι ιστορικός.