ΠΟΙΟΥΣ ΕΝΟΧΛΗΣΕ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΒΛΑΝΤΑ

Του Νικου Μαραντζιδη[1]

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100027_01/03/2009_305366, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ , 1/3/2009

Ο Δημήτρης Βλαντάς υπήρξε ένα από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Μέλος του Πολιτικού Γραφείου και υποστράτηγος του Δημοκρατικού Στρατού υπήρξε ουσιαστικά ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Ζαχαριάδη μέχρι το 1956 που διαγράφηκε από το κόμμα και αντιμετώπισε τη μοίρα των αντιφρονούντων στο κομμουνιστικό σύστημα, εξόριστος στα Καρπάθια.

Το 2007, από τις εκδόσεις της Εστίας και σε επιμέλεια του γράφοντος και του Γ. Αντωνίου εκδόθηκε το ημερολόγιο του Βλαντά κατά τα έτη 1947-1949. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα τέτοιου είδους κείμενα που διαθέτουμε από την ηγεσία του ΚΚΕ της περιόδου 1946-1949. Στο ημερολόγιο, ο αναγνώστης, πέρα από τις μάχες και τις αγωνιώδεις προετοιμασίες γι’ αυτές, βλέπει το κλίμα μέσα στο κόμμα και τον ΔΣΕ, την αφοσίωση, τις προσωπικές αντιζηλίες, την απογοήτευση, τη σκληρότητα. Με δυο λόγια, όλες εκείνες τις εικόνες που κάνουν τον Εμφύλιο Πόλεμο, μια τραγωδία.

Η έκδοση του ημερολογίου συνάντησε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Συνάντησε όμως και την οργισμένη αντίδραση στρατευμένων ιστορικών της Κουμουνδούρου και του Περισσού. Κατά βάση αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του ημερολογίου –όχι ως προς τον συγγραφέα– αλλά ως προς το πότε αυτό γράφτηκε. Αντιμετωπίστηκε ως ένα κείμενο που γράφτηκε εκ των υστέρων, προκειμένου να δικαιωθεί ο συγγραφέας του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάθε ημερολόγιο γεννά απορίες για τον χρόνο συγγραφής του και προκύπτουν ερωτήματα για το αν ο συγγραφέας προσέθεσε εκ των υστέρων αποσπάσματα, εξαφάνισε άλλα ή αλλοίωσε τα αρχικά γραφόμενά του. Οσοι έχουν ασχοληθεί με αυτού του είδους τον γραπτό λόγο ξέρουν πως αυτά τα προβλήματα είναι ο κανόνας. Ακόμη λοιπόν κι αν κάποιος εντόπιζε τέτοια προβλήματα στο ημερολόγιο, θα έπαυε το κείμενο αυτό να έχει αξία, τη στιγμή που καταγράφονται ακόμη και στοιχεία από ανέκδοτα έγγραφα; Γιατί λοιπόν αυτή η οργή;

Το περιεχόμενο

Αναμφίβολα, το περιεχόμενο του ημερολογίου ενόχλησε. Ενόχλησε κυρίως εκείνους που έχοντας μάθει να ζουν με τη μυθολογία του κομμουνισμού και είναι έτοιμοι να καταδικάσουν ως υστερόβουλο ψέμα, καθετί που αισθάνονται πως αμφισβητεί τα θεμέλια του μεσσιανισμού τους. Δεν έχει παρά να θυμηθεί κανείς πώς αντιμετωπίστηκε αρχικά από τους Ευρωπαίους κομμουνιστές η εισήγηση του Χρουστσόφ για την προσωπολατρία και τα εγκλήματα του σταλινισμού, στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ: ως κατασκευασμένη από τη CIA! Δεν έχει επίσης παρά να θυμηθεί κανείς τις αντιδράσεις στην έκδοση, από τους καθηγητές Κόντη και Σφέτα, γιουγκοσλαβικών και βουλγαρικών εγγράφων που αφορούσαν τον ελληνικό εμφύλιο.

Εν τούτοις, η απάντηση δεν πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στο περιεχόμενο του ημερολογίου. Εξάλλου, ούτε σπουδαίες «αποκαλύψεις» προκύπτουν, αλλά και πολύ χειρότερα πράγματα έχουν γραφτεί από άλλα στελέχη του ΚΚΕ. Εξάλλου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως, λόγω της πεισματάρικης φύσης του, ο Βλαντάς δίνει αρκετές φορές στον αναγνώστη την αίσθηση ενός πεισματάρη και εγωπαθούς ίσως, αλλά πάντως αποφασισμένου ιδεολόγου.

Η ερμηνεία για τις αντιδράσεις αυτές βρίσκεται αλλού. Κατά τη Μεταπολίτευση, μέσα στην κοινότητα των μελετητών του Εμφυλίου Πολέμου, κυριάρχησε ένα ιστοριογραφικό ρεύμα προσδεμένο στην κομμουνιστική και ευρύτερη Αριστερά. Μέχρι τη δεκαετία του ’90, η Ιστορία του κομμουνισμού στην Ελλάδα, υπήρξε το μονοπώλιο αυτής της στρατευμένης αριστερής ιστοριογραφίας. Από τη μια, το ρεύμα αυτό συνεισέφερε θετικά στοιχεία, φέρνοντας φρέσκες ιδέες και αναλύσεις, στο συγκεκριμένο πεδίο. Από την άλλη όμως, η στενή σύνδεση με την κομμουνιστική Αριστερά, λειτούργησε ανασταλτικά στην ανάπτυξη κάποιων πτυχών της έρευνας. Ο φόβος μήπως κάποια πορίσματα λειτουργήσουν «ως παράδοση των όπλων στα πόδια του εχθρού» συνέβαλε στις αποσιωπήσεις και την ωραιοποίηση διαφόρων όψεων της ιστορίας του ελληνικού κομμουνισμού. Θα το πούμε απλά: ενώ οι αντίπαλοι της Αριστεράς αξιολογούνταν με βάση τις πράξεις τους, οι κομμουνιστές κρίνονταν με βάση τις διακηρυγμένες προθέσεις τους!

Αριστερός ή φασίστας!

Στις αρχές του 2000, η εμφάνιση ενός νέου ερευνητικού ρεύματος, που αμφισβήτησε αυτό το ερευνητικό μονοπώλιο, δεν έγινε δεκτό με καλό μάτι. Κάποιοι μάλιστα, φροντίζουν να αποκαλούν αυτή τη νέα ιστοριογραφία ως «αναθεωρητική», επιχειρώντας σκοπίμως να συνδέσουν τη μελέτη του ελληνικού εμφυλίου με τη Shoa, ώστε ουσιαστικά να ταυτίσουν τη νέα ιστοριογραφία με τους ακροδεξιούς αρνητές του Ολοκαυτώματος. Τα δύο γεγονότα είναι βέβαια εντελώς άσχετα μεταξύ τους, πολύ δε περισσότερο που στη χώρα μας, κανείς επιστήμονας δεν αμφισβήτησε ποτέ το μέγεθος της εβραϊκής τραγωδίας. Η μεθοδολογία του «σοσιαλ-φασισμού» της τρίτης διεθνούς φαίνεται πως επιβιώνει, δυστυχώς, ακόμη στα δικά μας ιστοριογραφικά ήθη: όποιος δεν είναι με την Αριστερά να θεωρείται πως είναι φασίστας.

Εντέλει, το θέμα είναι κατά πόσο σήμερα μπορούμε να μελετάμε τη ιστορία της Αριστεράς στη χώρα μας, όχι για να επιβεβαιώσουμε το «μεγαλείο της ιδεολογίας της», αλλά για να μπορέσουμε από-δραματοποιημένα να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά της. Για να γίνει αυτό απρόσκοπτα, είναι προφανές πως η Ιστορία της περιόδου δεν μπορεί να μονοπωλείται από κανένα ιδεολογικό ρεύμα. Εντέλει, όπως η ιστορία του φασισμού δεν γράφηκε, ευτυχώς, από τους φασίστες ιστορικούς, έτσι και η ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου και του ΚΚΕ δεν είναι απαραίτητο να γραφεί μόνο από τους στρατευμένους ιστορικούς του Περισσού ή της πλατείας Κουμουνδούρου. Εξάλλου, η επιστημονική έρευνα απαιτεί σαφώς ευρύτερους ορίζοντες από αυτούς που συνήθως δίνει μια μικρή πλατεία.

Υστερόγραφο. Ο Γρηγόρης Φαράκος αποτελεί μια από τις εξαιρετικά σπάνιες προσωπικότητες που η ιδεολογική και κομματική τους στράτευση όχι μόνο δεν τους εμπόδισε αλλά ίσα ίσα συνέβαλε στην σε βάθος ανάλυση της ιστορίας του ελληνικού κομμουνισμού. Ισως και γι’ αυτό μερικοί, θα επιθυμούσαν το έργο του και η ευρύτερη συνεισφορά του να είχαν περάσει στη λήθη.



[1] Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης διδάσκει Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.